Θεόδωρος Ορέστης Γ. Σκαπινάκης,
Δικηγόρος και Μεταπτυχιακός φοιτητής της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών
Αντίβαρο, Μάρτιος 2007
Στο ελληνικό πανεπιστήμιο χρόνια τώρα μαίνεται ένα παιδομάζωμα αφανές και αθόρυβο, χωρίς τηλεοπτική κάλυψη, ένας γενιτσαρισμός αδυσώπητος κατά της ανήμπορης πλειοψηφίας του ελληνικού λαού. Πρωτεργάτες του είναι φανατικές ομάδες προερχόμενες από την αξιοσέβαστη κοινωνικά φυλή των βολεμένων καθηγητών, στους οποίους εν Ελλάδι επιτρέπεται ‘τιμητικά’ να απεργούν και συγχρόνως να πληρώνονται. Το παιδομάζωμα αρχίζει από την στιγμή που οι νέοι πατούν το πόδι τους στο αμφιθέατρο, για μερικούς άτυχους ακόμη πιο νωρίς, εξ απαλών ονύχων από τις σχολικές τάξεις, όταν ολίγοι κομπλεξικοί δάσκαλοι νόμιζαν ότι είχαν το δικαίωμα να αλλοιώνουν αναχρονιστικά το παρελθόν για να κατασκευάσουν ένα πιο ‘άνετο’ ιδεολογικά παρόν. Γιατί μόνον έτσι θα είχε ελπίδες να ευδοκιμήσει η μίζερα μειοψηφική ιδεολογία τους. Γιατί η ιστορική αλήθεια στεκόταν το μόνο εμπόδιο της αλλοτρίωσης που υπηρετούν. Σήμερα αυτοί οι καθηγητές αντιμετωπίζουν ακόμη λιγότερα εμπόδια στην προσπάθειά τους, διότι τα νέα σχολικά βιβλία λειτουργούν αποτελεσματικά ως πραγματικοί ισοπεδωτές της ‘παλαιάς’ Ιστορίας, ως οδοστρωτήρες της οδού προς μια ‘νέα αλήθεια’, ως κήρυκες μιας νεοεποχίτικης στρατευμένης αφήγησης, ώστε να διακινούν ευκολότερα την ιδεολογική τους ‘πρέζα’ μέσα στις σχολικές αίθουσες. Οι γονείς ούτε καν διανοούνται το ex cathedra διαπραττόμενο έγκλημα, παρά μόνον όταν συνειδητοποιούν ότι τα ίδια τα παιδιά τους έχουν γίνει οι χειρότεροι εχθροί τους. Οι γονείς κάποια στιγμή ‘ξυπνούν’ απότομα από τους ‘κεραυνούς’ των ίδιων τους των παιδιών για εθνικισμό και φασισμό.
Αλλά ο γενιτσαρισμός διενεργείται πρωτίστως στα πανεπιστήμια ‘της τέχνης και της επιστήμης’. Αυτοί που αποφάσισαν να πολεμήσουν την πλειοψηφία για αυτό που είναι (δηλ. ελληνορθόδοξη), είναι άνθρωποι που κυκλοφορούν μέσα στις τάξεις των ακαδημαϊκών που υποτίθεται ότι εκλέγονται αξιοκρατικά από τους συναδέλφους τους με βάση το επιστημονικό τους έργο. Στην πραγματικότητα, φυσικά, καθηγητής δεν χρίζεται όποιος έχει τις περισσότερες δημοσιεύσεις, διακρίσεις και επιστημονικές ανακαλύψεις στο ενεργητικό του, αλλά όποιος δηλώνει υποταγή και ορκίζεται εχεμύθεια σε μια δεσπόζουσα κλίκα καθηγητών. Στο ελληνικό πανεπιστήμιο, λοιπόν, κάποιοι ολίγοι, που έχουν παντοιοτρόπως ‘καβαλήσει’ τις πανεπιστημιακές έδρες, δεν λέγουν να κατανοήσουν τα όρια των δικαιωμάτων και της ακαδημαϊκής τους ελευθερίας. Κάποιοι πρώην ιδεολόγοι μαρξιστές και νυν προοδευτικοί παγκοσμιοποιητές -που τώρα κυνηγούν ακόμη και μια πεσμένη δεκάρα στον δρόμο- και κάποιοι ‘πολύχρωμοι συνήγοροι’ της ιδεολογίας του εθνικού ξεψυχισμού, όχι μόνον δεν εννοούν να παραιτηθούν από τις προνομιακές θέσεις που έχουν κλέψει κατά την παπανδρεϊκή δεκαετία της ‘χρυσής’ παρακμής, αλλά σκοπεύουν να ενισχύσουν κι άλλο την επιρροή τους.
Μια νέα κάστα ultra εκσυγχρονιστών καθηγητών πανεπιστημίου εξαπλώνεται στο πολύπαθο ελληνικό πανεπιστήμιο. Σιωπηρά εγκαθίσταται, αναπαράγεται στα ακαδημαϊκά γραφεία, δικτυώνεται, συνασπίζεται και επιλέγει το νέο αίμα που θα ανανεώσει τις τάξεις της. Είσαι υπέρ του αμερικανικού διεθνισμού, τότε προχωρείς, είσαι κατά του Κρυφού Σχολειού, «περάστε, κύριε, το διδακτορικό σάς ανήκει», υποστηρίζεις την αποσιώπηση της Εκκλησίας στην Ιστορία, σού απονέμεται τίτλος διδακτορικός, αντιδράς στην αυθεντία τους, τότε θα προτιμηθεί αυτός που θα πει το ‘ναι’ και θα κάθεται ‘στα αυγά του’. Κατακτά, λοιπόν, τις θέσεις-κλειδιά, οργανώνεται σε χαρακώματα ανά γνωστικούς τομείς μέσα στην ίδια Σχολή, στρατολογεί νέους ιδεολογικούς ‘ακαδημαϊκούς γενίτσαρους’ που θα χρησιμοποιηθούν για τον ‘ιερό’ σκοπό: την οριστική κατάργηση του εθνικού αισθήματος, το ξήλωμα πάσης θρησκευτικής πνευματικότητας, τον παραγκωνισμό ‘ενοχλητικών’ θεσμών, όπως την αρχή της πλειοψηφίας, τον στρατό, την Εκκλησία και ‘τα άλλα παραδοσιακά’. Ο πειρασμός δορυφοροποίησης στο άρμα τέτοιων παραγόντων ελλοχεύει και κάποιοι ενδίδουν…
- Κύριε καθηγητά, θα ήθελα να κάνω εργασία πάνω στην εκπαιδευτική προσφορά της Εκκλησίας στην Ελληνική Επανάσταση.
- Μα καλά αυτά είναι ξεπερασμένα, γράψτε κάτι πρωτότυπο και λιγότερο ελληνοκεντρικό, για την θετική επίδραση της οθωμανικής κατάκτησης στον ελλαδικό χώρο λ.χ. Ας είμαστε ανοικτόμυαλοι και όχι ρατσιστές.
- Ναι, τώρα που το σκέφτομαι καλύτερα, αυτό ακριβώς θα γράψετε. Έχετε αντίρρηση;
- Όχι κύριε καθηγητά, ό,τι πείτε εσείς, που ξέρετε καλύτερα απ’ όλους.
Πρέπει κανείς να το έχει ζήσει, να έχει βιώσει τον πόλεμο στις παρυφές των μεταπτυχιακών σπουδών και των διδακτορικών διπλωμάτων για να το πιστέψει. Να έχει μάτι οξύ για να παρατηρήσει με τι ανεπαίσθητο τρόπο κάποιοι καθηγητές πλησιάζουν τους φοιτητές που είναι ευεπίφοροι στην ιδεολογία τους, πώς τους αναλαμβάνουν ως πάτρωνες και τούς προωθούν σε προγράμματα πληρωμένα από την Ευρωπαϊκή Ένωση, για να διδάξουν στο εξωτερικό, να αναλάβουν την καλύτερη θέση στην αγορά εργασίας, να γίνουν οι διάδοχοί τους στο αυριανό σύστημα χειραγώγησης της έρευνας. Ο κόσμος πρέπει να μάθει ότι μια ομαδούλα καθηγητών ελέγχει πλήρως τα ευρωπαϊκά προγράμματα για ένα ‘νέο, καλύτερο και ευρωπαϊκό’ ελληνικό πανεπιστήμιο, και ότι μια φράξια οικονομικών και ιδεολογικών συμφερόντων επιλέγει τους λίγους φοιτητές που θα κάνουν δωρεάν διακοπούλες στην Αν. Ευρώπη και τον Τρίτο Κόσμο με ευρωπαϊκή χρηματοδότηση χωρίς καμία απολύτως επιστημονική ωφέλεια και αξία. Τα χρήματα των ευρωπαϊκών προγραμμάτων, λοιπόν, είτε διασπαθίζονται τελείως είτε χρησιμοποιούνται για την επικουρική επιχορήγηση των καθηγητικών φατριών και την στρατολόγηση φοιτητών-μισθοφόρων των ‘Νέων Ιδεών’.
Έχουμε καθηγητές που ξεκινούν την (sic!) ‘ιεραποστολή’ τους από νωρίς: στα αμφιθέατρα με τους πρωτοετείς συστηματικά ξεφεύγουν από την ύλη του Συνταγματικού Δικαίου για να πολιτικολογήσουν και να προπαγανδίσουν λ.χ. ενάντια στις μαθητικές και στρατιωτικές παρελάσεις, να φιλολογήσουν ενάντια στην Εκκλησία της Ελλάδος, να βαφτίσουν συνταγματικές διατάξεις ως έχουσες ιστορική μονάχα σημασία, όταν αυτές ενοχλούν την ιδεολογική-εθνομηδενιστική αισθητική τους. Χτενίζουν κυριολεκτικά το σύμπαν προκειμένου να εντοπίσουν και να στιγματίσουν οτιδήποτε αντιτίθεται στα ιδεοληπτικά συμπλέγματά τους ως αρχαιολογικού περιεχομένου, ως συντηρητικό και παρωχημένο υπόλειμμα κάποιας σκαιής δικτατορίας. Προωθούν τον στερεοτυπικό χρωματισμό του πατριώτη ως επικίνδυνου για την δημοκρατία και την ελευθερία, και πρωτοστατούν στην ‘δολοφονία χαρακτήρων’ μέσα από την ‘σταύρωση’ των αντιπάλων τους με τους γνωστούς χαρακτηρισμούς μαζικής καταστροφής: φασιστής, εθνικιστής, φονταμενταλιστής. Αντί να διδάσκουν Ιστορία ή Δίκαιο ή Κοινωνικές και Πολιτικές Επιστήμες διδάσκουν την ιδεολογία τους. Με αξιοζήλευτη συχνότητα εκτοξεύονται ακαδημαϊκού διαμετρήματος αναθέματα στην Εκκλησία, στο ελληνικό, στο ηρωικό, σε ό,τι εμποδίζει την Νέα Τάξη Πραγμάτων από το να αλώσει τον ατίθασο αυτόν λαό.
Η ανερχόμενη αυτή ‘επιστημονική’ κάστα θέλει να αντισταθμίσει την αξία και το πλήθος της πλειοψηφίας με τεχνάσματα. Επιχειρεί να κλέψει την νίκη ‘νύχτα’, ενώ ο λαός κοιμάται ήσυχα τον ύπνο του δικαίου, και όχι έντιμα υπό το φως ενός ειλικρινούς δημόσιου διαλόγου. Δεν μιλάει πολύ δημοσίως, παρά μόνον όταν το ευνοούν οι περιστάσεις. Συγκεντρώνει και εξοπλίζει τις στρατιές της κρυφά, ώστε, ακόμη και όταν ξυπνήσει η κοινή γνώμη, αυτή να είναι ιδεολογικά εγκλωβισμένη και τρομοκρατημένη, απομονωμένη στο κλουβί των τετελεσμένων γεγονότων και των στημένων τηλεοπτικών παραθύρων. Και δυστυχώς επιτυγχάνει τον σκοπό της. Απόδειξη ότι τα τελευταία χρόνια ζούμε κυριολεκτικά έναν καταιγισμό ‘εκσυγχρονιστικών’ πυρών στην διαπασών από μια μειοψηφία που θαρρείς ότι είναι πλειοψηφία, αφού έχει χρηματοδοτούμενες σπουδές περιωπής, πανεπιστημιακούς θώκους και άριστα εκπαιδευμένες τηλεκατευθυνόμενες δημοσιογραφικές πένες. Εμείς, έπειτα, είτε αναχωρούμε στις καθημερινές μέριμνες είτε υπογράφουμε την τυποποιημένη πια ‘πράξη υποταγής’, λέγοντας ότι «αφού το λένε τόσοι και τόσοι προβεβλημένοι και σπουδαγμένοι, έτσι πρέπει να είναι». Δεν γνωρίζουμε, όμως, ούτε πώς απέκτησαν τις αστραφτερές σπουδές και την εκτυφλωτική προβολή ούτε κατά πόσο τα αξίζουν …
Κάποτε στα πέτρινα χρόνια αποκλείονταν οι αριστεροί από την ακαδημαϊκή εξέλιξη, γιατί υποτίθεται ότι δεν ήσαν αρκετά πατριώτες, τώρα τα κριτήρια άλλαξαν: μέλλον ακαδημαϊκό έχει όποιος ευθυγραμμίζεται με την Νέα Τάξη Πραγμάτων και τις ‘προοδευτικές’ ιδέες που σιγοντάρει ο διεθνοποιημένος εξαμερικανισμός. Τώρα αποκλείεται όποιος είναι αρκετά πατριώτης!
Πρωτοδημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Πολιτικά Θέματα» με τον τίτλο «Η δυστυχία να είναι κανείς πατριώτης σήμερα…», τ. 1560, σελ. 36-39, 12.03.2007.
Σάββατο 21 Νοεμβρίου 2009
Παρασκευή 20 Νοεμβρίου 2009
«Νέα Ιστορία», ή πως μια ουτοπία γίνεται πραγματικότητα
Οι μη κυβερνητικές οργανώσεις... άξια κερδίζουν το ψωμί τους, αποκαλύπτοντας συνεχώς μειονότητες!
Κωνσταντίνος Ρωμανός
Αν. Καθηγητής Φιλοσοφίας, Πανεπιστήμιο Αιγαίου
Αντίβαρο, Ιούλιος 2007
Όχι, το βιβλίο Ιστορίας ΣΤ\' Δημοτικού δεν αποσύρεται. Θα «διορθωθεί» από τους ίδιους τους συγγραφείς του, οι οποίοι θα φροντίσουν να μην αλλάξει η βασική του φιλοσοφία. Η υπουργός κ. Γιαννάκου είναι διατεθειμένη να υποστεί οποιοδήποτε πολιτικό κόστος για ένα βιβλιαράκι μιας μέχρι πρότινος άσημης καθηγήτριας.
Τι σημαίνει αυτό;
Σημαίνει ότι μια αλυσίδα είναι τόσο ισχυρή όσο ο ασθενέστερος κρίκος της.
Ή ένα αμυντικό τείχος όσο ο χαμηλότερος προμαχώνας του. Εγκατάλειψη του ασθενούς σημείου στον εχθρό μπορεί να επιφέρει τη άλωση ολόκληρου του οχυρού. Γι\' αυτό ο υπεύθυνος στρατιώτης έχει τις διαταγές του:
Καμία υποχώρηση! Αν παρακούσει θα λογοδοτήσει και θα τιμωρηθεί σκληρά.
Διότι διακυβεύεται ολόκληρο το αμυντικό σύστημα, που στήθηκε με νυκτερινές υπερωρίες,
με συνωμοτικό συντονισμό ενεργειών και εντεταλμένων στρατιωτικών και με μεγάλο οικονομικό κόστος για το μακρινό κέντρο γενικού στρατηγικού σχεδιασμού. Ακόμα και του ίδιου του πρωθυπουργού τα χέρια είναι δεμένα, όπως κάποτε διαπίστωσε ο επίσης πρωθυπουργός συγγενής του, οπότε και αναφώνησε με οργή:
«Μα επιτέλους ποιός κυβερνάει αυτόν τον τόπο;»
Ο ελλαδικός Ελληνισμός έχει λοιπόν να αντιμετωπίσει ακέραια την αλυσίδα της εθνοκτονίας: Το «Κέντρο για τη Συμφιλίωση και τη Δημοκρατία στη Νοτιοανατολική Ευρώπη», ως σπόνσορα της διαβαλκανικής ομάδας επεξεργασίας της «Νέας Ιστορίας» (Joint History Project), με τους έλληνες συνεργάτες της εν λόγω ομάδας ονομαστικά στο διαδίκτυο. Κάποια ονόματα εν τω μεταξύ πανελληνίως γνωστά (λόγω της έριδας ΣΤ\' Δημοτικού), άλλα γνωστά μόνο σε πανεπιστημιακούς κύκλους. Μέλημά τους όπως προγραμματικά τέθηκε σε συνέδριο εν Ελλάδι το 2002, είναι να μετατρέψουν τα «δεδομένα της ελληνικής ιστορίας σε ζητούμενα».
Να αποδομήσουν σήμερα το ελληνικό έθνος δια του κρατικού λόγου, ο οποίος αρχικά χρησιμοποιήθηκε για να το συγκροτήσει. Η αποδόμηση αυτή θα πραγματοποιηθεί (ελλείψει μιας ομοσπονδιακής Ευρώπης) σε ένα κρατικό μόρφωμα, που ενώ εξακολουθεί να οριοθετείται στα πλαίσια του ελληνικού κράτους, δεν συγκροτείται από το ελληνικό έθνος αλλά από τον πολυπολιτισμό και πολυεθνοτισμό.
Με εφαλτήριο τα πολιτισμικά δικαιώματα και τις μεινονότητες να επιτύχουν τη διάλυση της εθνικής
ταυτότητας, η οποία θα έχει προηγουμένως αποδυναμωθεί από την επιστημονική κριτική
του «μύθου της συνέχειας» του ελληνικού έθνους (από το βιβλίο «1204» του Γ. Καραμπελιά, 2007).
Είχε παρατηρηθεί, ήδη πριν από μια δεκαετία, ότι οι έλληνες «διεθνιστές» ήταν αιθεροβάμονες,
καθ\' ότι η ουτοπία τους περί διεθνοποίησης της Ελλάδας θα είχε νόημα μόνο εάν υπήρχε μια παγκόσμια κυβέρνηση που δεν υπάρχει, ίσως δεν θα υπάρξει ποτέ και αν υπήρχε θα ήταν τυραννία.
(Π. Ήφαιστος, «Η εξωελληνική νοοτροπία», 1997.) Διότι η μόνη πολιτική πραγματικότητα,
ακόμα και υπό τις σημερινές συνθήκες οικονομικής διεθνοποίησης, είτε το θέλουν οι «διεθνιστές» μας είτε όχι, δεν είναι άλλη από τα έθνη-κράτη και οι σχέσεις μεταξύ τους όπως προβλέπονται από το διεθνές δίκαιο. (Οι παρεμβάσεις του Μπους στο εσωτερικό άλλων κρατών, όπως και αυτές των προκατόχων του, δεν άλλαξαν την οικονομική εθνική τάξη πραγμάτων και δεν αναίρεσαν την έννοια του εθνικού συμφέροντος.)
Πως να προβλέψει κανείς από πριν από μία δεκαετία ότι με μια στρατηγική ενθάρρυνσης του εποικισμού της Ελλάδας από ξένες εθνότητες (λαθρομετανάστευση), η ουτοπία της διεθνοποίησης της Ελλάδας, ολωσδιόλου δίχως εξωτερικά ερείσματα, θα γινόταν παρά ταύτα πραγματικότητα;
Πώς να προβλέψει κανείς ότι το εθνικό κράτος θα συναινούσε, είτε ως υπουργείο Εσωτερικών είτε ως υπουργείο Παιδείας, στη διεθνή πρωτοτυπία της κατάλυσης του κυρίαρχου, κατά το Σύνταγμα, ελληνικού έθνους από το ίδιο το κράτος, που είναι εντεταλμένο να προστατεύει την εθνική κυριαρχία;
(Ήδη προτάθηκε και από τον αρχηγό της αντιπολιτεύσεως η αλλαγή του χαρακτήρα του Συντάγματος του ελληνικού έθνους σε πολυεθνοτικό, με τη νεφελώδη αιτιολόγηση της «εποχής της παγκοσμιοποίησης»).
Σε αυτήν την διόλου ουτοπική και μάλιστα πολύ πραγματική προοπτική ζουν και εργάζονται
οι εντόπιοι απόστολοι της «Νέας Ιστορίας». Το επόμενο βήμα τους (λόγω της προκύψασας
απροσδόκητης λαϊκής αντιστάσεως στα εργαστηριακά τους πονήματα για τα πολυπολιτισμικά μας σχολεία) θα έλθει με κάποια καθυστέρηση και θα είναι το εξής:
«Είναι μύθος ότι είστε Έλληνες και ότι υπάρχει Ελλάδα. Ένας μύθος που επέβαλε κατά
την ίδρυση του κράτους ο φιλελληνισμός της Ευρώπης. Δεν είστε τίποτε άλλο από βαλκάνια συνονθυλεύματα και ανεμοσκορπίσματα. Δεν υπήρχε στην πραγματικότητα εξαρχής τίποτα που να κινδυνεύει σήμερα να χαθεί.
Η απώλεια της εθνικής σας κυριαρχίας δεν είναι άλλο παρά λύτρωση από τις αυταπάτες σας.
Καλώς ήλθατε στον Ωραίο Νέο Κόσμο μας!»
22-4-07 TO ΠΑΡΟΝ
Κωνσταντίνος Ρωμανός
Αν. Καθηγητής Φιλοσοφίας, Πανεπιστήμιο Αιγαίου
Αντίβαρο, Ιούλιος 2007
Όχι, το βιβλίο Ιστορίας ΣΤ\' Δημοτικού δεν αποσύρεται. Θα «διορθωθεί» από τους ίδιους τους συγγραφείς του, οι οποίοι θα φροντίσουν να μην αλλάξει η βασική του φιλοσοφία. Η υπουργός κ. Γιαννάκου είναι διατεθειμένη να υποστεί οποιοδήποτε πολιτικό κόστος για ένα βιβλιαράκι μιας μέχρι πρότινος άσημης καθηγήτριας.
Τι σημαίνει αυτό;
Σημαίνει ότι μια αλυσίδα είναι τόσο ισχυρή όσο ο ασθενέστερος κρίκος της.
Ή ένα αμυντικό τείχος όσο ο χαμηλότερος προμαχώνας του. Εγκατάλειψη του ασθενούς σημείου στον εχθρό μπορεί να επιφέρει τη άλωση ολόκληρου του οχυρού. Γι\' αυτό ο υπεύθυνος στρατιώτης έχει τις διαταγές του:
Καμία υποχώρηση! Αν παρακούσει θα λογοδοτήσει και θα τιμωρηθεί σκληρά.
Διότι διακυβεύεται ολόκληρο το αμυντικό σύστημα, που στήθηκε με νυκτερινές υπερωρίες,
με συνωμοτικό συντονισμό ενεργειών και εντεταλμένων στρατιωτικών και με μεγάλο οικονομικό κόστος για το μακρινό κέντρο γενικού στρατηγικού σχεδιασμού. Ακόμα και του ίδιου του πρωθυπουργού τα χέρια είναι δεμένα, όπως κάποτε διαπίστωσε ο επίσης πρωθυπουργός συγγενής του, οπότε και αναφώνησε με οργή:
«Μα επιτέλους ποιός κυβερνάει αυτόν τον τόπο;»
Ο ελλαδικός Ελληνισμός έχει λοιπόν να αντιμετωπίσει ακέραια την αλυσίδα της εθνοκτονίας: Το «Κέντρο για τη Συμφιλίωση και τη Δημοκρατία στη Νοτιοανατολική Ευρώπη», ως σπόνσορα της διαβαλκανικής ομάδας επεξεργασίας της «Νέας Ιστορίας» (Joint History Project), με τους έλληνες συνεργάτες της εν λόγω ομάδας ονομαστικά στο διαδίκτυο. Κάποια ονόματα εν τω μεταξύ πανελληνίως γνωστά (λόγω της έριδας ΣΤ\' Δημοτικού), άλλα γνωστά μόνο σε πανεπιστημιακούς κύκλους. Μέλημά τους όπως προγραμματικά τέθηκε σε συνέδριο εν Ελλάδι το 2002, είναι να μετατρέψουν τα «δεδομένα της ελληνικής ιστορίας σε ζητούμενα».
Να αποδομήσουν σήμερα το ελληνικό έθνος δια του κρατικού λόγου, ο οποίος αρχικά χρησιμοποιήθηκε για να το συγκροτήσει. Η αποδόμηση αυτή θα πραγματοποιηθεί (ελλείψει μιας ομοσπονδιακής Ευρώπης) σε ένα κρατικό μόρφωμα, που ενώ εξακολουθεί να οριοθετείται στα πλαίσια του ελληνικού κράτους, δεν συγκροτείται από το ελληνικό έθνος αλλά από τον πολυπολιτισμό και πολυεθνοτισμό.
Με εφαλτήριο τα πολιτισμικά δικαιώματα και τις μεινονότητες να επιτύχουν τη διάλυση της εθνικής
ταυτότητας, η οποία θα έχει προηγουμένως αποδυναμωθεί από την επιστημονική κριτική
του «μύθου της συνέχειας» του ελληνικού έθνους (από το βιβλίο «1204» του Γ. Καραμπελιά, 2007).
Είχε παρατηρηθεί, ήδη πριν από μια δεκαετία, ότι οι έλληνες «διεθνιστές» ήταν αιθεροβάμονες,
καθ\' ότι η ουτοπία τους περί διεθνοποίησης της Ελλάδας θα είχε νόημα μόνο εάν υπήρχε μια παγκόσμια κυβέρνηση που δεν υπάρχει, ίσως δεν θα υπάρξει ποτέ και αν υπήρχε θα ήταν τυραννία.
(Π. Ήφαιστος, «Η εξωελληνική νοοτροπία», 1997.) Διότι η μόνη πολιτική πραγματικότητα,
ακόμα και υπό τις σημερινές συνθήκες οικονομικής διεθνοποίησης, είτε το θέλουν οι «διεθνιστές» μας είτε όχι, δεν είναι άλλη από τα έθνη-κράτη και οι σχέσεις μεταξύ τους όπως προβλέπονται από το διεθνές δίκαιο. (Οι παρεμβάσεις του Μπους στο εσωτερικό άλλων κρατών, όπως και αυτές των προκατόχων του, δεν άλλαξαν την οικονομική εθνική τάξη πραγμάτων και δεν αναίρεσαν την έννοια του εθνικού συμφέροντος.)
Πως να προβλέψει κανείς από πριν από μία δεκαετία ότι με μια στρατηγική ενθάρρυνσης του εποικισμού της Ελλάδας από ξένες εθνότητες (λαθρομετανάστευση), η ουτοπία της διεθνοποίησης της Ελλάδας, ολωσδιόλου δίχως εξωτερικά ερείσματα, θα γινόταν παρά ταύτα πραγματικότητα;
Πώς να προβλέψει κανείς ότι το εθνικό κράτος θα συναινούσε, είτε ως υπουργείο Εσωτερικών είτε ως υπουργείο Παιδείας, στη διεθνή πρωτοτυπία της κατάλυσης του κυρίαρχου, κατά το Σύνταγμα, ελληνικού έθνους από το ίδιο το κράτος, που είναι εντεταλμένο να προστατεύει την εθνική κυριαρχία;
(Ήδη προτάθηκε και από τον αρχηγό της αντιπολιτεύσεως η αλλαγή του χαρακτήρα του Συντάγματος του ελληνικού έθνους σε πολυεθνοτικό, με τη νεφελώδη αιτιολόγηση της «εποχής της παγκοσμιοποίησης»).
Σε αυτήν την διόλου ουτοπική και μάλιστα πολύ πραγματική προοπτική ζουν και εργάζονται
οι εντόπιοι απόστολοι της «Νέας Ιστορίας». Το επόμενο βήμα τους (λόγω της προκύψασας
απροσδόκητης λαϊκής αντιστάσεως στα εργαστηριακά τους πονήματα για τα πολυπολιτισμικά μας σχολεία) θα έλθει με κάποια καθυστέρηση και θα είναι το εξής:
«Είναι μύθος ότι είστε Έλληνες και ότι υπάρχει Ελλάδα. Ένας μύθος που επέβαλε κατά
την ίδρυση του κράτους ο φιλελληνισμός της Ευρώπης. Δεν είστε τίποτε άλλο από βαλκάνια συνονθυλεύματα και ανεμοσκορπίσματα. Δεν υπήρχε στην πραγματικότητα εξαρχής τίποτα που να κινδυνεύει σήμερα να χαθεί.
Η απώλεια της εθνικής σας κυριαρχίας δεν είναι άλλο παρά λύτρωση από τις αυταπάτες σας.
Καλώς ήλθατε στον Ωραίο Νέο Κόσμο μας!»
22-4-07 TO ΠΑΡΟΝ
Μεθοδολογικά προβλήματα, αντιφάσεις, άλματα συλλογισμών και λογικά-επιστημονικά σφάλματα στην άχαρη ημιμαθή πορεία μερικών βαλκάνιων «κριτικών» ιστοριογράφων
Αναρτημένο στην διεύθυνση http://www.ifestos.edu.gr/60.htm
Παναγιώτης Ήφαιστος
Καθηγητής Διεθνείς Σχέσεις-Στρατηγικές Σπουδές, Έδρα Jean Monnet, Ευρωπαϊκή Πολιτική Ολοκλήρωση, Πάντειον Παν/μιο
Αντίβαρο, Απρίλιος 2007
Περιεχόμενα:
1. Προγραμματική προκατάληψη μιας αντι-επιστημονικής μεθοδολογίας.
2. Αντικειμενικά κριτήρια μιας καλής ιστοριογραφίας.
3. Αποτελεί μύθος ότι όλοι οι έλληνες ιστορικοί συμφωνούν με την «κριτική» αναθεώρηση της ιστορίας.
4. Ρίζες, εξέλιξη, εξυπηρετήσεις της «κριτικής» ιστοριογραφίας και η τα επιστημονικά κίβδηλα υποπροϊόντα
5. Περί ιστορικών μύθων και οι «κριτικοί» μυθολόγοι.
Εισαγωγική σημείωση: Η εμβέλεια του παρόντος σημειώματος είναι μικρή: Ανάδειξη μερικών μόνο πτυχών της «κριτικής» ιστοριογραφίας και κατάδειξη κάποιων επιστημονικών αλμάτων, λογικών σφαλμάτων και αυθαίρετων επικλήσεων επιστημονικής εγκυρότητας. Έπεται εκτενέστερο κείμενο που θα δημοσιευτεί σε εύθετο χρόνο. Στάσεις όπως το σχέδιο Αναν, οι προπετείς αξιώσεις για κατευνασμό του τουρκικού και άλλων αναθεωρητισμών και τα βιβλία ιστορίας του CDRSEE, υφαίνουν πλέον ένα πέπλο παραδοχών που διαφθείρει στοχαστικά ολοένα και περισσότερο τις κοινωνικές επιστήμες και τον δημόσιο διάλογο, ζήτημα ως προς το οποίο έχουμε χρέος και καθήκον να επανέλθουμε.
1. Προγραμματική προκατάληψη μιας αντι-επιστημονικής μεθοδολογίας. Κατά πρώτον, παραθέτω μερικά μόνο ενδεικτικά εδάφια των δραστών εκφυλισμένων «κριτικών» ιστοριογραφικών απόψεων (περισσότερα, εκτενέστερα και με παραπομπές σε επερχόμενη μονογραφία και σύντομες επιστημολογικές αναφορές πιο κάτω):
«Η πρόκληση της διδασκαλίας της εθνικής ιστορίας έγκειται στο τρόπο διαχείρισης των συγκρούσεων και μάλιστα όταν οι συγκρούσεις αυτές έχουν νωπά αποτυπώματα στην συλλογική μνήμη. Στην περίπτωση της ελληνικής εθνικής ιστορίας, κεντρικό ρόλο κατέχει η ελληνοτουρκική σύγκρουση, τρία τουλάχιστον σημεία καμπής: την Ελληνική Επανάσταση, την Μικρασιατική Καταστροφή και το Κυπριακό. Τα δύο τελευταία διατηρούν ζωντανή την μνήμη του πόνου και της σύγκρουσης και συμβάλλουν στην διαμόρφωση πολιτικών θέσεων σε επίπεδο εξωτερικής πολιτικής. Αυτός είναι άλλωστε ο λόγος που η συζήτηση περί ιστορίας εντοπίζεται κυρίως στα σημεία εκείνα που δίνουν πολιτικό περιεχόμενο στην ιστορική αφήγηση της ελληνοτουρκικής σύγκρουσης».
Αλλού: «Όσοι θέλουν την λεπτομερή αφήγηση των δεινών που υπέφεραν οι Έλληνες από τους Τούρκους θυματοποιούν το έθνος και επιδιώκουν την ιστορική νομιμοποίηση της σύγκρουσης ώστε να είναι πάντα παρούσα» (η διδασκαλία της ιστορίας αλλού) «έχει πάψει (sic) πριν από πολλές δεκαετίες να “ρέει αίμα” στις σελίδες των σχολικών βιβλίων». Αλλού της «μητρικής» ομάδας υπό το CDRSEE: «(η ιστοριογραφική στρατηγική σκοπό έχει) «μια αλλαγή στο περιεχόμενο των εισαγωγικών βιβλίων της ιστορίας που μπορεί εύκολα να οδηγήσει σε αλλαγή του τρόπου με τον οποίο οι μαθητές βλέπουν το ιστορικό παρελθόν τους εξαφανίζοντας τις τάσεις για σύγκρουση-παραγωγή στερεοτύπων».
Αλλού: «Η διδασκαλία της ιστορίας πρέπει να καταπολεμήσει την αντίληψη ότι η ιστορία είναι αντικειμενική»… «Η αποδόμηση της ιστορικής “αλήθειας” μπορεί να κατορθωθεί με το να παρουσιάζεις την “αλήθεια” του άλλου, αυτή του “εχθρού” γύρω από το ίδιο θέμα. Αυτή η προσέγγιση είναι ίσως η κατάλληλη για να διδάξεις γύρω από τα ζητήματα που ενέχουν συγκρούσεις».
Αλλού: «Παρουσιάζοντας τις συγκρούσεις όχι μόνο με τους άλλους αλλά και εντός του έθνους βοηθά στην υπονόμευση της ιδέας της εθνικής ομοιογένειας η οποία βρίσκεται στον πυρήνα της εθνοκεντρικής ιστορίας».
Αλλού: «… στην προοπτική μιας φιλειρηνικής εκπαίδευσης κρίθηκε σκόπιμο ότι είναι σκόπιμο να αποσιωπηθούν οι συγκρούσεις και τα αισθήματα εχθρότητας που ανάπτυξαν δύο έθνη στο παρελθόν. Μετατοπίστηκε λοιπόν το κέντρο βάρους από την πολιτική και διπλωματική ιστορία στην κοινωνική, οικονομική και πολιτισμική ιστορία, η οποία δεν περιέχει αιματηρές συγκρούσεις και εντοπίζει το ενδιαφέρον σε άλλες πτυχές του παρελθόντος» (έμφαση σε διάφορα σημεία και το «sic» δικά μου)
Μόνο σε πολιτικοποιημένους, ιδεοληπτικούς και προπαγανδιστικούς ιστοριογραφικούς κύκλους μπορούν, χωρίς να ελέγχονται επιστημονικά, να λέγονται απίστευτα προκατειλημμένες γνώμες όπως οι πιο πάνω. Μπορεί αυτά να συνάδουν με το όνειρο του Σόρος για μια «ανοικτή κοινωνία» ή με τις στρατηγικές επιδιώξεις των ΗΠΑ για αποδόμηση των κοινωνιών των κρατών-στόχων αλλά δεν αντέχουν σε σοβαρή επιστημονική κριτική. Το γεγονός ότι στα ημέτερα Βαλκάνια αυτοί που τα στηρίζουν αυξάνονται και πληθύνονται αριθμητικά (διογκώνοντας έτσι «λίστες υπογραφών ιστορικών», βλ. πιο κάτω) αποτελεί πρόβλημα της κοινωνίας που πληρώνει για την ύπαρξη Τμημάτων Κοινωνικών Επιστημών που εμφανώς διολισθαίνουν στο τέλμα της ιδεοληψίας και της πολιτικής προπαγάνδας. Αριθμητική αύξησή τους δεν αποτελεί τεκμήριο εγκυρότητας της ακαδημαϊκά μεταμφιεσμένης τσαρλατανιάς (είναι τσαρλατανιά να προτάσσεις προγραμματικούς πολιτικούς σκοπούς στην ιστοριογραφία, βλ. πιο κάτω) αλλά πρόβλημα των φορολογουμένων όταν πληρώνουν για να εκκολάπτονται αυτοτροφοδοτούμενα συστήματα αντι-κοινωνικής προπαγάνδας (είναι αντικοινωνική προπαγάνδα η υποβάθμιση της ιστορικής μνήμης για τους αγώνες ελευθερίας μιας κοινωνίας και η εξίσωσή τους με του δυνάστες και τα εγκλήματά τους).
2. Αντικειμενικά κριτήρια μιας καλής ιστοριογραφίας. Κατά κοινή παραδοχή όλων των καλών ιστορικών όλων των εποχών (πλην κάποιων βαλκάνιων και κυρίως ελλήνων «κριτικών» ιστοριογράφων) η καλή ιστοριογραφία είναι κατά βάση θουκυδίδεια (Romilly- Ιστορία και λόγος στον Θουκυδίδη). Αυτό γιατί, μεταξύ άλλων: (Ο Θουκυδίδης) «τείνει στην απόλυτη αντικειμενικότητα του ερευνητή» (σ. 15). Οφείλει τη μεγάλη αξία του στο γεγονός πως κατόρθωσε: να «βλέπει τη λεπτομέρεια σε συνάρτηση με το σύνολο (βλ. σ. 43), παραθέτει και αξιολογεί «μόνο εκείνες τις πληροφορίες που αναφέρονται σε κάποιο σημαντικό σκοπό (βλ. σ. 48), εξετάζει ό,τι έχει γνώρισμα καθολικό (βλ. σ. 49), παραθέτει «προθέσεις» ή «γνώμες» διαχρονικής αξίας και ανεξάρτητων των ατομικών περιπτώσεων (βλ. σ. 50). Εστιάζει την προσοχή με αυστηρή ακρίβεια επί της ουσίας και με τρόπο που μας επιτρέπει «να εντοπίσουμε κάτω από τις επιμέρους πράξεις την ύπαρξη τάσεων, αιτίων και λογικών αλληλουχιών, που είναι ολοένα και πιο βαθιές και μακρινές, που η αληθοφάνειά τους παίρνει έτσι έναν χαρακτήρα πιο γενικό», πιο ανεξάρτητο από τις περιστάσεις και τα πρόσωπα. «αυτές οι αλληλουχίες επαναλαμβάνονται τόσο περισσότερο όσο πιο αυστηρά έχουν αναχθεί στο ουσιώδες» (σ. 52) (έμφαση δική μου).
Αυτά είναι αντικειμενικά κριτήρια κάθε ιστοριογραφίας (πλην μερικών βαλκάνιων και κυρίως ελλήνων «κριτικών»). Απλή και μόνο σύγκριση αυτών των κριτηρίων με τις εντός εισαγωγικών θέσεις των ελλήνων «κριτικών» αναθεωρητών στην προηγούμενη ενότητα κάνει σαφές ακόμη και για τους πιο δύσπιστους ότι οι «κριτικοί» αφενός είναι επιστημονικά έωλοι και αφετέρου ότι ο σκοπός είναι πολιτικός και όχι επιστημονικός.
3. Αποτελεί μύθο ότι όλοι οι έλληνες κοινωνικοί επιστήμονες συμφωνούν με την «κριτική» αναθεώρηση της ιστορίας: Θεωρώ ακαδημαϊκή ατασθαλία την επίκληση του επιστημονικού τίτλου για να κάνει κάποιος πασίδηλη ιδεολογική προπαγάνδα υπέρ πολιτικών αλλαγών [γεγονός, μάλιστα, που δεν διστάζει να το κηρύττει δημόσια και κραυγαλέα, ίσως λόγω αυτοπεποίθησης που προκύπτει από την αριθμητική (όχι ποιοτική) διόγκωση των «κριτικών» κοινωνικών επιστημόνων στα πανεπιστημιακά τμήματα. Εξ αντικειμένου, μια τέτοια εξέλιξη είναι επιστημονικά θανατηφόρα και κοινωνικά ζημιογόνα].
Ασφαλώς, υπάρχει η έκθεση-καταπέλτης της Ακαδημίας Αθηνών η οποία από μόνη της θεμελιώνει ότι οι «κριτικοί» ιστοριογράφοι είναι ιστοριογραφικά ανεπαρκείς. Υπάρχουν επίσης αντίστοιχες μελέτες στην Κύπρο και της Εκκλησίας της Ελλάδας. Υπάρχουν επίσης άπειρα άλλα κείμενα έγκυρων ελλήνων κοινωνικών επιστημόνων και επιστημόνων άλλων κλάδων που αν και όχι «ιστορικοί» επειδή κάποια ζητήματα είναι γενικά επιστημολογικά κριτήρια όλων των επιστημών μπορούν να διακρίνουν το άσπρο από το μαύρο [Η «κριτική» ιστοριογραφία ούτε ιστορία είναι ούτε αφορά μόνο τους ιστορικούς. Αφορά όλους τους κοινωνικούς επιστήμονες γιατί θίγει ιερά και όσια της επιστημολογίας των κοινωνικών επιστημών, ιδιαίτερα των διεθνών σχέσεων. Ιδιαίτερα οι διεθνείς σχέσεις, εάν στηρίζεται σε «κριτικά» θεωρήματα είναι εξαρχής άχρηστη – αυτό για τους αυτόκλητους «διεθνολογούντες» ειδικούς στην τσαρλατανιές υπέρ του κάθε «Άλλου»]. Υπάρχουν επίσης εκατοντάδες κοινωνικοί επιστήμονες οι οποίοι δυστυχώς κλονίζονται και δεν παρεμβαίνουν για μια σειρά λόγων που σχετίζονται με την ατμόσφαιρα φασιστοειδούς τρομοκρατίας στον δημόσιο διάλογο [Είναι, δήθεν, «εθνικιστής» ή και «φασίστας» … όποιος δεν συμφωνεί με την άθλια αποδομητική «κριτική» ιστοριογραφία και δήθεν «δεν δικαιούται να ομιλεί» αν δεν φορεί επιστημονικοφανείς συμβατικούς ιστοριογραφικούς τίτλους].
Πάντως, σε αναφορά με κάποια λίστα που κυκλοφόρησε και την οποία λέγεται ότι υπέγραψαν εκατοντάδες «ιστορικοί», χρήζει και αξίζει να ειπωθούν συντομογραφικά τα εξής:
α) Εκτός του ότι όσοι υπέγραψαν δεν είναι όλοι ιστορικοί, έχει την ίδια επιστημονική αξία όση και η αντίστοιχη λίστα υπέρ του φασιστοειδούς σχεδίου Αναν (πάρα πολλά ονόματα «ιστορικών», «διεθνολόγων», «κοινωνιολόγων» κτλ, όλως περιέργως είναι τα ίδια σε αμφότερες τις λίστες). Για την επιστημονική βαθμίδα των φορέων των απόψεων της υπέρ του σχεδίου Αναν λίστας δέστε τεκμηριωμένη κριτική στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://www.ifestos.edu.gr/32.htm. Κανείς, κυριολεκτικά κανείς από τους τότε «λίσταρχους», «λισταρχάκια» και λαλίστατους «μαϊντανούς των επιφυλλίδων και των τηλεοπτικών πάνελ» (http://www.ifestos.edu.gr/59.htm) δεν τόλμησε να αντικρούσει με επιστημονικούς όρους αυτή την επιστημονικά απολύτως τεκμηριωμένη ανάλυση για την διεθνή και ευρωπαϊκή νομιμότητα που με λύσσα πολλοί καταπολέμησαν (λύσσα που συνοδευόταν με ανάλογη επίκληση επιστημονικών τίτλων που ακούμε σήμερα σε αναφορά με την «κριτική» βιβλιογραφία). «Λίσταρχοι» (αυτοί δηλαδή που συνήθως παίρνουν την πρωτοβουλία να κυκλοφορήσουν λίστες υπογραφών), «λίστες» και ανοησίες του τύπου «δεν δικαιούστε να ομιλείται γιατί δεν είσαστε … ιστορικοί» αποτελούν ομολογία επιστημονικής αδυναμίας και όχι τεκμήριο εγκυρότητας και αξιοπιστίας. Όσον αφορά την «κριτική» ιστοριογραφική λίστα υπομονή: Οι επιστημονικές απαντήσεις «σερβίρονται κρύες» και η απάντηση έρχεται σύντομα, νηφάλια και με τρόπο μάλιστα που θα αποκαλύψει ποια είναι ακριβώς τα αίτια της πασίδηλης διολίσθησης πολλών κοινωνικών επιστημόνων στο τέλμα της προκατάληψης, της ιδεοληψίας και της πολιτικής προπαγάνδας.
β) Σε κάθε περίπτωση, η κυκλοφορία λιστών από αρχαιότερους «λίσταρχους» αποτελεί ακαδημαϊκή ατασθαλία που κάποια στιγμή θα πρέπει να απασχολήσει τα ακαδημαϊκά όργανα και ίσως και άλλα όργανα της συντεταγμένης πολιτείας. Αποτελούν στιλέτο κατά της ακαδημαϊκής ελευθερίας και ενδο-ακαδημαϊκή μέθοδο εξεζητημένου καταναγκασμού που λειτουργεί εκβιαστικά για τα νεότερα ή νεοεισερχόμενα στελέχη. Είναι οπωσδήποτε βαθύτατη αντιδεοντολογική πράξη: Όταν τέτοιες λίστες κυκλοφορούν, όλα τα νεότερα ή νεοεισερχόμενα στελέχη του ακαδημαϊκού χώρου νοιώθουν καταναγκασμένα να συνυπογράψουν. Ακόμη χειρότερα, ασθενείς ψυχές και επιστημονικά αδύναμοι φορείς εκτός πανεπιστημίου αντί να ευθυγραμμιστούν με επιστημονικά βάσιμες προσεγγίσεις για να εισέλθουν στο πανεπιστήμιο ή για να εξελιχθούν, σκανδαλίζονται γιατί δημιουργείται μια διεφθαρμένη περιρρέουσα ατμόσφαιρα που υποδηλώνει πως συνταύτιση με ρευστές ιδεολογικοπολιτικές πλειονότητες αποτελεί εγγύηση ανέξοδης ακαδημαϊκής αναρρίχησης.
4. Ρίζες, εξέλιξη, εξυπηρετήσεις της «κριτικής» ιστοριογραφίας και η τα επιστημονικά κίβδηλα υποπροϊόντα. Απλή ανάγνωση των εντός εισαγωγικών εδαφίων (μερικά παρατίθενται πιο πάνω) καταμαρτυρεί πέραν πάσης αμφιβολίας ότι πραγματικός σκοπός των «κριτικών» ιστοριογράφων είναι πολιτικός και όχι επιστημονικός. Δεν ενδιαφέρει η ιστορική αλήθεια αλλά: α) η προγραμματική οριοθέτηση «κριτικών» πολιτικών σκοπών, β) η επιλογή πηγών με προκατειλημμένο-επιλεκτικό τρόπο ούτως ώστε να φωτιστούν συγκεκριμένες πτυχές (οι ασήμαντες) και να συσκοτιστούν άλλες (οι πιο σημαντικές και διαμορφωτικές του ιστορικού γίγνεσθαι όπως τα επικά γεγονότα), γ) η διαχείριση των πηγών ούτως ώστε να «τραβηχτούν από τα μαλλιά» συμπεράσματα που εξυπηρετούν τους προ-αποφασισθέντες πολιτικούς σκοπούς και δ) η πολιτική διαχείριση των πολιτικά προκατειλημμένων συμπερασμάτων για να «αποδομηθεί» συνειδησιακά η κοινωνία.
Για τους μη μυημένους στην διεθνή βιβλιογραφία, μπορώ να σκιαγραφήσω –περισσότερα σε επερχόμενη μονογραφία– τις τρις βασικά τάσεις (και το τέταρτο εκφυλισμένο βαλκάνιο υποπροϊόν τους).
Πρώτον, οι παραδοσιακοί «κριτικοί» απόρροια επιρροών της σχολής της Φραγκφούρτης (Χάμπερμας, Χόρκχαϊμερ, Μαρκούζε et al) που προβληματίζονται αιρετικά (αιρετικά, για τους περισσότερους «ορθόδοξους» μαρξιστές) κυρίως στην βάση των «αναρχικών» πρώτων κειμένων του Μάρξ (περίπου οδηγούν, ευθέως ή ίσαμε τις ακραίες συνέπεις, στο εξής συμπέρασμα: «Θα κατεδαφίσω τον κόσμο, αδιάφορο του τι θα προκύψει μετά») για να δημιουργηθεί ένας «μεταμοντέρνος», «μεταεθνικός» κόσμος. Μερικοί «οπαδοί» τους μιλούν για αποδόμηση και κατεδάφιση των κρατών και για ένα νέο-μεσσιανικό κόσμο («που “πιθανώς” θα προκύψει»). Αυτός ο κόσμος της διεστραμμένης φαντασίας των αυτόκλητων «κριτικών» αποδομηστών (διεστραμμένης, μιας και βάλλει κατά της οντολογικά θεμελιωμένης κοινωνικοπολιτικής δομής του κόσμου) θα αποτελείται, υποστηρίζουν, από … χιλιάδες «αυτόνομες κοινότητες». Έτσι, θα εισέλθουμε σε μια νέο-μεσσιανική εποχή … («έλεος», θα έλεγε κάποιος σ’ αυτούς τους επιστημονικά μεταμφιεσμένους φαντασιόπληκτους)
Δεύτερη τάση, είναι οι συμβατικοί κονστρουκτιβιστές όπως οι Bull, Wight, Carr et al (που ουσιαστικά καμιά σχέση δεν έχουν με τους «κριτικούς», έστω και αν οι τελευταίοι συχνά τους επικαλούνται λαθραία). Οι κονστρουκτιβιστές της «Βρετανικής Σχολής», ακριβώς, έγραψαν όχι για αποδόμηση του οντολογικά θεμελιωμένου εθνικού-κρατικού συστήματος αλλά αντίθετα για οικοδόμηση θεσμών, κωδίκων, δεοντολογιών και διακρατικών πρακτικών που ενισχύουν την διεθνή δομή και τους θεσμούς της (συμπεριλαμβανομένων των εθνικών-κρατικών θεσμών) (στην Ελλάδα, με επιστημονική ευθύνη και επιμέλεια του υποφαινόμενου, κυκλοφορούν τα βιβλία των κυριότερων ταγών της «Βρετανικής Σχολής», δηλαδή των Bull, Wight, Carr, Watson). http://www.piotita.gr
Τρίτη και κυρίαρχη άποψη, είναι οι αμερικανοί «κριτικοί κονστρουκτιβιστές». Απαλλαγμένοι προπετών συμπλεγμάτων επιστημονικής μεγαλομανίας που συχνά χαρακτηρίζουν ημιμαθείς και μεταπράτες ιδεολογημάτων σε ξεπεσμένες περιφερειακές «επιστημονικές» κοινότητες –οι οποίοι, φαίνεται, όντως, κάτι θέλουν να κρύψουν όταν επικαλούνται «επιστημονικούς τίτλους» - «είμαι ιστορικός, οι άλλοι δεν είναι…»)– οι αμερικανοί «κριτικοί κονστρουκτιβιστές» ταπεινά εξετάζουν ζητήματα ιδεολογίας, ιστορικών ταυτοτήτων, ιστορικών συνειδήσεων και άλλων κοινωνιολογικών πτυχών στις διακρατικές και διακρατικές σχέσεις. Από επιστημονική και επιστημολογική άποψη, όμως, απλά και ταπεινά δηλώνουν πως σκοπός τους δεν είναι να αμφισβητήσουν τις κυρίαρχες παραδοσιακές ιστοριογραφικές και διεθνολογικές επιστημονικές προσεγγίσεις (ο Θουκυδίδειος Πολιτικός Ρεαλισμός είναι η κυρίαρχη προσέγγιση στην ανάλυση των διεθνών σχέσεων) αλλά μόνο η συμπλήρωση κάποιων κενών με πολιτικό ενδιαφέρον για την αμερικανική στρατηγική. Όντως, συχνά δηλώνουν απερίφραστα ότι αυτή η στοχαστική σχοινοβασία έχει τουλάχιστον ένα «καλό» σκοπό: Να εξυπηρετήσει την αμερικανική στρατηγική και την διείσδυση των αμερικανικών συμφερόντων σε ένα κόσμο όπου η κυριαρχία πολλών κρατών όντως παραπαίει. Παραθέτω μερικά χαρακτηριστικά αποσπάσματα:
«Αμερικανοί ηγέτες σε προηγούμενες εποχές αυτόν τον αιώνα είχαν επιτύχει κάποια αποτελέσματα όταν καθοδηγούσαν την αμερικανική εξωτερική πολιτική προς την κατεύθυνση αναδόμησης της διεθνούς τάξης με όρους οργανωτικών κριτηρίων (organizing principles) που συντόνιζαν [το διεθνές σύστημα] σύμφωνα με τις κοσμοεικόνες που είχαν οι αμερικανοί για τον εαυτό τους, πιο συγκεκριμένα με τον αμερικανικό αστικοπολιτικό εθνικισμό …(η στρατηγική αυτή και ο τρόπος που σχετίζεται με τις «κριτικές» κονστρουκτιβιστικές» επιστημονικές αναζητήσεις) θα διαφέρει στα διάφορα σημεία του κόσμου ανάλογα με τις γεωπολιτικές συνθήκες» (Ruggie 1998). «O σκοπός (των αμερικανικών στρατηγικών) δεν ήταν απλώς να προωθήσουν συγκεκριμένους στόχους, αλλά να αλλάξουν τον τρόπο με τον οποίο οι συγκεκριμένες κοινωνίες βλέπουν τα οικεία συμφέροντα. H έμφαση αυτού που ο Nye ονομάζει “μαλακή ισχύς” σχετίζεται τόσο με ρεαλιστικούς φόβους [κατανομής ισχύος] για τη σχετική ισχύ όσο και με την [“κριτική”] κονστρουκτιβιστική ανάλυση για συλλογικά πιστεύω, πεποιθήσεις και ταυτότητες (Katzestein, Keohane, Krasner 1998). «(αναφορικά με την μαλακή ισχύς της αμερικανικής στρατηγικής) Εάν καταφέρω να σε κάνω να θέλεις αυτό που θέλω, τότε δεν χρειάζεται να σε αναγκάσω να κάνεις αυτό που δεν επιθυμείς» (Nye 2005). «Για να επιτευχθεί ένα «μεταεθνικό διεθνές σύστημα” θα πρέπει να αλλάξουν δραστικά οι ταυτότητες των (κοινωνιών) κρατών, και πιο συγκεκριμένα να μεταλλαχθούν στο πως τα κράτη σκέφτονται για τους εαυτούς τους, τους και για τα άλλα κράτη (περιγραφή Mearheimer 2007)
Για τους σκοπούς του παρόντος σύντομου σημειώματος, συμπληρώνω ότι δεν αναφερόμαστε σε κάποια μυστήρια συνωμοσιολογική ερμηνεία της διεθνούς πολιτικής αλλά στην αμερικανική στρατηγική. Οι αμερικανοί, των οποίων η ανάλυση διεθνών σχέσεων είναι σχεδόν πάντοτε απολύτως πολιτικά στρατευμένη (πλην ελάχιστων λαμπρών εξαιρέσεων), έξυπνα αναζητούν τρόπους εκμετάλλευσης της αφέλειας (ή άλλων κινήτρων, πιο πεζών, όπως αναρχικές ιδεολογίες ή ωφελήματα διεθνικών χρηματοδοτήσεων) όσων είναι πρόθυμοι να αποδυναμώσουν τα κράτη τους στο όνομα κάποιου διεθνιστικού σκοπού που –στην βάση της ρήσης «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα και τις διεθνικές χρηματοδοτικές συντροφιές– διευκολύνεται με την αποδόμηση των οικείων κοινωνιών. Η διεθνής βιβλιογραφία έχει καλύψει αυτό το ζήτημα εκτενέστατα. Παραπέμπω σε ένα σύντομο κείμενο το οποίο όχι μόνο εξηγεί την στρατηγική «μαλακής ισχύος» των ΗΠΑ αλλά επιπλέον παραπέμπει επίσης στις μεθοδεύσεις των αμερικανικών υπηρεσιών, στα «ιδρύματα» που στην Αμερική και στον υπόλοιπο κόσμο επιστρατεύονται και στους συγκεκριμένους σκοπούς που εκπληρώνονται με την οικοδόμηση «μαλακής ισχύος»: http://www.ifestos.edu.gr/47.htm. Διαβάζοντας αυτό το κείμενο, ο ενδιαφερόμενος θα διαπιστώσει ότι ένα σημαντικό μακρύ χέρι είναι και τα ιδρύματα του κερδοσκόπου Σόρος που λειτουργεί διεθνικά και συχνά ανεξάρτητα. Για οτιδήποτε θα μπορούσε να σημαίνει αυτό, σημειώνω ότι τα ιδρύματα Σόρος τα συναντάμε και στους χρηματοδότες των τεσσάρων βιβλίων του CDRSEE που αποτελούν και την αφετηρία των προσπαθειών «κριτικής» ιστοριογραφικής αποδόμησης των Βαλκανικών κοινωνιών. Κάθε λογικός αναγνώστης θα κατανοήσει απολύτως κατά πόσο αυτό εξυπηρετεί την αμερικανική (κατακτητική) «ειρήνη» και το όνειρο του τυχάρπαστου Σόρος «να έχει δική του εξωτερική πολιτική» ή την ισορροπία και την ειρήνη μεταξύ των Βαλκανικών κοινωνιών.
Τουλάχιστον στο δικό μας επίπεδο επιστημονικής κριτικής δεν ασχολούμαστε με υπόγειες διαδρομές και συμφέροντα. Νομιμοποιημένα όμως επισημαίνουμε ότι τέτοιες συναναστροφές με «σόρους, σοράκια και κοράκια» του αχανούς διεθνικούς χώρου δεν τις θεωρούμε συμβατές με την αξιολογικά ελεύθερη επιστημονική σκέψη (Βλ. http://www.ifestos.edu.gr/60.htm). Εμείς νοούμε το ακαδημαϊκό έργο όπως το πνεύμα και το γράμμα του νόμου και πάγιοι κώδικες επιστημονικής δεοντολογίας επιτάσσουν: Ανεπηρέαστο, αδέσμευτο, απαλλαγμένο πολιτικών εισροών, περιγραφικό της αλήθειας και αποστασιοποιημένο από αμφιλεγόμενες εκλεκτικές συγγένειες και συναναστροφές. Αν κάποιοι δεν ενοχλούνται όταν συναγελάζονται με τους υπαλλήλους των ιδρυμάτων του άκρως αμφιλεγόμενου Σόρος, περίεργους εφοπλιστές, ιδρύματα της υπερατλαντικής δύναμης, κτλ, για να γράψουν την ιστορία των Βαλκανίων, είναι ελεύθεροι να κατηφορίζουν αυτό τον ολισθηρό δρόμο αλλά δεν είμαστε υποχρεωμένοι να μην το λαμβάνουμε υπόψη και να μην αποστασιοποιούμαστε.
Υπάρχει όμως και μια τέταρτη «κριτική» τάση, στοχαστικό υποπροϊόν των πιο πάνω: Όπως οι αυλικοί οι οπαδοί είναι πάντοτε βασιλικότεροι του βασιλέως. Η τάση αυτή εκδηλώνεται με ημιμαθείς, ιδεοληπτικές και φανατισμένες θέσεις φορέων επιστημονικών τίτλων, κυρίως σε παρακμασμένες και παραπαίουσες κοινωνίες των οποίων οι επιστημονικές τους κοινότητες φθίνουν και παρακμάζουν. Στις περιπτώσεις αυτές αφθονούν τα ιδεολογήματα και τα αστεία θεωρήματα που τα στηρίζουν. Όσο περισσότερο αυξάνονται αριθμητικά τα στοχαστικά υποπροϊόντα τόσο πιο προπετή γίνονται οι θέσεις, τόσο περισσότερο συσκοτίζουν την ποιοτική τους βαθμίδα με αυτοαναφορικές αλληλοενισχύσεις και τόσο περισσότερο χαμηλώνει η ποιοτική βαθμίδα των συζητήσεων στον δημόσιο διάλογο. Το μόνο επιχείρημα που τους μένει όταν θίγεται η διϋποκειμενική αλήθεια είναι το «εμείς είμαστε επιστήμονες-ιστορικοί και εσείς όχι». Γι’ αυτό καλά θα κάνουμε να «φωτογραφίσουμε» τις μεθοδεύσεις τους και να τους ξεσκεπάσουμε επιστημονικά και επιστημολογικά.
Κατ’ αρχάς, τα φαινόμενα της επιστημονικής παρακμής επιχειρείται να επισκιαστούν με οχλαγωγίες, με λίστες υπογραφών ακαδημαϊκών και με φανατισμούς επιφυλλιδογράφων ή αστέρων των τηλεοπτικών πάνελ όταν επισείουν τίτλους ως δήθεν αμάχητο τεκμήριο επιστημοσύνης. Ο κατήφορος συμπεριλαμβάνει υπόγειες ή πιο φανερές διασυνδέσεις με τον παραταξιακό χώρο και διεθνικές «δυνάμεις» που αν και επιστημονικά αδιάφορες μπορεί να θρέφει ένα στρεβλό «επιστημονικό» χώρο που έχει μόνο έρεισμα την αριθμητική αύξηση αυτών που φωνάζουν και κραυγάζουν «κριτικά» και δευτερογενές έρεισμα την στήριξη διεθνικών «δυνάμεων» και συστημάτων πολιτικής εξάρτησης.
Κυριολεκτικά αποσπασματικά και «τραβώντας από τα μαλλιά» ασύνδετα πράγματα είναι φυσικό να διατείνονται πως αντιπροσωπεύουν, δήθεν, μια διεθνώς κυρίαρχη ιστοριογραφία ή διεθνολογία που δήθεν κυριαρχεί πολιτικά στην Ευρώπη. Μπροστά σ’ αυτή πρέπει, δήθεν, όλοι να γονατίσουν. Όσοι δεν γονατίσουν ή σιωπήσουν μπροστά σε τέτοιες τσαρλατανιές η –για «κάποιο περίεργο λόγο» διασφαλισμένη– πρόσβαση σε επιφυλλίδες και πάνελ εξασφαλίζει δολοφονίες των επιστημονικών και των πολιτικών χαρακτήρων όσων διαφωνούν: Κάνοντας τεράστια και επιστημονικά αντιδεοντολογικά άλματα συλλογισμών λένε ότι αν «ο Α και ο Β είπαν ότι ο γάιδαρος δεν έχει φτερά, άλλα επειδή αμφότεροι το λένε είναι ιδεολογικά όμοιοι, άρα δεν δικαιούνται να ομιλούν και άρα εμείς είμαστε καθαρόαιμοι και φιλειρηνιστές, ενώ όσοι διαφωνούν είναι εθνικιστές, πολεμοκάπηλοι και ίσως αιμοσταγείς».
Αφού φωτογραφίσαμε τις επικοινωνιακές τους πρακτικές, καλά κάνουμε τώρα νηφάλια να τονίσουμε το προαναφερθέν γεγονός, δηλαδή τον χαρακτήρα και το περιεχόμενο της μίζερης αναπαραγωγής «κριτικών» υποπροϊόντων σε παρακμάζουσες και ανυποψίαστες κοινωνίες. Ακριβώς, γράφεται σε αναφορά με τις πιο ακραίες και επιστημονικά αμφιλεγόμενες εκδοχές των «κριτικών» τάσεων, προσφέρεται (στους «κριτικούς) «η δυνατότητα, δρώντας πολιτικά διαμέσου ΜΚΟ και άλλων συνομαδώσεων) «να αναπτύξουν συμμαχίες και διασυνδέσεις διαμέσου των συνόρων και σ’ όλη την υδρόγειο, οι οποίες, μακροπρόθεσμα, θα υπηρετήσουν τον σκοπό υπονόμευσης των “ιστορικών δομών” [δηλαδή των εθνών-κρατών] και θα δημιουργήσουν ορατές αλλαγές στην παγκόσμια πολιτική» (Lipschutz 1992). Αν διαβάζοντας τέτοια κείμενα είναι πειρασμός για κάποιον να πει ότι σε κάποια μικρά επιστημονικά μυαλά μπαίνουν μεγάλες ιδέες, στα ημέτερα Βαλκάνια «σόροι, σοράκια και κοράκια» κυριολεκτικά οργιάζουν, με το να εκτρέπουν τις συζητήσεις σε ακόμη πιο επισφαλή μονοπάτια, με το να προκαλούν επιστημονική σύγχυση και με το να διαφθείρουν έτσι τον δημόσιο διάλογο. Δημόσιο διάλογο μεταξύ των μελών της κοινωνίας που θα ανέμενε από τους φορείς ακαδημαϊκών τίτλων εγκυρότητα, αξιοπιστία και προσήλωση στα ουσιαστικά και σημαντικά της επιστημονικής προσπάθειας.
Έτσι βλέπουμε κάποιους να διατείνονται πως είναι υψηλοί αντιπρόσωποι κάποιας δήθεν μεγάλης ιστοριογραφικής σχολής. Η επιστημονική αλήθεια, εν τούτοις, είναι ότι οι επικλήσεις τους αφορούν τις πιο οριακές, τις πιο πολιτικοποιημένες, τις πιο ιδεολογικοποιημένες και τις ελάχιστα επιστημονικές των πιο ακραίων και αμφιλεγόμενων επιστημολογικών αιρέσεων που διανθίζουν με σορικά ιδεολογήματα και πνευματικό σανό που οι ηγεμονικές δυνάμεις ή οι ποικιλόχρωμοι διεθνικοί χρηματοδότες προορίζουν μόνο για κοινωνίες-στόχους τους (βλ. πιάνω θέσεις για τους αμερικανικούς σκοπούς όσον αφορά τους «κριτικούς»).
Σπρώχνοντας στα πιο στοχαστικά ακραία και πολιτικά επικίνδυνα όρια μερικές σκέψεις υποπροϊόντα της «σχολής της Φραγκφούρτης»και των πιο ακραίων «μεταεθνικών» υποπροϊόντων της, θέλουν να διευρύνουν τις αποδομητικές δραστηριότητές τους για να συμπεριλάβουν τα ελληνικά σχολεία και πανεπιστήμια (για τα τελευταία ίσως είναι πια αργά).
Ακόμη και για ένα ελάχιστα πληροφορημένο για αυτές τις οριακές τάσεις στην διεθνή βιβλιογραφία, είναι σαφές πως ότι λένε, ότι γράφουν και ανεξαρτήτως ωραιοποιητικών ή επιστημονικών μεταμφιέσεων, οδηγεί ευθέως, στην υπονόμευση των ιστορικών εθνικών συνειδήσεων, στην αμφισβήτηση της διϋποκειμενικής ιστορικής γνώσης, στην συγγραφή αποδομητικών ιστορικών αφηγήσεων που εξομοιώνουν θύτες και θύματα και στην εν γένει αποδόμηση των εθνικών-κρατικών δομών («εθνοκεντρικών» τις ονομάζουν, υποτιμητικά).
Εδώ, ακριβώς, είναι σημαντικό να τονιστεί πως ενδιαφέρουν όχι οι προθέσεις ή τα ελάχιστα διαφανή ωφελήματα των διεθνικών χρηματοδοτήσεων (αυτό ας το ψάξουν όσοι ενδιαφέρονται αρμοδίως) αλλά η υπερβολική, ακραία και άκρως αμφιλεγόμενη πορεία των κοινωνικών επιστημών και ιδιαίτερα η ιστοριογραφία στα Βαλκάνια.
Οι ημέτεροι Βαλκάνιοι «κριτικοί», κινούμενοι βασικά εκτός ορίων της διεθνούς βιβλιογραφίας και «νομιμοποιώντας» αυτοαναφορικά τις περιθωριακές τους απόψεις, βασικά διατείνονται δημοσίως πως δικαιούνται, δήθεν, να πετάνε στα σκουπίδια κώδικες και δεοντολογίες επιστημονικής ουδετερότητας και την υποχρέωση ακριβούς περιγραφής. Σχεδόν σε κανένα κείμενο από τα χιλιάδες που διαβάσαμε της κριτικής βιβλιογραφίας δεν διακρίναμε μια τέτοια στάση. Γι’ αυτό, δεν εκπλήττει η προπέτεια με την οποία δηλώνεται πως είναι στρατευμένοι στην εκπλήρωση συγκεκριμένων πολιτικών σκοπών (που όλως περιέργως κάποιοι δυτικοί διεθνοεθνικιστικές αν και θα το θεωρούσαν ως εγκληματικό για την δική τους χώρα για τα «κράτη-στόχους» το θεωρούν ως αναγκαίο πνευματικό κουτόχορτο για τους ιθαγενείς υποψήφια θύματα των ηγεμονικών αξιώσεων).
Η «τέταρτη τάση» που μόλις σκιαγραφήσαμε, δηλαδή η πιο ακραία, εξτρεμιστική και επιστημονικά-πολιτικά επικίνδυνη αντίληψη της ούτως ή άλλως αμφιλεγόμενης «κριτικής» θεώρησης, φαίνεται πως τελικά ευδοκίμησε σε κάποιες βαλκανικές χώρες (στην Ρωσία οι ΜΚΟ που την έθρεφαν με αμερικανικά κονδύλια και λεφτά του Σόρος ελέγχθηκαν νομοθετικά). Στο επιστημονικό τέλμα που οδηγεί φαίνεται πως διολισθαίνουν –συνειδητά ή ανεπίγνωστα, είναι επιστημονικά αδιάφορο– οι πλείστοι έλληνες «κριτικοί».
Ακόμη, συνεκτιμώντας όλους τους παράγοντες αυτού του ιδιόμορφου φαινομένου, βλέπουμε ότι στα Βαλκάνια και ιδιαίτερα στην Ελλάδα, ενώνονται νήματα κλασικού αναρχισμού, ηγεμονικού νεοφιλελευθερισμού, παρωχημένου διεθνισμού, αφελούς κοσμοπολιτισμού και διεθνοαναρχικού «σορισμού». Η άγνοια της πολιτικής ηγεσίας και των υπόλοιπων διανοουμένων (και των δημοσιογράφων) για τον πραγματικό χαρακτήρα αυτών των παρακμιακών φαινομένων οδηγεί σε περαιτέρω εκτροχιασμό του ελληνικού δημόσιου διαλόγου. Δημιουργεί κινδύνους, επίσης, μετατροπής των μαθητών σε πνευματικό σκουπιδοτενεκέ ακραίων και εξτρεμιστικών «κριτικών» απόψεων που καμιά σχέση δεν έχουν με την ειρήνη και την σταθερότητα στις διεθνείς σχέσεις. Ούτε καμιά σχέση έχουν, βεβαίως, με βάσιμες επιστημονικές θεωρήσεις που κυριαρχούν στην διεθνή βιβλιογραφία (συμπεριλαμβανομένων των «κριτικών»).
Για να το θέσουμε με απλά λόγια: ημιμαθή αναμασήματα των πιο ακραίων ξένων παρακμασμένων (και οριακών στις κοινωνικές επιστήμες) τάσεων οδηγούν κάποιους στην Ελλάδα σε ακρότητες και επικλήσεις επιστημονικών τίτλων για εκπλήρωση πολιτικών σκοπώ. Το αποτέλεσμα είναι μια απίστευτη οχλαγωγία που δεν τιμά τον δημόσιο και επιστημονικό διάλογο στην Ελλάδα (μερικοί διευθυντές εφημερίδων, πάντως, φέρουν την κύρια πολιτική ευθύνη όταν φιλοξενούν δέκατης ή εικοστής κατηγορίες ιδεολογήματα και τα θεωρήματα).
5. Περί ιστορικών μύθων και οι «κριτικοί» μυθολόγοι. Ένα άλλο ανησυχητικό φαινόμενο είναι η πνευματική προπέτεια κάποιων όταν, φαινομενικά τουλάχιστον συντονισμένα, χρησιμοποιούν τον επιστημονικό τους μανδύα για να εξευτελίσουν καίριους, βάσιμους και σημαντικούς επιστημονικούς όρους και έννοιες. Θλίβει αν σε μια χώρα που πληρώνει τεράστια ποσά για την ύπαρξη πανεπιστημιακών τμημάτων κοινωνικών επιστημών, αυτά διολισθαίνουν στην πιο ακραία εκδοχή αποδομητικής «κριτικής» προπαγάνδας. Γι’ αυτό όλοι είναι υποχρεωμένοι να υποστηρίξουν όχι μόνο τα επιστημονικά αυτονόητα και πασίγνωστα αλλά επίσης και τα λογικά και πασίδηλα.
Καταντήσαμε να ακούμε τηλεοπτικούς διαπληκτισμούς όταν κάποιοι επικαλούνται συμβατικούς επιστημονικούς τίτλους («ιστορικού», «διεθνολόγου» κτλ) ως αμάχητο δήθεν κριτήριο επιστημονικής εγκυρότητας, με πασίδηλο σκοπό να μεταμφιέσουν αποδομητική «κριτική» πολιτική προπαγάνδα και να κατεδαφίσουν την διϋποκειμενική ιστορική γνώση. Δηλαδή, την ιστορική αφήγηση κάθε κοινωνίας για τους αγώνες ελευθεριας των προγόνων της που περιγράφει καλύτερα –και κυρίως ακριβέστερα– από κάθε φορέα επιστημονικών τίτλων, τις κινητήριες διαμορφωτικές δυνάμεις της ιστορίας, τον διαμορφωτικό χαρακτήρα των αγώνων ελευθερίας, τον δυναστικό χαρακτήρα των δυναστικών αυτοκρατορικών γεγονότων, τον φασιστοειδή χαρακτήρα των ηγεμονισμών όλων των εποχών, τη σημασία της λαϊκής αντίστασης κατά των ηγεμονισμών και τους κινδύνους για την αξιοπρεπή επιβίωση μιας σημερινής κοινωνίας από τα αίτια πολέμου που σχετίζονται με το ιστορικό γίγνεσθαι.
Ασφαλώς, το ζήτημα «μύθος», «κοινωνικό φαντασιακό» και λαϊκή ιστορική αφήγηση στην ιστοριογραφία, εν γένει, είναι μεγάλο. Εδώ μπορούν να γίνουν μόνο κάποιες νύξεις χωρίς να εξαντλείται το μεγάλο αυτό επιστημονικό και επιστημολογικό ζήτημα.
Προκαλεί θλίψη η ισοπέδωση όρων και εννοιών οι οποίοι αν και στην ιστοριογραφία έχουν συγκεκριμένο νόημα που αποδέχονται όλοι οι καλοί ιστορικοί του κόσμου για τους έλληνες πρωταθλητές των τηλεοπτικών και επιφυλλιδογραφικών διαπληκτισμών γίνονται αντικείμενο «κριτικής» πολιτικής προπαγάνδας. Έτσι, για παράδειγμα, με άλματα συλλογισμών που θα θαύμαζε και ο γκέμπελ ταυτίζονται, μεταξύ άλλων, οι έννοιες «μύθος» με το «μυθολόγημα», το «κοινωνικό φαντασιακό» με την «φαντασιοπληξία» και η αυτοδίκαιη ελεύθερη άσκηση αυτοδιάθεσης στο εσωτερικό μιας κυρίαρχης κοινωνίας όταν καλλιεργεί τις «παραδόσεις» της και τον «πολιτισμό» της με την «προγονοπληξία».
Ισοπεδωτικές εξομοιώσεις όπως αυτές αποτελούν επιτήδεια ιστοριογραφική τσαρλατανιά που μόνο πολιτική προπαγάνδα μπορεί να εξυπηρετήσει και όχι την επιστημονική ιστοριογραφία ή ευρύτερα την επιστήμη. Με κίνδυνο να υπεραπλουστεύσω, λόγω χώρου, επισημαίνω ότι τα ζητήματα των «μύθων» και του «κοινωνικού φαντασιακού» θέτουν επιστημολογικά και ιστοριογραφικά ζητήματα που δεν μπορούν να ισοπεδώνονται για να εξυπηρετούνται οι ανάγκες της μιας ή της άλλης επιστημονικά μεταμφιεσμένης «κριτικής» πολιτικής μονομέρειας.
Συντομογραφικά, αναφέρεται ότι η μυθική ιστορική αφήγηση δεν εξομοιώνεται με την συμβατική λέξη «παραμύθια» ή κατ’ ανάγκη με το εξωπραγματικό, το μεταφυσικά προσδιορισμένο και το ιστορικά αναληθές. Σε κάποιο τουλάχιστον σημαντικό βαθμό, αποτελεί συστατικό στοιχείο των συλλογικών κοσμοεικόνων που η καλή ιστοριογραφία διερευνά με σοβαρότητα και όχι περιπαικτικά και υβριστικά. Οπωσδήποτε, όσον αφορά την διυποκειμενική ιστορική αφήγηση κάθε λαού δεν την πετάς στα σκουπίδια αλλά την συνεκτιμάς δεόντως σε αναφορά με πραγματολογικά επαληθευμένες ιστορικές συνθήκες, με τις βαθύτερες πνευματικές και αισθητές κινητήριες δυνάμεις του ιστορικού γίγνεσθαι και με τα κύρια διαμορφωτικά ιστορικά γεγονότα. Για παράδειγμα:
α) Πιθανές υπερβολές της διϋποκειμενικής ιστορικής αφήγησης τις συνεκτιμάς με τις πραγματολογικά επαληθευμένες συνθήκες τη εκάστοτε ιστορικής συγκυρίας (που μπορεί κάτω από τις ιστορικές συνθήκες της συγκυρίες αυτής να μην ήταν ουσιαστικές υπερβολές ή ούτε καν υπερβολές). Υπερβολές ή οι με σημερινούς όρους μη αληθοφανείς λαϊκές αφηγήσεις δυνατό να συμβολίζουν όχι ιστορικές αναλήθειες αλλά την λαϊκή αντίσταση σε χαλεπούς καιρούς και υπό το πρίσμα του ιστορικού γεγονότος πως πολλές κοινωνίες επιβίωσαν ως διακριτές οντότητες επί πολλούς αιώνες και ενάντια στις γενοκτονίες, στις εθνοκαθάρσεις και στις αφομοιωτικές πρακτικές. Μηδενισμός αυτής της λαϊκής αφήγησης δεν μπορεί παρά να οδηγεί σε απονεύρωση της διαμορφωτικής ιστορικής μνήμης μιας κοινωνίας.
β) Συνεκτιμάς τις διάφορες πτυχές της διϋποκειμενικής ιστορικής αφήγησης, επίσης, όταν εμφανίζει ήρωες της ελευθερίας ως σχεδόν υπεράνθρωπους και που τείνει να καθαγιάζει τα ατομικά ελαττώματά τους υπό το πρίσμα των (ηθικά αμάχητων) αγώνων ελευθερίας που συνέτριψαν δυναστικές αυτοκρατορίες υπέρτερης ισχύος. Μηδενίζοντας αυτές τις πτυχές μηδενίζεις τα αίτια στα οποία οφείλεται η σημερινή εθνική ανεξαρτησία. Την τελευταία, πάντως, αντιπαθεί κάθε συνεπής «κριτικός» (γι’ αυτό ο συνεπής «κριτικός» μάλλον θα θεωρήσει την κριτική μας κομπλιμέντο).
γ) Συνεκτιμάς, επιπλέον, τα αίτια στα οποία οφείλεται η ένταση με την οποία οι λαοί ενθυμούνται το ιστορικό τους παρελθόν, τα αίτια στα οποία οφείλεται η προσκόλληση σε κάποια πρότυπα (όχι «στερεότυπα») ηρωικών κατορθωμάτων και την σχέση παρελθόντων γεγονότων με σύγχρονες κοσμοεικόνες «εχθρών και φίλων». «Εχθρών και φίλων», οι οποίοι αν και για κάποιους εγγενείς γεωγραφικούς και ανθρωπολογικούς λόγους εναλλάσσονται, σχετίζονται, εν τούτοις, με συγκεκριμένες εκδηλώσεις ηγεμονικών αξιώσεων εκ μέρους «Άλλων». Σχετίζονται, επιπλέον, με τον τρόπο που διαχρονικά οι κοινωνίες και ηγεσίες αυτών των «Άλλων» αξιώνουν ηγεμονία, παραβιάζουν τις διεθνείς συνθήκες και το διεθνές δίκαιο και περιφρονούν τις πρόνοιες των διεθνών θεσμών. Μηδενίζοντας αυτές τις πτυχές, αφοπλίζεις ψυχικά και συνειδησιακά τις φιλειρηνικές κοινωνίες αφήνοντάς της έρμαιο στις αξιώσεις συρρίκνωσής της [Η μη επέκταση των χωρικών υδάτων στο Αιγαίο βάση του διεθνούς δικαίου δεν είναι συρρίκνωση; Το σχέδιο Αναν δεν ήταν συρρίκνωση της ελευθερίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων; Η απώλεια της Θράκης που οι Τούρκοι εμφανίζουν ως Τουρκική επαρχία δεν θα είναι συρρίκνωση;]
δ) Συνεκτιμάς επίσης την λαϊκή επιθυμία να διαφυλάξει την διϋποκειμενική ιστορική αφήγηση για τους αγώνες ελευθερίας υπό το πρίσμα του ευρύτερου συγχρόνου διεθνούς συστήματος όπως αυτό προέκυψε μέσα από το διυποκειμενικά γνωστό ιστορικό γίγνεσθαι των τελευταίων αιώνων. Δεν μας προξενεί εντύπωση ότι οι ίδιοι κριτικοί και οι υποστηρικτές τους μετά το 1990 εκτέθηκαν και πάλιν γράφοντας πως επέρχεται ένας περίπου ανθόσπαρτος διεθνής βίος. Οι κοινωνίες και πάλιν γνωρίζουν καλύτερα από αυτούς τι συμβαίνει γύρω τους. Δηλαδή, ότι το διεθνές σύστημα είναι ένα εξαιρετικά ανταγωνιστικό, συχνά εχθρικό και πολύ συχνά επικίνδυνο περιβάλλον. Επίσης, ότι το διεθνές σύστημα ενέχει εγγενή χαρακτηριστικά: 1) Προέκυψε μέσα από αγώνες ελευθερίας σχετικά πρόσφατους. 2) Είναι πλήρες αιτιών πολέμου τα οποία σχετίζονται με αυτούς τους αγώνες ελευθερίας και το «παράπονο» των διαδόχων κρατών των δυναστικών αυτοκρατοριών ότι έχασαν τις δυναστικές αξιώσεις τους. 3) Χαρακτηρίζεται από ηγεμονικές αξιώσεις φορείς των οποίων «όλως περιέργως» είναι τα διάδοχα κράτη πρώην δυναστικών αυτοκρατοριών. Και 4) είναι γεμάτο απειλές, κινδύνους για την συλλογική επιβίωση, για την εσωτερική-εξωτερική κυριαρχία και την αξίωση μιας λιγότερο ισχυρής κοινωνίας για αξιοπρέπεια και ανεπηρέαστη απόλαυση της συλλογικής πολιτισμικής και πολιτικής ετερότητάς της. Μηδενίζοντας τέτοιες ενστικτώδεις λαϊκές συμπεριφορές μηδενίζεις τις αντιστάσεις κατά των ηγεμονικών αξιώσεων. Ακόμη και γνωστικά νήπια γνωρίζουν ότι οι «κριτικοί» συνειδητά ή ανεπίγνωστα μόνο ένα τέτοιο αποκρουστικό ρόλο μπορούν να διαδραματίσουν. Ακόμη και νήπια γνωρίζουν ότι η αποδόμηση μίας ή δύο κοινωνιών δεν θα αλλάξουν τις απρόσεκτες κοινωνίες παρά μόνο θα τις καταστήσουν εύκολη λεία των ηγεμονικών αξιώσεων.
Όσον αφορά τουλάχιστον τις κινητήριες διαμορφωτικές δυνάμεις της ιστορίας η διϋποκειμενική ιστορική γνώση είναι αλάνθαστη και συνήθως απόλυτα ακριβής. Εντούτοις, εάν και όταν (κατ’ εξαίρεση) η ιστορική αφήγηση διογκώνει κάποιες συγκεκριμένες πτυχές (και τις ανάγκες της η κοινωνία τις γνωρίζει καλύτερα από τους «κριτικούς» μυθογράφους), αυτό δεν είναι άσχετο με την ακριβή ιστορική πραγματικότητα και τα πραγματικά ιστορικά γεγονότα. Μάλλον φωτίζει την ιστορική πραγματικότητα παρά την παραποιεί. Η λαϊκή διϋποκειμενική γνώση είναι σε κάθε περίπτωση η ακριβέστερη περιγραφή των μεγάλων διαμορφωτικών γεγονότων. Απεικονίζει επακριβώς και ενσαρκώνει στην συλλογική συνείδηση τις συγκυριακές ιστορικές συνθήκες μεγάλων διαμορφωτικών ιστορικών γεγονότων, περιγράφει τον πραγματικό χαρακτήρα της σύγκρουσης των αξιώσεων ελευθερίας με τις κατεξουσιαστικές αξιώσεις και εκφράζει αληθινά και παραστατικά τον πραγματικό χαρακτήρα του διλήμματος «ελευθερία ή θάνατος». Ανάλογη ιστορική αφήγηση έχουν όλες οι ζωντανές κοινωνίες τα μέλη της οποίας «θυμούνται» τις ιστορικές στιγμές και τα πραγματικά-αληθή γεγονότα που τους έφεραν την ελευθερία ή τα λάθη που τους προκάλεσαν απώλειες. Οι μεγάλες μορφές αυτών των στιγμών, εξάλλου, ήταν άτομα όπως όλα τα άλλα. Ως αγωνιστές της ελευθερίας, όμως, υπερβαίνουν τις συνήθεις ανθρώπινες δυνατότητες μιας και συντρίβουν απείρως υπέρτερους αντιπάλους. Όταν το πετύχουν, εκπληρώνουν τον ηθικά αμάχητο σκοπό της επιβίωσης και απελευθέρωσης μιας κοινωνίας. Αν και όχι υπεράνθρωποι (με την μεταφυσική έννοια του όρου) υπερβαίνουν εντούτοις τις συνηθισμένες ανθρώπινες δυνατότητες, γεγονός που ασθενείς ψυχές αδυνατούν να κατανοήσουν.
Για παράδειγμα: Ακόμη, έστω και αν δεν υπήρχε κάποιο υπόγειο καταφύγιο (αν και μάλλον βεβαιώνεται ότι υπήρχε όχι ένα αλλά πολλά, πλην όμως αυτό είναι ιστοριογραφικά αδιάφορο), η ιστορική κοσμοεικόνα του «κρυφού σχολειού» αποτελεί διϋποκειμενική ιστορική αφήγηση που περιγράφει τον ρόλο του κλήρου στην πνευματική συντήρηση των κατοίκων μιας υπόδουλης περιοχής στην Ελλάδα και μιας κοινωνίας που αγωνιζόταν να συντηρήσει τις παραδόσεις της, τον πολιτισμό της, τις θρησκείες της και την ίδια την ύπαρξή της. Η ανακάλυψη κάποιου υπόγειου καταφυγίου (που μάλλον δεν θα έχει ταμπέλα με τίτλο «κρυφό σχολειό») δεν θα αποτελέσει κάποια μεγάλη ανακάλυψη. Απλά θα επιβεβαιώσει κάτι που είναι στην λαϊκή μνήμη ζωντανό γιατί ακριβώς ήταν ιστορικά αληθές και πραγματικό.
Είναι λοιπόν ένα πράγμα η διόρθωση κάποιων ιστορικών ανακριβειών (αποτελεί ύβρη ο ισχυρισμός πως κάποιοι ζητούν να μην γίνεται αυτό) και άλλο: α) η εξομοίωση του θύτη με το θύμα, β) η εξομοίωση των φασιστοειδών αυτοκρατορικών αξιώσεων με το τις αξιώσεις ελευθερίας, γ) η εξομοίωση του αίματος των αγωνιστών της ελευθερίας με το αίμα των στρατιωτών του δυνάστη, δ) η εξομοίωση των αταξιών κάποιων στρατιωτών σε μια μάχη με την γενοκτονία των ελλήνων μικρασιατών και ε) ο μηδενισμός της ζωντανής διυποκειμενικής ιστορικής μνήμης που αποτελεί ενδεχομένως και την ακριβέστερη ιστορική αφήγηση για το ιστορικό γίγνεσθαι (μπροστά στην οποία οι ιστορικοί έχουν χρέος να γονατίζουν και να συνεκτιμούν δεόντως)
Μπορεί βεβαίως η παρακμή μιας κοινωνίας να οδηγήσει στην εφήμερη επικράτηση κάποιων «κριτικών» ιδεολογημάτων και θεωρημάτων σε κάποια σχολικά βιβλία. Ελάχιστα θα επηρεάσει το ιστορικό γίγνεσθαι (μάλιστα προς την αντίθετη κατεύθυνση από αυτή που διακαώς επιθυμούν οι αποδομηστές «κριτικοί») και ασφαλώς διόλου δεν θα επηρεάσει την ιστορική αλήθεια που κάποιοι πάντα θα ξέρουν και πάντα θα καλλιεργούν.
Η ιστορική αλήθεια για το ιστορικό γίγνεσθαι και τους εκάστοτε εχθρούς και φίλους δεν ξεχνιέται και δεν αποδομήται. Αυτό γιατί σχετίζεται με διαχρονική διαμόρφωση μιας ζωντανής κοινωνίας, τις διαιωνιζόμενες από γενιά σε γενιά ιστορικές της μνήμες για τα αληθινά ιστορικά γεγονότα, τις διαχρονικά καταμαρτυρούμενες ιστορικές ρίζες και τις απτές σύγχρονες ανάγκες μιας φιλειρηνικής κοινωνίας για συλλογική αυτογνωσία. Δεν είναι τυχαίο ότι η επιστημονικά μεταμφιεσμένη «κριτική» πολιτική προπαγάνδα που επιχειρεί να αποδομήσει την αλάνθαστη διϋποκειμενική ιστορική γνώση επιχειρεί ταυτόχρονα να αποδομήσει πασίδηλες και πολιτικά-νομικά τεκμηριωμένες αναθεωρητικές και ηγεμονικές απειλές κατά του συγχρόνου ελληνικού κράτους και κατά του κατεχόμενου και απειλούμενου κυπριακού κράτους.
Παναγιώτης Ήφαιστος
Καθηγητής Διεθνείς Σχέσεις-Στρατηγικές Σπουδές, Έδρα Jean Monnet, Ευρωπαϊκή Πολιτική Ολοκλήρωση, Πάντειον Παν/μιο
Αντίβαρο, Απρίλιος 2007
Περιεχόμενα:
1. Προγραμματική προκατάληψη μιας αντι-επιστημονικής μεθοδολογίας.
2. Αντικειμενικά κριτήρια μιας καλής ιστοριογραφίας.
3. Αποτελεί μύθος ότι όλοι οι έλληνες ιστορικοί συμφωνούν με την «κριτική» αναθεώρηση της ιστορίας.
4. Ρίζες, εξέλιξη, εξυπηρετήσεις της «κριτικής» ιστοριογραφίας και η τα επιστημονικά κίβδηλα υποπροϊόντα
5. Περί ιστορικών μύθων και οι «κριτικοί» μυθολόγοι.
Εισαγωγική σημείωση: Η εμβέλεια του παρόντος σημειώματος είναι μικρή: Ανάδειξη μερικών μόνο πτυχών της «κριτικής» ιστοριογραφίας και κατάδειξη κάποιων επιστημονικών αλμάτων, λογικών σφαλμάτων και αυθαίρετων επικλήσεων επιστημονικής εγκυρότητας. Έπεται εκτενέστερο κείμενο που θα δημοσιευτεί σε εύθετο χρόνο. Στάσεις όπως το σχέδιο Αναν, οι προπετείς αξιώσεις για κατευνασμό του τουρκικού και άλλων αναθεωρητισμών και τα βιβλία ιστορίας του CDRSEE, υφαίνουν πλέον ένα πέπλο παραδοχών που διαφθείρει στοχαστικά ολοένα και περισσότερο τις κοινωνικές επιστήμες και τον δημόσιο διάλογο, ζήτημα ως προς το οποίο έχουμε χρέος και καθήκον να επανέλθουμε.
1. Προγραμματική προκατάληψη μιας αντι-επιστημονικής μεθοδολογίας. Κατά πρώτον, παραθέτω μερικά μόνο ενδεικτικά εδάφια των δραστών εκφυλισμένων «κριτικών» ιστοριογραφικών απόψεων (περισσότερα, εκτενέστερα και με παραπομπές σε επερχόμενη μονογραφία και σύντομες επιστημολογικές αναφορές πιο κάτω):
«Η πρόκληση της διδασκαλίας της εθνικής ιστορίας έγκειται στο τρόπο διαχείρισης των συγκρούσεων και μάλιστα όταν οι συγκρούσεις αυτές έχουν νωπά αποτυπώματα στην συλλογική μνήμη. Στην περίπτωση της ελληνικής εθνικής ιστορίας, κεντρικό ρόλο κατέχει η ελληνοτουρκική σύγκρουση, τρία τουλάχιστον σημεία καμπής: την Ελληνική Επανάσταση, την Μικρασιατική Καταστροφή και το Κυπριακό. Τα δύο τελευταία διατηρούν ζωντανή την μνήμη του πόνου και της σύγκρουσης και συμβάλλουν στην διαμόρφωση πολιτικών θέσεων σε επίπεδο εξωτερικής πολιτικής. Αυτός είναι άλλωστε ο λόγος που η συζήτηση περί ιστορίας εντοπίζεται κυρίως στα σημεία εκείνα που δίνουν πολιτικό περιεχόμενο στην ιστορική αφήγηση της ελληνοτουρκικής σύγκρουσης».
Αλλού: «Όσοι θέλουν την λεπτομερή αφήγηση των δεινών που υπέφεραν οι Έλληνες από τους Τούρκους θυματοποιούν το έθνος και επιδιώκουν την ιστορική νομιμοποίηση της σύγκρουσης ώστε να είναι πάντα παρούσα» (η διδασκαλία της ιστορίας αλλού) «έχει πάψει (sic) πριν από πολλές δεκαετίες να “ρέει αίμα” στις σελίδες των σχολικών βιβλίων». Αλλού της «μητρικής» ομάδας υπό το CDRSEE: «(η ιστοριογραφική στρατηγική σκοπό έχει) «μια αλλαγή στο περιεχόμενο των εισαγωγικών βιβλίων της ιστορίας που μπορεί εύκολα να οδηγήσει σε αλλαγή του τρόπου με τον οποίο οι μαθητές βλέπουν το ιστορικό παρελθόν τους εξαφανίζοντας τις τάσεις για σύγκρουση-παραγωγή στερεοτύπων».
Αλλού: «Η διδασκαλία της ιστορίας πρέπει να καταπολεμήσει την αντίληψη ότι η ιστορία είναι αντικειμενική»… «Η αποδόμηση της ιστορικής “αλήθειας” μπορεί να κατορθωθεί με το να παρουσιάζεις την “αλήθεια” του άλλου, αυτή του “εχθρού” γύρω από το ίδιο θέμα. Αυτή η προσέγγιση είναι ίσως η κατάλληλη για να διδάξεις γύρω από τα ζητήματα που ενέχουν συγκρούσεις».
Αλλού: «Παρουσιάζοντας τις συγκρούσεις όχι μόνο με τους άλλους αλλά και εντός του έθνους βοηθά στην υπονόμευση της ιδέας της εθνικής ομοιογένειας η οποία βρίσκεται στον πυρήνα της εθνοκεντρικής ιστορίας».
Αλλού: «… στην προοπτική μιας φιλειρηνικής εκπαίδευσης κρίθηκε σκόπιμο ότι είναι σκόπιμο να αποσιωπηθούν οι συγκρούσεις και τα αισθήματα εχθρότητας που ανάπτυξαν δύο έθνη στο παρελθόν. Μετατοπίστηκε λοιπόν το κέντρο βάρους από την πολιτική και διπλωματική ιστορία στην κοινωνική, οικονομική και πολιτισμική ιστορία, η οποία δεν περιέχει αιματηρές συγκρούσεις και εντοπίζει το ενδιαφέρον σε άλλες πτυχές του παρελθόντος» (έμφαση σε διάφορα σημεία και το «sic» δικά μου)
Μόνο σε πολιτικοποιημένους, ιδεοληπτικούς και προπαγανδιστικούς ιστοριογραφικούς κύκλους μπορούν, χωρίς να ελέγχονται επιστημονικά, να λέγονται απίστευτα προκατειλημμένες γνώμες όπως οι πιο πάνω. Μπορεί αυτά να συνάδουν με το όνειρο του Σόρος για μια «ανοικτή κοινωνία» ή με τις στρατηγικές επιδιώξεις των ΗΠΑ για αποδόμηση των κοινωνιών των κρατών-στόχων αλλά δεν αντέχουν σε σοβαρή επιστημονική κριτική. Το γεγονός ότι στα ημέτερα Βαλκάνια αυτοί που τα στηρίζουν αυξάνονται και πληθύνονται αριθμητικά (διογκώνοντας έτσι «λίστες υπογραφών ιστορικών», βλ. πιο κάτω) αποτελεί πρόβλημα της κοινωνίας που πληρώνει για την ύπαρξη Τμημάτων Κοινωνικών Επιστημών που εμφανώς διολισθαίνουν στο τέλμα της ιδεοληψίας και της πολιτικής προπαγάνδας. Αριθμητική αύξησή τους δεν αποτελεί τεκμήριο εγκυρότητας της ακαδημαϊκά μεταμφιεσμένης τσαρλατανιάς (είναι τσαρλατανιά να προτάσσεις προγραμματικούς πολιτικούς σκοπούς στην ιστοριογραφία, βλ. πιο κάτω) αλλά πρόβλημα των φορολογουμένων όταν πληρώνουν για να εκκολάπτονται αυτοτροφοδοτούμενα συστήματα αντι-κοινωνικής προπαγάνδας (είναι αντικοινωνική προπαγάνδα η υποβάθμιση της ιστορικής μνήμης για τους αγώνες ελευθερίας μιας κοινωνίας και η εξίσωσή τους με του δυνάστες και τα εγκλήματά τους).
2. Αντικειμενικά κριτήρια μιας καλής ιστοριογραφίας. Κατά κοινή παραδοχή όλων των καλών ιστορικών όλων των εποχών (πλην κάποιων βαλκάνιων και κυρίως ελλήνων «κριτικών» ιστοριογράφων) η καλή ιστοριογραφία είναι κατά βάση θουκυδίδεια (Romilly- Ιστορία και λόγος στον Θουκυδίδη). Αυτό γιατί, μεταξύ άλλων: (Ο Θουκυδίδης) «τείνει στην απόλυτη αντικειμενικότητα του ερευνητή» (σ. 15). Οφείλει τη μεγάλη αξία του στο γεγονός πως κατόρθωσε: να «βλέπει τη λεπτομέρεια σε συνάρτηση με το σύνολο (βλ. σ. 43), παραθέτει και αξιολογεί «μόνο εκείνες τις πληροφορίες που αναφέρονται σε κάποιο σημαντικό σκοπό (βλ. σ. 48), εξετάζει ό,τι έχει γνώρισμα καθολικό (βλ. σ. 49), παραθέτει «προθέσεις» ή «γνώμες» διαχρονικής αξίας και ανεξάρτητων των ατομικών περιπτώσεων (βλ. σ. 50). Εστιάζει την προσοχή με αυστηρή ακρίβεια επί της ουσίας και με τρόπο που μας επιτρέπει «να εντοπίσουμε κάτω από τις επιμέρους πράξεις την ύπαρξη τάσεων, αιτίων και λογικών αλληλουχιών, που είναι ολοένα και πιο βαθιές και μακρινές, που η αληθοφάνειά τους παίρνει έτσι έναν χαρακτήρα πιο γενικό», πιο ανεξάρτητο από τις περιστάσεις και τα πρόσωπα. «αυτές οι αλληλουχίες επαναλαμβάνονται τόσο περισσότερο όσο πιο αυστηρά έχουν αναχθεί στο ουσιώδες» (σ. 52) (έμφαση δική μου).
Αυτά είναι αντικειμενικά κριτήρια κάθε ιστοριογραφίας (πλην μερικών βαλκάνιων και κυρίως ελλήνων «κριτικών»). Απλή και μόνο σύγκριση αυτών των κριτηρίων με τις εντός εισαγωγικών θέσεις των ελλήνων «κριτικών» αναθεωρητών στην προηγούμενη ενότητα κάνει σαφές ακόμη και για τους πιο δύσπιστους ότι οι «κριτικοί» αφενός είναι επιστημονικά έωλοι και αφετέρου ότι ο σκοπός είναι πολιτικός και όχι επιστημονικός.
3. Αποτελεί μύθο ότι όλοι οι έλληνες κοινωνικοί επιστήμονες συμφωνούν με την «κριτική» αναθεώρηση της ιστορίας: Θεωρώ ακαδημαϊκή ατασθαλία την επίκληση του επιστημονικού τίτλου για να κάνει κάποιος πασίδηλη ιδεολογική προπαγάνδα υπέρ πολιτικών αλλαγών [γεγονός, μάλιστα, που δεν διστάζει να το κηρύττει δημόσια και κραυγαλέα, ίσως λόγω αυτοπεποίθησης που προκύπτει από την αριθμητική (όχι ποιοτική) διόγκωση των «κριτικών» κοινωνικών επιστημόνων στα πανεπιστημιακά τμήματα. Εξ αντικειμένου, μια τέτοια εξέλιξη είναι επιστημονικά θανατηφόρα και κοινωνικά ζημιογόνα].
Ασφαλώς, υπάρχει η έκθεση-καταπέλτης της Ακαδημίας Αθηνών η οποία από μόνη της θεμελιώνει ότι οι «κριτικοί» ιστοριογράφοι είναι ιστοριογραφικά ανεπαρκείς. Υπάρχουν επίσης αντίστοιχες μελέτες στην Κύπρο και της Εκκλησίας της Ελλάδας. Υπάρχουν επίσης άπειρα άλλα κείμενα έγκυρων ελλήνων κοινωνικών επιστημόνων και επιστημόνων άλλων κλάδων που αν και όχι «ιστορικοί» επειδή κάποια ζητήματα είναι γενικά επιστημολογικά κριτήρια όλων των επιστημών μπορούν να διακρίνουν το άσπρο από το μαύρο [Η «κριτική» ιστοριογραφία ούτε ιστορία είναι ούτε αφορά μόνο τους ιστορικούς. Αφορά όλους τους κοινωνικούς επιστήμονες γιατί θίγει ιερά και όσια της επιστημολογίας των κοινωνικών επιστημών, ιδιαίτερα των διεθνών σχέσεων. Ιδιαίτερα οι διεθνείς σχέσεις, εάν στηρίζεται σε «κριτικά» θεωρήματα είναι εξαρχής άχρηστη – αυτό για τους αυτόκλητους «διεθνολογούντες» ειδικούς στην τσαρλατανιές υπέρ του κάθε «Άλλου»]. Υπάρχουν επίσης εκατοντάδες κοινωνικοί επιστήμονες οι οποίοι δυστυχώς κλονίζονται και δεν παρεμβαίνουν για μια σειρά λόγων που σχετίζονται με την ατμόσφαιρα φασιστοειδούς τρομοκρατίας στον δημόσιο διάλογο [Είναι, δήθεν, «εθνικιστής» ή και «φασίστας» … όποιος δεν συμφωνεί με την άθλια αποδομητική «κριτική» ιστοριογραφία και δήθεν «δεν δικαιούται να ομιλεί» αν δεν φορεί επιστημονικοφανείς συμβατικούς ιστοριογραφικούς τίτλους].
Πάντως, σε αναφορά με κάποια λίστα που κυκλοφόρησε και την οποία λέγεται ότι υπέγραψαν εκατοντάδες «ιστορικοί», χρήζει και αξίζει να ειπωθούν συντομογραφικά τα εξής:
α) Εκτός του ότι όσοι υπέγραψαν δεν είναι όλοι ιστορικοί, έχει την ίδια επιστημονική αξία όση και η αντίστοιχη λίστα υπέρ του φασιστοειδούς σχεδίου Αναν (πάρα πολλά ονόματα «ιστορικών», «διεθνολόγων», «κοινωνιολόγων» κτλ, όλως περιέργως είναι τα ίδια σε αμφότερες τις λίστες). Για την επιστημονική βαθμίδα των φορέων των απόψεων της υπέρ του σχεδίου Αναν λίστας δέστε τεκμηριωμένη κριτική στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://www.ifestos.edu.gr/32.htm. Κανείς, κυριολεκτικά κανείς από τους τότε «λίσταρχους», «λισταρχάκια» και λαλίστατους «μαϊντανούς των επιφυλλίδων και των τηλεοπτικών πάνελ» (http://www.ifestos.edu.gr/59.htm) δεν τόλμησε να αντικρούσει με επιστημονικούς όρους αυτή την επιστημονικά απολύτως τεκμηριωμένη ανάλυση για την διεθνή και ευρωπαϊκή νομιμότητα που με λύσσα πολλοί καταπολέμησαν (λύσσα που συνοδευόταν με ανάλογη επίκληση επιστημονικών τίτλων που ακούμε σήμερα σε αναφορά με την «κριτική» βιβλιογραφία). «Λίσταρχοι» (αυτοί δηλαδή που συνήθως παίρνουν την πρωτοβουλία να κυκλοφορήσουν λίστες υπογραφών), «λίστες» και ανοησίες του τύπου «δεν δικαιούστε να ομιλείται γιατί δεν είσαστε … ιστορικοί» αποτελούν ομολογία επιστημονικής αδυναμίας και όχι τεκμήριο εγκυρότητας και αξιοπιστίας. Όσον αφορά την «κριτική» ιστοριογραφική λίστα υπομονή: Οι επιστημονικές απαντήσεις «σερβίρονται κρύες» και η απάντηση έρχεται σύντομα, νηφάλια και με τρόπο μάλιστα που θα αποκαλύψει ποια είναι ακριβώς τα αίτια της πασίδηλης διολίσθησης πολλών κοινωνικών επιστημόνων στο τέλμα της προκατάληψης, της ιδεοληψίας και της πολιτικής προπαγάνδας.
β) Σε κάθε περίπτωση, η κυκλοφορία λιστών από αρχαιότερους «λίσταρχους» αποτελεί ακαδημαϊκή ατασθαλία που κάποια στιγμή θα πρέπει να απασχολήσει τα ακαδημαϊκά όργανα και ίσως και άλλα όργανα της συντεταγμένης πολιτείας. Αποτελούν στιλέτο κατά της ακαδημαϊκής ελευθερίας και ενδο-ακαδημαϊκή μέθοδο εξεζητημένου καταναγκασμού που λειτουργεί εκβιαστικά για τα νεότερα ή νεοεισερχόμενα στελέχη. Είναι οπωσδήποτε βαθύτατη αντιδεοντολογική πράξη: Όταν τέτοιες λίστες κυκλοφορούν, όλα τα νεότερα ή νεοεισερχόμενα στελέχη του ακαδημαϊκού χώρου νοιώθουν καταναγκασμένα να συνυπογράψουν. Ακόμη χειρότερα, ασθενείς ψυχές και επιστημονικά αδύναμοι φορείς εκτός πανεπιστημίου αντί να ευθυγραμμιστούν με επιστημονικά βάσιμες προσεγγίσεις για να εισέλθουν στο πανεπιστήμιο ή για να εξελιχθούν, σκανδαλίζονται γιατί δημιουργείται μια διεφθαρμένη περιρρέουσα ατμόσφαιρα που υποδηλώνει πως συνταύτιση με ρευστές ιδεολογικοπολιτικές πλειονότητες αποτελεί εγγύηση ανέξοδης ακαδημαϊκής αναρρίχησης.
4. Ρίζες, εξέλιξη, εξυπηρετήσεις της «κριτικής» ιστοριογραφίας και η τα επιστημονικά κίβδηλα υποπροϊόντα. Απλή ανάγνωση των εντός εισαγωγικών εδαφίων (μερικά παρατίθενται πιο πάνω) καταμαρτυρεί πέραν πάσης αμφιβολίας ότι πραγματικός σκοπός των «κριτικών» ιστοριογράφων είναι πολιτικός και όχι επιστημονικός. Δεν ενδιαφέρει η ιστορική αλήθεια αλλά: α) η προγραμματική οριοθέτηση «κριτικών» πολιτικών σκοπών, β) η επιλογή πηγών με προκατειλημμένο-επιλεκτικό τρόπο ούτως ώστε να φωτιστούν συγκεκριμένες πτυχές (οι ασήμαντες) και να συσκοτιστούν άλλες (οι πιο σημαντικές και διαμορφωτικές του ιστορικού γίγνεσθαι όπως τα επικά γεγονότα), γ) η διαχείριση των πηγών ούτως ώστε να «τραβηχτούν από τα μαλλιά» συμπεράσματα που εξυπηρετούν τους προ-αποφασισθέντες πολιτικούς σκοπούς και δ) η πολιτική διαχείριση των πολιτικά προκατειλημμένων συμπερασμάτων για να «αποδομηθεί» συνειδησιακά η κοινωνία.
Για τους μη μυημένους στην διεθνή βιβλιογραφία, μπορώ να σκιαγραφήσω –περισσότερα σε επερχόμενη μονογραφία– τις τρις βασικά τάσεις (και το τέταρτο εκφυλισμένο βαλκάνιο υποπροϊόν τους).
Πρώτον, οι παραδοσιακοί «κριτικοί» απόρροια επιρροών της σχολής της Φραγκφούρτης (Χάμπερμας, Χόρκχαϊμερ, Μαρκούζε et al) που προβληματίζονται αιρετικά (αιρετικά, για τους περισσότερους «ορθόδοξους» μαρξιστές) κυρίως στην βάση των «αναρχικών» πρώτων κειμένων του Μάρξ (περίπου οδηγούν, ευθέως ή ίσαμε τις ακραίες συνέπεις, στο εξής συμπέρασμα: «Θα κατεδαφίσω τον κόσμο, αδιάφορο του τι θα προκύψει μετά») για να δημιουργηθεί ένας «μεταμοντέρνος», «μεταεθνικός» κόσμος. Μερικοί «οπαδοί» τους μιλούν για αποδόμηση και κατεδάφιση των κρατών και για ένα νέο-μεσσιανικό κόσμο («που “πιθανώς” θα προκύψει»). Αυτός ο κόσμος της διεστραμμένης φαντασίας των αυτόκλητων «κριτικών» αποδομηστών (διεστραμμένης, μιας και βάλλει κατά της οντολογικά θεμελιωμένης κοινωνικοπολιτικής δομής του κόσμου) θα αποτελείται, υποστηρίζουν, από … χιλιάδες «αυτόνομες κοινότητες». Έτσι, θα εισέλθουμε σε μια νέο-μεσσιανική εποχή … («έλεος», θα έλεγε κάποιος σ’ αυτούς τους επιστημονικά μεταμφιεσμένους φαντασιόπληκτους)
Δεύτερη τάση, είναι οι συμβατικοί κονστρουκτιβιστές όπως οι Bull, Wight, Carr et al (που ουσιαστικά καμιά σχέση δεν έχουν με τους «κριτικούς», έστω και αν οι τελευταίοι συχνά τους επικαλούνται λαθραία). Οι κονστρουκτιβιστές της «Βρετανικής Σχολής», ακριβώς, έγραψαν όχι για αποδόμηση του οντολογικά θεμελιωμένου εθνικού-κρατικού συστήματος αλλά αντίθετα για οικοδόμηση θεσμών, κωδίκων, δεοντολογιών και διακρατικών πρακτικών που ενισχύουν την διεθνή δομή και τους θεσμούς της (συμπεριλαμβανομένων των εθνικών-κρατικών θεσμών) (στην Ελλάδα, με επιστημονική ευθύνη και επιμέλεια του υποφαινόμενου, κυκλοφορούν τα βιβλία των κυριότερων ταγών της «Βρετανικής Σχολής», δηλαδή των Bull, Wight, Carr, Watson). http://www.piotita.gr
Τρίτη και κυρίαρχη άποψη, είναι οι αμερικανοί «κριτικοί κονστρουκτιβιστές». Απαλλαγμένοι προπετών συμπλεγμάτων επιστημονικής μεγαλομανίας που συχνά χαρακτηρίζουν ημιμαθείς και μεταπράτες ιδεολογημάτων σε ξεπεσμένες περιφερειακές «επιστημονικές» κοινότητες –οι οποίοι, φαίνεται, όντως, κάτι θέλουν να κρύψουν όταν επικαλούνται «επιστημονικούς τίτλους» - «είμαι ιστορικός, οι άλλοι δεν είναι…»)– οι αμερικανοί «κριτικοί κονστρουκτιβιστές» ταπεινά εξετάζουν ζητήματα ιδεολογίας, ιστορικών ταυτοτήτων, ιστορικών συνειδήσεων και άλλων κοινωνιολογικών πτυχών στις διακρατικές και διακρατικές σχέσεις. Από επιστημονική και επιστημολογική άποψη, όμως, απλά και ταπεινά δηλώνουν πως σκοπός τους δεν είναι να αμφισβητήσουν τις κυρίαρχες παραδοσιακές ιστοριογραφικές και διεθνολογικές επιστημονικές προσεγγίσεις (ο Θουκυδίδειος Πολιτικός Ρεαλισμός είναι η κυρίαρχη προσέγγιση στην ανάλυση των διεθνών σχέσεων) αλλά μόνο η συμπλήρωση κάποιων κενών με πολιτικό ενδιαφέρον για την αμερικανική στρατηγική. Όντως, συχνά δηλώνουν απερίφραστα ότι αυτή η στοχαστική σχοινοβασία έχει τουλάχιστον ένα «καλό» σκοπό: Να εξυπηρετήσει την αμερικανική στρατηγική και την διείσδυση των αμερικανικών συμφερόντων σε ένα κόσμο όπου η κυριαρχία πολλών κρατών όντως παραπαίει. Παραθέτω μερικά χαρακτηριστικά αποσπάσματα:
«Αμερικανοί ηγέτες σε προηγούμενες εποχές αυτόν τον αιώνα είχαν επιτύχει κάποια αποτελέσματα όταν καθοδηγούσαν την αμερικανική εξωτερική πολιτική προς την κατεύθυνση αναδόμησης της διεθνούς τάξης με όρους οργανωτικών κριτηρίων (organizing principles) που συντόνιζαν [το διεθνές σύστημα] σύμφωνα με τις κοσμοεικόνες που είχαν οι αμερικανοί για τον εαυτό τους, πιο συγκεκριμένα με τον αμερικανικό αστικοπολιτικό εθνικισμό …(η στρατηγική αυτή και ο τρόπος που σχετίζεται με τις «κριτικές» κονστρουκτιβιστικές» επιστημονικές αναζητήσεις) θα διαφέρει στα διάφορα σημεία του κόσμου ανάλογα με τις γεωπολιτικές συνθήκες» (Ruggie 1998). «O σκοπός (των αμερικανικών στρατηγικών) δεν ήταν απλώς να προωθήσουν συγκεκριμένους στόχους, αλλά να αλλάξουν τον τρόπο με τον οποίο οι συγκεκριμένες κοινωνίες βλέπουν τα οικεία συμφέροντα. H έμφαση αυτού που ο Nye ονομάζει “μαλακή ισχύς” σχετίζεται τόσο με ρεαλιστικούς φόβους [κατανομής ισχύος] για τη σχετική ισχύ όσο και με την [“κριτική”] κονστρουκτιβιστική ανάλυση για συλλογικά πιστεύω, πεποιθήσεις και ταυτότητες (Katzestein, Keohane, Krasner 1998). «(αναφορικά με την μαλακή ισχύς της αμερικανικής στρατηγικής) Εάν καταφέρω να σε κάνω να θέλεις αυτό που θέλω, τότε δεν χρειάζεται να σε αναγκάσω να κάνεις αυτό που δεν επιθυμείς» (Nye 2005). «Για να επιτευχθεί ένα «μεταεθνικό διεθνές σύστημα” θα πρέπει να αλλάξουν δραστικά οι ταυτότητες των (κοινωνιών) κρατών, και πιο συγκεκριμένα να μεταλλαχθούν στο πως τα κράτη σκέφτονται για τους εαυτούς τους, τους και για τα άλλα κράτη (περιγραφή Mearheimer 2007)
Για τους σκοπούς του παρόντος σύντομου σημειώματος, συμπληρώνω ότι δεν αναφερόμαστε σε κάποια μυστήρια συνωμοσιολογική ερμηνεία της διεθνούς πολιτικής αλλά στην αμερικανική στρατηγική. Οι αμερικανοί, των οποίων η ανάλυση διεθνών σχέσεων είναι σχεδόν πάντοτε απολύτως πολιτικά στρατευμένη (πλην ελάχιστων λαμπρών εξαιρέσεων), έξυπνα αναζητούν τρόπους εκμετάλλευσης της αφέλειας (ή άλλων κινήτρων, πιο πεζών, όπως αναρχικές ιδεολογίες ή ωφελήματα διεθνικών χρηματοδοτήσεων) όσων είναι πρόθυμοι να αποδυναμώσουν τα κράτη τους στο όνομα κάποιου διεθνιστικού σκοπού που –στην βάση της ρήσης «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα και τις διεθνικές χρηματοδοτικές συντροφιές– διευκολύνεται με την αποδόμηση των οικείων κοινωνιών. Η διεθνής βιβλιογραφία έχει καλύψει αυτό το ζήτημα εκτενέστατα. Παραπέμπω σε ένα σύντομο κείμενο το οποίο όχι μόνο εξηγεί την στρατηγική «μαλακής ισχύος» των ΗΠΑ αλλά επιπλέον παραπέμπει επίσης στις μεθοδεύσεις των αμερικανικών υπηρεσιών, στα «ιδρύματα» που στην Αμερική και στον υπόλοιπο κόσμο επιστρατεύονται και στους συγκεκριμένους σκοπούς που εκπληρώνονται με την οικοδόμηση «μαλακής ισχύος»: http://www.ifestos.edu.gr/47.htm. Διαβάζοντας αυτό το κείμενο, ο ενδιαφερόμενος θα διαπιστώσει ότι ένα σημαντικό μακρύ χέρι είναι και τα ιδρύματα του κερδοσκόπου Σόρος που λειτουργεί διεθνικά και συχνά ανεξάρτητα. Για οτιδήποτε θα μπορούσε να σημαίνει αυτό, σημειώνω ότι τα ιδρύματα Σόρος τα συναντάμε και στους χρηματοδότες των τεσσάρων βιβλίων του CDRSEE που αποτελούν και την αφετηρία των προσπαθειών «κριτικής» ιστοριογραφικής αποδόμησης των Βαλκανικών κοινωνιών. Κάθε λογικός αναγνώστης θα κατανοήσει απολύτως κατά πόσο αυτό εξυπηρετεί την αμερικανική (κατακτητική) «ειρήνη» και το όνειρο του τυχάρπαστου Σόρος «να έχει δική του εξωτερική πολιτική» ή την ισορροπία και την ειρήνη μεταξύ των Βαλκανικών κοινωνιών.
Τουλάχιστον στο δικό μας επίπεδο επιστημονικής κριτικής δεν ασχολούμαστε με υπόγειες διαδρομές και συμφέροντα. Νομιμοποιημένα όμως επισημαίνουμε ότι τέτοιες συναναστροφές με «σόρους, σοράκια και κοράκια» του αχανούς διεθνικούς χώρου δεν τις θεωρούμε συμβατές με την αξιολογικά ελεύθερη επιστημονική σκέψη (Βλ. http://www.ifestos.edu.gr/60.htm). Εμείς νοούμε το ακαδημαϊκό έργο όπως το πνεύμα και το γράμμα του νόμου και πάγιοι κώδικες επιστημονικής δεοντολογίας επιτάσσουν: Ανεπηρέαστο, αδέσμευτο, απαλλαγμένο πολιτικών εισροών, περιγραφικό της αλήθειας και αποστασιοποιημένο από αμφιλεγόμενες εκλεκτικές συγγένειες και συναναστροφές. Αν κάποιοι δεν ενοχλούνται όταν συναγελάζονται με τους υπαλλήλους των ιδρυμάτων του άκρως αμφιλεγόμενου Σόρος, περίεργους εφοπλιστές, ιδρύματα της υπερατλαντικής δύναμης, κτλ, για να γράψουν την ιστορία των Βαλκανίων, είναι ελεύθεροι να κατηφορίζουν αυτό τον ολισθηρό δρόμο αλλά δεν είμαστε υποχρεωμένοι να μην το λαμβάνουμε υπόψη και να μην αποστασιοποιούμαστε.
Υπάρχει όμως και μια τέταρτη «κριτική» τάση, στοχαστικό υποπροϊόν των πιο πάνω: Όπως οι αυλικοί οι οπαδοί είναι πάντοτε βασιλικότεροι του βασιλέως. Η τάση αυτή εκδηλώνεται με ημιμαθείς, ιδεοληπτικές και φανατισμένες θέσεις φορέων επιστημονικών τίτλων, κυρίως σε παρακμασμένες και παραπαίουσες κοινωνίες των οποίων οι επιστημονικές τους κοινότητες φθίνουν και παρακμάζουν. Στις περιπτώσεις αυτές αφθονούν τα ιδεολογήματα και τα αστεία θεωρήματα που τα στηρίζουν. Όσο περισσότερο αυξάνονται αριθμητικά τα στοχαστικά υποπροϊόντα τόσο πιο προπετή γίνονται οι θέσεις, τόσο περισσότερο συσκοτίζουν την ποιοτική τους βαθμίδα με αυτοαναφορικές αλληλοενισχύσεις και τόσο περισσότερο χαμηλώνει η ποιοτική βαθμίδα των συζητήσεων στον δημόσιο διάλογο. Το μόνο επιχείρημα που τους μένει όταν θίγεται η διϋποκειμενική αλήθεια είναι το «εμείς είμαστε επιστήμονες-ιστορικοί και εσείς όχι». Γι’ αυτό καλά θα κάνουμε να «φωτογραφίσουμε» τις μεθοδεύσεις τους και να τους ξεσκεπάσουμε επιστημονικά και επιστημολογικά.
Κατ’ αρχάς, τα φαινόμενα της επιστημονικής παρακμής επιχειρείται να επισκιαστούν με οχλαγωγίες, με λίστες υπογραφών ακαδημαϊκών και με φανατισμούς επιφυλλιδογράφων ή αστέρων των τηλεοπτικών πάνελ όταν επισείουν τίτλους ως δήθεν αμάχητο τεκμήριο επιστημοσύνης. Ο κατήφορος συμπεριλαμβάνει υπόγειες ή πιο φανερές διασυνδέσεις με τον παραταξιακό χώρο και διεθνικές «δυνάμεις» που αν και επιστημονικά αδιάφορες μπορεί να θρέφει ένα στρεβλό «επιστημονικό» χώρο που έχει μόνο έρεισμα την αριθμητική αύξηση αυτών που φωνάζουν και κραυγάζουν «κριτικά» και δευτερογενές έρεισμα την στήριξη διεθνικών «δυνάμεων» και συστημάτων πολιτικής εξάρτησης.
Κυριολεκτικά αποσπασματικά και «τραβώντας από τα μαλλιά» ασύνδετα πράγματα είναι φυσικό να διατείνονται πως αντιπροσωπεύουν, δήθεν, μια διεθνώς κυρίαρχη ιστοριογραφία ή διεθνολογία που δήθεν κυριαρχεί πολιτικά στην Ευρώπη. Μπροστά σ’ αυτή πρέπει, δήθεν, όλοι να γονατίσουν. Όσοι δεν γονατίσουν ή σιωπήσουν μπροστά σε τέτοιες τσαρλατανιές η –για «κάποιο περίεργο λόγο» διασφαλισμένη– πρόσβαση σε επιφυλλίδες και πάνελ εξασφαλίζει δολοφονίες των επιστημονικών και των πολιτικών χαρακτήρων όσων διαφωνούν: Κάνοντας τεράστια και επιστημονικά αντιδεοντολογικά άλματα συλλογισμών λένε ότι αν «ο Α και ο Β είπαν ότι ο γάιδαρος δεν έχει φτερά, άλλα επειδή αμφότεροι το λένε είναι ιδεολογικά όμοιοι, άρα δεν δικαιούνται να ομιλούν και άρα εμείς είμαστε καθαρόαιμοι και φιλειρηνιστές, ενώ όσοι διαφωνούν είναι εθνικιστές, πολεμοκάπηλοι και ίσως αιμοσταγείς».
Αφού φωτογραφίσαμε τις επικοινωνιακές τους πρακτικές, καλά κάνουμε τώρα νηφάλια να τονίσουμε το προαναφερθέν γεγονός, δηλαδή τον χαρακτήρα και το περιεχόμενο της μίζερης αναπαραγωγής «κριτικών» υποπροϊόντων σε παρακμάζουσες και ανυποψίαστες κοινωνίες. Ακριβώς, γράφεται σε αναφορά με τις πιο ακραίες και επιστημονικά αμφιλεγόμενες εκδοχές των «κριτικών» τάσεων, προσφέρεται (στους «κριτικούς) «η δυνατότητα, δρώντας πολιτικά διαμέσου ΜΚΟ και άλλων συνομαδώσεων) «να αναπτύξουν συμμαχίες και διασυνδέσεις διαμέσου των συνόρων και σ’ όλη την υδρόγειο, οι οποίες, μακροπρόθεσμα, θα υπηρετήσουν τον σκοπό υπονόμευσης των “ιστορικών δομών” [δηλαδή των εθνών-κρατών] και θα δημιουργήσουν ορατές αλλαγές στην παγκόσμια πολιτική» (Lipschutz 1992). Αν διαβάζοντας τέτοια κείμενα είναι πειρασμός για κάποιον να πει ότι σε κάποια μικρά επιστημονικά μυαλά μπαίνουν μεγάλες ιδέες, στα ημέτερα Βαλκάνια «σόροι, σοράκια και κοράκια» κυριολεκτικά οργιάζουν, με το να εκτρέπουν τις συζητήσεις σε ακόμη πιο επισφαλή μονοπάτια, με το να προκαλούν επιστημονική σύγχυση και με το να διαφθείρουν έτσι τον δημόσιο διάλογο. Δημόσιο διάλογο μεταξύ των μελών της κοινωνίας που θα ανέμενε από τους φορείς ακαδημαϊκών τίτλων εγκυρότητα, αξιοπιστία και προσήλωση στα ουσιαστικά και σημαντικά της επιστημονικής προσπάθειας.
Έτσι βλέπουμε κάποιους να διατείνονται πως είναι υψηλοί αντιπρόσωποι κάποιας δήθεν μεγάλης ιστοριογραφικής σχολής. Η επιστημονική αλήθεια, εν τούτοις, είναι ότι οι επικλήσεις τους αφορούν τις πιο οριακές, τις πιο πολιτικοποιημένες, τις πιο ιδεολογικοποιημένες και τις ελάχιστα επιστημονικές των πιο ακραίων και αμφιλεγόμενων επιστημολογικών αιρέσεων που διανθίζουν με σορικά ιδεολογήματα και πνευματικό σανό που οι ηγεμονικές δυνάμεις ή οι ποικιλόχρωμοι διεθνικοί χρηματοδότες προορίζουν μόνο για κοινωνίες-στόχους τους (βλ. πιάνω θέσεις για τους αμερικανικούς σκοπούς όσον αφορά τους «κριτικούς»).
Σπρώχνοντας στα πιο στοχαστικά ακραία και πολιτικά επικίνδυνα όρια μερικές σκέψεις υποπροϊόντα της «σχολής της Φραγκφούρτης»και των πιο ακραίων «μεταεθνικών» υποπροϊόντων της, θέλουν να διευρύνουν τις αποδομητικές δραστηριότητές τους για να συμπεριλάβουν τα ελληνικά σχολεία και πανεπιστήμια (για τα τελευταία ίσως είναι πια αργά).
Ακόμη και για ένα ελάχιστα πληροφορημένο για αυτές τις οριακές τάσεις στην διεθνή βιβλιογραφία, είναι σαφές πως ότι λένε, ότι γράφουν και ανεξαρτήτως ωραιοποιητικών ή επιστημονικών μεταμφιέσεων, οδηγεί ευθέως, στην υπονόμευση των ιστορικών εθνικών συνειδήσεων, στην αμφισβήτηση της διϋποκειμενικής ιστορικής γνώσης, στην συγγραφή αποδομητικών ιστορικών αφηγήσεων που εξομοιώνουν θύτες και θύματα και στην εν γένει αποδόμηση των εθνικών-κρατικών δομών («εθνοκεντρικών» τις ονομάζουν, υποτιμητικά).
Εδώ, ακριβώς, είναι σημαντικό να τονιστεί πως ενδιαφέρουν όχι οι προθέσεις ή τα ελάχιστα διαφανή ωφελήματα των διεθνικών χρηματοδοτήσεων (αυτό ας το ψάξουν όσοι ενδιαφέρονται αρμοδίως) αλλά η υπερβολική, ακραία και άκρως αμφιλεγόμενη πορεία των κοινωνικών επιστημών και ιδιαίτερα η ιστοριογραφία στα Βαλκάνια.
Οι ημέτεροι Βαλκάνιοι «κριτικοί», κινούμενοι βασικά εκτός ορίων της διεθνούς βιβλιογραφίας και «νομιμοποιώντας» αυτοαναφορικά τις περιθωριακές τους απόψεις, βασικά διατείνονται δημοσίως πως δικαιούνται, δήθεν, να πετάνε στα σκουπίδια κώδικες και δεοντολογίες επιστημονικής ουδετερότητας και την υποχρέωση ακριβούς περιγραφής. Σχεδόν σε κανένα κείμενο από τα χιλιάδες που διαβάσαμε της κριτικής βιβλιογραφίας δεν διακρίναμε μια τέτοια στάση. Γι’ αυτό, δεν εκπλήττει η προπέτεια με την οποία δηλώνεται πως είναι στρατευμένοι στην εκπλήρωση συγκεκριμένων πολιτικών σκοπών (που όλως περιέργως κάποιοι δυτικοί διεθνοεθνικιστικές αν και θα το θεωρούσαν ως εγκληματικό για την δική τους χώρα για τα «κράτη-στόχους» το θεωρούν ως αναγκαίο πνευματικό κουτόχορτο για τους ιθαγενείς υποψήφια θύματα των ηγεμονικών αξιώσεων).
Η «τέταρτη τάση» που μόλις σκιαγραφήσαμε, δηλαδή η πιο ακραία, εξτρεμιστική και επιστημονικά-πολιτικά επικίνδυνη αντίληψη της ούτως ή άλλως αμφιλεγόμενης «κριτικής» θεώρησης, φαίνεται πως τελικά ευδοκίμησε σε κάποιες βαλκανικές χώρες (στην Ρωσία οι ΜΚΟ που την έθρεφαν με αμερικανικά κονδύλια και λεφτά του Σόρος ελέγχθηκαν νομοθετικά). Στο επιστημονικό τέλμα που οδηγεί φαίνεται πως διολισθαίνουν –συνειδητά ή ανεπίγνωστα, είναι επιστημονικά αδιάφορο– οι πλείστοι έλληνες «κριτικοί».
Ακόμη, συνεκτιμώντας όλους τους παράγοντες αυτού του ιδιόμορφου φαινομένου, βλέπουμε ότι στα Βαλκάνια και ιδιαίτερα στην Ελλάδα, ενώνονται νήματα κλασικού αναρχισμού, ηγεμονικού νεοφιλελευθερισμού, παρωχημένου διεθνισμού, αφελούς κοσμοπολιτισμού και διεθνοαναρχικού «σορισμού». Η άγνοια της πολιτικής ηγεσίας και των υπόλοιπων διανοουμένων (και των δημοσιογράφων) για τον πραγματικό χαρακτήρα αυτών των παρακμιακών φαινομένων οδηγεί σε περαιτέρω εκτροχιασμό του ελληνικού δημόσιου διαλόγου. Δημιουργεί κινδύνους, επίσης, μετατροπής των μαθητών σε πνευματικό σκουπιδοτενεκέ ακραίων και εξτρεμιστικών «κριτικών» απόψεων που καμιά σχέση δεν έχουν με την ειρήνη και την σταθερότητα στις διεθνείς σχέσεις. Ούτε καμιά σχέση έχουν, βεβαίως, με βάσιμες επιστημονικές θεωρήσεις που κυριαρχούν στην διεθνή βιβλιογραφία (συμπεριλαμβανομένων των «κριτικών»).
Για να το θέσουμε με απλά λόγια: ημιμαθή αναμασήματα των πιο ακραίων ξένων παρακμασμένων (και οριακών στις κοινωνικές επιστήμες) τάσεων οδηγούν κάποιους στην Ελλάδα σε ακρότητες και επικλήσεις επιστημονικών τίτλων για εκπλήρωση πολιτικών σκοπώ. Το αποτέλεσμα είναι μια απίστευτη οχλαγωγία που δεν τιμά τον δημόσιο και επιστημονικό διάλογο στην Ελλάδα (μερικοί διευθυντές εφημερίδων, πάντως, φέρουν την κύρια πολιτική ευθύνη όταν φιλοξενούν δέκατης ή εικοστής κατηγορίες ιδεολογήματα και τα θεωρήματα).
5. Περί ιστορικών μύθων και οι «κριτικοί» μυθολόγοι. Ένα άλλο ανησυχητικό φαινόμενο είναι η πνευματική προπέτεια κάποιων όταν, φαινομενικά τουλάχιστον συντονισμένα, χρησιμοποιούν τον επιστημονικό τους μανδύα για να εξευτελίσουν καίριους, βάσιμους και σημαντικούς επιστημονικούς όρους και έννοιες. Θλίβει αν σε μια χώρα που πληρώνει τεράστια ποσά για την ύπαρξη πανεπιστημιακών τμημάτων κοινωνικών επιστημών, αυτά διολισθαίνουν στην πιο ακραία εκδοχή αποδομητικής «κριτικής» προπαγάνδας. Γι’ αυτό όλοι είναι υποχρεωμένοι να υποστηρίξουν όχι μόνο τα επιστημονικά αυτονόητα και πασίγνωστα αλλά επίσης και τα λογικά και πασίδηλα.
Καταντήσαμε να ακούμε τηλεοπτικούς διαπληκτισμούς όταν κάποιοι επικαλούνται συμβατικούς επιστημονικούς τίτλους («ιστορικού», «διεθνολόγου» κτλ) ως αμάχητο δήθεν κριτήριο επιστημονικής εγκυρότητας, με πασίδηλο σκοπό να μεταμφιέσουν αποδομητική «κριτική» πολιτική προπαγάνδα και να κατεδαφίσουν την διϋποκειμενική ιστορική γνώση. Δηλαδή, την ιστορική αφήγηση κάθε κοινωνίας για τους αγώνες ελευθεριας των προγόνων της που περιγράφει καλύτερα –και κυρίως ακριβέστερα– από κάθε φορέα επιστημονικών τίτλων, τις κινητήριες διαμορφωτικές δυνάμεις της ιστορίας, τον διαμορφωτικό χαρακτήρα των αγώνων ελευθερίας, τον δυναστικό χαρακτήρα των δυναστικών αυτοκρατορικών γεγονότων, τον φασιστοειδή χαρακτήρα των ηγεμονισμών όλων των εποχών, τη σημασία της λαϊκής αντίστασης κατά των ηγεμονισμών και τους κινδύνους για την αξιοπρεπή επιβίωση μιας σημερινής κοινωνίας από τα αίτια πολέμου που σχετίζονται με το ιστορικό γίγνεσθαι.
Ασφαλώς, το ζήτημα «μύθος», «κοινωνικό φαντασιακό» και λαϊκή ιστορική αφήγηση στην ιστοριογραφία, εν γένει, είναι μεγάλο. Εδώ μπορούν να γίνουν μόνο κάποιες νύξεις χωρίς να εξαντλείται το μεγάλο αυτό επιστημονικό και επιστημολογικό ζήτημα.
Προκαλεί θλίψη η ισοπέδωση όρων και εννοιών οι οποίοι αν και στην ιστοριογραφία έχουν συγκεκριμένο νόημα που αποδέχονται όλοι οι καλοί ιστορικοί του κόσμου για τους έλληνες πρωταθλητές των τηλεοπτικών και επιφυλλιδογραφικών διαπληκτισμών γίνονται αντικείμενο «κριτικής» πολιτικής προπαγάνδας. Έτσι, για παράδειγμα, με άλματα συλλογισμών που θα θαύμαζε και ο γκέμπελ ταυτίζονται, μεταξύ άλλων, οι έννοιες «μύθος» με το «μυθολόγημα», το «κοινωνικό φαντασιακό» με την «φαντασιοπληξία» και η αυτοδίκαιη ελεύθερη άσκηση αυτοδιάθεσης στο εσωτερικό μιας κυρίαρχης κοινωνίας όταν καλλιεργεί τις «παραδόσεις» της και τον «πολιτισμό» της με την «προγονοπληξία».
Ισοπεδωτικές εξομοιώσεις όπως αυτές αποτελούν επιτήδεια ιστοριογραφική τσαρλατανιά που μόνο πολιτική προπαγάνδα μπορεί να εξυπηρετήσει και όχι την επιστημονική ιστοριογραφία ή ευρύτερα την επιστήμη. Με κίνδυνο να υπεραπλουστεύσω, λόγω χώρου, επισημαίνω ότι τα ζητήματα των «μύθων» και του «κοινωνικού φαντασιακού» θέτουν επιστημολογικά και ιστοριογραφικά ζητήματα που δεν μπορούν να ισοπεδώνονται για να εξυπηρετούνται οι ανάγκες της μιας ή της άλλης επιστημονικά μεταμφιεσμένης «κριτικής» πολιτικής μονομέρειας.
Συντομογραφικά, αναφέρεται ότι η μυθική ιστορική αφήγηση δεν εξομοιώνεται με την συμβατική λέξη «παραμύθια» ή κατ’ ανάγκη με το εξωπραγματικό, το μεταφυσικά προσδιορισμένο και το ιστορικά αναληθές. Σε κάποιο τουλάχιστον σημαντικό βαθμό, αποτελεί συστατικό στοιχείο των συλλογικών κοσμοεικόνων που η καλή ιστοριογραφία διερευνά με σοβαρότητα και όχι περιπαικτικά και υβριστικά. Οπωσδήποτε, όσον αφορά την διυποκειμενική ιστορική αφήγηση κάθε λαού δεν την πετάς στα σκουπίδια αλλά την συνεκτιμάς δεόντως σε αναφορά με πραγματολογικά επαληθευμένες ιστορικές συνθήκες, με τις βαθύτερες πνευματικές και αισθητές κινητήριες δυνάμεις του ιστορικού γίγνεσθαι και με τα κύρια διαμορφωτικά ιστορικά γεγονότα. Για παράδειγμα:
α) Πιθανές υπερβολές της διϋποκειμενικής ιστορικής αφήγησης τις συνεκτιμάς με τις πραγματολογικά επαληθευμένες συνθήκες τη εκάστοτε ιστορικής συγκυρίας (που μπορεί κάτω από τις ιστορικές συνθήκες της συγκυρίες αυτής να μην ήταν ουσιαστικές υπερβολές ή ούτε καν υπερβολές). Υπερβολές ή οι με σημερινούς όρους μη αληθοφανείς λαϊκές αφηγήσεις δυνατό να συμβολίζουν όχι ιστορικές αναλήθειες αλλά την λαϊκή αντίσταση σε χαλεπούς καιρούς και υπό το πρίσμα του ιστορικού γεγονότος πως πολλές κοινωνίες επιβίωσαν ως διακριτές οντότητες επί πολλούς αιώνες και ενάντια στις γενοκτονίες, στις εθνοκαθάρσεις και στις αφομοιωτικές πρακτικές. Μηδενισμός αυτής της λαϊκής αφήγησης δεν μπορεί παρά να οδηγεί σε απονεύρωση της διαμορφωτικής ιστορικής μνήμης μιας κοινωνίας.
β) Συνεκτιμάς τις διάφορες πτυχές της διϋποκειμενικής ιστορικής αφήγησης, επίσης, όταν εμφανίζει ήρωες της ελευθερίας ως σχεδόν υπεράνθρωπους και που τείνει να καθαγιάζει τα ατομικά ελαττώματά τους υπό το πρίσμα των (ηθικά αμάχητων) αγώνων ελευθερίας που συνέτριψαν δυναστικές αυτοκρατορίες υπέρτερης ισχύος. Μηδενίζοντας αυτές τις πτυχές μηδενίζεις τα αίτια στα οποία οφείλεται η σημερινή εθνική ανεξαρτησία. Την τελευταία, πάντως, αντιπαθεί κάθε συνεπής «κριτικός» (γι’ αυτό ο συνεπής «κριτικός» μάλλον θα θεωρήσει την κριτική μας κομπλιμέντο).
γ) Συνεκτιμάς, επιπλέον, τα αίτια στα οποία οφείλεται η ένταση με την οποία οι λαοί ενθυμούνται το ιστορικό τους παρελθόν, τα αίτια στα οποία οφείλεται η προσκόλληση σε κάποια πρότυπα (όχι «στερεότυπα») ηρωικών κατορθωμάτων και την σχέση παρελθόντων γεγονότων με σύγχρονες κοσμοεικόνες «εχθρών και φίλων». «Εχθρών και φίλων», οι οποίοι αν και για κάποιους εγγενείς γεωγραφικούς και ανθρωπολογικούς λόγους εναλλάσσονται, σχετίζονται, εν τούτοις, με συγκεκριμένες εκδηλώσεις ηγεμονικών αξιώσεων εκ μέρους «Άλλων». Σχετίζονται, επιπλέον, με τον τρόπο που διαχρονικά οι κοινωνίες και ηγεσίες αυτών των «Άλλων» αξιώνουν ηγεμονία, παραβιάζουν τις διεθνείς συνθήκες και το διεθνές δίκαιο και περιφρονούν τις πρόνοιες των διεθνών θεσμών. Μηδενίζοντας αυτές τις πτυχές, αφοπλίζεις ψυχικά και συνειδησιακά τις φιλειρηνικές κοινωνίες αφήνοντάς της έρμαιο στις αξιώσεις συρρίκνωσής της [Η μη επέκταση των χωρικών υδάτων στο Αιγαίο βάση του διεθνούς δικαίου δεν είναι συρρίκνωση; Το σχέδιο Αναν δεν ήταν συρρίκνωση της ελευθερίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων; Η απώλεια της Θράκης που οι Τούρκοι εμφανίζουν ως Τουρκική επαρχία δεν θα είναι συρρίκνωση;]
δ) Συνεκτιμάς επίσης την λαϊκή επιθυμία να διαφυλάξει την διϋποκειμενική ιστορική αφήγηση για τους αγώνες ελευθερίας υπό το πρίσμα του ευρύτερου συγχρόνου διεθνούς συστήματος όπως αυτό προέκυψε μέσα από το διυποκειμενικά γνωστό ιστορικό γίγνεσθαι των τελευταίων αιώνων. Δεν μας προξενεί εντύπωση ότι οι ίδιοι κριτικοί και οι υποστηρικτές τους μετά το 1990 εκτέθηκαν και πάλιν γράφοντας πως επέρχεται ένας περίπου ανθόσπαρτος διεθνής βίος. Οι κοινωνίες και πάλιν γνωρίζουν καλύτερα από αυτούς τι συμβαίνει γύρω τους. Δηλαδή, ότι το διεθνές σύστημα είναι ένα εξαιρετικά ανταγωνιστικό, συχνά εχθρικό και πολύ συχνά επικίνδυνο περιβάλλον. Επίσης, ότι το διεθνές σύστημα ενέχει εγγενή χαρακτηριστικά: 1) Προέκυψε μέσα από αγώνες ελευθερίας σχετικά πρόσφατους. 2) Είναι πλήρες αιτιών πολέμου τα οποία σχετίζονται με αυτούς τους αγώνες ελευθερίας και το «παράπονο» των διαδόχων κρατών των δυναστικών αυτοκρατοριών ότι έχασαν τις δυναστικές αξιώσεις τους. 3) Χαρακτηρίζεται από ηγεμονικές αξιώσεις φορείς των οποίων «όλως περιέργως» είναι τα διάδοχα κράτη πρώην δυναστικών αυτοκρατοριών. Και 4) είναι γεμάτο απειλές, κινδύνους για την συλλογική επιβίωση, για την εσωτερική-εξωτερική κυριαρχία και την αξίωση μιας λιγότερο ισχυρής κοινωνίας για αξιοπρέπεια και ανεπηρέαστη απόλαυση της συλλογικής πολιτισμικής και πολιτικής ετερότητάς της. Μηδενίζοντας τέτοιες ενστικτώδεις λαϊκές συμπεριφορές μηδενίζεις τις αντιστάσεις κατά των ηγεμονικών αξιώσεων. Ακόμη και γνωστικά νήπια γνωρίζουν ότι οι «κριτικοί» συνειδητά ή ανεπίγνωστα μόνο ένα τέτοιο αποκρουστικό ρόλο μπορούν να διαδραματίσουν. Ακόμη και νήπια γνωρίζουν ότι η αποδόμηση μίας ή δύο κοινωνιών δεν θα αλλάξουν τις απρόσεκτες κοινωνίες παρά μόνο θα τις καταστήσουν εύκολη λεία των ηγεμονικών αξιώσεων.
Όσον αφορά τουλάχιστον τις κινητήριες διαμορφωτικές δυνάμεις της ιστορίας η διϋποκειμενική ιστορική γνώση είναι αλάνθαστη και συνήθως απόλυτα ακριβής. Εντούτοις, εάν και όταν (κατ’ εξαίρεση) η ιστορική αφήγηση διογκώνει κάποιες συγκεκριμένες πτυχές (και τις ανάγκες της η κοινωνία τις γνωρίζει καλύτερα από τους «κριτικούς» μυθογράφους), αυτό δεν είναι άσχετο με την ακριβή ιστορική πραγματικότητα και τα πραγματικά ιστορικά γεγονότα. Μάλλον φωτίζει την ιστορική πραγματικότητα παρά την παραποιεί. Η λαϊκή διϋποκειμενική γνώση είναι σε κάθε περίπτωση η ακριβέστερη περιγραφή των μεγάλων διαμορφωτικών γεγονότων. Απεικονίζει επακριβώς και ενσαρκώνει στην συλλογική συνείδηση τις συγκυριακές ιστορικές συνθήκες μεγάλων διαμορφωτικών ιστορικών γεγονότων, περιγράφει τον πραγματικό χαρακτήρα της σύγκρουσης των αξιώσεων ελευθερίας με τις κατεξουσιαστικές αξιώσεις και εκφράζει αληθινά και παραστατικά τον πραγματικό χαρακτήρα του διλήμματος «ελευθερία ή θάνατος». Ανάλογη ιστορική αφήγηση έχουν όλες οι ζωντανές κοινωνίες τα μέλη της οποίας «θυμούνται» τις ιστορικές στιγμές και τα πραγματικά-αληθή γεγονότα που τους έφεραν την ελευθερία ή τα λάθη που τους προκάλεσαν απώλειες. Οι μεγάλες μορφές αυτών των στιγμών, εξάλλου, ήταν άτομα όπως όλα τα άλλα. Ως αγωνιστές της ελευθερίας, όμως, υπερβαίνουν τις συνήθεις ανθρώπινες δυνατότητες μιας και συντρίβουν απείρως υπέρτερους αντιπάλους. Όταν το πετύχουν, εκπληρώνουν τον ηθικά αμάχητο σκοπό της επιβίωσης και απελευθέρωσης μιας κοινωνίας. Αν και όχι υπεράνθρωποι (με την μεταφυσική έννοια του όρου) υπερβαίνουν εντούτοις τις συνηθισμένες ανθρώπινες δυνατότητες, γεγονός που ασθενείς ψυχές αδυνατούν να κατανοήσουν.
Για παράδειγμα: Ακόμη, έστω και αν δεν υπήρχε κάποιο υπόγειο καταφύγιο (αν και μάλλον βεβαιώνεται ότι υπήρχε όχι ένα αλλά πολλά, πλην όμως αυτό είναι ιστοριογραφικά αδιάφορο), η ιστορική κοσμοεικόνα του «κρυφού σχολειού» αποτελεί διϋποκειμενική ιστορική αφήγηση που περιγράφει τον ρόλο του κλήρου στην πνευματική συντήρηση των κατοίκων μιας υπόδουλης περιοχής στην Ελλάδα και μιας κοινωνίας που αγωνιζόταν να συντηρήσει τις παραδόσεις της, τον πολιτισμό της, τις θρησκείες της και την ίδια την ύπαρξή της. Η ανακάλυψη κάποιου υπόγειου καταφυγίου (που μάλλον δεν θα έχει ταμπέλα με τίτλο «κρυφό σχολειό») δεν θα αποτελέσει κάποια μεγάλη ανακάλυψη. Απλά θα επιβεβαιώσει κάτι που είναι στην λαϊκή μνήμη ζωντανό γιατί ακριβώς ήταν ιστορικά αληθές και πραγματικό.
Είναι λοιπόν ένα πράγμα η διόρθωση κάποιων ιστορικών ανακριβειών (αποτελεί ύβρη ο ισχυρισμός πως κάποιοι ζητούν να μην γίνεται αυτό) και άλλο: α) η εξομοίωση του θύτη με το θύμα, β) η εξομοίωση των φασιστοειδών αυτοκρατορικών αξιώσεων με το τις αξιώσεις ελευθερίας, γ) η εξομοίωση του αίματος των αγωνιστών της ελευθερίας με το αίμα των στρατιωτών του δυνάστη, δ) η εξομοίωση των αταξιών κάποιων στρατιωτών σε μια μάχη με την γενοκτονία των ελλήνων μικρασιατών και ε) ο μηδενισμός της ζωντανής διυποκειμενικής ιστορικής μνήμης που αποτελεί ενδεχομένως και την ακριβέστερη ιστορική αφήγηση για το ιστορικό γίγνεσθαι (μπροστά στην οποία οι ιστορικοί έχουν χρέος να γονατίζουν και να συνεκτιμούν δεόντως)
Μπορεί βεβαίως η παρακμή μιας κοινωνίας να οδηγήσει στην εφήμερη επικράτηση κάποιων «κριτικών» ιδεολογημάτων και θεωρημάτων σε κάποια σχολικά βιβλία. Ελάχιστα θα επηρεάσει το ιστορικό γίγνεσθαι (μάλιστα προς την αντίθετη κατεύθυνση από αυτή που διακαώς επιθυμούν οι αποδομηστές «κριτικοί») και ασφαλώς διόλου δεν θα επηρεάσει την ιστορική αλήθεια που κάποιοι πάντα θα ξέρουν και πάντα θα καλλιεργούν.
Η ιστορική αλήθεια για το ιστορικό γίγνεσθαι και τους εκάστοτε εχθρούς και φίλους δεν ξεχνιέται και δεν αποδομήται. Αυτό γιατί σχετίζεται με διαχρονική διαμόρφωση μιας ζωντανής κοινωνίας, τις διαιωνιζόμενες από γενιά σε γενιά ιστορικές της μνήμες για τα αληθινά ιστορικά γεγονότα, τις διαχρονικά καταμαρτυρούμενες ιστορικές ρίζες και τις απτές σύγχρονες ανάγκες μιας φιλειρηνικής κοινωνίας για συλλογική αυτογνωσία. Δεν είναι τυχαίο ότι η επιστημονικά μεταμφιεσμένη «κριτική» πολιτική προπαγάνδα που επιχειρεί να αποδομήσει την αλάνθαστη διϋποκειμενική ιστορική γνώση επιχειρεί ταυτόχρονα να αποδομήσει πασίδηλες και πολιτικά-νομικά τεκμηριωμένες αναθεωρητικές και ηγεμονικές απειλές κατά του συγχρόνου ελληνικού κράτους και κατά του κατεχόμενου και απειλούμενου κυπριακού κράτους.
Ετικέτες
Ιστορικός αναθεωρητισμός,
Παναγιώτης Ήφαιστος
Ο ιστορικός αναθεωρητισμός του κ. Βερέμη
Συγγραφέας: Σπύρος Κουτρούλης
Φύλλο 11
Άρδην-Ρήξη
Ο κ. Βερέμης, ως γνωστόν, έχει αναλάβει κεντρικό ρόλο στην διαμόρφωση της κυβερνητικής πολιτικής στον χώρο της παιδείας.
Παράλληλα ως από καθέδρας ιστορικός επανερμηνεύει την νεώτερη ελληνική ιστορία για τις ανάγκες της νεοφιλελεύθερης πολιτικής και του νέο-οθωμανισμού.
Όπως γράφει στον πρόλογο του βιβλίου του (Ελλάς η σύγχρονη ιστορία. Από το 1821 μέχρι σήμερα, εκδ. Καστανιώτη) και επαναλαμβάνει σε συνέντευξή του στο «Βήμα»(25/2/2007) η ιστοριογραφία του είναι αναθεωρητική. Όμως ο αναθεωρητισμός είναι ένας όρος επιβαρυμένος, διότι ονοματίζει την προσπάθεια ορισμένων ιστορικών να ερμηνεύσουν τα σημαντικότερα γεγονότα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου με τέτοιο τρόπο ώστε να δικαιώνεται τελικά ο ναζισμός.
Βέβαια η περίπτωση του κ. Βερέμη δεν είναι τέτοια. Ο λόγος του όμως είναι βαθύτατα ιδεοληπτικός και μανιχαϊστικός, δεν γνωρίζει αποχρώσεις. Παρουσιάζει δε αξιοπρόσεκτη ταύτιση στην ερμηνεία της ιστορίας με κάποιους άλλους νεώτερους ιστορικούς ή δημοσιογράφους που δηλώνουν «αριστεροί». Ελιτιστής, εχθρεύεται τον λαό ως επιστημονική κατηγορία και ως ζωντανή πραγματικότητα. Όπως λέγει στον δημοσιογράφο του «Βημάτος» «Μέσα σε κάθε Έλληνα παραμονεύει ένας βραχυπρόθεσμος αρματολός, ο οποίος θέλει να κρατήσει τα κεκτημένα». Με αυτόν τον τρόπο συκοφαντείται ο αντιστασιακός χαρακτήρας του νεώτερου ελληνισμού. Διότι οι «αντάρτες» είτε ανέβηκαν στα βουνά, είτε έζησαν μέσα στις πόλεις, έχουν ένα προσωπικό κόστος για τις επιλογές, που δεν έχουν βέβαια όσοι θωπεύουν την εκάστοτε εξουσία, ή επωφελούνται από τα διάφορα σχέδια Marshall ή τα ευρωπαϊκά προγράμματα.
Όπως και ο Ράμφος, θεωρεί την ελληνική οικογένεια μεγάλο εμπόδιο για το θρυλούμενο εκσυγχρονισμό. Αλλά το σημαντικότερο πρόβλημα γι’ αυτόν είναι η «κατατμημένη κοινωνία». Βεβαίως το αντίθετο της είναι ο ισοπεδωτισμός, η ομοιομορφία της ολοκληρωτικής κοινωνίας. Φυσικά από τον αναθεωρητισμό του κ. Βερέμη δεν μπορούσε να λείψει η προσπάθεια να εξιδανικευτεί η τουρκοκρατία. Όπως λέγει ένας από τους μύθους του νεοελληνικού κράτους είναι η «δίωξη της ελληνοφωνίας από τους Οθωμανούς, πράγμα που δεν είναι αλήθεια».
Ο κ. Βερέμης εμπνέεται, όπως ισχυρίζεται, από τον Ευρωπαϊκό Διαφωτισμό, τον Κοραή, τον Ρήγα Φεραίο, τον Καποδίστρια. Εμπόδιο σε μια διαφωτισμένη Ελλάδα είναι, λέει, «οι έχοντες μικρό ή μεγάλο κομμάτι της τοπικής ή κρατικής εξουσίας, άνθρωποι που δεν θέλουν να αλλάξει το κεκτημένο. Ήταν οι πρόκριτοι, οι κοτζαμπάσηδες, οι αρματολοί, οι τοπικοί λαϊκιστές ηγέτες που κολάκευαν το θυμικό του πληθυσμού, ο Παπουλάκος ως θρησκευόμενος λαϊκιστής» (Βήμα 25.2.2007). Πρότυπό μας πρέπει να είναι η Δύση «έστω η Ιταλία» έστω και αν σε αυτή την χώρα ξεχειλίζει η διαφθορά, η μαφία, η αρπαγή του δημόσιου χρήματος.
Η πραγματικότητα βέβαια είναι περισσότερο πολύπλοκη από τα σχήματα που χρησιμοποιεί ο κ. Βερέμης. Δίχως την αποφασιστικότητα των κλεφταρματολών δεν θα είχε ξεσπάσει καν η ελληνική επανάσταση, θα περίμεναν μαζί με τον Κοραή να «ωριμάσουν οι συνθήκες». Ο Ρήγας Φεραίος θεωρούσε ως προϋπόθεση για απελευθέρωση από την τουρκική κυριαρχία, την ενότητα των βαλκανικών λαών, που φυσικά όλοι οι δυτικόπληκτοι δεν μπορούν να δεχθούν. Ο Καποδίστριας είχε θεμελιώσει το κοινοτικό σύστημα στην Ελβετία, ενώ όπως απέδειξε ο καθηγητής Ν. Πανταζόπουλος αποδέχθηκε την ισοτιμία του εθιμικού και του θετού δικαίου, γεγονός που ευνοούσε τον κοινοτισμό. Ο κοινοβουλευτισμός πέρα από την κριτική που μπορεί να του ασκηθεί από την πλευρά της άμεσης δημοκρατίας έπαιξε στην Ελλάδα ένα τελείως διαφορετικό ρόλο από... Δύση. Όπως γράφει ο Π. Κονδύλης ο κοινοβουλευτισμός στην μετεπαναστατική Ελλάδα, «όχι μόνον ήταν όργανο ιμπεριαλιστικής επιρροής, αλλά και αγωγός των παραδοσιακών, ενάντιος προς τον ριζικό εκσυγχρονισμό πατριαρχικών δυνάμεων και νοοτροπιών» (Π. Κονδύλη: «Η παρακμή του αστικού πολιτισμού» Εκδόσεις Θεμέλιο, σελ. 26). Δηλαδή η πραγματικότητα, είναι εντελώς διαφορετική από ότι φαντασιώνεται ο κ. Βερέμης. Οι αντιδραστικές δυνάμεις στον νεοελληνισμό, δεν βρέθηκαν εκτός του κοινοβουλίου, αλλά μέσα σε αυτό.
Αυτά πλέον είναι αρκετά γνωστά, ώστε και στο πιο απομακρυσμένο ελληνικό καφενείο να ρωτήσεις θα πληροφορηθείς για εκείνους που κατασπατάλησαν τα δάνεια στην ελληνική επανάσταση και για κείνους που λεηλατούν το δημόσιο ταμείο σήμερα ατιμώρητα.
To σύγγραμμα του κ. Βερέμη, το εγχειρίδιο της ιστορίας του δημοτικού, τα αντίστοιχα του Λιάκου και άλλων εντάσσονται σε μια προσπάθεια που ξεκίνησε από την κυβέρνηση Σημίτη και συνεχίζεται με συνέπεια από την κυβέρνηση Καραμανλή να αναθεωρηθεί η ελληνική ιστορία. Οι στόχοι δεν είναι επιστημονικοί, αλλά αποκλειστικά πολιτικοί: να δικαιωθούν τα πλέον αντιδραστικά νεοφιλελεύθερα μέτρα, να γίνει αποδεκτή η διπλή υποτέλεια στην Δύση και στην Τουρκία.
Πέρα από μια δήθεν «διεθνιστική αριστερά» που είναι πρόθυμη να υπηρετήσει τα σχέδια της Αυτοκρατορίας στην περιοχή και να υμνολογήσει τον Κεμάλ Ατατούρκ, η ψύχραιμη επιστημονική έρευνα από στοχαστές σαν τον Σβορώνο, τον Ν. Πανταζόπουλο ή τον Π. Κονδύλη, μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δεν είναι ο δωσιλογισμός και η υποταγή αλλά η αντισταση, το αντάρτικό, το κυριότερο στοιχείο του νεοελληνισμού. Έτοι δε αντάρτες, θα πρέπει να συνεχίσουμε να είμαστε παρά τις επιθυμίες του κ. Βερέμη, των οργανικών διανοουμένων, και των καθεστωτικών δημοσιογράφων δήθεν δεξιάς ή αριστερής απόχρωσης.
Φύλλο 11
Άρδην-Ρήξη
Ο κ. Βερέμης, ως γνωστόν, έχει αναλάβει κεντρικό ρόλο στην διαμόρφωση της κυβερνητικής πολιτικής στον χώρο της παιδείας.
Παράλληλα ως από καθέδρας ιστορικός επανερμηνεύει την νεώτερη ελληνική ιστορία για τις ανάγκες της νεοφιλελεύθερης πολιτικής και του νέο-οθωμανισμού.
Όπως γράφει στον πρόλογο του βιβλίου του (Ελλάς η σύγχρονη ιστορία. Από το 1821 μέχρι σήμερα, εκδ. Καστανιώτη) και επαναλαμβάνει σε συνέντευξή του στο «Βήμα»(25/2/2007) η ιστοριογραφία του είναι αναθεωρητική. Όμως ο αναθεωρητισμός είναι ένας όρος επιβαρυμένος, διότι ονοματίζει την προσπάθεια ορισμένων ιστορικών να ερμηνεύσουν τα σημαντικότερα γεγονότα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου με τέτοιο τρόπο ώστε να δικαιώνεται τελικά ο ναζισμός.
Βέβαια η περίπτωση του κ. Βερέμη δεν είναι τέτοια. Ο λόγος του όμως είναι βαθύτατα ιδεοληπτικός και μανιχαϊστικός, δεν γνωρίζει αποχρώσεις. Παρουσιάζει δε αξιοπρόσεκτη ταύτιση στην ερμηνεία της ιστορίας με κάποιους άλλους νεώτερους ιστορικούς ή δημοσιογράφους που δηλώνουν «αριστεροί». Ελιτιστής, εχθρεύεται τον λαό ως επιστημονική κατηγορία και ως ζωντανή πραγματικότητα. Όπως λέγει στον δημοσιογράφο του «Βημάτος» «Μέσα σε κάθε Έλληνα παραμονεύει ένας βραχυπρόθεσμος αρματολός, ο οποίος θέλει να κρατήσει τα κεκτημένα». Με αυτόν τον τρόπο συκοφαντείται ο αντιστασιακός χαρακτήρας του νεώτερου ελληνισμού. Διότι οι «αντάρτες» είτε ανέβηκαν στα βουνά, είτε έζησαν μέσα στις πόλεις, έχουν ένα προσωπικό κόστος για τις επιλογές, που δεν έχουν βέβαια όσοι θωπεύουν την εκάστοτε εξουσία, ή επωφελούνται από τα διάφορα σχέδια Marshall ή τα ευρωπαϊκά προγράμματα.
Όπως και ο Ράμφος, θεωρεί την ελληνική οικογένεια μεγάλο εμπόδιο για το θρυλούμενο εκσυγχρονισμό. Αλλά το σημαντικότερο πρόβλημα γι’ αυτόν είναι η «κατατμημένη κοινωνία». Βεβαίως το αντίθετο της είναι ο ισοπεδωτισμός, η ομοιομορφία της ολοκληρωτικής κοινωνίας. Φυσικά από τον αναθεωρητισμό του κ. Βερέμη δεν μπορούσε να λείψει η προσπάθεια να εξιδανικευτεί η τουρκοκρατία. Όπως λέγει ένας από τους μύθους του νεοελληνικού κράτους είναι η «δίωξη της ελληνοφωνίας από τους Οθωμανούς, πράγμα που δεν είναι αλήθεια».
Ο κ. Βερέμης εμπνέεται, όπως ισχυρίζεται, από τον Ευρωπαϊκό Διαφωτισμό, τον Κοραή, τον Ρήγα Φεραίο, τον Καποδίστρια. Εμπόδιο σε μια διαφωτισμένη Ελλάδα είναι, λέει, «οι έχοντες μικρό ή μεγάλο κομμάτι της τοπικής ή κρατικής εξουσίας, άνθρωποι που δεν θέλουν να αλλάξει το κεκτημένο. Ήταν οι πρόκριτοι, οι κοτζαμπάσηδες, οι αρματολοί, οι τοπικοί λαϊκιστές ηγέτες που κολάκευαν το θυμικό του πληθυσμού, ο Παπουλάκος ως θρησκευόμενος λαϊκιστής» (Βήμα 25.2.2007). Πρότυπό μας πρέπει να είναι η Δύση «έστω η Ιταλία» έστω και αν σε αυτή την χώρα ξεχειλίζει η διαφθορά, η μαφία, η αρπαγή του δημόσιου χρήματος.
Η πραγματικότητα βέβαια είναι περισσότερο πολύπλοκη από τα σχήματα που χρησιμοποιεί ο κ. Βερέμης. Δίχως την αποφασιστικότητα των κλεφταρματολών δεν θα είχε ξεσπάσει καν η ελληνική επανάσταση, θα περίμεναν μαζί με τον Κοραή να «ωριμάσουν οι συνθήκες». Ο Ρήγας Φεραίος θεωρούσε ως προϋπόθεση για απελευθέρωση από την τουρκική κυριαρχία, την ενότητα των βαλκανικών λαών, που φυσικά όλοι οι δυτικόπληκτοι δεν μπορούν να δεχθούν. Ο Καποδίστριας είχε θεμελιώσει το κοινοτικό σύστημα στην Ελβετία, ενώ όπως απέδειξε ο καθηγητής Ν. Πανταζόπουλος αποδέχθηκε την ισοτιμία του εθιμικού και του θετού δικαίου, γεγονός που ευνοούσε τον κοινοτισμό. Ο κοινοβουλευτισμός πέρα από την κριτική που μπορεί να του ασκηθεί από την πλευρά της άμεσης δημοκρατίας έπαιξε στην Ελλάδα ένα τελείως διαφορετικό ρόλο από... Δύση. Όπως γράφει ο Π. Κονδύλης ο κοινοβουλευτισμός στην μετεπαναστατική Ελλάδα, «όχι μόνον ήταν όργανο ιμπεριαλιστικής επιρροής, αλλά και αγωγός των παραδοσιακών, ενάντιος προς τον ριζικό εκσυγχρονισμό πατριαρχικών δυνάμεων και νοοτροπιών» (Π. Κονδύλη: «Η παρακμή του αστικού πολιτισμού» Εκδόσεις Θεμέλιο, σελ. 26). Δηλαδή η πραγματικότητα, είναι εντελώς διαφορετική από ότι φαντασιώνεται ο κ. Βερέμης. Οι αντιδραστικές δυνάμεις στον νεοελληνισμό, δεν βρέθηκαν εκτός του κοινοβουλίου, αλλά μέσα σε αυτό.
Αυτά πλέον είναι αρκετά γνωστά, ώστε και στο πιο απομακρυσμένο ελληνικό καφενείο να ρωτήσεις θα πληροφορηθείς για εκείνους που κατασπατάλησαν τα δάνεια στην ελληνική επανάσταση και για κείνους που λεηλατούν το δημόσιο ταμείο σήμερα ατιμώρητα.
To σύγγραμμα του κ. Βερέμη, το εγχειρίδιο της ιστορίας του δημοτικού, τα αντίστοιχα του Λιάκου και άλλων εντάσσονται σε μια προσπάθεια που ξεκίνησε από την κυβέρνηση Σημίτη και συνεχίζεται με συνέπεια από την κυβέρνηση Καραμανλή να αναθεωρηθεί η ελληνική ιστορία. Οι στόχοι δεν είναι επιστημονικοί, αλλά αποκλειστικά πολιτικοί: να δικαιωθούν τα πλέον αντιδραστικά νεοφιλελεύθερα μέτρα, να γίνει αποδεκτή η διπλή υποτέλεια στην Δύση και στην Τουρκία.
Πέρα από μια δήθεν «διεθνιστική αριστερά» που είναι πρόθυμη να υπηρετήσει τα σχέδια της Αυτοκρατορίας στην περιοχή και να υμνολογήσει τον Κεμάλ Ατατούρκ, η ψύχραιμη επιστημονική έρευνα από στοχαστές σαν τον Σβορώνο, τον Ν. Πανταζόπουλο ή τον Π. Κονδύλη, μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δεν είναι ο δωσιλογισμός και η υποταγή αλλά η αντισταση, το αντάρτικό, το κυριότερο στοιχείο του νεοελληνισμού. Έτοι δε αντάρτες, θα πρέπει να συνεχίσουμε να είμαστε παρά τις επιθυμίες του κ. Βερέμη, των οργανικών διανοουμένων, και των καθεστωτικών δημοσιογράφων δήθεν δεξιάς ή αριστερής απόχρωσης.
Ετικέτες
Ιστορικός αναθεωρητισμός
Ο αναθεωρητισμός της Ιστορίας: Δυο παραδείγματα
“Και οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία…” - Λίγα τεκμήρια από το παρελθόν έχουν αποτυπώσει με τόση ενάργεια το πνεύμα του πολυτάραχου 20ου αιώνα, που μόλις αποχαιρετήσαμε, όσο η λέξη “ρεβιζιονισμός”, που καθιερώθηκε στη διεθνή γλωσσική χρήση (στα ελληνικά χρησιμοποιείται εναλλακτικά και το. ταυτόσημο, μεταφραστικό δάνειο “αναθεωρητισμός”) στις αρχές του αιώνα . Ως τεχνικός όρος αποτελεί το νεολατινικό revisionismus (re- =“ανά-“+ “videre”= “επισκοπώ, θεωρώ”) μια, αρνητική συνήθως, κατηγορία, η οποία σημαίνει την προσπάθεια μιας ομάδας ατόμων να παρεκκλίνει από βασικές και κοινά παραδεκτές αρχές, επανεξετάζοντας τα δεδομένα κάτω από ένα δικό της, καινοφανές, πρίσμα.
Παρακάμπτοντας εδώ, λόγω οικονομίας χώρου, την αναφορά στον “κλασικό” ρεβιζιονισμό ( που στο ιδιόλεκτο του πολιτικού λόγου χρησιμοποιείται, από τις αρχές του αιώνα, από τους “ορθόδοξους” μαρξιστές για να στιγματίσουν όσους θεωρούν ως αιρετικούς αναθεωρητιστές) θα παραμείνω σε μια, σχετικά πρόσφατη , παραλλαγή του ρεβιζιονισμού. Ο λόγος λοιπόν εδώ για τον “ακαδημαϊκό” αναθεωρητισμό της Ιστορίας.
Ο πιο προβεβλημένος εκπτόσωπος της “ακαδημαϊκής” παραλλαγής του ρεβιζιονισμού είναι ασφαλώς ο βρετανός ιστορικός David Irving, ο οποίος αφέθηκε ελεύθερος με αναστολή τον περασμένο Δεκέμβριο από τις φυλακές της Αυστρίας, όπου είχε καταδικασθεί σε επταετή εγκλεισμό, επειδή στα βιβλία του προβάλλει τον ισχυρισμό ότι τοσο το ΄Αουσβιτς, όσο και τα άλλα ναζιστικά στρατόπεδα δεν είχαν υπαρξει ποτέ.
Μια άλλη παραλλαγή του “ακαδημαϊκού” ρεβιζιονισμού ,που βρίσκεται σε άμεση συνάφεια με το δικό μας ιστορικό παρελθόν, θεραπεύεται ιδιαίτερα στην Υπερατλαντική κοσμοκράτειρα. Εκεί, στα πλαίσια του “πολυπολιτισμικού” μοντέλλου, που έχουν ήδη επιβάλλει από το 1967 με θεσμικά νομοθετήματα στην εκπαίδευση τα μέχρι τότε λιγότερα ευνοημένα εθνο-κοινωνικά στρώματα, δηλαδή Μαύροι, Λατινοαμερικάνοι, Εβραίοι (Bilingual Education Act, to 1967 και National Ethnic Heritage Studies, το 1974), υπάρχουν ήδη πολυάριθμα Α.Ε.Ι. που θεραπέυουν τις “εθνοφυλετικές Σπουδές” (Ethnic Studies). Μια σύλληψη, που έχει πλέον καθιερώσει και θεσμικά τον ιστορικό ρεβιζιονισμό στις Η.Π.Α., αφου είναι εκ προοιμίου αντίθετη προς κάθε τι που θυμίζει τον ευρωκεντρικό “πολιτιστικό ιμπεριαλισμό” και τις αρχαιοελληνικές ρίζσες του. Σε αυτό ακριβώς το πνευματικό κλίμα , το οποίο μηχανικά μεταφέρει τον πολυφυλετιισμό που χαρακτηρίζει τη σημερινή αμερικανική κοινωνία στο ιστορικό παρελθόν, αναπτύχθηκε και η “σχολή” εκείνη του ρεβιζιονισμού που ¨ανακάλυψε” τις αφρο-ασιατικές ρίζες του αρχαιοελληνικού πολιτισμού με τη “Μαύρη Αθηνά” ως εμβληματική μορφή της.
Αν, όμως, η “Μαυρη Αθηνά” αποτελεί σήμερα το μακρινό απόηχο ενός “ακαδημαϊκού” συρμου του ρεβιζιονισμού που έχει πια κοπάσει, δεν συμβαίνει το ίδιο και με μια νέα παραλλαγή του, η οποία έχει καταστήσει ήδη αισθητή την παρουσία της και εντός των τειχών. Πρόκειται για την repetita lectio, την εκ νέου ανάγνωση , των ιστορικών πηγών που αναφέρονται στην ιστορία των Βαλκανίων και στην οποία μας παροτρύνει το Κέντρο για τη Δημοκρατία και τη Συμφιλίωση στη Ν.Α. Ευρώπη (CDRSE).
Πρόκειται για μια Μη-Κυβερνητική Οργάνωση (που αντλεί, ωστόσο τους πόρους της τόσο από το Υπουργ. Εξωτερικών της Αμερικής, όσο, κυρίως, από τον Οργανισμό των ΗΠΑ για τη Διεθνή Ανάπτυξη), πρόεδρος της οποίας είναι ένα υψηλό στέλεχος του Στεϊτ Ντιπαρτμεντ, ο βοηθός-υφυπουργός εξωτερικών, πρέσβης Ρίτσαρντ Σίφερ και γενικός γραμματέας- εισηγητής για το πρόγραμμα της Ιστορίας ο Κώστας Καρράς, γόνος οικογένειας εφοπλιστών από το Λονδίνο.
΄Εναν “αφοπλισμό της Ιστορίας” προτείνει το Κέντρο αυτό με τα τέσσερα βιβλία-εργασίας για την Ιστορία των Βαλκανίων που έχει ήδη εκδώσει, προωθώντας ένα (νεο)ρεβιζιονιστικό μοντέλλο μιας “συναινετικής” θεώρησης του ιστορικού παρελθόντος των βαλκανικών λαών. ΄Ενα σχεδόν ειδυλλιακό ιστορικό παρελθόν, στο οποίο ο Οθωμανός δυναστής εμφανίζεται ως ο νομιμος κάτοχος της κεντρικής εξουσίας σε ολόκληρο το χώρο των Βαλκανίων.
Αφήνοντας εδώ κατα μέρος το ερώτημα για το ποιόν άραγε ευνοεί η “συναινετική" αυτή θεώρηση της Ιστορίας θα επισημάνω ότι η δραστηριότητα του Κέντρου και, κυρίως, οι συστάσεις του για τον τρόπο θεώρησης του ιστορικού μας παρελθόντος έχουν ήδη καταστήσει και θεσμικά αισθητή την παρουσία τους στο σχολικό εγχειρίδιο της Ιστορίας για την Στ΄ Δημοτικού, που επιβλήθηκε ως διδακτικό με την έγκριση του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου και την ανοχή του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας.
Συνένοχοι και αδαείς, οι Μοιραίοι που “βλάπτουν εξ ίσου την Αποικίαν”
Το δεύτερο παράδειγμα αναθεωρητισμού της Ιστορίας αφορά στη δραστηριότητα που αναπτύσσεται στη γειτονική μας Βουλγαρία. Εκεί, στις 22.11.1919, παραμονές της υπογραφής της συνθήκης των Σεβρών (Aύγουστος 1920), με την οποία ενσωματώθηκε οριστικά με τη συναίνεση των Συμμάχων η Δυτική Θράκη στην Eλλάδα, απευθυνόταν ο βούλγαρος πρωθυπουργός A. Σταμπολίνσκυ (1920-23) με μια προσωπική του επιστολή πρός τον E. Bενιζέλο, ζητώντας την ευνοϊκή μεταχείριση της ηττημένης χώρας του "...Eπειδή είναι προφανές ότι, αν με τη συνθήκη, την οποία θα υπογράψει η Bουλγαρία τής αφαιρεθούν εδαφικές κτήσεις στη Θράκη, τότε το βουλγαρικό έθνος όχι μόνο θα υποστεί άλλη μια διαίρεση, αλλά και θα του στερηθεί η διέξοδος στο Aγαίο. Eίναι εξάλλου ξεκάθαρο ότι μια τέτοια διέξοδος αντιπροσωπεύει για τη Bουλγαρία μια πολιτική και γεωγραφική αλλά και οικονομική ανάγκη".Στη μακροσκελή απάντησή του (στις 22.11.1919) ξεκαθάριζε ο μεγάλος Kρητικός: " Mου είναι, δυστυχώς, αδύνατο να συμμερισθώ τις απόψεις σας και να παραιτηθώ από την προσάρτηση της Δυτ. Θράκης πρός όφελος της Bουλγαρίας".
H παρασπονδία της, που είχε προκαλέσει το B΄Bαλκανικό πόλεμο, η κατάληψη ελληνικών εδαφών στην Aνατ. Mακεδονία, αλλά και οι διωγμοί που υπέστη ο ελληνικός πληθυσμός της Δυτ. Θράκης, την οποία κατείχε η Bουλγαρία από το 1913, είχαν καταστήσει το κράτος του Σταμπολίνσκυ (ενός πολιτικού που, για τραγική ειρωνία, είχε αντιταχθεί σθεναρά στην πολιτική των προκατόχων του) αφερέγγυο.
" Tη Bουλγαρία τη χαρακτηρίζει μια ιδιαίτερη ψυχολογία, παρόμοια με εκείνην της Πρωσίας, που την οδηγεί στην πεποίθηση ότι όπου υπάρχει βουλγαρική μειονότητα, αξίζει εκείνη περισσότερο από τη γηγενή πλειονότητα". H απόφανση αυτή του Bενιζέλου στην ίδια επιστολή του περιγράφει με θαυμαστή περιεκτικότητα τη στάση αναθεωρητισμού που χαρακτηρίζει διαχρονικά- από την εποχή του οράματος της Mεγάλης Bουλγαρίας με τη συνθήκη του Aγίου Στεφάνου (1878) μέχρι σχεδόν τις μέρες μας- τη στάση της χώρας αυτής στην Kεντρική Bαλκανική απέναντι στους γείτονές της: στη Pουμανία είναι η Δοβρουτζά, στη Σερβία η B. Mακεδονία και στην Eλλάδα η Mακεδονία και η Δυτ. Θράκη τα "ιστορικά" εδάφη εκείνα που οι διεθνείς συνθήκες τα κράτησαν "αλύτρωτα", αποκομμένα από τον εθνικό, τον βουλγαρικό, τους κορμό...
O αναθεωρητισμός, η άρνηση της Bουλγαρίας να συμβιβασθεί με το εδαφικό καθεστώς που καθιερώθηκε από τις διεθνείς συνθήκες, έχει όμως εκτός από τη διεθνή πολιτική του διάσταση, και την "ακαδημαϊκή" του έκφανση. Όπως στην περίπτωση της Mακεδονίας- που αρχίζουν, ταυτόχρονα με την αφύπνιση των πολιτικών βλέψεων, να διαμορφώνονται και οι επιστημονικοφανείς θεωρίες που θέλουν τη Mακεδονία, με τη μητρόπολή της Θεσσαλονίκη, ως λίκνο του βουλγαρικού έθνους- έτσι και για τη Θράκη το κρατικό δόγμα θα είναι εκείνο που θα ενθαρρύνει την έρευνα να αναζητήσει την επιβεβαίωση του βουλγαρικού αναθεωρητισμού με "ιστορικά" επιχειρήματα.
Eίναι χαρακτηριστικό ότι μετά τη δολοφονία του Σταμπολίνσκυ (τον Aύγουστο του 1923), του πολιτικού που πίστεψε με ειλικρίνεια στη βαλκανική προσέγγιση, από τους εξτρεμιστές των "μακεδονικών" οργανώσεων, ιδρύεται στη Σόφια το "Mακεδονικό Iνστιτούτο" (ένα ψευδο-ακαδημαϊκό ίδρυμα που υπηρετεί με τα δημοσιεύματά του το επίσημο κρατικό δόγμα) αλλά και εμφανίζονται τα πρώτα συγγράμματα που έχουν ως αντικείμενο την Iστορία και τον Πολιτισμό των αρχαίων θρακικών φύλων.
H "Θρακολογία" θα καθιερωθεί όμως, ως ιδιαίτερο ακαδημαϊκό αντικείμενο, μετά τη "σοσιαλιστική επανάσταση" της 9ης Σεπτεμβρίου του 1944 και την αλλαγή του καθεστώτος στη γειτονική μας χώρα. Στην υπηρεσία του κρατικού δόγματος του αναθεωρητισμού, που παραμένει αναλλοίωτο, θα πασχίσουν οι ερευνητές του Iνστιτούτου Θρακολογίας της Aκαδημίας Eπιστημών με ένα πλήθος από δημοσιεύματα, τη διοργάνωση συνεδρίων και επιστημονικών συμποσίων σε όλη τη διάρκεια της "σοσιαλιστικής" περιόδου να καθιερώσουν και διεθνώς το, σταλινικής εμπνεύσεως, ψευδο-διαλεκτικό ιστορικό σχήμα ότι το βουλγαρικό έθνος αποτελεί τη σύνθεση, το αμάλγαμα των αρχαίων θρακικών φύλων με τα νοτιοσλαβικά φύλα που εγκαταστάθηκαν στη Θράκη και τη Mοισία κατά τον 6ο μ.X. αιώνα...
H Iστορία ως θεραπαινίδα της Eξουσίας - φαινόμενο που, ας το ελπίσουμε, ανήκει κι'αυτό πια στο παρελθόν, μετά τις αλλαγές που διαδραματίσθηκαν κατά την τελευταία δεκαετία στη γειτονική μας χώρα...
του Φαίδωνα Μαλιγκούδη
blog Insomnia
Παρακάμπτοντας εδώ, λόγω οικονομίας χώρου, την αναφορά στον “κλασικό” ρεβιζιονισμό ( που στο ιδιόλεκτο του πολιτικού λόγου χρησιμοποιείται, από τις αρχές του αιώνα, από τους “ορθόδοξους” μαρξιστές για να στιγματίσουν όσους θεωρούν ως αιρετικούς αναθεωρητιστές) θα παραμείνω σε μια, σχετικά πρόσφατη , παραλλαγή του ρεβιζιονισμού. Ο λόγος λοιπόν εδώ για τον “ακαδημαϊκό” αναθεωρητισμό της Ιστορίας.
Ο πιο προβεβλημένος εκπτόσωπος της “ακαδημαϊκής” παραλλαγής του ρεβιζιονισμού είναι ασφαλώς ο βρετανός ιστορικός David Irving, ο οποίος αφέθηκε ελεύθερος με αναστολή τον περασμένο Δεκέμβριο από τις φυλακές της Αυστρίας, όπου είχε καταδικασθεί σε επταετή εγκλεισμό, επειδή στα βιβλία του προβάλλει τον ισχυρισμό ότι τοσο το ΄Αουσβιτς, όσο και τα άλλα ναζιστικά στρατόπεδα δεν είχαν υπαρξει ποτέ.
Μια άλλη παραλλαγή του “ακαδημαϊκού” ρεβιζιονισμού ,που βρίσκεται σε άμεση συνάφεια με το δικό μας ιστορικό παρελθόν, θεραπεύεται ιδιαίτερα στην Υπερατλαντική κοσμοκράτειρα. Εκεί, στα πλαίσια του “πολυπολιτισμικού” μοντέλλου, που έχουν ήδη επιβάλλει από το 1967 με θεσμικά νομοθετήματα στην εκπαίδευση τα μέχρι τότε λιγότερα ευνοημένα εθνο-κοινωνικά στρώματα, δηλαδή Μαύροι, Λατινοαμερικάνοι, Εβραίοι (Bilingual Education Act, to 1967 και National Ethnic Heritage Studies, το 1974), υπάρχουν ήδη πολυάριθμα Α.Ε.Ι. που θεραπέυουν τις “εθνοφυλετικές Σπουδές” (Ethnic Studies). Μια σύλληψη, που έχει πλέον καθιερώσει και θεσμικά τον ιστορικό ρεβιζιονισμό στις Η.Π.Α., αφου είναι εκ προοιμίου αντίθετη προς κάθε τι που θυμίζει τον ευρωκεντρικό “πολιτιστικό ιμπεριαλισμό” και τις αρχαιοελληνικές ρίζσες του. Σε αυτό ακριβώς το πνευματικό κλίμα , το οποίο μηχανικά μεταφέρει τον πολυφυλετιισμό που χαρακτηρίζει τη σημερινή αμερικανική κοινωνία στο ιστορικό παρελθόν, αναπτύχθηκε και η “σχολή” εκείνη του ρεβιζιονισμού που ¨ανακάλυψε” τις αφρο-ασιατικές ρίζες του αρχαιοελληνικού πολιτισμού με τη “Μαύρη Αθηνά” ως εμβληματική μορφή της.
Αν, όμως, η “Μαυρη Αθηνά” αποτελεί σήμερα το μακρινό απόηχο ενός “ακαδημαϊκού” συρμου του ρεβιζιονισμού που έχει πια κοπάσει, δεν συμβαίνει το ίδιο και με μια νέα παραλλαγή του, η οποία έχει καταστήσει ήδη αισθητή την παρουσία της και εντός των τειχών. Πρόκειται για την repetita lectio, την εκ νέου ανάγνωση , των ιστορικών πηγών που αναφέρονται στην ιστορία των Βαλκανίων και στην οποία μας παροτρύνει το Κέντρο για τη Δημοκρατία και τη Συμφιλίωση στη Ν.Α. Ευρώπη (CDRSE).
Πρόκειται για μια Μη-Κυβερνητική Οργάνωση (που αντλεί, ωστόσο τους πόρους της τόσο από το Υπουργ. Εξωτερικών της Αμερικής, όσο, κυρίως, από τον Οργανισμό των ΗΠΑ για τη Διεθνή Ανάπτυξη), πρόεδρος της οποίας είναι ένα υψηλό στέλεχος του Στεϊτ Ντιπαρτμεντ, ο βοηθός-υφυπουργός εξωτερικών, πρέσβης Ρίτσαρντ Σίφερ και γενικός γραμματέας- εισηγητής για το πρόγραμμα της Ιστορίας ο Κώστας Καρράς, γόνος οικογένειας εφοπλιστών από το Λονδίνο.
΄Εναν “αφοπλισμό της Ιστορίας” προτείνει το Κέντρο αυτό με τα τέσσερα βιβλία-εργασίας για την Ιστορία των Βαλκανίων που έχει ήδη εκδώσει, προωθώντας ένα (νεο)ρεβιζιονιστικό μοντέλλο μιας “συναινετικής” θεώρησης του ιστορικού παρελθόντος των βαλκανικών λαών. ΄Ενα σχεδόν ειδυλλιακό ιστορικό παρελθόν, στο οποίο ο Οθωμανός δυναστής εμφανίζεται ως ο νομιμος κάτοχος της κεντρικής εξουσίας σε ολόκληρο το χώρο των Βαλκανίων.
Αφήνοντας εδώ κατα μέρος το ερώτημα για το ποιόν άραγε ευνοεί η “συναινετική" αυτή θεώρηση της Ιστορίας θα επισημάνω ότι η δραστηριότητα του Κέντρου και, κυρίως, οι συστάσεις του για τον τρόπο θεώρησης του ιστορικού μας παρελθόντος έχουν ήδη καταστήσει και θεσμικά αισθητή την παρουσία τους στο σχολικό εγχειρίδιο της Ιστορίας για την Στ΄ Δημοτικού, που επιβλήθηκε ως διδακτικό με την έγκριση του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου και την ανοχή του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας.
Συνένοχοι και αδαείς, οι Μοιραίοι που “βλάπτουν εξ ίσου την Αποικίαν”
Το δεύτερο παράδειγμα αναθεωρητισμού της Ιστορίας αφορά στη δραστηριότητα που αναπτύσσεται στη γειτονική μας Βουλγαρία. Εκεί, στις 22.11.1919, παραμονές της υπογραφής της συνθήκης των Σεβρών (Aύγουστος 1920), με την οποία ενσωματώθηκε οριστικά με τη συναίνεση των Συμμάχων η Δυτική Θράκη στην Eλλάδα, απευθυνόταν ο βούλγαρος πρωθυπουργός A. Σταμπολίνσκυ (1920-23) με μια προσωπική του επιστολή πρός τον E. Bενιζέλο, ζητώντας την ευνοϊκή μεταχείριση της ηττημένης χώρας του "...Eπειδή είναι προφανές ότι, αν με τη συνθήκη, την οποία θα υπογράψει η Bουλγαρία τής αφαιρεθούν εδαφικές κτήσεις στη Θράκη, τότε το βουλγαρικό έθνος όχι μόνο θα υποστεί άλλη μια διαίρεση, αλλά και θα του στερηθεί η διέξοδος στο Aγαίο. Eίναι εξάλλου ξεκάθαρο ότι μια τέτοια διέξοδος αντιπροσωπεύει για τη Bουλγαρία μια πολιτική και γεωγραφική αλλά και οικονομική ανάγκη".Στη μακροσκελή απάντησή του (στις 22.11.1919) ξεκαθάριζε ο μεγάλος Kρητικός: " Mου είναι, δυστυχώς, αδύνατο να συμμερισθώ τις απόψεις σας και να παραιτηθώ από την προσάρτηση της Δυτ. Θράκης πρός όφελος της Bουλγαρίας".
H παρασπονδία της, που είχε προκαλέσει το B΄Bαλκανικό πόλεμο, η κατάληψη ελληνικών εδαφών στην Aνατ. Mακεδονία, αλλά και οι διωγμοί που υπέστη ο ελληνικός πληθυσμός της Δυτ. Θράκης, την οποία κατείχε η Bουλγαρία από το 1913, είχαν καταστήσει το κράτος του Σταμπολίνσκυ (ενός πολιτικού που, για τραγική ειρωνία, είχε αντιταχθεί σθεναρά στην πολιτική των προκατόχων του) αφερέγγυο.
" Tη Bουλγαρία τη χαρακτηρίζει μια ιδιαίτερη ψυχολογία, παρόμοια με εκείνην της Πρωσίας, που την οδηγεί στην πεποίθηση ότι όπου υπάρχει βουλγαρική μειονότητα, αξίζει εκείνη περισσότερο από τη γηγενή πλειονότητα". H απόφανση αυτή του Bενιζέλου στην ίδια επιστολή του περιγράφει με θαυμαστή περιεκτικότητα τη στάση αναθεωρητισμού που χαρακτηρίζει διαχρονικά- από την εποχή του οράματος της Mεγάλης Bουλγαρίας με τη συνθήκη του Aγίου Στεφάνου (1878) μέχρι σχεδόν τις μέρες μας- τη στάση της χώρας αυτής στην Kεντρική Bαλκανική απέναντι στους γείτονές της: στη Pουμανία είναι η Δοβρουτζά, στη Σερβία η B. Mακεδονία και στην Eλλάδα η Mακεδονία και η Δυτ. Θράκη τα "ιστορικά" εδάφη εκείνα που οι διεθνείς συνθήκες τα κράτησαν "αλύτρωτα", αποκομμένα από τον εθνικό, τον βουλγαρικό, τους κορμό...
O αναθεωρητισμός, η άρνηση της Bουλγαρίας να συμβιβασθεί με το εδαφικό καθεστώς που καθιερώθηκε από τις διεθνείς συνθήκες, έχει όμως εκτός από τη διεθνή πολιτική του διάσταση, και την "ακαδημαϊκή" του έκφανση. Όπως στην περίπτωση της Mακεδονίας- που αρχίζουν, ταυτόχρονα με την αφύπνιση των πολιτικών βλέψεων, να διαμορφώνονται και οι επιστημονικοφανείς θεωρίες που θέλουν τη Mακεδονία, με τη μητρόπολή της Θεσσαλονίκη, ως λίκνο του βουλγαρικού έθνους- έτσι και για τη Θράκη το κρατικό δόγμα θα είναι εκείνο που θα ενθαρρύνει την έρευνα να αναζητήσει την επιβεβαίωση του βουλγαρικού αναθεωρητισμού με "ιστορικά" επιχειρήματα.
Eίναι χαρακτηριστικό ότι μετά τη δολοφονία του Σταμπολίνσκυ (τον Aύγουστο του 1923), του πολιτικού που πίστεψε με ειλικρίνεια στη βαλκανική προσέγγιση, από τους εξτρεμιστές των "μακεδονικών" οργανώσεων, ιδρύεται στη Σόφια το "Mακεδονικό Iνστιτούτο" (ένα ψευδο-ακαδημαϊκό ίδρυμα που υπηρετεί με τα δημοσιεύματά του το επίσημο κρατικό δόγμα) αλλά και εμφανίζονται τα πρώτα συγγράμματα που έχουν ως αντικείμενο την Iστορία και τον Πολιτισμό των αρχαίων θρακικών φύλων.
H "Θρακολογία" θα καθιερωθεί όμως, ως ιδιαίτερο ακαδημαϊκό αντικείμενο, μετά τη "σοσιαλιστική επανάσταση" της 9ης Σεπτεμβρίου του 1944 και την αλλαγή του καθεστώτος στη γειτονική μας χώρα. Στην υπηρεσία του κρατικού δόγματος του αναθεωρητισμού, που παραμένει αναλλοίωτο, θα πασχίσουν οι ερευνητές του Iνστιτούτου Θρακολογίας της Aκαδημίας Eπιστημών με ένα πλήθος από δημοσιεύματα, τη διοργάνωση συνεδρίων και επιστημονικών συμποσίων σε όλη τη διάρκεια της "σοσιαλιστικής" περιόδου να καθιερώσουν και διεθνώς το, σταλινικής εμπνεύσεως, ψευδο-διαλεκτικό ιστορικό σχήμα ότι το βουλγαρικό έθνος αποτελεί τη σύνθεση, το αμάλγαμα των αρχαίων θρακικών φύλων με τα νοτιοσλαβικά φύλα που εγκαταστάθηκαν στη Θράκη και τη Mοισία κατά τον 6ο μ.X. αιώνα...
H Iστορία ως θεραπαινίδα της Eξουσίας - φαινόμενο που, ας το ελπίσουμε, ανήκει κι'αυτό πια στο παρελθόν, μετά τις αλλαγές που διαδραματίσθηκαν κατά την τελευταία δεκαετία στη γειτονική μας χώρα...
του Φαίδωνα Μαλιγκούδη
blog Insomnia
Ετικέτες
Ιστορικός αναθεωρητισμός
O αντιπροσφυγικός αναθεωρητισμός
αναδημοσίευση από το blog του
Από τον Ιωάννη Μεταξά στον Πλεύρη και το Νακρατζά
Από τον Ιωάννη Μεταξά στον Πλεύρη και το Νακρατζά
ΠΡΟΣΕΓΓΙΖΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΑΝΤΙΠΡΟΣΦΥΓΙΚΟ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΣΜΟ (Mέρος Α’)
Η σφοδρή ιδεολογική σύγκρουση για το βιβλίο Ιστορίας της Στ’ δημοτικού ανέδειξε μια πραγματικότητα στο χώρο των ιδεών που λίγοι μπορούσαν να φανταστούν. Ανεξάρτητα από την ένταση και τις διακυμάνσεις της ιδεολογικής σύγκρουσης και την επικράτηση των κραυγών και από τις δύο πλευρές , δόθηκε η ευκαιρία να καταγραφούν τα σύγχρονα ρεύματα σκέψης, οι ιδεολογικές μετατοπίσεις, και οι μεταλλάξεις των πολιτικών χώρων.
Κατά τη σύγκρουση αυτή προβλήθηκαν δημοσίως κυρίως ζητήματα όπως το «κρυφό σχολειό» και αναδείχθηκαν ζητήματα όπως ο εθνοκεντρισμός στην εκπαιδευτική λειτουργία. Παρεπιπτόντως έλαβε κεντρική θέση και το ζήτημα του «συνωστισμού» στην παραλία της Σμύρνης. Στην πραγματικότητα η σύγκρουση είχε τη συγκεκριμένη ένταση εξαιτίας της εμπλοκής των απογόνων των προσφύγων του ‘22, που αμφισβήτησαν την ουδέτερη ιστοριογραφία της κ. Ρεπούση, την υποτίμηση της ελληνικής Ανατολής και την ενσυνείδητη παρερμηνεία των ιστορικών γεγονότων που συνέβησαν εκεί.
Παράλληλα, στο πλαίσιο της σύγκρουσης, επανεμφανίστηκαν όλες εκείνες οι τάσεις, που από τις αρχές του 20ου αιώνα διαμόρφωσαν το σύγχρονο ελληνισμό, τόσο γεωπολιτικά όσο και ιδεολογικά. Άλλες απ’ αυτές κινήθηκαν με συνέπεια στη γραμμή που χάραξαν οι πολιτικοί τους προπάτορες. Και άλλοι στο ακριβώς αντίθετο σημείο.
Το αντιπροσφυγικό συναίσθημα στην Ελλάδα ιστορικά θα βρει τον εκφραστή του στην πολιτική του ....
Ετικέτες
Βλάσης Αγτζίδης,
Ιστορικός αναθεωρητισμός
Τετάρτη 18 Νοεμβρίου 2009
Ευρώπη ναι, πολιτική ορθότητα χίλιες φορές όχι!
Γράφει ο Νίκος Χιδίρογλου
Εφημερίδα "Εν Πειραιεί",17-11-2009,σελ 3
Ήμουν, είμαι και θα είμαι εθνοκεντρικός. Ψυχή τε και σώματι. Θέλω να βλέπω φως στην άκρη του τούνελ, να ελπίζω. Να ελπίζω σε μια πατρίδα ισχυρή, που θα σκεπάζει τα παιδιά της με αγάπη, που θα ατενίζει το μέλλον με αισιοδοξία. Τα παιδιά της που θα σκέπτονται πρώτα εκείνη. Και μετά τα υπόλοιπα. Όχι, εμένα το ηλίθιο ρητό «it’s the economy, stupid», δεν με εκφράζει. Όπως δεν με εκφράζει και ο απεχθής νεοφιλελευθερισμός, αλλά και η εμμονή των Βρυξελών και της ανεξίθρησκης (θρησκευτικά, εθνικά, ηθικά και ιδεολογικά) γραφειοκρατίας τους στην «ελεύθερη διακίνηση του κεφαλαίου». Λογικής που ευνοεί το κερδοσκοπικό κεφάλαιο που καταβροχθίζει με λαιμαργία τον πλούτο των κρατών-εθνών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το κοινωνικό μέρισμα των πολιτών τους, ακυρώνοντας έτσι τις θυσίες των προγόνων μας.
Όχι, δεν επιθυμώ η κυρίαρχη χώρα μου να μετατραπεί σε νομαρχία της ΕΕ. Σας το δηλώνω ρητά. Βλέπω με τρόμο την απόπειρα μετατροπής της ΕΕ σε Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης (και της Ασίας, καθώς κάποιοι φλερτάρουν με την ιδέα της ένταξης της Τουρκίας). Επίσης, βλέπω με τρόμο τα έθνη να πολτοποιούνται πολιτιστικά και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο να μετατρέπεται σε ιδεολογικό δικαστήριο και βραχίονα της Νέας Τάξης Πραγμάτων, εκδίδοντας κατάπτυστες αποφάσεις, εμποτισμένες από τη λογική της (νέας) αριστεράς και της πολιτικής ορθότητας. Στην ΕΕ, ο χριστιανισμός διώκεται, ενώ ενθαρρύνεται η ανέγερση τζαμιών και αποτρέπεται δια δικαστικών αποφάσεων η ομολογία πίστεως εκ μέρους των χριστιανών. Καλώς ήλθατε στην εποχή των θετικών διακρίσεων. Έπεται η κατάργηση των εορτών των Χριστουγέννων… Όπως άλλωστε έγινε στο Λονδίνο. Εδώ, τον περασμένο Δεκέμβριο, κάποιοι αριστεριστές το προσπάθησαν, καίγοντας τα χριστουγεννιάτικα δέντρα και τη χαρά των παιδιών.
Για τον σταυρό και την εθνική αξιοπρέπεια
Η ομοσπονδιοποίηση ευνοεί μόνο το κεφάλαιο και την παγκοσμιοποίηση. Και όσους σιτίζονται από την ΕΕ (από εμάς…), δηλαδή τους γραφειοκράτες. Εμείς όμως δεν παλεύουμε για να ζούμε και να κάνουμε μάγκες τα παχύδερμα, τους τύπους με την ανύπαρκτη πολιτική ουσία και αισθητική. Τους γραφειοκράτες, οι οποίοι εκτελούν «καθ’ υπόδειξη» κυρίως σοσιαλδημοκρατών και νεοφιλελεύθερων (που καμουφλάρονται σε «δεξιούς») «προγράμματα» κοινωνικής μηχανικής, για τη μετατροπή της κοινωνίας μας σε πολυπολιτισμικό σκουπιδοτενεκέ, με πολιορκητικούς κριούς κάτι ύποπτες (και αδιαφανώς χρηματοδοτούμενες) μη κυβερνητικές οργανώσεις, που εκπροσωπούν μόνο τους παρείσακτους επικεφαλής τους και δεν έχουν καμία απολύτως νομιμοποίηση.
Οι Ευρωπαίοι φωνάζουν εξοργισμένοι. Η δεξιά στροφή στις τελευταίες ευρωεκλογές, αποτέλεσε μονόδρομο. Και η αντίδραση θα πάρει και πιο ριζοσπαστικές μορφές, να είστε σίγουροι, καθώς κάποιοι δεν έλαβαν το μήνυμα και εξακολουθούν να μας προκαλούν βάναυσα. Η ενθάρρυνση της λαθρομετανάστευσης με αθρόες χορηγήσεις υπηκοοτήτων, είναι κλασικό παράδειγμα. Είναι καιρός να αντιδράσουμε στην απόπειρα υπονόμευσης του εθνικού κορμού της χώρας μας από το ΠΑΣΟΚ, τους αριστεριστές και τους νεοφιλελεύθερους (τι συμμαχία και αυτή), αλλά και στην απόπειρα εθνικού και θρησκευτικού αποχρωματισμού που καταβάλλει η «πράσινη» κυβέρνηση, διορίζοντας σε καίρια πόστα ανθρώπους με αντεθνικές απόψεις, όπως η Θάλεια Δραγώνα. Δεν πρέπει να περάσουν και δεν θα περάσουν. Όπως δεν πέρασε η Μαρία Ρεπούση. Θα τον χάσουν και αυτόν τον δεύτερο γύρο που οι ίδιοι επιδίωξαν.
Εφημερίδα "Εν Πειραιεί",17-11-2009,σελ 3
Ήμουν, είμαι και θα είμαι εθνοκεντρικός. Ψυχή τε και σώματι. Θέλω να βλέπω φως στην άκρη του τούνελ, να ελπίζω. Να ελπίζω σε μια πατρίδα ισχυρή, που θα σκεπάζει τα παιδιά της με αγάπη, που θα ατενίζει το μέλλον με αισιοδοξία. Τα παιδιά της που θα σκέπτονται πρώτα εκείνη. Και μετά τα υπόλοιπα. Όχι, εμένα το ηλίθιο ρητό «it’s the economy, stupid», δεν με εκφράζει. Όπως δεν με εκφράζει και ο απεχθής νεοφιλελευθερισμός, αλλά και η εμμονή των Βρυξελών και της ανεξίθρησκης (θρησκευτικά, εθνικά, ηθικά και ιδεολογικά) γραφειοκρατίας τους στην «ελεύθερη διακίνηση του κεφαλαίου». Λογικής που ευνοεί το κερδοσκοπικό κεφάλαιο που καταβροχθίζει με λαιμαργία τον πλούτο των κρατών-εθνών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το κοινωνικό μέρισμα των πολιτών τους, ακυρώνοντας έτσι τις θυσίες των προγόνων μας.
Όχι, δεν επιθυμώ η κυρίαρχη χώρα μου να μετατραπεί σε νομαρχία της ΕΕ. Σας το δηλώνω ρητά. Βλέπω με τρόμο την απόπειρα μετατροπής της ΕΕ σε Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης (και της Ασίας, καθώς κάποιοι φλερτάρουν με την ιδέα της ένταξης της Τουρκίας). Επίσης, βλέπω με τρόμο τα έθνη να πολτοποιούνται πολιτιστικά και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο να μετατρέπεται σε ιδεολογικό δικαστήριο και βραχίονα της Νέας Τάξης Πραγμάτων, εκδίδοντας κατάπτυστες αποφάσεις, εμποτισμένες από τη λογική της (νέας) αριστεράς και της πολιτικής ορθότητας. Στην ΕΕ, ο χριστιανισμός διώκεται, ενώ ενθαρρύνεται η ανέγερση τζαμιών και αποτρέπεται δια δικαστικών αποφάσεων η ομολογία πίστεως εκ μέρους των χριστιανών. Καλώς ήλθατε στην εποχή των θετικών διακρίσεων. Έπεται η κατάργηση των εορτών των Χριστουγέννων… Όπως άλλωστε έγινε στο Λονδίνο. Εδώ, τον περασμένο Δεκέμβριο, κάποιοι αριστεριστές το προσπάθησαν, καίγοντας τα χριστουγεννιάτικα δέντρα και τη χαρά των παιδιών.
Για τον σταυρό και την εθνική αξιοπρέπεια
Η ομοσπονδιοποίηση ευνοεί μόνο το κεφάλαιο και την παγκοσμιοποίηση. Και όσους σιτίζονται από την ΕΕ (από εμάς…), δηλαδή τους γραφειοκράτες. Εμείς όμως δεν παλεύουμε για να ζούμε και να κάνουμε μάγκες τα παχύδερμα, τους τύπους με την ανύπαρκτη πολιτική ουσία και αισθητική. Τους γραφειοκράτες, οι οποίοι εκτελούν «καθ’ υπόδειξη» κυρίως σοσιαλδημοκρατών και νεοφιλελεύθερων (που καμουφλάρονται σε «δεξιούς») «προγράμματα» κοινωνικής μηχανικής, για τη μετατροπή της κοινωνίας μας σε πολυπολιτισμικό σκουπιδοτενεκέ, με πολιορκητικούς κριούς κάτι ύποπτες (και αδιαφανώς χρηματοδοτούμενες) μη κυβερνητικές οργανώσεις, που εκπροσωπούν μόνο τους παρείσακτους επικεφαλής τους και δεν έχουν καμία απολύτως νομιμοποίηση.
Οι Ευρωπαίοι φωνάζουν εξοργισμένοι. Η δεξιά στροφή στις τελευταίες ευρωεκλογές, αποτέλεσε μονόδρομο. Και η αντίδραση θα πάρει και πιο ριζοσπαστικές μορφές, να είστε σίγουροι, καθώς κάποιοι δεν έλαβαν το μήνυμα και εξακολουθούν να μας προκαλούν βάναυσα. Η ενθάρρυνση της λαθρομετανάστευσης με αθρόες χορηγήσεις υπηκοοτήτων, είναι κλασικό παράδειγμα. Είναι καιρός να αντιδράσουμε στην απόπειρα υπονόμευσης του εθνικού κορμού της χώρας μας από το ΠΑΣΟΚ, τους αριστεριστές και τους νεοφιλελεύθερους (τι συμμαχία και αυτή), αλλά και στην απόπειρα εθνικού και θρησκευτικού αποχρωματισμού που καταβάλλει η «πράσινη» κυβέρνηση, διορίζοντας σε καίρια πόστα ανθρώπους με αντεθνικές απόψεις, όπως η Θάλεια Δραγώνα. Δεν πρέπει να περάσουν και δεν θα περάσουν. Όπως δεν πέρασε η Μαρία Ρεπούση. Θα τον χάσουν και αυτόν τον δεύτερο γύρο που οι ίδιοι επιδίωξαν.
Ετικέτες
ΕΕ,
Εξωτερική Πολιτική,
Νίκος Χιδίρογλου
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)