Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βασίλης Μαρκεζίνης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βασίλης Μαρκεζίνης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 16 Ιανουαρίου 2011

Μυστική διπλωματία και φανερά λάθη

του Βασίλειου Μαρκεζίνη
Στο φύλλο της 1ης Ιανουαρίου 2011 η «Καθημερινή» δημοσίευσε άρθρο του πρέσβη ε.τ. κ. Σαββαΐδη, το οποίο, εκ πρώτης όψεως, περιγράφει για χάρη του γενικού αναγνωστικού κοινού τα δυσχερή προβλήματα οριοθετήσεως των θαλασσίων μας ζωνών.

Από τους δύο χάρτες γίνεται φανερή η σημασία του Καστελόριζου. Αν υπολογιστεί στην ΑΟΖ, όπως ορίζουν οι διεθνείς συνθήκες, η Ελλάδα έχει θαλάσσια σύνορα με την Κύπρο. Αν δεν υπολογιστεί, όπως θέλει η Τουρκία, Ελλάδα και Κύπρος περιορίζονται και η Τουρκία αποκτά θαλάσσια σύνορα με την Αίγυπτο
Κατ' ουσίαν, όμως, έπειτα από ένα μάθημα πολιτικής και δημοσιογραφικής δεοντολογίας, το κείμενο καταδικάζει πρόσφατη ανοικτή επιστολή του Καθηγητή κ. Καρυώτη και εμού, αναφερόμενο σε «ακαδημαϊκούς» που «παρεμβαίνουν» με «συνωμοσιολογικές» θεωρίες για να αποκαλύψουν «δήθεν αναληφθείσες δεσμεύσεις προς γείτονες (βλ. Τούρκους) και τρίτους (βλ. Αμερικανούς)» και να απαγγείλουν δημόσια την κατηγορία ότι «η χώρα στερείται πολιτικής και διπλωματικής σοβαρότητος στην αντιμετώπιση των ζητημάτων αυτών».


Η θέση αυτή απαιτεί τρία σχόλια.

Πρώτον, όλοι οι πολίτες μιας δημοκρατίας έχουν αναφαίρετο δικαίωμα να συμμετέχουν στα κοινά και να εκφράζουν τις γνώμες και τις ανησυχίες τους. Το να τους λες, κατ' ουσίαν, ότι «δεν ξέρουν τι λένε» αποτελεί δείγμα της υπεροψίας, την οποία επιδεικνύει το υπουργείο Εξωτερικών κάθε φορά που περιέρχεται σε δυσχερή θέση από διαρροές ή φήμες που είναι απότοκοι των ζοφερών εποχών που διανύει η χώρα.
Δεύτερον, το δικαίωμα γνώμης μεταβάλλεται σε υποχρέωση όταν μιλούν νομικοί που τυχαίνει να έχουν αναμειχθεί στη διάπλαση του Δίκαιου της Θαλάσσης και έχουν ηλικία και γνώσεις τουλάχιστον αντίστοιχες με τους συνεχώς μετακινούμενους από θέση σε θέση πρέσβεις, οι οποίοι, στην πράξη, τελικά υποχρεώνονται να κάνουν μόνον ό,τι τους επιβάλλουν οι πολιτικά προϊστάμενοι, εάν επιθυμούν να επιβιώσουν στην υπηρεσία. Ας κρίνουν, λοιπόν, οι αναγνώστες ποιοι είναι πιο αδέσμευτεοι και αξιόπιστοι ως σχολιαστές: οι διπλωμάτες ή η διανοούμενοι;
Τρίτον, πώς είναι δυνατόν να μη δημιουργούνται εύλογες υπόνοιες: (α) όταν οι Τούρκοι μάς λένε ότι κάνουν «μπίζνες» με την κυβέρνηση, ενώ η ίδια επιμένει να το αρνείται· (β) όταν διαρρέονται κείμενα του υπουργείου που φανερώνουν διχογνωμίες ή τουλάχιστον προειδοποιήσεις εναντίον των κινήσεων που μελετά το τρίο των διαπραγματευτών μας (στους οποίους δεν συμπεριλαμβάνεται ο κ. Σαββαΐδης)· και (γ) όταν ο ίδιος ο πρωθυπουργός μας δίνει ασαφείς απαντήσεις στη Βουλή για το θέμα της συνεκμετάλλευσης;
Η τελευταία παρατήρηση, δηλαδή η πρωθυπουργική τακτική των αορίστων απαντήσεων, δεν έχει σχολιασθεί επαρκώς, αν και βοηθούντων μερικών κειμένων στα ΜΜΕ οδηγεί, αθέλητα ενδεχομένως, σε επιζήμια λανθασμένες πληροφορίες.
Ετσι, όπως μας υπενθύμισε πρόσφατα ο κ. Καρυώτης, όταν ο πρωθυπουργός στις 10 Μαρτίου 2010, ενημερώνοντας τους Ελληνες δημοσιογράφους στην πρεσβεία της Ουάσιγκτον, ρωτήθηκε από τον Μιχάλη Ιγνατίου γιατί συνεχώς μιλά για το θέμα της υφαλοκρηπίδας και δεν το συνδέει με το θέμα της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης, απάντησε ως εξής: «Το θέμα μάς έχει απασχολήσει και θα το φέρω (ξανά) προς συζήτηση με τον Ερντογάν στην επόμενη επίσκεψή του στην Αθήνα».
Εκτοτε οι δύο πρωθυπουργοί έχουν μιλήσει τέσσερις φορές. Ωστόσο, δεν υπάρχει καμία δημόσια ένδειξη για το αν και σε τι βάθος συζητήθηκε το θέμα της ΑΟΖ ή -πράγμα ακόμη πιο σημαντικό- για το τι ακριβώς συμφωνήθηκε. Ούτως εχόντων των πραγμάτων, γιατί να μη γίνει πιστευτή η τουρκική εκδοχή, ότι δηλ. τα προβλήματα του Αιγαίου θα διαχωριστούν από αυτά του Καστελόριζου και ότι το καθεστώς των βραχονησίδων θα παραμείνει, υπό τις καλύτερες των συνθηκών, απροσδιόριστο;
Δυστυχώς, λοιπόν, οι φήμες για αντεθνικές συνθηκολογήσεις, μέχρι να διαψευστούν επισήμως, παραμένουν αληθοφανείς, έστω και αν όλοι μας ελπίζουμε να είναι λανθασμένες.
Είναι το υπουργείο Εξωτερικών υπεράνω δημόσιας κριτικής;
Το γενικότερο αυτό ερώτημα αναδύεται από το άρθρο στην «Καθημερινή». Δικαιολογείται όμως και από την οξύτατη αντίδραση του υπουργείου προς το άρθρο των κ.κ. Λυγερού και Κωνσταντακόπουλου σχετικά με το διαρρεύσαν σημείωμα της Δ1 Διευθύνσεως του υπουργείου Εξωτερικών (το πώς συνετάγη το εν λόγω υπόμνημα και το πώς αντέδρασαν οι ένδον αποτελούν ζητήματα τα οποία κανείς, ακόμη, δεν έχει συζητήσει).
Η απάντηση στο ερώτημα του υπέρτιτλου της παρούσης ενότητας πρέπει να είναι κατηγορηματικώς αρνητική. Για δύο λόγους:
Ο πρώτος απαιτεί μια διευκρίνιση. Η διπλωματία δεν λειτουργεί σε όλες τις περιπτώσεις αποτελεσματικά εάν δεν είναι μυστική. Υπάρχουν όμως και περιπτώσεις όπου, επειδή θίγεται καίρια το εθνικό συμφέρον, ούτε καν διαπραγματεύσεις δεν πρέπει να αρχίζουν χωρίς την κατ' αρχήν άδεια της Βουλής ή τουλάχιστον με τη συμφωνία των αρχηγών των περισσότερων κομμάτων.
Τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές, οι μυστικά διαπραγματευόμενοι Ελληνες πολιτικοί και διπλωμάτες χειρίζονται δύο ειδών προβλήματα.
Στο Αιγαίο διακυβεύεται κυρίως η χερσαία ακεραιότητα της πατρίδας μας, εάν οι Τούρκοι καταφέρουν να κρατήσουν ανοιχτό το θέμα των βραχονησίδων και των συνδεόμενων δικαιωμάτων, αλλά και, ενδεχομένως, τα δικαιώματά μας που θα χαθούν εάν οι ποικίλες αρμοδιότητες στο Αιγαίο χωριστούν μεταξύ των δύο κρατών με βάση τον 25ο Μεσημβρινό.
Στην Ανατολική Μεσόγειο, αντιθέτως, κυρίως δε στο σύμπλεγμα των νήσων του Καστελόριζου και στην ΑΟΖ τους, ο υποθαλάσσιος πλούτος αποτελεί το διακυβευόμενο συμφέρον μας. Στην πράξη αυτό σημαίνει ότι ο δικός μας πλούτος θα μοιραστεί γιατί όλοι (ή μερικοί;) φοβούνται να πουν «όχι» στον ένοπλο γείτονα και ταραξία.
Ο εκβιασμός μπορεί να τρομάζει, ο κίνδυνος μπορεί να είναι μεγαλύτερος, αλλά η ιδέα και μόνη ότι ενδέχεται να υποχωρήσουμε αμαχητί (κυριολεκτικά και μεταφορικά) δεν είναι καθόλου ελληνική! Και τούτο, διότι κυριαρχικά δικαιώματα δεν εκχωρούνται παρά μόνον ύστερα από έναν χαμένο επιθετικό πόλεμο.
Υπάρχει, όμως, και ένας δεύτερος λόγος για τον οποίο η κριτική του τρόπου διακυβέρνησης συνάδει απόλυτα με τη λαϊκή περί δικαίου αντίληψη της εποχής μας. Αν και εξαιρέσεις βεβαίως υπάρχουν, ευρέως διαδεδομένη, τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό, είναι η εντύπωση ότι η πολιτική ηγεσία (πρώην και νυν) φέρει μεγάλο μέρος της ευθύνης για την οικονομική εξαθλίωση της χώρας.
Η δημοσιοϋπαλληλία κατηγορείται και αυτή καθημερινώς ότι ολιγωρεί ή και ότι χρηματίζεται. Ιερές Μονές έχουν αποτελέσει αντικείμενο «περίεργων», αν όχι και φθοροποιών, κουτσομπολιών που πλήττουν σύνολη την Εκκλησία. Η Στατιστική Υπηρεσία έχει κατ' επανάληψη κατηγορηθεί για λανθασμένα ή σκοπίμως παραποιημένα στοιχεία. Και αυτή ακόμη η Δικαιοσύνη -κατ' εμέ, η ιερότερη των τριών εξουσιών- έχει βρεθεί στο επίκεντρο αρνητικών σχολίων. Δεδομένων των ανωτέρω, ειλικρινά πιστεύει ο αρθρογράφος της «Καθημερινής» ότι η διπλωματική υπηρεσία είναι υπεράνω, de facto και de jure, πάσης κριτικής;
Κατά την άποψή μου, καίτοι περιλαμβάνει στους κόλπους του πολλούς ικανούς και τίμιους ανθρώπους, το υπουργείο Εξωτερικών, εν μέρει λόγω της αφόρητης κομματικοποίησής του από σειρά υπουργών, δεν έχει ενδεχομένως σταθεί στο ύψος των περιστάσεων. Νομίζω, μάλιστα, ότι αυτό είναι κάτι που θα βοηθούσε την κοινή προσπάθεια εάν μερικοί υψηλόβαθμοι διπλωμάτες αναγνώριζαν στην ειδική τους «διάλεκτο» ότι όλα δεν βαίνουν άριστα στο πεδίο της ελληνικής διπλωματίας στην ευρύτερη περιοχή μας.
Εάν λοιπόν ο πρωθυπουργός έχει δίκιο -και, δυστυχώς, έχει- να παραπονείται ότι η χώρα μας έχει υποστεί σοβαρά πλήγματα στην εικόνα της στο εξωτερικό, οι εντός της Ελλάδος ασχολούμενοι με τα εξωτερικά θέματα, μαζί με τα ακαδημαϊκά και επιδοτούμενα εξαπτέρυγά τους, δεν είναι νοητό να μη συμμερίζονται την ευθύνη. Ο χρόνος θα δείξει τελικά εάν ορθώς προβλέπω ότι η ημέρα της Τελικής Κρίσεως -από την Πολιτεία, και όχι μόνον από τον Θεό- για πολλούς από αυτούς τους άκρως «συναινετικούς» πλησιάζει!

Απλουστεύσεις, παραλείψεις


Ιδού, λόγω ελλείψεως χώρου, μια μικρή λίστα (με πλάγια στοιχεία, οι γνώμες του κ. Σαββαΐδη):
1 «Η Ελλάς έχει θέσει κατά τα τελευταία χρόνια ως βασικό στρατηγικό στόχο την οριοθέτηση των θαλασσίων ζωνών της ... με βάση ... το ισχύον Δίκαιο της Θαλάσσης». Ανήκω σε αυτούς που έχουν μείνει με την εντύπωση ότι στην πράξη η ελληνική στάση δεν συμπίπτει με το τι κατά καιρούς διακηρύσσεται ως πρόθεση.
2 «Το ισχύον Δίκαιο καθορίζει για κάθε μία από τις (θαλάσσιες) ζώνες (δηλ. χωρικά ύδατα, ΑΟΖ κ.λπ.) διαφορετικά μέγιστα όρια. Τα κράτη έχουν τη δυνατότητα να ορίσουν το maximum του προβλεπόμενου ορίου ή και ολιγότερο». Πάνω από 130 κράτη έχουν ορίσει το maximum στις θαλάσσιες ζώνες τους. Η διατύπωση του πρέσβη, τυπικά ορθή, επί της ουσίας άθελα παραπλανά.
3 «Η παραπομπή σε διεθνή δικαστική επίλυση, πέραν των αβεβαιοτήτων εκβάσεως που παρουσιάζει, απαιτεί και σύνταξη συνυποσχετικού (που αποτελεί ειδική διεθνή συμφωνία και ...κύρωση από τα κοινοβούλια των ενδιαφερομένων)».
Η παράγραφος, πιθανώς λόγω υπερβολικής σύντμησης, δίνει ελλιπή και ως εκ τούτου μη ακριβή εικόνα του θέματος -της ΑΟΖ- που μας απασχολεί εν προκειμένω. Ετσι, δεν διευκρινίζει το δικαίωμα της χώρας μας να ορίσει μονομερώς τη δική της ΑΟΖ, ενημερώνοντας ακολούθως τον ΟΗΕ. Από εκεί και πέρα η Τουρκία θα μπορούσε να προσφύγει στο Διεθνές Δικαστήριο για τις λεπτομέρειες της οριοθετήσεως, αλλά και τούτο μόνο με την αποδοχή της ελληνικής πλευράς. Διαφορετικά, η διαμαρτυρία της θα παραμείνει άνευ περιεχομένου, όπως συνέβη πρόσφατα με την περίπτωση Κύπρου - Ισραήλ.
4 Σε άλλο σημείο του κειμένου του, ο κ. πρέσβης επισημαίνει, ορθώς, ότι οι διεθνείς συμφωνίες συνδέονται μεταξύ των κατά περίπλοκο τρόπο, τον οποίο οι μη ειδικοί ενδέχεται να μην κατανοούν. Ας διευκρινίσουμε μια τέτοια περίπτωση, ώστε οι συμπατριώτες μας να αντιληφθούν τις δυσχέρειες που αντιμετωπίζουν οι Ελληνες διπλωματικοί σύμβουλοι, αλλά και για να γίνει σαφές ότι με πολιτικό θάρρος και λίγη φαντασία οι περισσότερες μπορούν να ξεπεραστούν.
Μια πιθανή αντίρρηση προς τη μονομερή διακήρυξη της ΑΟΖ μας θα μπορούσε να προέλθει από την επίκληση της (απαράδεκτης) Συμφωνίας της Μαδρίτης του 1997, η οποία ορίζει ότι η Ελλάδα και η Τουρκία «θα αναλάβουν προσπάθεια να προωθήσουν διμερείς σχέσεις» που θα βασίζονται στον «σεβασμό στα νόμιμα (όρος που περιλαμβάνει το Δίκαιο της Θαλάσσης), ζωτικά συμφέροντα και ενδιαφέροντα της κάθε χώρας στο Αιγαίο» (§ 4) και, επίσης, ότι δεσμεύονται να αποφύγουν «μονογενείς ενέργειες... ώστε να αποτραπούν συγκρούσεις οφειλόμενες σε παρεξήγηση (§ 5).
Τον Ιούνιο του 2007 ο Τούρκος πρόεδρος κ. Γκιουλ ανεφέρθη σ' αυτές τις παραγράφους όταν δήλωσε στην εφημερίδα «Καθημερινή» ότι «η Τουρκία και η Ελλάδα έχουν νομικά και ζωτικά συμφέροντα και ανησυχίες στο Αιγαίο, με μεγάλη σημασία για την ασφάλεια και την εθνική κυριαρχία τους. Εχουν δεσμευθεί με τη Συμφωνία της Μαδρίτης του 1997 να σέβονται τις αρχές αυτές και να διευθετούν τις μεταξύ τους διενέξεις με ειρηνικά μέσα και με αμοιβαία συναίνεση».
Ακόμη όμως και αυτό το επιχείρημα της Αγκυρας δεν αρκεί για να «γκριζάρει» το Αιγαίο και τη ΝΑ Μεσόγειο, μια και, για να μη μακρηγορούμε, η Τουρκία δεν έχει πάψει να παραβιάζει το γράμμα και το πνεύμα της συμφωνίας και έχουν εκλείψει πλέον οι τότε ισχύουσες πολιτικές προϋποθέσεις.
5 Το πρόσφατο άρθρο στην «Καθημερινή» αγνοεί, τέλος, την παρατήρηση ότι τέτοιες γειτονικές διαφορές ουδαμού του κόσμου έχουν οδηγήσει στην (αμερικανικής προελεύσεως) ιδέα της συνεκμετάλλευσης, η οποία, όπως πρόσφατα εξηγήσαμε ο κ. Καρυώτης και εγώ, όχι μόνο δημιουργεί μελλοντικές διαφορές, αλλά ουσιαστικά επιτυγχάνει την ιδέα της «ειρηνικής επιλύσεως» περίπλοκων διαφορών με την παραδοχή ότι οι Τούρκοι μπορούν να καρπώνονται τα κοιτάσματα υδρογονανθράκων που βρίσκονται στον... ελληνικό υποθαλάσσιο χώρο!

Κλείνω με τη σκέψη ότι το «υπαινικτικά» γραμμένο «διπλωματικό» άρθρο, κατά τρόπον υπόρρητο πλην όμως επικίνδυνο, αφήνει να εννοηθεί ότι το Δίκαιο υποκύπτει πάντα στην Πολιτική.
Ο ρόλος όμως του υπουργείου Εξωτερικών δεν είναι να σκύβει το κεφάλι επικαλούμενο «δημιουργικές ασάφειες» διεθνών συνθηκών, αλλά να μάχεται με εφευρετικότητα για τα δίκαιά μας. Διπλωμάτες σαν τον Δούντα ή τον Στοφορόπουλο έδειξαν τέτοια ευαισθησία. Τέτοιους ανθρώπους αναζητούμε και σήμερα.
Επιπλέον, οι διπλωμάτες μας θα έπρεπε να απαιτούν, έστω και διακριτικά, από όλες τις κυβερνήσεις να διατηρούν τη χώρα στρατιωτικά ισχυρή, για να μη βρεθούμε στη δυσάρεστη θέση να επιβεβαιωθεί εις βάρος μας η ρήση του Θουκυδίδη, ότι στις διεθνείς σχέσεις «δίκαιο έχει όποιος έχει ίση δύναμη και όταν αυτό δεν συμβαίνει, ο ισχυρός επιβάλει ό,τι του επιτρέπει η δύναμή του και ο αδύναμος υποχωρεί και προσαρμόζεται».
Για να εκφράσω την ίδια ιδέα λαογραφικά, εάν, στη θεωρία του περί «μηδενικών προβλημάτων», ο κ. Νταβούτογλου βλέπει τον εαυτό του στο ρόλο του Καραγκιόζη, τότε, προσωπικά, αρνούμαι διαρρήδην να δω τον Ελληνα στο ρόλο του Χατζηαβάτη...*
Αναδημοσίευση του άρθρου του ακαδημαϊκού Βασίλειου Μαρκεζίνη από την Ελευθεροτυπία της 10/1/2011

Κυριακή 25 Απριλίου 2010

Τα σύννεφα μαζεύονται: καιρός να βγει η Ν.Δ. από τη σκιά

Του Βασιλειου Μαρκεζινη*
Καθημερινή, 25-4-2010

Είναι γεγονός ότι οι Ελληνες σήμερα αισθάνονται θυμωμένοι, προδομένοι, βυθισμένοι στη σύγχυση και στη θλίψη: δικαίως, μια και έχουν απογοητευθεί από τους περισσότερους πολιτικούς όλων των χρωμάτων, οι οποίοι χρησιμοποιούν μεν επιδέξια τις λέξεις, αλλά κρατούν όλες τους τις δυνάμεις για να μαχαιρώνουν ο ένας τον άλλον, ξεκινώντας, κατά προτίμηση, από τους αρχηγούς τους. Ακόμη και το κυβερνών κόμμα -και, μάλιστα, παρά το γεγονός ότι πρόσφατα διόρισε δύο εφαρμοστές της εσωκομματικής πειθαρχίας- έχει μολυνθεί από την ασθένεια της εσωκομματικής αντιζηλίας. Εντούτοις, σήμερα -δεδομένων, ιδίως, των αποτελεσμάτων των δύο πρόσφατων ψηφοφοριών- θα έπρεπε και τα δύο κόμματα να έχουν πλέον ανοσοποιηθεί απέναντι σε αυτή την ασθένεια. Ειδικότερα, πριν από έξι μόλις μήνες, ο κ. Παπανδρέου κατατρόπωσε τον πολιτικό αντίπαλό του, ενώ η υπόσχεση του κ. Σαμαρά ότι θα φέρει «το νέο» στο κόμμα του ενέπνευσε περισσότερους νεοδημοκράτες από ποτέ άλλοτε να βγουν και να ψηφίσουν για την εκλογή νέου αρχηγού.

Αμεσα συνδεδεμένη με τα δύο αυτά γεγονότα είναι η άσχημη γεύση που άφησε η τηλεοπτική εμφάνιση του προηγούμενου πρωθυπουργού στη Θεσσαλονίκη πριν από δύο χρόνια. Διότι η εν λόγω παρουσία αποτέλεσε το ναδίρ της πολιτικής ηθικής και κατέστησε σε όλους προφανή την ανάγκη για πραγματική αλλαγή. Για την ακρίβεια, ο λαός έδωσε το μήνυμα στη Ν.Δ. δύο φορές: πρώτα, όταν την ταπείνωσε στις βουλευτικές εκλογές και, έπειτα, όταν 800.000 απλοί οπαδοί της διέψευσαν όλες τις προβλέψεις και πήγαν να ψηφίσουν απαιτώντας άμεση αλλαγή στην παράταξή τους, με ποσοστιαία διαφορά σχεδόν 12% μεταξύ των δύο κύριων υποψηφίων!

Η φωνή του λαού πρέπει να εισακουσθεί. Ακόμη όμως δεν έχει εισακουσθεί, και αν αγνοηθεί θα υψωθεί εκ νέου και θα «συνταξιοδοτήσει» ακόμη περισσότερους «εν ενεργεία» πολιτικούς της Μεταπολίτευσης, των οποίων έχει παρέλθει η «ημερομηνία λήξης», έστω και αν κάνουν ότι δεν το καταλαβαίνουν. Διότι, όταν χάσεις σε μιαν αναμέτρηση, δεν αρκεί να δηλώσεις ότι θα υπηρετήσεις ως «απλός στρατιώτης» και, στη συνέχεια, να οργανωθείς σε μια ομάδα ναρκοθετών με σκοπό να καταστρέψεις τον στρατηγό σου. Αυτά τα πράγματα συμβαίνουν μόνο στις οπερέτες δευτέρας διαλογής και… στην Ελλάδα!

Αυτό, επομένως, που χρειάζεται το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης δεν είναι μια άοσμη ανακύκλωση πηγάζουσα από τον καιροσκοπισμό, αλλά μια βαθιά κάθαρση! Εάν, όπως λέγεται, ο σημερινός αρχηγός της Ν.Δ. έχει κατανοήσει ορθά τις επιθυμίες των απλών οπαδών της παράταξής του, τότε πρέπει να δράσει άμεσα, δίχως φόβο ή δισταγμό, και να ξανακερδίσει την εμπιστοσύνη όχι μόνο των παλαιών πιστών της, αλλά και της «ρευστής» κεντροαριστεράς -ναι, της κεντροαριστεράς- της οποίας η εκάστοτε μετακίνηση καθορίζει τις εκλογικές νίκες.
Για να έχει όμως σωτηρία, το κόμμα πρέπει να δείξει μεταμέλεια και να αποδείξει εμπράκτως -και όχι με εύκολα λόγια- ότι κατανοεί πράγματι τον θυμό, τη σύγχυση και την απόγνωση του μέσου Ελληνα πολίτη.Οι Ελληνες είναι θυμωμένοι, επειδή δεν καταλαβαίνουν για ποιον λόγο η κρίση, τόσο στην αρχική όσο και στην παρούσα φάση της, έγινε αντικείμενο τόσο σπασμωδικής διαχείρισης από πλευράς των κάθε λογής ανταγωνιζόμενων ηγεμονίσκων.

Δεύτερον, οι Ελληνες είναι βυθισμένοι στη σύγχυση, διότι ακόμη δεν έχουν μάθει όλες τις λεπτομέρειες που οδήγησαν την προηγούμενη κυβέρνηση να συμβάλει τόσο μοιραία στην επιδείνωση της κρίσης, ενισχύοντας ακατάπαυστα την αποφορά των σκανδάλων.

Τέλος, οι Ελληνες βρίσκονται σε απόγνωση, διότι οι περικοπές των δημόσιων δαπανών δεν συνοδεύονται από αναπτυξιακά μέτρα, η γραφειοκρατία δεν μειώνεται όσο δραστικά απαιτείται, ενώ, παράλληλα, κανείς δεν απολύεται από όλους εκείνους που «δουλεύουν» στο Δημόσιο χωρίς ποτέ να εργάζονται.
Μπορεί να ακούγεται σκληρή αυτή η κριτική, αλλά είναι απολύτως λογική: ας μην ξεχνάμε ότι την ίδια ιδέα υποστήριξε κάποτε ο άνθρωπος που έθεσε τα ανθρωπιστικά θεμέλια της πίστης μας, ο Απόστολος Παύλος, ισχυριζόμενος ότι «εί τις ου θέλει εργάζεσθαι μηδέ εσθιέτω» [Προς Θεσσαλονικείς Β΄, 3:10].

Οι ιδέες αυτές διόλου δεν αποτελούν αριστερά ή δεξιά συνθήματα, αλλά απορρέουν από την κοινή λογική. Οι Ελληνες πρέπει επιτέλους να πάψουν να σκέφτονται με ταμπέλες ή να κολλούν ταμπέλες στους συμπολίτες τους. Οι ιδιότητες που έχουμε ανάγκη -η αξία και η αρετή- δεν είναι ούτε αριστερές ούτε δεξιές, αλλά (πρέπει να) αποτελούν κοινά χαρακτηριστικά όλων των παρατάξεων. Ας μην ξεχνάμε ότι και η ίδια η Ν.Δ. δημιουργήθηκε όταν μια μυθική φυσιογνωμία της αριστεράς -ο Μίκης Θεοδωράκης- έδωσε τις ευλογίες του σε μια άλλη μυθική φυσιογνωμία της Δεξιάς, δηλώνοντας απερίφραστα προς τους ψηφοφόρους: «Καραμανλής ή τανκς».

Ο γράφων, ως γνωστόν, είναι κομματικά αχρωμάτιστος. Ως προς τα περισσότερα ζητήματα, πρεσβεύει φιλελεύθερες ιδέες. Ταυτόχρονα όμως δεν χάνει την ευαισθησία του προς ορισμένες προκλήσεις, οι οποίες ανησυχούν κυρίως όσους βρίσκονται στο άλλο άκρο του πολιτικού φάσματος.

Ας επαναλάβει, λοιπόν, στον λαό η νέα ηγεσία της Ν.Δ. ότι πρέπει να αναθεωρηθεί η νομοθεσία που έχει καταστήσει την Ελλάδα παράδεισο λαθρομεταναστών. Διότι ακόμη και οι πιο φιλεύσπλαχνοι πολίτες πρέπει να καταλάβουν ότι η μετανάστευση θέτει τελείως διαφορετικές προκλήσεις γι’ αυτούς που ζουν στα «πορώδη σύνορα» της Ευρώπης.

Ας χρησιμοποιήσει ο νέος αρχηγός της Ν.Δ. τις περγαμηνές του ως γνώστης και υποστηρικτής των αρετών της (ελεγχόμενης) ελεύθερης οικονομίας, προκειμένου να πείσει τους κεντροδεξιούς Ευρωπαίους ότι η Ε.Ε. προοδεύει κυρίως όταν κινείται ως συντονισμένο σύνολο, και όχι με βάση τις υπαγορεύσεις των ισχυρότερων μελών της.Οσον αφορά και πάλι την Ευρώπη (δεδομένου ότι οι οικονομικές κρίσεις της δεν έχουν τερματιστεί ακόμη), ας πάρει η Ν.Δ. την πρωτοβουλία και ας πείσει την Ε.Ε. ότι, παραμερίζοντας ή αποπέμποντας τα αμαρτωλά μέλη της, κάθε άλλο παρά καταφέρνει να προωθήσει την ανάπτυξη της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Οι ιδρυτές της Ενωσης ποτέ δεν είχαν φανταστεί ένα τέτοιο μέλλον γι’ αυτήν. Και ούτε επίσης οι ιδρυτικές συνθήκες της προβλέπουν νομικούς τρόπους για να γίνει κάτι τέτοιο. Η πιθανή αναθεώρηση των συνθηκών θα είχε τον κίνδυνο της πρόκλησης χάους, καθώς θα ενθάρρυνε τους συνήθεις αμφισβητίες να παρακωλύσουν ακόμη μια φορά τη διαδικασία της ολοκλήρωσης.

Επιπροσθέτως, η Ν.Δ. πρέπει να καταπιαστεί αποφασιστικά με το ζήτημα του πανεπιστημιακού ασύλου και να διακηρύξει προς κάθε ενδιαφερόμενο ότι η ελεύθερη διακίνηση ιδεών είναι ιερή, ενώ η ελεύθερη καταστροφή περιουσίας, όχι!


Τόνισα τη φράση «προς κάθε ενδιαφερόμενο», διότι το μήνυμα αυτό πρέπει να το λάβουν όχι μόνον οι εξεγειρόμενοι νέοι (που η διάψευση των ονείρων τους ή η δικαιολογημένη απόγνωσή τους αποτελούν -σχεδόν- βάσιμους λόγους για να κατανοήσει κανείς, όχι όμως και να επιδοκιμάσει, τις καταστροφικές τάσεις τους) αλλά, εξίσου ξεκάθαρα, και κάποιοι «συμβιούντες» ανώτεροι πανεπιστημιακοί, οι οποίοι, κατά το παρελθόν, έχουν ανεχθεί -για δικούς τους λόγους- την κατάχρηση αυτού του δικαιώματος. Ενδεδειγμένο θα ήταν, λοιπόν, να ζητηθεί από το εκλογικό σώμα να αποφασίσει εάν προτιμά την οχλοκρατία από το κράτος δικαίου και, ακολούθως, να εφαρμοστεί η απόφασή του.


Η Ν.Δ. οφείλει επίσης να προειδοποιήσει τον λαό ότι, σε παρασκηνιακό επίπεδο, μπορεί να πλησιάζει -ανεπίγνωστα, θέλω να πιστεύω- κάποια υποχώρηση ως προς τα εθνικά μας συμφέροντα. Τούτο όμως δεν σημαίνει ότι μπορεί να συγκαλυφθεί, πολλώ δε μάλλον να συνεχισθεί, η υπερβολικά συναινετική στάση -θα έλεγαν μερικοί- που ακολούθησε η ίδια η Ν.Δ. στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής.


Φέρ’ ειπείν, καθώς η Τουρκία κινείται προς τον καθορισμό της δικής της αποκλειστικής οικονομικής ζώνης -που ως έννοια ξεπέρασε την έννοια της υφαλοκρηπίδας- η προηγούμενη κυβέρνηση θα πρέπει να μας εξηγήσει γιατί δεν άσκησε τα αδιαμφισβήτητα δικαιώματά μας νωρίτερα, όπως ακριβώς και η σημερινή κυβέρνηση πρέπει να μας πει τι θα πράξει περί αυτού.

Με λίγα λόγια, η παραδοχή των αμαρτημάτων αποτελεί την πρώτη ένδειξη μεταμέλειας, ενώ, παράλληλα, καθιστά πιο πειστικό και τον ισχυρισμό ότι έχεις πάρει το μάθημα και επιτέλους αντιπροσωπεύεις κάτι «νέο».

Μόνον οι πειστικές προτάσεις και οι ουσιαστικές χειρονομίες μπορούν να αλλάξουν το πολιτικό κλίμα. Ετσι: τι θα ήταν περισσότερο πειστικό από τη μετονομασία του κόμματος;

Αυτό θα αποτελούσε ένα coup de tte για τη νέα ηγεσία της Ν.Δ., η οποία δεν εμποδίζεται εν προκειμένω από δηλώσεις που έγιναν κατά την προεκλογική εκστρατεία, και δεν θα μπορούσε να απορριφθεί από όσους θέλουν να αποτρέψουν την πραγματική μεταρρύθμιση.

Και ας μη σπεύσουν οι θερμοκέφαλοι να ισχυριστούν ότι η μετονομασία θα έπληττε τη μνήμη του ιδρυτή του κόμματος, διότι δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι και ο ίδιος ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, το 1974, έκανε ακριβώς το ίδιο πράγμα στο κόμμα που ο ίδιος ίδρυσε το 1955.

Διότι, σε τελευταία ανάλυση, ο θαυμασμός για τον ιδρυτή ενός κινήματος δεν εκφράζεται με γονυκλισίες μπροστά στο εικόνισμά του, διότι μόνον οι λακέδες κλίνουν το γόνυ, και όχι οι συμπολεμιστές υπέρ ενός κοινού ιδεώδους: αυτοί δείχνουν την πίστη τους στους προπάτορες αποδεικνύοντας ότι κατάλαβαν τα μηνύματα που τους κληροδότησαν. Και αυτό που δίδαξε τους οπαδούς του ο Καραμανλής (ο πρεσβύτερος) μέσα από τη σταδιοδρομία του ήταν ότι, στην πολιτική, είτε προσαρμόζεσαι είτε πεθαίνεις.

Θέλω, ειλικρινά, να πιστεύω ότι κανείς δεν επιδιώκει το δεύτερο.


* Ο κ. Μαρκεζίνης φέρει τον τίτλον του Σερ, είναι τακτικό μέλος της Βρετανικής Ακαδημίας, Αντεπιστέλλον Μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, Παρισίων, Ρώμης, Βελγίου και Ολλανδίας, και Νομικός Σύμβουλος (επί τιμή) της Βασιλίσσης της Αγγλίας.

Τρίτη 9 Φεβρουαρίου 2010

Η διαστρεβλωτική επιρροή των ΜΜΕ

Γράφει ο Βασίλης Μαρκεζίνης

αναδημοσίευση από το Έθνος 6-2-2010

Ρόλος των ΜΜΕ είναι, πρωτίστως, να πληροφορούν το κοινό για τις εξελίξεις στον δημόσιο και τον κοινωνικό βίο, να δημοσιοποιούν και, εντός συγκεκριμένων νομικών ορίων, να διερευνούν περιπτώσεις κατάχρησης εξουσίας και, μέσα από το έργο των εκπροσώπων τους που έχουν το απαραίτητο διανοητικό υπόβαθρο, να ενθαρρύνουν το ευρύ κοινό να σκέφτεται σε βάθος τα μεγάλα ζητήματα των ημερών.

Σε πολλές περιπτώσεις, όμως, τα ΜΜΕ αποτελούν για τους ιδιοκτήτες τους ένα μέσο ενίσχυσης της εξουσίας τους και του κοινωνικού γοήτρου τους, έναν έμμεσο τρόπο προώθησης των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων τους και, με τη βοήθεια μερικών από τους συντάκτες των κειμένων που δημοσιεύονται καθημερινά στις σελίδες τους ή διαβάζονται κατά τη διάρκεια των ραδιοφωνικών ή τηλεοπτικών προγραμμάτων τους, ένα μέσο επηρεασμού της κυβερνητικής πολιτικής ή ακόμη και συμβολής στην ανάδειξη κυβερνήσεων και αρχηγών πολιτικών κομμάτων κατά τρόπο που να συμφωνεί με τις απόψεις και τις πεποιθήσεις τους.

Παρ’ ότι κανένα από αυτά τα χαρακτηριστικά δεν είναι καινοφανές, η σημερινή τους ένταση, κυριολεκτικά, δεν έχει προηγούμενο. Το συγκεκριμένο φαινόμενο, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι αυτή η πολιτική πηγή εξουσίας, αντίθετα με τις περισσότερες άλλες, δεν ελέγχεται κατ’ ουσίαν από κανέναν, σημαίνει ότι τα σημερινά ΜΜΕ έχουν μάλλον διαστρεβλωτικό αντίκτυπο στον σύγχρονο πολιτικό βίο

Το φαινόμενο αυτό παρατηρείται σε όλο τον κόσμο, όχι μόνο στην Ελλάδα. Η (διαστρεφική) εξουσία, φέρ’ ειπείν, που ασκούν διάφορες ομάδες συμφερόντων στην αμερικανική και τη βρετανική κυβέρνηση έχει σχολιαστεί κατ’ επανάληψη. Η πρακτική αυτή είναι εντυπωσιακή και, στον ίδιο βαθμό, επικίνδυνη.

Στη δική μας χώρα, αυτή η «τάση» να μη σχολιάζεις, να μην ασκείς κριτική, να μην ενημερώνεις, αλλά, συγχρόνως, να «καθορίζεις» (α) ποιοι θα είναι οι ηγέτες και (β) ποια θα είναι τα ζητήματα με τα οποία αυτοί θα ασχοληθούν, έχει εκδηλωθεί υπό δύο αξιοσημείωτες και αντιθετικές μορφές: από τη μια πλευρά, υπερδραστηριότητα, από την άλλη, παθητικότητα.
Μερικοί σχολιαστές διέκριναν την πρώτη μορφή στην άκρως παραποιημένη προώθηση ενός από τα άτομα που ήταν υποψήφια για τη θέση του αρχηγού της ΝΔ.

Περισσότεροι όμως ήταν εκείνοι που επέκριναν δριμύτατα τη δεύτερη μορφή, διακρίνοντάς τη στη γενική σιωπή που επικράτησε ως προς τα εξωτερικά ζητήματα κατά την πρόσφατη προεκλογική περίοδο, σιωπή η οποία επικρατεί ακόμη και σήμερα, που τα εκκρεμή εξωτερικά ζητήματα πλησιάζουν σε κρίσιμο σημείο. Η σιωπή αυτή, θα έλεγε κανείς, ενθαρρύνθηκε από τις κοινές αλλά, εν προκειμένω, εσφαλμένες προσδοκίες για τα εκλογικά αποτελέσματα, τα οποία, κατά τη γνώμη ορισμένων, θα διευκόλυναν λύσεις στις οποίες κανένα μεμονωμένο κόμμα δεν θα είχε το θάρρος να προβεί.


Το πώς θα εξηγήσει κανείς την πρώτη στάση εξαρτάται από την πληροφόρηση, τη διαισθητική αντίληψη, τις προσωπικές προκαταλήψεις ή τον κυνισμό. Υπάρχει ενδεχομένως περιθώριο να συνδυαστούν και τα τέσσερα αυτά στοιχεία. 

Αξιοσημείωτο όμως είναι ότι αυτή η συνήθεια -αυτή η «δίψα» για τη δυνατότητα ανάδειξης μελλοντικών πρωθυπουργών οι οποίοι να ανταποκρίνονται στο προφίλ που προτιμούν αυτοί που τους προωθούν, μοιάζει να εντείνεται παρά το γεγονός ότι ο λαός δεν ξεγελιέται εύκολα πλέον. Ετσι, πρωθυπουργοί που αναμενόταν να ηττηθούν με οριακή διαφορά αποπέμπονται τελικά με τον πιο βάναυσο τρόπο, διάδοχοι που αναμενόταν να αναλάβουν αρχηγική θέση παραμερίζονται αίφνης, παρ’ όλη τη δύναμη των πανίσχυρων οργανισμών υποστήριξής τους.
Θα λέγαμε, μάλιστα, ότι τακτικές κινήσεις ανάλογες με εκείνες που έγιναν πρόσφατα ώστε να προβληθεί η κ. Μπακογιάννη (εν σχέσει με τον αντίπαλό της) ως υπόδειγμα πολιτικής ηθικής και αποφασιστικότητας στην εξωτερική πολιτική παρατηρήθηκαν και όταν ο κ. Παπανδρέου είδε το κύρος του να αμφισβητείται κατά χονδροειδή τρόπο το 2007. Και στις δύο περιπτώσεις, τα αποτελέσματα που επιθυμούσαν ορισμένοι δημοσιογράφοι δεν επιτεύχθηκαν.

Επισημαίνοντας αυτά τα φαινόμενα εξυπακούεται ότι δεν εστιάζομαι κυρίως στα άτομα. Τονίζω απλώς ότι η μερίδα των ΜΜΕ που επεδίωξε δύο φορές τα τελευταία χρόνια να αποκτήσει την εν λόγω εξουσία, δεν τα κατάφερε. Είναι ανθρώπινο να κάνεις λάθη, είναι όμως ανόητο να τα επαναλαμβάνεις.
«Viva el Popolo!», λοιπόν - «Ζήτω ο Λαός!», ο οποίος δεν έπεσε θύμα των παρασκηνιακών δημοσιογραφικών κινήσεων. Και τούτο ας το λάβουν σοβαρά υπόψη τους όσοι πιστεύουν ότι τα κατεστημένα συμφέροντα μπορούν, όσο εύκολα μπορούσαν κάποτε, να επιβάλουν τους κυβερνήτες που τα ίδια προτιμούν: μολονότι αυτή η δύναμη δεν έχει πεθάνει, έχει οπωσδήποτε μειωθεί σημαντικά.
Το δεύτερο μειονέκτημα των ΜΜΕ δεν είναι άσχετο με το πρώτο, εφόσον, για διάφορους και σύνθετους λόγους, μπορούν να επιλέξουν ποια θέματα θα προωθήσουν ή θα αποσιωπήσουν -όχι ανάλογα με την εγγενή τους αξία, αλλά σύμφωνα με την αξιολόγηση των δημοσιογράφων σχετικά με το τι πρέπει ή δεν πρέπει να αποτελεί αντικείμενο δημόσιου διαλόγου.

Το γεγονός ότι υφίσταται αυτή η δύναμη είναι αδιαμφισβήτητο. Λιγότερο ξεκάθαρα είναι τα κριτήρια βάσει των οποίων τα ΜΜΕ πραγματοποιούν αυτήν τη θεματική επιλογή.

Οι πιο αμφιλεγόμενοι παράγοντες που ενδεχομένως -και, αν ναι, κακώς- έχουν επηρεάσει αυτές τις αποφάσεις είναι τα συμφέροντα ορισμένων ξένων χωρών, ακόμη μάλιστα και εκείνων που υποτίθεται ότι είναι φίλιες χώρες και λέγεται ότι ευνοούν ορισμένα πρόσωπα ή έναν ορισμένο τρόπο δράσης. Η ολέθρια περίοδος της δεκαετίας του ‘60 και των αρχών της δεκαετίας του ‘70 περιλαμβάνει τρία από τα χειρότερα παραδείγματα εξωτερικού παρεμβατισμού στη διοίκηση της χώρας μας -1965, 1967, 1974- γεγονός για το οποίο κάποια ελληνικά ΜΜΕ δεν είναι καθόλου άμοιρα ευθυνών.

Είναι γεγονός ότι η απουσία ενός ανοικτού και πλήρους διαλόγου για τα εξωτερικά ζητήματα έχει ήδη επισημανθεί από αρκετούς αρθρογράφους, οπότε δεν χρειάζεται εδώ να τη σχολιάσω εκ νέου. Πρόσφατα, επισημάνθηκαν επίσης ορισμένες ενδείξεις -εσφαλμένες, ελπίζω- ότι στη χώρα μας θα επιτραπεί να ακολουθήσει (φαινομενικά ή πραγματικά) σκληρή στάση ως προς ένα ζήτημα (την πΓΔΜ), ώστε, έπειτα, να σταθεί σχετικά πιο «ελαστική» ως προς άλλα, σημαντικότερα ζητήματα: το ευρωπαϊκό μέλλον της Τουρκίας και τις εν γένει σχέσεις μας μαζί της. Δυστυχώς, τόσο ο κ. Λυγερός όσο και άλλοι αρθρογράφοι που προέβλεψαν αυτές τις κινήσεις αποδεικνύονται σήμερα σωστοί.

Εν προκειμένω, οι παραλείψεις είναι δύο. Το ευρύ κοινό πρέπει, για διάφορους λόγους, να ενημερωθεί για τα ζητήματα και τους κινδύνους που δεν έχουν συζητηθεί μέχρι τώρα.

Κατά πρώτο λόγο, η ευρωπαϊκή πορεία της Τουρκίας δεν αποτελεί ζήτημα -ή μάλλον πρόβλημα- μόνο για την Ελλάδα και την Τουρκία, είναι πρόβλημα για την Ευρώπη στο σύνολό της, καθώς και για όλους όσοι θέλουν να δουν την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση να προοδεύει και να ευδοκιμεί. Θεωρώ ότι όσοι δεν βλέπουν με καλό μάτι αυτή την προοπτική -η Αμερική, η οποία δεν θα έπρεπε να παρεμβαίνει καν, αλλά και η Βρετανία, η οποία ποτέ δεν μπορεί να αποφύγει τις παρεμβάσεις στις υποθέσεις της ηπειρωτικής Ευρώπης, της οποίας το πνεύμα κατά τα άλλα δεν ασπάζεται- είναι εντούτοις ιδιαίτερα θετικοί απέναντι στις αλλεπάλληλες διευρύνσεις, καθ΄ότι δυσχεραίνουν την ολοκλήρωση και εμποδίζουν την εύρυθμη λειτουργία της Ευρώπης.

Οχι μόνο δεν είμαι ο μοναδικός που προβάλλει αυτό τον ισχυρισμό, αλλά, ως άνθρωπος που έχει περάσει όλη του τη ζωή εργαζόμενος στην Ευρώπη και για την Ευρώπη, θεωρώ επίσης ότι ξέρω πολύ καλά για τι μιλάω. Η ουσία των απόψεών μου έχει επίσης εμφανιστεί και σε πολλές αμερικανικές επιθεωρήσεις στρατηγικής -ή και στρατιωτικών πληροφοριών. Κατόπιν τούτου, δεν θα έπρεπε άραγε τα ζητήματα αυτά να εμφανίζονται, έστω και για λίγο, σε έναν κοινοβουλευτικό διάλογο και, ασφαλώς, στα ΜΜΕ της χώρας μας;
Για να το θέσω απλά: η ένταξη της Τουρκίας στην ΕΕ θα ακύρωνε για πάντα κάθε πιθανότητα βαθύτερης ολοκλήρωσης. Και η προοπτική αυτή μόνο την Αγγλία και την Αμερική θα ικανοποιούσε.

Κατά δεύτερο λόγο, η επίλυση της χρηματοοικονομικής κρίσης της Ελλάδας δεν εξαρτάται μόνο από την προθυμία της, ή και την ικανότητά της, να προβεί σε εξοικονομήσεις και περικοπές, τις οποίες η προηγούμενη κυβέρνηση καθυστέρησε να υλοποιήσει αποκλειστικά και μόνο για προεκλογικούς λόγους -τις ευρωεκλογές του Ιουνίου και τις βουλευτικές εκλογές του Οκτωβρίου. Εξαρτάται επίσης από τη δυνατότητα οικονομικής υποστήριξης που θα δρομολογηθεί, ή και θα προέλθει, από τον πυρήνα των αμερικανικών επιχειρηματικών οργανισμών.

Μια τέτοια κίνηση θα επιβεβαίωνε την καλή θέληση της οποίας απολαύει ο Ελληνας πρωθυπουργός στις ΗΠΑ. Και πάλι, όμως, δεν θα έπρεπε άραγε αυτές οι κινήσεις να δημοσιοποιούνται πλήρως και οι πιθανές πολιτικές συνέπειές τους να τίθενται υπό ενδελεχή εξέταση;

Πράγματι, τι θα είχαμε να πούμε για το τίμημα που μπορεί να συνεπάγεται αυτή η εύνοια; Και όταν μιλώ για τίμημα, δεν αναφέρομαι στο κόστος (δηλαδή τον τόκο) της -τελικής- αποπληρωμής αυτής της οικονομικής υποστήριξης.

Πιθανολογώ ότι η εν λόγω υποστήριξη θα συνδεθεί με δικές μας παραχωρήσεις σε πολιτικό επίπεδο. Ας ξεκαθαρίσω ότι σκοπίμως έγραψα τη λέξη πιθανολογώ με πλάγια στοιχεία, διότι ελπίζω ότι αυτό το εφιαλτικό ενδεχόμενο είναι απλώς καρπός της δικής μου γόνιμης φαντασίας και δεν πρόκειται να γίνει πραγματικότητα, αν και κάποιες πρόσφατες δηλώσεις υψηλά ιστάμενων στελεχών της κυβέρνησης θα μπορούσαν να εκληφθούν ως προμηνύματα μιας τέτοιας υποχώρησης.

Γιατί όμως φοβάμαι τόσο τις ξένες παρεμβάσεις στις υποθέσεις μας;

Πρώτον, επειδή έχω μελετήσει την ιστορία μας και γνωρίζω ότι, κατά τη νεότερη περίοδο, η Ελλάδα έχει υποφέρει περισσότερο από τις παρεμβάσεις των ανταγωνιστικών «φίλων» της παρά από τις πολιτικές των πραγματικών εχθρών της.
Δεύτερον, επειδή, όπως κατ’ επανάληψη έχω τονίσει, δεν έχουμε καταφέρει να προ­σαρμόσουμε την εξωτερική πολιτική μας στο γεγονός ότι έχει πλέον παρέλθει η εποχή που η Αμερική ήταν η μοναδική ηγεμονική δύναμη στον κόσμο. Το ότι οι προτάσεις μου δεν έχουν ληφθεί σοβαρά υπόψη δεν προξενεί καμία εντύπωση -σε εμένα τουλάχιστον. Αυτό που με φοβίζει όμως είναι η ανησυχητική απουσία εναλλακτικών προτάσεων, μια και το σημερινό διεθνές καθεστώς δεν εγγυάται καμία απολύτως ασφάλεια για τη χώρα μας.

Κυριακή 8 Νοεμβρίου 2009

Από την αποθέωση στην απογοήτευση;

Γράφει ο Βασίλης Μαρκεζίνης
αναδημοσίευση από το Έθνος 7-11-2009


Πολλοί λησμονούν ότι η εκλογική νίκη του Μπαράκ Ομπάμα κάθε άλλο παρά εξασφαλισμένη ήταν τον Αύγουστο του 2008.
Αιφνιδίως, όμως, ξέσπασε η οικονομική κρίση, την οποία οι Ρεπουμπλικανοί χειρίστηκαν αδέξια, δίνοντας στον Ομπάμα την εκλογική νίκη.
Ετσι, τις τελευταίες ημέρες της διακυβέρνησης Μπους, ο αμερικανικός καπιταλισμός γνώρισε την πτώση πολλών συμβόλων του, έναν απίστευτο οικονομικό κρατικό παρεμβατισμό, κατάρρευση σημαντικών τραπεζών, ασφαλιστικών εταιρειών αλλά και ενός τμήματος της αυτοκινητοβιομηχανίας τoυ.
Επιπλέον, εκατομμύρια Αμερικανοί έχασαν τις κατοικίες τους, αδυνατούντες να αποπληρώσουν τα στεγαστικά τους δάνεια, το δημόσιο χρέος εκτινάχθηκε σε αστρονομικά ύψη και, σήμερα, έναν χρόνο αργότερα, ο μέσος όρος ανεργίας πλησιάζει το 10%.
Για τα παραπάνω δεν έφταιγε ο Ομπάμα, αλλά η κληρονομιά Μπους. Σε αυτήν όμως προστέθηκε και μια δική του περιπέτεια πρώτου μεγέθους, απότοκη της ορθής επιθυμίας του να δώσει σε 46 εκατομμύρια Αμερικανούς την ιατρική περίθαλψη που μέχρι σήμερα στερούνται λόγω φτώχειας.
Η λύση αυτού του προβλήματος, όμως, δεν είναι φτηνή. Η αμερικανική μεσαία τάξη, που θεωρεί -δικαίως- ότι αυτή θα πληρώσει το τίμημα, έχει κυριολεκτικά εξεγερθεί, παρωθούμενη από τους Ρεπουμπλικανούς και τις ασφαλιστικές εταιρείες που κινδυνεύουν να χάσουν το ιδιωτικό μονοπώλιο παροχής ιατρικής περίθαλψης, χάρις στο οποίο πραγματοποιούν ετήσια κέρδη ύψους $ 15 δισ.!
Την περίοδο που γράφεται το παρόν κείμενο είναι δύσκολο να προβλέψει κανείς τον τελικό συμβιβασμό σε μια διαμάχη που έχει πλήξει τη δημοτικότητα του Προέδρου και αναδείξει ανησυχητικές τάσεις πολιτικής πολώσεως,. Αγνωστο επίσης παραμένει το εάν η ασφάλιση θα αποκτήσει και δημόσιο χαρακτήρα ή, αντιθέτως, θα παραμείνει στα χέρια ιδιωτικών εταιρειών.
Η μελαγχολική αυτή εικόνα ενισχύει την εντύπωση ότι ο χαρισματικός Πρόεδρος ανήλθε στην εξουσία -όπως ισχυρίστηκαν οι αντίπαλοί του- μάλλον «απροετοίμαστος». Καθώς πέρυσι εντόπισα το ίδιο ελάττωμα και στην εξωτερική πολιτική του, που κατά το τρέχον μόνον έτος θα του κοστίσει πάνω από 730 δισ. δολάρια, θα επικεντρωθώ σ’ αυτό το θέμα, μια και εδώ παρατηρούμε ότι ο Πρόεδρος του Νομπέλ Ειρήνης συνεχίζει τους πολέμους του προκατόχου του που τόσο στηλίτευσε στον προεκλογικού του αγώνα.


Το πολιτικό κόστος των πολέμων
Οπως έγραψα στις 2 Νοεμβρίου 2008 στο Βήμα, αυτό το λάθος προέκυψε από το γεγονός ότι το στρατόπεδο Ομπάμα δεν προέβλεψε πόσο αλληλένδετες ήταν οι υποσχέσεις του στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής.
Αντιθέτως, επικράτησε η αλαζονική πεποίθηση ότι η χαρισματική φύση του Προέδρου και η δεδηλωμένη προτίμηση για συναινετική πολιτική θα ωθούσαν Ευρωπαίους και αντιπάλους σε μια συνεργατική προσέγγιση. Αυτό όμως δεν συνέβη. Τα αποτελέσματα λοιπόν της μοναχικής παρουσίας της Αμερικής στους υπερατλαντικούς πολέμους παραμένουν θλιβερά και αδιαμφισβήτητα.
Η αποχώρηση από το Ιράκ δεν είναι πλήρης· η πολιτική σταθεροποίηση της ίδιας χώρας παραμένει ημιτελής και αβέβαιη· ο αριθμός των θυμάτων από βίαιες πράξεις αυξάνεται· η ιρανική επιρροή στη χώρα εντείνεται ποικιλοτρόπως· η μεταφορά στρατευμάτων στο Αφγανιστάν έχει γίνει προβληματική.
Η ανωτέρω σύνοψη δείχνει ότι το Ιράκ εξακολουθεί να αποτελεί ανοικτή πληγή για τους Αμερικανούς, πληγή που μπορεί να έχει σοβαρότερες επιπτώσεις στον μελλοντικό σχεδιασμό της αμερικανικής στρατιωτικής πολιτικής.


Ο κυκεώνας Αφγανιστάν - Πακιστάν
Ολο και περισσότεροι Αμερικανοί δεν καταλαβαίνουν αυτόν τον πόλεμο. Το ίδιο συμβαίνει με τους Ευρωπαίους, τους οποίους παρέσυρε το αμερικανοκρατούμενο ΝΑΤΟ προκειμένου να βοηθήσουν κατά τη διάρκεια της συναισθηματικά φορτισμένης περιόδου μετά την 11η Σεπτεμβρίου.
Η μηχανική αυτή αντίδραση επιδεινώθηκε ακόμη περισσότερο λόγω της απόφασης της Αμερικής να συνεργαστεί με το φαύλο τοπικό καθεστώς αλλά και να αποσταθεροποιήσει το μη δημοκρατικό αλλά φίλιο γειτονικό καθεστώς, βυθίζοντας έτσι και το Πακιστάν στο χάος. Το σφάλμα του Μπους αποκορυφώθηκε, όμως, όταν ο Ομπάμα αποφάσισε να καταστήσει το Πακιστάν επίκεντρο (δεύτερου) πολέμου του κατά των Ταλιμπάν.
Αποτέλεσμα: Επίταση της δραστηριότητας των Ταλιμπάν και στις δύο χώρες· εκτοπισμός εκατοντάδων χιλιάδων Πακιστανών εξαιτίας των εσωτερικών διαμαχών· αύξηση των στρατιωτικών δαπανών και των θανάτων άμαχου πληθυσμού, με συνέπεια να μειωθεί περαιτέρω η στήριξη του πολέμου. Ετσι, δεν υπάρχει πλέον Αμερικανός ή Αγγλος στρατηγός που να μην αποδέχεται ότι ο πόλεμος χάνεται ή τουλάχιστον δεν κερδίζεται όπως έχουν ήδη τα πράγματα.
Αυτοί που ασπάζονται τη δεύτερη εκδοχή καταλήγουν λοιπόν να ζητούν περισσότερους στρατιώτες - 40.000 κατά τον στρατηγό Μακρίσταλ. Η ιδέα όμως αποστολής περισσότερων στρατιωτών κατά τη διάρκεια μιας περιόδου οικονομικής ύφεσης, εντεινόμενων αντιδράσεων προς τον πόλεμο στο εσωτερικό της Αμερικής, αλλά και αυξανόμενων κρουσμάτων βίας και πολιτικής φαυλότητας στο Αφγανιστάν, είναι παράλογη.
Ακόμη και ο Ομπάμα αμφιταλαντεύεται πάνω σ’ αυτό το αίτημα εδώ και τρεις εβδομάδες. Παρ’ όλο που άλλη μια φορά οι Ευρωπαίοι -ορθώς- αρνούνται περαιτέρω βοήθεια, οι ενδείξεις είναι ότι η αμερικανική ηγεσία θα ενδώσει στις πιέσεις των Ρεπουμπλικανών και του στρατιωτικού κατεστημένου μετά την επανάληψη των εκλογών.
Αν αυτό όντως συμβεί, θα δείξει για μία ακόμη φορά ποιος πραγματικά κυβερνά την Αμερική. Εξίσου σημαντικό όμως είναι το γεγονός ότι θα αποδείξει πόσο μικρή μνήμη έχουν και το γενικό κοινό αλλά και οι λεγόμενοι «ειδικοί».
Διότι τώρα πλέον ξέρουμε ότι στον πόλεμο του Βιετνάμ, ήδη από το 1966, ο τότε υπουργός Αμύνης Ρόμπερτ Μακναμάρα συνέστησε στον Πρόεδρο Τζόνσον ότι «we ought definitely to plan on termination of bombing in the North» (Θα ‘πρεπε να σχεδιάσουμε τον τερματισμό των βομβαρδισμών στον Βορρά).
Το στρατιωτικό κατεστημένο όμως είχε και τότε άλλη γνώμη. Γι’ αυτό, ένα έτος αργότερα, στις 19 Μαΐου 1967, ο υπουργός έστειλε στον Τζόνσον λεπτομερές μνημόνιο επαναλαμβάνοντας την ίδια εισήγηση. Αυτή τη φορά όμως ο Πρόεδρος, πιστεύσας - κακώς- ότι οι εισηγήσεις του Μακναμάρα οφείλονταν στο γεγονός ότι ήθελε να βοηθήσει τον Ρόμπερτ Κένεντι στις επερχόμενες εκλογές του 1968, απέλυσε τελικά τον υπουργό του!
Εμμένω, συνεπώς, στο συμπέρασμά μου στο Βήμα της 30ής Νοεμβρίου 2008 όπου υποστήριξα ότι το Αφγανιστάν εξελίσσεται σε δεύτερο Βιετνάμ. Το μόνο ερώτημα που έθεσα σε μια ομιλία προ καιρού ήταν ποιος Αμερικανός θα προταθεί για το βραβείο Νόμπελ Ειρήνης -ο Ομπάμα, η Κλίντον ή και οι δύο- για τη «στρατηγική αποχώρηση» που τα ΜΜΕ θα παρουσιάσουν ως θρίαμβο; Μια και ο Ομπάμα ήδη αμείφθηκε για τους ωραίους λόγους του, φαντάζομαι η κ. Κλίντον έχει τώρα τη σειρά!


Ισραήλ και Ιράν
Προέβλεψα πέρυσι ότι τίποτε δεν θα συμβεί άμεσα στα δύο αυτά μέτωπα, ιδίως στο Παλαιστινιακό, παρά τις μεγαλόπνευστες ομιλίες του Ομπάμα στην Αγκυρα και στο Κάιρο. Αντιθέτως, υποστήριξα ότι το κλειδί για τη γενικότερη μάχη είναι η Ρωσία, ενώ σημαντικό πρόβλημα παραμένει το Ισραήλ. Εξέτασα τα θέματα αυτά στο Βήμα της 11ης Οκτωβρίου και δεν χρειάζεται να επανέλθω ξανά εδώ.


Η Ρωσία
Ημουν από τους ελάχιστους -ίσως ο μόνος- που υποστήριξα ότι το κρισιμότερο πρόβλημα της Αμερικής είναι πώς θα επιτύχει έναν ουσιαστικό συμβιβασμό με τη Ρωσία - δηλαδή να παύσουν οι Αμερικανοί να αναμειγνύονται στην περιφερειακή ζώνη επιρροής της παλαιάς Σοβιετικής Ενωσης.
Γι’ αυτόν τον λόγο, θεώρησα περιττή κάθε συζήτηση για την αντιπυραυλική ασπίδα στην Πολωνία και την εγκατάσταση ρωσικών πυραύλων Ισκαντέρ στο Καλίνιγκραντ, μια και, όπως εξήγησα (ακόμη και από ραδιοφώνου), κανένα από τα δύο αυτά σχέδια δεν ήταν έτοιμο να εφαρμοστεί.
Επειτα από την απόφαση της Αμερικής να μην προβεί στην εν λόγω εγκατάσταση, το ζήτημα αυτό έγινε καθαρώς «θεωρητικό».
Εντούτοις, κάτι που δεν είναι καθόλου θεωρητικό είναι ότι οι Ρώσοι εξέλαβαν αυτήν την κίνηση ως «ανταπόδοση» για την παροχή βοήθειας στο πλαίσιο του ανεφοδιασμού των αμερικανικών στρατευμάτων στο Αφγανιστάν μέσω του ρωσικού εναέριου χώρου.
Οι Αμερικανοί προσποιούνται ότι κάτι τέτοιο είναι παράλογο και γι’ αυτό επανέρχονται στο θέμα των πυραύλων, μιλώντας τώρα για την Ουκρανία και τη Ρουμανία. Κι ωστόσο, επιμένω: μην περιμένετε καμία πρόοδο στο Ιράν αν οι Ρώσοι δεν λάβουν ουσιαστικές παραχωρήσεις!
Το λέω μετ’ εμφάσεως αυτό, όχι μόνον επειδή γνωρίζω τη ρωσική ιστορία, αλλά και επειδή δεν ξεχνώ τη συμφωνία Γκορμπατσόφ/Μπους (πατρός), βάσει της οποίας εάν η Ρωσία επέτρεπε την επανενοποίηση των δύο Γερμανιών, το ΝΑΤΟ, ως αντάλλαγμα, δεν θα επεκτεινόταν ανατολικότερα των συνόρων της Ανατολικής Γερμανίας. Η Δύση παρέβη τον λόγο της. Οι Ρώσοι δεν ξεχνάνε.
Αν σ’ αυτές τις απειλές προσθέσετε τις πρόσφατες επιδεικτικές πόζες του Αμερικανού αντιπροέδρου Μπάιντεν, είναι σαφέστατο πλέον ότι η αμερικανική πολιτική παραμένει πανομοιότυπη με εκείνη του Μπους. Αμερικανοί παρατηρητές το λένε αυτό τώρα, εγώ απλώς το προέβλεψα προ ενός έτους!


Υπάρχουν ενδείξεις ότι οι Ρώσοι θα συνεχίσουν το σκληρό παζάρι; Βεβαίως.


Πρώτον: Τα πρόσφατα ρωσικά ανοίγματα προς την Τουρκία δίνουν σαφή την εντύπωση ότι οι Ρώσοι δεν θα καθίσουν με σταυρωμένα τα χέρια εν όψει αμερικανικών προκλήσεων. Διότι οι ρωσοτουρκικές συμφωνίες που άπτονται ενεργειακών θεμάτων δεν είναι απλές «εμπορικές συμφωνίες», αλλά διπλωματικές κινήσεις προορισμένες να υπενθυμίσουν στους Αμερικανούς ότι η Ρωσία εξακολουθεί να αποτελεί υπολογίσιμη δύναμη.


Δεύτερον: Εξαιρετικά σημαντικές είναι οι πρόσφατες και ποικίλες «χειρονομίες» της Ρωσίας προς τους πρώην δορυφόρους της στην Ανατολική Ευρώπη. Ετσι, ενώ συνεχίζεται ο πόλεμος «φθοράς» με την Ουκρανία, η Ρωσία κάνει σειρά συμβολικών κινήσεων προς τη Σερβία και την Πολωνία. Αυτά, ως συνήθως, ο ελληνικός Τύπος τα μισο-αγνοεί.


Τουρκία και Ελλάδα
Στο θέμα αυτό, ο ρεαλισμός μου άγγιξε τα όρια του κυνισμού, αλλά δεν μετανιώνω γιατί είπα την αλήθεια που, ως επί το πλείστον, κόμματα και Τύπος αποσιώπησαν.
Αρνήθηκα έτσι να συμμεριστώ τον ρομαντικό ενθουσιασμό κάποιων συμπατριωτών μου που πίστεψαν ότι ο αντιπρόεδρος Μπάιντεν, καθώς και τα μέλη του αποδιοργανωμένου ελληνοαμερικανικού λόμπι, θα μπορούσαν να λύσουν τα προβλήματά μας με την πΓΔΜ και την Τουρκία.
Μια μέρα -δεν ξέρω πότε, αλλά θα γίνει αυτό- το εκλογικό μας σώμα θα ξυπνήσει από τον σύγχρονο καταναλωτισμό του και θα ζητήσει εξηγήσεις για τη χαλαρή στάση μερικών πολιτικών. Ή, για να το θέσω διαφορετικά, είναι αδικαιολόγητοι οι Τούρκοι που βλέπουν την απραξία των τελευταίων ετών ως ένδειξη αδυναμίας; Κατά τη γνώμη μου, η απάντηση είναι «Καθόλου».
Φαίνεται όμως ότι η άρχουσα ελίτ του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών - ιδίως στα τελευταία χρόνια της προηγούμενης αναποφάσιστης κυβερνήσεως- αδυνατούσαν να καταλάβουν πόσο η Τουρκία, εν αντιθέσει με τη χώρα μας, ανεβαθμίζετο συνεχώς και στα μάτια της Αμερικής αλλά και της Ρωσίας. Ετσι, η προσπάθειά τους να παρουσιάσουν την επίσκεψη Ομπάμα στην Τουρκία ως «πολιτικά ουδέτερη» για την Ελλάδα αποδεικνύει την αδυναμία τους να κατανοήσουν ή να παραδεχθούν την εις βάρους μας μεταστροφή.


Η Αμερική πιέζει
Η συναγωγή συμπερασμάτων από αναλύσεις και αξιολογήσεις είναι σαφώς χρησιμότερη από τον κομπασμό. Ιδού, λοιπόν, τα δικά μου συμπεράσματα.
Προεκλογικά, οι οπαδοί του Ομπάμα επικέντρωσαν τις διαμαρτυρίες τους στην αντίθεσή τους προς τους υπερπόντιους πολέμους της Αμερικής. Εναν χρόνο αργότερα, το ζήτημα αυτό συζητείται όλο και περισσότερο στην Αμερική, λιγότερο όμως στην Ελλάδα. Στο «γιατί;», δίνω δύο απαντήσεις.
Η πρώτη είναι ότι οι Ελληνες εσφαλμένα έτρεφαν ελπίδες για την κυβέρνηση Ομπάμα. Και εάν όντως ήταν εσφαλμένη αυτή η στάση, τότε διαπράττουν δεύτερο σφάλμα, εάν νομίζουν ότι μπορούν ακόμη να βασίζονται στους Αμερικανούς.
Η δεύτερη απάντηση επιβάλλει να συνειδητοποιήσουμε ποιοι ευθύνονται για την αφέλειά μας.
Σίγουρα, πρώτοι έρχονται οι πολιτικοί. Το λέω αυτό γιατί είναι λογικό η Αμερική να μας πιέζει να κάνουμε ό,τι εξυπηρετεί τα συμφέροντά της· είναι όμως απαράδεκτο εμείς να μη μαχόμαστε για τα δικά μας.
Συνυπαίτιοι είναι και όσοι δημοσιογράφοι πείθονται -και αφήνω ανοικτό το ερώτημα «από ποιους και πώς;»- να αποκρύπτουν την πραγματικότητα όπως συνέβη κατά την προεκλογική περίοδο.
Ετσι, το ελληνικό κατεστημένο συστηματικά ωραιοποιεί την εικόνα της Αμερικής διά παντός μέσου. Και αν κανείς τολμήσει, όπως ο γράφων, να πει τη σκάφη σκάφη και τα σύκα σύκα, τότε χαρακτηρίζεται ως «υπερβολικά αντιαμερικανός» ή «ανεπίτρεπτα ρωσόφιλος».
Και όμως, το μόνο που προσπάθησε ο γράφων να κάνει στα άρθρα του, συμπεριλαμβανομένου του παρόντος, ήταν να παρουσιάσει γεγονότα.
Εάν υπάρχουν λάθη σε αυτά τα γεγονότα, ας μου τα υποδείξει κάποιος αναγνώστης. Εάν όμως αυτά τα γεγονότα είναι, στη βάση τους, ορθά, τότε τα συμπεράσματά μου, και αν ακόμη είναι λανθασμένα, είναι επιτρεπτά. Διότι, όπως σωστά κάποτε παρατήρησε το Αμερικανικό Συνταγματικό Δικαστήριο, «τα γεγονότα είναι ιερά, αλλά η γνώμη ελεύθερη».


* Ο κ. Βασίλης Μαρκεζίνης κατέχει τον τίτλο του «σερ», είναι νομικός σύμβουλος της βασίλισσας της Αγγλίας και μέλος σε επτά Ακαδημίες
του εξωτερικού.

Κυριακή 20 Σεπτεμβρίου 2009

Σύννεφα εξ Ανατολών: Είμαστε καλυμμένοι;

Γράφει ο Βασίλης Μαρκεζίνης
αναδημοσίευση από το ΒΗΜΑ 28-2-2009

Η ευφορία για τον Ομπάμα παραμένει αδιάπτωτη παρά τη σταδιακή ανάδυση διαφόρων ανησυχητικών ενδείξεων (φοροδιαφυγές, συνέχιση της καταβολής μπόνους, επιδεινούμενη οικονομική κρίση). Ούτε όμως και στο εξωτερικό μέτωπο φαίνεται να διαφέρει η όλη κατάσταση, δεδομένου ότι πολλαπλασιάζονται οι ενδείξεις ότι η αλλαγή αφορά το φαίνεσθαι μάλλον παρά την ουσία. Πράγματι, η επαίσχυντη πρακτική της εξώδικης απαγωγής και ανάκρισης υπόπτων διατηρείται πλέον και επισήμως. Πιο πρόσφατα, πληροφορηθήκαμε επίσης ότι τα βασανιστήρια θα ασκούνται πλέον μόνο με σχετική εξουσιοδότηση του προέδρου. Και αυτό ακόμη το Γκουαντάναμο θα κλείσει μόνον όταν θελήσουν να ασχοληθούν σοβαρά με το θέμα οι Ευρωπαίοι.

Η ομιλία του αντιπροέδρου Μπάιντεν στο Μόναχο αποτελεί ένα ακόμη παράδειγμα κινήσεων για το φαίνεσθαι και όχι για την ουσία. Ας αποφανθούν άλλοι αν βασιζόταν σε ευσεβείς πόθους ή σε στάση δουλικότητας η επιθυμία των Ευρωπαίων να επιδοκιμάσουν την ομιλία αυτή παρά τις συχνότατες επαναλήψεις απόψεων και επιχειρημάτων του Μπους. Προσωπικά, θεωρώ ότι σαφέστερη εικόνα για το τι ακριβώς επίκειται μάς δίνει η πρόταση της Ρωσίας να βοηθήσει την Αμερική στο Αφγανιστάν, αποστερώντας την όμως συγχρόνως από τη χρήση της αεροπορικής βάσης του Μανάς στο Κιργιζιστάν. Στο παρόν πλαίσιο, θα επικεντρωθώ στην Τουρκία και στα σοβαρότατα προβλήματαπου θα προκαλέσει αυτή η χώρα στην Ελλάδα και την Ευρώπη. Η εξέταση αυτή πρέπει ομοίως να γίνει μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο των αμερικανορωσικών σχέσεων· εξ ου και οι προηγούμενες παρατηρήσεις.

Τα τελευταία δύο (αν όχι 20) χρόνια, η εξωτερική πολιτική, οι προσπάθειες και η εφευρετικότητα της Ελλάδας έχουν αφιερωθεί (ή μήπως αναλωθεί;) στον χειρισμό του προβλήματος του επονομαζόμενου κράτους της Μακεδονίας. Δεν είναι αυτό το κατάλληλο σημείο για να συνοψίσουμε τα σχετικά θέματα, αν και θα όφειλε κανείς, προς χάριν της διανοητικής ειλικρίνειας, να παραδεχτεί ότι η Ελλάδα δεν είναι άμοιρη ευθυνών για αυτό το αδιέξοδο.

Ξεκινώ με αυτό το σχόλιο, διότι η πΓΔΜ δεν είναι ο κυριότερος πονοκέφαλός μας (υπό τον όρο, ασφαλώς, ότι η τελική διευθέτηση θα απομακρύνει πλήρως τους επεκτατικούς στόχους της). Η Τουρκία, όμως, είναι.

Τo πρόβλημα με την Τουρκία δεν είναι απότοκο ιστορικών απωθημένων, απέχθειας για τον λαό της ή έλλειψης φαντασίας, αλλά απορρέει από τις ίδιες τις εσωτερικές ασάφειες της χώρας αυτής. Η πρώτη ασάφεια αφορά τον «δισυπόστατο» χαρακτήρα της σε εσωτερικό επίπεδο· η δεύτερη, την πιθανή ένταξή της στην Ευρώπη και το γεγονός ότι η ένταξη αυτή θα έκανε την Ευρώπη ακόμη πιο δυσκυβέρνητη από ό,τι είναι σήμερα.

▅ Το εξισορροπητικό παιχνίδι
Θα μπορούσαμε με τον όρο «δισυπόστατος» να περιγράψουμε τον τρόπο που η Τουρκία παίζει σε όλα τα ταμπλό όσοναφορά την εξωτερική πολιτική της: Αμερική και Ρωσία, Ισραήλ και Παλαιστίνιοι, Ιράν και Δύση, Συρία και Ισραήλ και, φυσικά, όλο το φάσμα των ζητημάτων που άπτονται των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, σε μια περίοδο που η Τουρκία παρουσιάζεται ως υπερασπίστριά τους ενώ, καθ΄ όλη τη διάρκεια της ιστορίας της, έχει επιδείξει περιφρόνηση για αυτά.

Εδώ, όμως, χρησιμοποιώ τον όρο διαφορετικά. Αναφέρομαι στις αντίρροπες δυνάμεις έλξης του κοσμικού απομονωτισμού και του θρησκευτικού διεθνισμού. Τονίζω ταεπακόλουθα μάλλον παρά τα αίτια, καθώς δεν μπορώ να επηρεάσω τα δεύτερα αλλά πρέπει να αντιμετωπίσω με κάποιον τρόπο τα πρώτα.

Ισχυρίζομαι ότι η θρησκευτική ή κοσμική αυτοαντίληψη που θα υιοθετήσει τελικά η Τουρκία θα αποτελέσει και τον καθοριστικό παράγοντα της εξωτερικής πολιτικής της. Το ανησυχητικό είναι ότι για τους «απέξω» και οι δύο εκδοχές είναι επικίνδυνες. Από τα σχόλιά μου απουσιάζει επίσης το εξισορροπητικό παιχνίδι του κ. Ερντογάν, το οποίο αποτελεί για την Ελλάδα τη χειρότερη δυνατή εξέλιξη. Κατ΄ ουσίαν, επομένως, αυτός είναι ο πραγματικός κίνδυνος που αντιμετωπίζουμε: όποια οδό και αν ακολουθήσει η Τουρκία σε εσωτερικό επίπεδο, η Ελλάδα θα επηρεαστεί αρνητικά.

▅ Ο πραγματικός κίνδυνος
Πράγματι, αν επικρατήσει η κοσμική πλευρά, θα επιταχυνθεί και η ένταξη της Τουρκίας στην Ευρώπη. Αν η Τουρκία στραφεί ακόμη περισσότερο προς το Ισλάμ, θα αναπτύξει το διεθνές ανάστημά της στην παγκόσμια σκηνή. Αν, τέλος, επικρατήσει η μετριοπαθής οδός του κ. Ερντογάν, η Τουρκία θα βρεθεί να διαδραματίζει κρίσιμο ρόλο στην Ευρώπη, στον Καύκασο και στη Μέση Ανατολή.

Γιατί κανένας έλληνας ηγέτης ή σχολιαστής δεν μας το έχει πει ανοιχτά αυτό;

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.

Μετά τον Β Δ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Τουρκία έχει τελειοποιήσει την τέχνη των πολλαπλών, προσεκτικά ζυγισμένων συμμαχιών με διαμετρικά αντίθετες χώρες. Ξεκίνησε εντασσόμενη στο ΝΑΤΟ όταν συνειδητοποίησε ότι η Ρωσία εποφθαλμιούσε την κυριαρχία επί του Βοσπόρου. Η ανταπάντηση της Ρωσίας πήρε τη μορφή της επένδυσης σε χώρες αριστερών αποκλίσεων, όπως η Συρία και η Αίγυπτος.

Η αντίδραση όμως της Τουρκίας ήταν ακόμη πιο έξυπνη: εδραίωσε δεσμούς με το Ισραήλ και το Ιράν του Σάχη- μια καιροσκοπική σύνδεση που υπερέβαινε τα φυλετικά, τα θρησκευτικά και τα γεωγραφικά ζητήματα, και τους εξυπηρετούσε όλους απολύτως. Διερωτώμαι: θα είχα άδικο αν έλεγα ότι κανένας έλληνας διπλωμάτης, αντιμέτωπος με αντίστοιχες δυσκολίες, δεν θα είχε επιδείξει τόση τόλμη;

▅ Η έξυπνη αντίδραση
Η έξυπνη αυτή διευθέτηση παρουσίασε σημάδια πιθανής έντασης, καθώς το Ισλάμ έγινε ισχυρότερο εξαιτίας διαφόρων γεωπολιτικών παραγόντων. Το Ισλάμ άρχισε να αποκαλύπτει σε πολλούς Τούρκους (όχι όμως και στον τουρκικό στρατό, αυτόν τον θεματοφύλακα του κοσμικού Συντάγματος) τη δυνατότητα επέκτασης της σφαίρας επιρροής της χώρας μέσω της θρησκείας . Θα μπορούσε πράγματι η επέκταση να είναι πολλαπλή: προς την Ευρώπη (Αλβανία και Βοσνία), τον Καύκασο (παραδοσιακή περιοχή τουρκικής επιρροής) ή ακόμη και τον υπόλοιπο μουσουλμανικό κόσμο, δεδομένου ότι τόσο από οικονομική άποψη όσο και από άποψη εσωτερικής συνοχής, η Τουρκία είναι το ισχυρότερο από τα κύρια ισλαμικά κράτη, δηλαδή από το Ιράν, την Ινδονησία, το Πακιστάν και την Αίγυπτο.

Σε αυτήν ακριβώς τη φάση εισήλθε στην πολιτική σκηνή ο Ερντογάν: μετριοπαθής ισλαμιστής ο ίδιος, κατάφερε να εκλέξει τον πρώτο ισλαμιστή στην προεδρία της χώρας του και προσπαθεί τεχνηέντως να διατηρήσει την κεντρώα θέση (α) όχι μόνον ενισχύοντας τους δεσμούς με το μουσουλμανικό πλέον Ιράν, αλλά και αντιτιθέμενος στα πυρηνικά προγράμματά του, ώστε να μη χαθεί η τουρκική φιλία με το Ισραήλ και τις ΗΠΑ· (β) βοηθώντας το Ισραήλ να αναπτύξει εκ νέου δεσμούς με τη Συρία (προς ικανοποίηση των Αμερικανών και των Αγγλων)· (γ) διατηρώντας τους τουρκικούς δεσμούς με τους Παλαιστινίους, χωρίς όμως συγχρόνως να θέτει σε κίνδυνο τους βασικούς δεσμούς της χώρας με το Ισραήλ, απέναντι στο οποίο κρατά εξάλλου το απόλυτο όπλο: τον έλεγχο του νερού.

Η πρόσφατη, άκρως θεαματική εμφάνισή του στο Νταβός επισφράγισε όλα τα προηγούμενα, καθώς ο Τύπος- προς μεγάλη χαρά του τούρκου πρωθυπουργού- εσφαλμένα θεώρησε ότι η επιδέξια επίθεση του κατά του Αμερικανού συντονιστή της συζήτησης ήταν επίθεση κατά του Προέδρου Πέρες. Η παρεξήγηση αυτή απέφερε στον Ερντογάν (α) τον τίτλο του υπερασπιστή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων· (β) αύξηση των πολυπόθητων μουσουλμανικών ψήφων στην πατρίδα του· (γ) τη βεβαιότητα ότι δεν θα γίνονταν φιλοπαλαιστινιακές διαδηλώσεις στην Τουρκία (που θα μπορούσαν να προκαλέσουν την επέμβαση του στρατού).

▅ Τα διδάγματα
Για την Ελλάδα, αυτή η σύνοψη των εξισορροπητικών ταλέντων της Τουρκίας περιέχει τέσσερα διδάγματα:

Πρώτον: το πλεονέκτημα που απορρέει από τη σύναψη πολλαπλών συμμαχιών με σκοπό την εξυπηρέτηση των συμφερόντων της χώρας μας, καθώς η γεωπολιτική σκηνή δεν σταματά να μεταβάλλεται. Η μονογαμική σχέση με τις ΗΠΑ δεν είναι και τόσο επωφελής.

Δεύτερον: το γεγονός ότι η σπουδαιότητα της Τουρκίας θα αυξηθεί ακόμη περισσότερο, ασχέτως του αν επικρατήσει τελικά το κοσμικό ή το θρησκευτικό μοντέλο, σημαίνει πως πρέπει πάντοτε να επαγρυπνούμε απέναντι στη γείτονα χώρα.

Τρίτον: οι Αμερικανοί πρέπει μάλλον να έχουν καταλάβει πως, με την πάροδο του χρόνου, χρειάζονται την Τουρκία περισσότερο από ό,τι τους χρειάζεται σήμερα αυτή. Και αυτό, ομοίως, δεν είναι καθόλου ευοίωνο για εμάς.

Τέλος, τίθεται το ζήτημα του αντίδοτου: πώς είναι (αν είναι) δυνατόν να ελέγξεις, αν όχι και να ανακόψεις, μια τέτοια επέκταση επιρροής; Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη σκέψη για να καταλάβουμε ότι, βοηθώντας τους Ρώσους να ξαναεδραιωθούν στον Καύκασο, όχι μόνο δεν βλάπτουμε τα συμφέροντά μας, αλλά, αντιθέτως, τα προωθούμε, δημιουργώντας στο ανατολικό μέτωπο της Τουρκίας περισπασμούς που θα μπορούσαν να περιορίσουν τον τυχοδιωκτισμό της στη Μεσόγειο.

Γιατί δεν το κάνουμε όμως;

Εχουμε άραγε τόσο επιτακτικό συμφέρον να εμποδίσουμε την ανεξαρτησία της Νότιας Οσετίας, ώστε να στερηθούμε μια πιθανή ανάπαυλα από τη διαρκώς εντεινόμενη αυταρχικότητα της Τουρκίας του Ερντογάν; Ή μήπως περιμένουμε κάποια χειροπιαστή ανταμοιβή από την Αμερική του Ομπάμα βοηθώντας τον να συνεχίσει το παιχνίδι του Μπους για την περικύκλωση της Ρωσίας; Ή μήπως, τέλος, το υπουργείο Εξωτερικών μας αφελώς πίστεψε το αμερικανικό πολιτικό σύνθημα, ότι δεν υπάρχουν πλέον σφαίρες επιρροής;

Ο κ. Βασίλης Μαρκεζίνης φέρει τον τίτλο του σερ και είναι τακτικό μέλος της Βρετανικής Ακαδημίας, αντεπιστέλλον μέλος των Ακαδημιών Αθηνών, Γαλλίας, Ρώμης, Βελγίου, Ολλανδίας και νομικός σύμβουλος (επί τιμή) της βασίλισσας της Αγγλίας.