| Του Γιάννη Κολοβού* Περιοδικό Ρεσάλτο (τεύχος 33) Πολύ αποκαλυπτικές, για όσους μπόρεσαν να διακρίνουν τα πραγματικά τους νοήματα, ήταν οι παραινέσεις του αρχηγού της Μητροπολιτικής Αστυνομίας του Λονδίνου Sir Ian Blair κατά την διάρκεια πρόσφατης επίσημης επίσκεψής του στην Ελλάδα. Σύμφωνα με τα ρεπορτάζ των εφημερίδων (1) ο Sir Ian υπογράμμισε ότι δεν μπορούν να υπηρετούν στην Αστυνομία άτομα που οι ίδιοι ή συγγενείς τους (!) είναι μέλη ακροδεξιών οργανώσεων [μάλιστα, στο σχετικό ρεπορτάζ γίνεται αναφορά στο BNP (Βρετανικό Εθνικό Κόμμα)]. Επιπλέον, ο Sir Ian προέτρεψε την ηγεσία της ΕΛ.ΑΣ. «Να προσλάβετε αλλοδαπούς αστυνομικούς για να περιορίσετε την εγκληματική δραστηριότητα στην Ελλάδα ... [Έτσι ώστε] να υπάρχει καλύτερη προσέγγιση των μεταναστών και να διευκολύνεται η εξιχνίαση εγκλημάτων με δράστες αλλοδαπούς» και τόνισε ότι το βασικό κριτήριο για τις κρίσεις και τις προαγωγές είναι η επάρκεια σχετικά με την αντίληψη της διαφορετικότητας. Από τις δηλώσεις αυτές φαίνεται ότι η αχαλίνωτη πολυπολιτισμικοποίηση και πολιτική ορθότητα που διατρέχει όλη την Βρετανική ελίτ οδηγεί σε τραγελαφικές καταστάσεις. Κατʼ αρχάς, ο αποκλεισμός από τις προσλήψεις λόγω συμμετοχής σε ένα πολιτικό κόμμα όχι μόνο του αιτούμενου την πρόσληψη, αλλά και κάποιου συγγενούς του (αλήθεια μέχρι ποιού βαθμού εισάγει μία έννοια οικογενειακής ευθύνης. Δηλαδή ένα μέλος της οικογένειας θεωρείται – κατά την προτροπή του Sir Ian - συνυπεύθυνο για τις πολιτικές επιλογές ενός άλλου μέλους και μάλιστα θα υφίσταται και συνέπειες! Επιπλέον, όπως έχει παρατηρηθεί και στην Ελλάδα, ο ορισμός κάποιου ως «ακροδεξιού» είναι σχετικός καθώς κατά καιρούς έχουν χαρακτηρισθεί έτσι διάφορα πρόσωπα τα οποία δεν έχουν σχέση με την ακροδεξιά, αλλά που με την στάση τους ή τις δηλώσεις τους ενόχλησαν το πολιτικό, ακαδημαϊκό και δημοσιογραφικό κατεστημένο της χώρας μας. Ενδεικτικά να αναφερθεί ότι το BNP είναι ένα αξιοπρεπές κόμμα της ριζοσπαστικής Δεξιάς με δεκάδες εκλεγμένους δημοτικούς συμβούλους σε όλη την χώρα, με εκλεγμένο δημοτικό σύμβουλο στον Δήμο του Λονδίνου στις πρόσφατες εκλογές και με συνεχώς αυξανόμενη επιρροή σε περιοχές όπου παλαιότερα κυριαρχούσε το Εργατικό Κόμμα. Σύμφωνα με την Βρετανική νομοθεσία για τις φυλετικές σχέσεις (Race Relations Amendment Act) ο δημόσιος τομέας υποχρεούται να προωθήσει ενεργά την ισότητα, τις καλές διακοινοτικές σχέσεις και να εξαλείψει τις διακρίσεις. Αν αυτό δεν πραγματοποιηθεί, η Επιτροπή Φυλετικής Ισότητας μπορεί να το επιβάλλει μέσω δικαστικής πίεσης. Πιο συγκεκριμένα, όλοι οι δημόσιοι οργανισμοί από την αστυνομία και τις Ένοπλες Δυνάμεις μέχρι τα κοινοτικά συμβούλια, τα σχολεία και το BBC έχουν την νομική υποχρέωση να δημοσιοποιήσουν προγράμματα φυλετικής ισότητας και να παρακολουθούν την εθνοτική σύνθεση του εργατικού τους δυναμικού. Η ΕΦΙ θα αστυνομεύει την εκπλήρωση αυτών των υποχρεώσεων και έχει την εξουσία να εκδώσει ειδοποίηση συμμορφώσεως προς οποιαδήποτε δημόσια υπηρεσία που φαίνεται να αποτυγχάνει στην εκπλήρωση των υποχρεώσεών της. Επιπλέον, η ΕΦΙ θα μπορεί να κινηθεί δικαστικώς κατά εκείνων που εξακολουθούν να μην ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις αυτές (2). Στους αρχηγούς των αστυνομικών δυνάμεων της Βρετανίας τέθηκαν στόχοι προκειμένου, μέχρι το 2009, οι αστυνομικές δυνάμεις να γίνουν φυλετικώς αντιπροσωπευτικές των κοινοτήτων τις οποίες υπηρετούν, μέσω της αύξησης του αριθμού των αστυνομικών που προέρχονται από μειονοτικές ομάδες. Σύμφωνα με τους στόχους αυτούς, μέχρι το 2009 το 7% των αστυνομικών στην Αγγλία και στην Ουαλία θα πρέπει να προέρχεται από μειονότητες. Το τρέχον ποσοστό μειονοτικών αστυνομικών είναι 3,5% (3). Τέτοιες, όμως, προσπάθειες καταπολέμησης των «διακρίσεων» στην εργασία οδηγούν σε αντίστροφο ρατσισμό εις βάρος των γηγενών καθώς ουσιαστικά εκτρέπονται σε ποσοστώσεις, με αποτέλεσμα να δημιουργείται δυσφορία στους τελευταίους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η περίπτωση των προσλήψεων στην αστυνομία του Avon και Somerset η οποία ήθελε να προσλάβει 180 άτομα και έλαβε σχεδόν 800 αιτήσεις. Από αυτές, 186 αιτήσεις από λευκούς άνδρες απορρίφθηκαν εξαρχής λόγω της φυλής και του φύλου τους. Τελικά, από τις 180 θέσεις, το 49% καλύφθηκε από λευκές γυναίκες, το 4% από άνδρες από εθνοτικές μειονότητες και το 1% από γυναίκες από εθνοτικές μειονότητες. Κάποιοι από τους απορριφθέντες λευκούς κατέφυγαν στην δικαιοσύνη η οποία απεφάνθη ότι η εν λόγω αστυνομία, με την εφαρμογή της συγκεκριμένης πολιτικής προσλήψεων, παραβίασε την νομοθεσία περί διακρίσεων λόγω φύλου και φυλής. Η συγκεκριμένη πρακτική καταδικάσθηκε τόσο από την Αστυνομική Ομοσπονδία όσο και από την Επιτροπή για την Φυλετική Ισότητα (4). Μία αντίστοιχη πρακτική διακρίσεων εις βάρος των λευκών Βρετανών στις προσλήψεις παραδέχθηκε και η αστυνομία του Gloucestershire όταν ένας από τους απορριφθέντες υποψηφίους κατέθεσε μήνυση εις βάρος της. Η εν λόγω αστυνομία παραδέχθηκε ότι απέρριψε παρανόμως τις αιτήσεις 108 λευκών υποψηφίων μόνο και μόνο γιατί ήταν λευκοί και άνδρες ενώ σκοπός της ήταν να αυξήσει τα ποσοστά των γυναικών και των προερχομένων από εθνοτικές μειονότητες ώστε να «πιάσει» τους (υψηλούς) στόχους που έχουν τεθεί από την κυβέρνηση (5). Αν στην θέση της λέξης «λευκός» βάλουμε την λέξη «Έλληνας» τότε θα πάρουμε μία εικόνα από τα αποτελέσματα της εφαρμογής αντίστοιχων μέτρων στην Ελλάδα. Πάντως, το σκεπτικό που προκάλεσε αυτήν την πρακτική, πάντα ενυπάρχει στις περιπτώσεις προσλήψεων ειδικά σε δημόσιες υπηρεσίες όπως η Αστυνομία, η Πυροσβεστική, το Εθνικό Σύστημα Υγείας κλπ. Ειδικά για την περίπτωση της Αστυνομίας, ήδη εκφράζεται δυσφορία από λευκούς αστυνομικούς οι οποίοι θεωρούν ότι συνάδελφοί τους που προέρχονται από εθνοτικές κοινότητες παίρνουν προαγωγές λόγω της καταγωγής τους και όχι λόγω της αξίας τους, ενώ ακόμα και ο ίδιος ο Πρόεδρος του Εθνικού Συνδέσμου Μαύρων Αστυνομικών Ray Powell υπογράμμισε τον κίνδυνο πρόσληψης αστυνομικών από εθνοτικές κοινότητες προκειμένου να επιτευχθούν οι στόχοι, οι οποίοι όμως αστυνομικοί να μην πληρούν τα κριτήρια και να μην έχουν το απαραίτητο επίπεδο (6). Και πώς να έχουν το απαραίτητο επίπεδο όταν, σύμφωνα με τις προτροπές του Sir Ian, το βασικό κριτήριο για τις κρίσεις και τις προαγωγές είναι η επάρκεια σχετικά με την αντίληψη της διαφορετικότητας, και όχι οι αστυνομικές και διοικητικές ικανότητες του κάθε αστυνομικού ανεξαρτήτως εθνοτικής καταγωγής ή θρησκείας; Σύμφωνα με μελέτη της ΜΙ5, η οποία διεξήχθη αμέσως μετά τις βομβιστικές επιθέσεις της 7ης Ιουλίου του 2005 αλλά δημοσιοποιήθηκε μετά τις απόπειρες του καλοκαιριού του 2007, περίπου οκτώ φανατικοί μουσουλμάνοι εργάζονται στις αστυνομικές δυνάμεις της χώρας είτε ως αστυνομικοί είτε ως πολιτικό προσωπικό ενώ υπάρχει και ο φόβος «εν υπνώσει» πυρήνες της Αλ Καϊντα να προσπαθούν να εισχωρήσουν και σε άλλους δημόσιους οργανισμούς προσπαθώντας να εκμεταλλευθούν τις προσπάθειες αύξησης του ποσοστού των εργαζομένων που προέρχονται από εθνοτικές κοινότητες (7). Όπως σχολιάζει η εφημερίδα Daily Mail: «Διερεύνησε κάποιος το παρελθόν εκείνων τους οποίους υποψιαζόμαστε για δεσμούς με την τρομοκρατία; Μελέτησε τις απόψεις τους; Εξέτασε την αφοσίωσή τους; Ή αυτοί οι στοχασμοί παραμερίσθηκαν στην προσπάθεια να επιτευχθούν οι πολιτικώς ορθοί στόχοι προσλήψεων; Ήμασταν τυχεροί που αποφύγαμε μία εθνική τραγωδία την προηγούμενη εβδομάδα. Πρέπει να συνεχίσουμε να επαφιόμαστε μόνο στην τύχη;» (8). Πάντως και η «καλύτερη προσέγγιση των μεταναστών» η οποία κατά τον Sir Ian επιτυγχάνεται με τις αυξημένες προσλήψεις μελών μειονοτήτων και με την συγκρότηση μειονοτικών ομάδων αυτοϋποστήριξης δεν φαίνεται να είχε ουσιαστικά αποτελέσματα με τους μουσουλμανικούς πληθυσμούς της Βρετανίας. Ο υποδιοικητής της Scotland Yard και εθνικός συντονιστής για θέματα αντιτρομοκρατίας Peter Clarke καυτηρίασε την ελάχιστη συμβολή της μουσουλμανικής κοινότητας στις αντιτρομοκρατικές προσπάθειες λέγοντας: «Πρέπει να αυξήσουμε την ροή πληροφοριών που προέρχεται από τις (εθνοτικές και θρησκευτικές) κοινότητες. Σχεδόν όλες οι ποινικές διώξεις προέρχονται από πληροφορίες που ήρθαν από το εξωτερικό, από τις υπηρεσίες πληροφοριών ή από τεχνικά μέσα. Λίγες έχουν μέχρι στιγμής προέλθει από αυτό που κάποιες φορές αποκαλείται πληροφόρηση από τις κοινότητες» (9). Στην χώρα μας ο αρμόδιος υπουργός Προκόπης Παυλόπουλος έχει ήδη εκφραστεί υπέρ των θετικών διακρίσεων, των θεσμοθετημένων δηλαδή διακρίσεων εις βάρος των Ελλήνων και υπέρ των μεταναστών στην εργασία και άλλου. Όπως δήλωσε ο ίδιος σε διημερίδα που διοργάνωσε το ΙΜΕΠΟ το 2004 «η ισότητα πρέπει να είναι αναλογική ισότητα (sic), που σημαίνει ότι ίση μεταχείριση ουσιωδώς όμοιων καταστάσεων και άνιση μεταχείριση ουσιωδώς ανόμοιων καταστάσεων (sic) με την έννοια ότι το κράτος οφείλει να παρεμβαίνει με θετικά μέτρα για να αποκαταστήσει την ισότητα, όπου αυτή δεν μπορεί να αποκατασταθεί κάτω από τις συνήθεις συνθήκες. Και σε αυτό πρέπει να είμαστε γενναίοι και πρέπει να το πάρουμε απόφαση» (10). Όπως σχολιάζει σχετικά ο ινδικής καταγωγής επιστημονικός ερευνητής του Ιδρύματος Hoover Dinesh DʼSouza «ο φιλελεύθερος αντιρατσισμός εγκρίνει τις διακρίσεις [υπέρ των μειονοτήτων] υπό την αιγίδα του κράτους. Κατά κάποιο παράδοξο άλμα της ιστορίας, ο αντιρατσιστής μεταβλήθηκε σε εικόνα και ομοίωση του εχθρού του» (11). Το γεγονός ότι η σχετική νομοθεσία της ΕΕ έχει ήδη ενσωματωθεί στην εθνική μας νομοθεσία σημαίνει ότι σε λίγα χρόνια θα έχουμε και στην χώρα μας καταστάσεις όπως οι προαναφερθείσες στην Βρετανία. Αυτές όμως δεν αναφέρθηκαν σε κανένα από τα ρεπορτάζ που προέβαλαν την πρόσφατη επίσκεψη του αρχηγού της Μητροπολιτικής Αστυνομίας του Λονδίνου στην χώρα μας. Παραπομπές 1) Μαρνέλλος Γιώργος «Μάθημα Σκότλαντ Γιάρντ για την ΕΛ.ΑΣ.» Ελευθεροτυπία 15/5/2008, «Σκότλαντ Γιάρντ: «Να προσλάβετε αλλοδαπούς»» Το Βήμα 15/5/2008. 2) Johnston Philip "Tough new race laws 'will cost millions'", The Daily Telegraph 4/12/2001. 3) Dodd Vikram “Diversity target is unrealistic say police chiefs”, The Guardian 31/3/2006. 4) De Bruxelles Simon “White man wins payout over police job race bias”, The Times 15/3/2006. 5) BBC News “Force admits rejecting white men”, 22/9/2006. 6) Hinsliff Gaby “White police claim racism”, The Observer 22/8/2004. 7) Wright Stephen “Al Qaeda fanatics working in police”, Daily Mail 7/7/2007. 8)“Terrorʼs friends among the police”, The Daily Mail [editorial] 7/7/2007. 9) Dodd Vikram “Al-Qaida thriving despite war on terror – Yard chief”, The Guardian 25/4/2007. 10) Πρακτικά διημερίδας ΙΜΕΠΟ, «Διαχείριση Μετανάστευσης: Η Ελληνική, Ευρωπαϊκή και Διεθνής Πραγματικότητα», 15/11/2004, http://www.imepo.gr/documents/Praktika15112004.pdf , σελ. 24 [Πρόσβαση στις 10/2/2006]. 11) DʼSouza Dinesh “The End of Racism”, The Free Press, New York 1995, p. 243 * Ο Γιάννης Κολοβός είναι επικοινωνιολόγος. Το τελευταίο του βιβλίο με τίτλο «Το τέλος μίας ουτοπίας: η κατάρρευση των πολυπολιτισμικών κοινωνιών στην Δυτική Ευρώπη» μόλις κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Πελασγός. |
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιάννης Κολοβός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιάννης Κολοβός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Κυριακή 24 Ιανουαρίου 2010
Πολυπολιτισμικότητα, «θετικές δράσεις» και προσλήψεις στα Σώματα Ασφαλείας
Ετικέτες
Γιάννης Κολοβός,
Εθνική ασφάλεια,
Πολυπολιτισμικότητα
Κυριακή 27 Δεκεμβρίου 2009
Το αφιέρωμα του «Άρδην» για το μεταναστευτικό
του Γιάννη Κολοβού
Αναδημοσίευση από το περιοδικό Ρεσάλτο(Δεκ 2009)
Σοβαρό προβληματισμό πρέπει να προκάλεσε στον κάθε καλόπιστο αναγνώστη το πρόσφατο αφιέρωμα του «Άρδην» για το μεταναστευτικό πρόβλημα της χώρας (τ. 77, Οκτώβριος - Νοέμβριος 2009). Και αυτό γιατί, ενώ το περιοδικό επισημαίνει σωστά τις παραμέτρους του προβλήματος, οι λύσεις που προτείνει αποτελούν, στην καλύτερη περίπτωση, ημίμετρα. Ενδεικτική της αντίφασης που επικρατεί στο συγκεκριμένο αφιέρωμα είναι το γεγονός ότι στην ουσία το «Άρδην» καταλήγει να προτείνει αυτό που το ίδιο καταδικάζει!
Η ανάλυση του «Άρδην»
Ας πάρουμε, όμως, τα πράγματα από την αρχή. Σε άρθρο που εκφράζει την σύνταξη του περιοδικού (Ελληνικό έθνος και σύγχρονη μετανάστευση, σελ. 21-24) η επισήμανση των παραμέτρων του προβλήματος είναι σωστή. Πιο συγκεκριμένα επισημαίνεται ότι:
Επιπλέον, ουδεμία αναφορά γίνεται και ουδεμία κριτική ασκείται στην πρακτική των εκ των υστέρων νομιμοποιήσεων την οποία ακολούθησαν διαδοχικές κυβερνήσεις κατά τα τελευταία 20 έτη και η οποία κατέστησε την χώρα μας ακόμα μεγαλύτερο πόλο έλξης παράνομων μεταναστών. Όμως, αν δεν υπογραμμισθεί εντόνως το λανθασμένο περιεχόμενο της πρακτικής των εκ των υστέρων νομιμοποιήσεων, δεν θα γίνει αντιληπτός ο λόγος για τον οποίον θα πρέπει να ληφθεί ειδική μέριμνα ώστε τα αποτελέσματα αυτής της πρακτικής να αντιστραφούν.
Τέλος, δεν αναφέρεται σε κανένα σημείο του αφιερώματος το ότι η συντριπτική πλειονότητα των εκ των υστέρων νομιμοποιημένων μεταναστών στην χώρα μας έχουν άδεια παραμονής διετούς διάρκειας, η ανανέωση της οποίας είναι στην διακριτική ευχέρεια του κράτους αν και εφ’ όσον κρίνει ότι η παρουσία του κάθε συγκεκριμένου μετανάστη εξακολουθεί να είναι απαραίτητη και να πληροί κάποια κριτήρια. Επομένως, η μη-ανανέωση τέτοιων αδειών παραμονής δεν αποτελεί καταπάτηση κάποιου δικαιώματος του μετανάστη, αλλά μία άσκηση ενός δικαιώματος εκ μέρους του κράτους. Σε αυτές τις περιπτώσεις θα μπορούσε να υπάρχει και η παροχή κάποιου είδους οικονομικής αποζημίωσης.
Οι προτάσεις του «Άρδην»
Το «Άρδην» κάνει λόγο για:
Τα τέσσερα πρώτα σημεία είναι ορθά και, εν πολλοίς, αυτονόητα. Ορθή είναι και η πρόταση που αναφέρουν στα άρθρα τους ο κ. Ντρίνιας και ο κ. Ρακκάς, περί λήψης μέτρων κατά των εργοδοτών που απασχολούν παράνομους μετανάστες ή που καταπατούν τα εργασιακά δικαιώματα των μεταναστών. Οι θέσεις αυτές έχουν επανειλημμένως αναφερθεί κατά το παρελθόν και από άλλους μελετητές και σχολιαστές του μεταναστευτικού προβλήματος και, επομένως, δεν εισφέρουν κάτι το καινούργιο. Αξίζει να υπενθυμισθεί ότι το περιοδικό «Ρεσάλτο» έχει εδώ και χρόνια κάνει τεύχος-αφιέρωμα στο μεταναστευτικό (τ. 18 – Ιούνιος 2007), ενώ στις 29/10/2007 διοργάνωσε και σχετική ανοικτή συζήτηση.
Το πέμπτο σημείο ουσιαστικά ζητά την αλλαγή της ισχύουσας νομοθεσίας καθώς απεμπολεί την βασική κύρωση κατά των παράνομων μεταναστών, την διοικητική απέλαση, και την αντικαθιστά με τον ... εθελούσιο επαναπατρισμό με οικονομική αποζημίωση! Και αν οι παράνομοι μετανάστες δεν ... επιθυμούν τον επαναπατρισμό τους ή αν διαφωνούν με το ύψος της προσφερόμενης οικονομικής ενίσχυσης, τότε τι θα γίνει; Ειλικρινέστερος, είναι ο κ. Ντρίνιας ο οποίος παραδέχεται στο άρθρο του ότι «το ζήτημα των επαναπροωθήσεων μπορεί να αντιμετωπισθεί σε μία εθελοντική-ανθρωπιστική βάση» (σελ. 46). Παρ’ όλ’ αυτά, είναι και ο μόνος που κάνει λόγο για απελάσεις μεταναστών τις οποίες όμως περιορίζει μόνο για περιπτώσεις βαριάς εγκληματικότητας, πρόκλησης εθνικού ή φυλετικού μίσους, αμφισβήτησης της εθνικής κυριαρχίας κλπ.
Το έκτο σημείο κάνει λόγο για σταδιακή ένταξη των μεταναστών στην κοινωνία μας. Όμως, χωρίς τον ορισμό κριτηρίων επιλογής των μεταναστών που θα παραμείνουν στην χώρα μας, πώς γίνεται λόγος για ένταξη; Αν μάλιστα ληφθεί υπ’ όψιν το γεγονός ότι, όπως παραδέχεται ο κ. Ρακκάς, η Ελλάδα διαθέτει «μικρότερη δυνατότητα ενσωμάτωσης» (σελ. 59) σε σύγκριση με τις χώρες της Κεντρικής Ευρώπης γίνεται αντιληπτή η κεφαλαιώδης σημασία αυτών των κριτηρίων. Τα κριτήρια αυτά θα πρέπει να ανταποκρίνονται στις παραμέτρους του προβλήματος, τις οποίες, όπως προαναφέραμε, έχει σωστά εντοπίσει το «Άρδην». Θα πρέπει δηλαδή να καλύπτουν τις όποιες ανάγκες της χώρας σε εργατικό δυναμικό καθώς και τις παραμέτρους της πολιτισμικής διαφοράς, της προέλευσης από όμορες χώρες και της προέλευσης από μουσουλμανικές χώρες ώστε εφαρμοζόμενα να οδηγήσουν στην μείωση του μεταναστευτικού πληθυσμού και στην επιλογή εκείνων των μεταναστών που θα έχουν ευκολότερη και καλύτερη ενσωμάτωση στην κοινωνία μας.
Το έβδομο σημείο ουσιαστικά αποτελεί πρόταση διασποράς των μεταναστών σε διάφορες περιοχές της Αττικής και της χώρας μας ώστε να αποφευχθεί η υπερσυγκέντρωση και η γκετοποίησή τους. Όμως, η πρόταση αυτή παραβλέπει τους λόγους για τους οποίους οι άνθρωποι αυτοί συγκεντρώνονται στα αστικά κέντρα και σε συγκεκριμένες περιοχές. Οι κύριοι λόγοι αφορούν στην δυνατότητα που τους παρέχουν οι περιοχές αυτές να βρουν εργασία ή να αναπτύξουν κάποια παρασιτική ή εγκληματική δραστηριότητα και ταυτόχρονα να επωφεληθούν από τα άτυπα δίκτυα υποστήριξης που έχουν διαμορφωθεί από ομοεθνείς και ομοθρήσκους τους. Η διασπορά τους, λοιπόν, ανά την επικράτεια θα είναι ανώφελη καθώς εκείνοι με την πρώτη ευκαιρία θα επιστρέψουν στις αρχικές περιοχές τους για τους προαναφερθέντες λόγους. Επιπλέον, στην Βρετανία όπου έγινε προσπάθεια διασποράς των μεταναστών στο παρελθόν, αυτή απέτυχε παταγωδώς λόγω του τεράστιου κόστους της και λόγω του ότι οι διασπαρέντες μετανάστες επανεισέρρεαν στα αστικά κέντρα.
Ανησυχητική είναι η σχετική πρόταση του κ. Ντρίνια ο οποίος κάνει λόγο για ισοκατανομή του μεταναστευτικού πληθυσμού εντός των πολεοδομικών συγκροτημάτων είτε μέσω παροχής κινήτρων στους ιδιοκτήτες ακινήτων ώστε να ενοικιάζουν στους μετανάστες, είτε ... «κανονιστικά» (!) (σελ. 47). Επιπλέον, θεωρεί ότι «δήμοι και κεντρική κυβέρνηση οφείλουν να υποχρεωθούν σε ευρείες πολεοδομικές και περιβαλλοντικές παρεμβάσεις για την ανάπλαση των ήδη υποβαθμισμένων συνοικιών και την ανάπτυξη υποδομών και κοινόχρηστων χώρων, ενώ πρέπει να εξασφαλιστεί η καθημερινή αστυνόμευσή τους» (σελ. 47). Η θέση αυτή, εκτός του τεράστιου οικονομικού κόστους το οποίο θα έχει – και για το οποίο δεν γίνεται λόγος σε κανένα σημείο του αφιερώματος, ουσιαστικά προτείνει την κρατική επιβολή της συνύπαρξης Ελλήνων και αλλοδαπών σε όλες τις περιοχές! Κάτι τέτοιο είναι σίγουρο ότι θα προκαλέσει τεράστιες αντιδράσεις εκ μέρους των Ελλήνων και θα οξύνει τα αρνητικά αισθήματα των γηγενών προς τους μετανάστες.
Πάντως, δεν πρέπει να προκαλεί απορία το γιατί ο κ. Ντρίνιας δεν κάνει λόγο για αποτροπή της γκετοποίησης μέσω της μείωσης του αριθμού των ευρισκόμενων στην χώρα μεταναστών. Ο ίδιος υποστηρίζει ότι το μεταναστευτικό πρόβλημα δεν μπορεί να επιλυθεί καθώς είναι ένα «υπερπολύπλοκο» και «πλανητικής έκτασης» ζήτημα και ότι «το μόνο που μπορεί να γίνει είναι η διαχείρισή του» (σελ. 44), σκοπός της οποίας είναι «να λειτουργήσει ανακουφιστικά» (σελ. 45). Κατ’ εκείνον εφικτή είναι μόνο «η συγκράτηση του αριθμού των μεταναστών» (σελ. 45).
Μάλιστα, κάποιες θέσεις του συγκεκριμένου αρθρογράφου θυμίζουν έντονα αντίστοιχες θέσεις του ... ΣΥΡΙΖΑ! Κατά τον κ. Ντρίνια «είναι απαραίτητη η απόδοση ταυτοποιητικών-νομιμοποιητικών εγγράφων για όλους και όλες. Κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να είναι λαθραίος!» (σελ. 46), ενώ προτείνει και την «ανάπτυξη «ανοιχτών» και όχι «στρατοπεδικών» υποδομών στεγαστικής, υγειονομικής και επισιτιστικής μέριμνας» (σελ. 46).
«Άρδην» και πολυπολιτισμικότητα
Αυτό που γίνεται ξεκάθαρο στο αφιέρωμα του «Άρδην» είναι ότι οι συντελεστές του περιοδικού τάσσονται κατά της πολυπολιτισμικότητας. Μάλιστα, ο κ. Ρακκάς ορθώς επισημαίνει ότι η πολυπολιτισμικότητα προβάλλεται «ως μία αναγκαία δημοκρατική, φιλελεύθερη μεταρρύθμιση των δομών του εθνικού κράτους, προκειμένου αυτό να προσαρμοστεί στην νέα πολυεθνική πραγματικότητα που διαμορφώνει η μετανάστευση» (σελ. 57). Προς επίρρωση των θέσεών του ο κ. Ρακκάς παραθέτει ένα απόσπασμα από άρθρο του καθηγητή Α.Λιάκου ο οποίος υποστηρίζει ότι η παρουσία μεταναστευτικών κοινοτήτων «απαιτεί γενναίες τροποποιήσεις του φαντασιακού συνανήκειν και, κυρίως, μία διαφορετική εννοιολόγηση του έθνους. Τώρα το έθνος χρειάζεται να εννοιολογηθεί εκ νέου, έτσι ώστε να επιτρέπει νέα, διαφοροποιημένα πολιτισμικά και σύνθετα συνανήκειν» (σελ. 57).
Γι’ αυτό είναι πραγματικά ανεξήγητο το ότι το ίδιο το «Άρδην» θέτει ως στόχο του τον ίδιο ακριβώς σκοπό που έχει και η πολυπολιτισμικότητα: την μετάλλαξη της ελληνικής εθνικής συνείδησης και πολιτισμικής ταυτότητας! Όπως επισημαίνει το περιοδικό: «Διαφορετική ήταν η πολιτισμική ταυτότητα των Ελλήνων πριν το μεγάλο πρόσφατο μεταναστευτικό κύμα. Διαφορετική ήταν η εθνική συνείδηση και είναι βέβαιο πως πρέπει να αναζητηθεί μία νέα συνείδηση, μία νέα ταυτότητα, μία νέα αντίληψη για το έθνος μας, ως συνέπεια του μεγάλου μεταναστευτικού κύματος» (σελ. 21). Ομοίως, ο κ. Ντρίνιας στο άρθρο του τονίζει ότι θα πρέπει να δημιουργηθεί «μία νέα «συνείδηση κοινωνίας» σαν ενοποιητικό και ταυτοποιητικό στοιχείο της κοινωνικής πραγματικότητας που έχει προκύψει από την παρουσία των μεταναστών στην χώρα» (σελ. 45). Κατ’ αυτόν «ο στόχος είναι να επιτευχθεί μία νέα σύνθεση της παλαιάς πραγματικότητας με την διαλεκτική συνάντησή της με την μεταναστευτική πραγματικότητα» (σελ. 47), ενώ επισημαίνει ότι «ο πολιτισμός που δύναται να προκύψει μέσα από μία τέτοια διαδικασία δεν θα είναι ο προϋπάρχον, αλλά ούτε και μία «συρραφή» πολιτισμών» (σελ. 47).
Πώς μπορούν να εξηγηθούν αυτές οι αντιφατικές τοποθετήσεις αν όχι ως ενδείξεις σοβαρής σύγχυσης; Πώς συμβιβάζεται η στηλίτευση της πρότασης περί «διαφορετικής εννοιολόγησης του έθνους», την οποία κάνει ο υπέρμαχος της πολυπολιτισμικότητας Λιάκος, με την πρόταση για αναζήτηση νέας εθνικής συνείδησης και νέας πολιτισμικής ταυτότητας την οποία κάνει το αντιμαχόμενο την πολυπολιτισμικότητα «Άρδην»;
Κλείνοντας αυτήν την κριτική του αφιερώματος θα μπορούσαμε να συμπεράνουμε ότι οι συντελεστές του «Άρδην», ενώ έχουν μία σωστή αντίληψη των παραμέτρων του προβλήματος, προτείνουν την λήψη ημιμέτρων τα οποία σε μεγάλο βαθμό στηρίζονται σε ευσεβείς πόθους ή σε ελλιπή γνώση του θέματος. Όσον αφορά την πολυπολιτισμικότητα, φαίνεται να μην έχουν αντιληφθεί το πραγματικό περιεχόμενό της γι’ αυτό ενώ από την μία την καταγγέλλουν, από την άλλη θέτουν στόχους που οδηγούν στην «πολυπολιτισμικοποίηση» του έθνους μας.
* Ο Γιάννης Κολοβός είναι επικοινωνιολόγος. Το τελευταίο του βιβλίο με τίτλο «Το τέλος μίας ουτοπίας: η κατάρρευση των πολυπολιτισμικών κοινωνιών στην Δυτική Ευρώπη» κυκλοφόρησε το 2008 από τις εκδόσεις «Πελασγός».
Αναδημοσίευση από το περιοδικό Ρεσάλτο(Δεκ 2009)
Σοβαρό προβληματισμό πρέπει να προκάλεσε στον κάθε καλόπιστο αναγνώστη το πρόσφατο αφιέρωμα του «Άρδην» για το μεταναστευτικό πρόβλημα της χώρας (τ. 77, Οκτώβριος - Νοέμβριος 2009). Και αυτό γιατί, ενώ το περιοδικό επισημαίνει σωστά τις παραμέτρους του προβλήματος, οι λύσεις που προτείνει αποτελούν, στην καλύτερη περίπτωση, ημίμετρα. Ενδεικτική της αντίφασης που επικρατεί στο συγκεκριμένο αφιέρωμα είναι το γεγονός ότι στην ουσία το «Άρδην» καταλήγει να προτείνει αυτό που το ίδιο καταδικάζει!
Η ανάλυση του «Άρδην»
Ας πάρουμε, όμως, τα πράγματα από την αρχή. Σε άρθρο που εκφράζει την σύνταξη του περιοδικού (Ελληνικό έθνος και σύγχρονη μετανάστευση, σελ. 21-24) η επισήμανση των παραμέτρων του προβλήματος είναι σωστή. Πιο συγκεκριμένα επισημαίνεται ότι:
■«Η μετανάστευση αποτελεί ίσως το μεγαλύτερο εθνικό ζήτημα της Ελλάδας σήμερα» (σελ. 21).
■Το πρόβλημα είναι ζήτημα πληθυσμιακών μεγεθών: «Αρκεί τα μεγέθη των ξένων πληθυσμών να μην είναι τέτοια που να αλλοιώνουν την πολιτική, κοινωνική και πολιτισμική πραγματικότητα της χώρας» (σελ. 24).
■Η πολιτισμική διαφορά κάποιων μεταναστευτικών κοινοτήτων από τον γηγενή πληθυσμό καθιστά ανέφικτη την ενσωμάτωσή τους: «Η μαζική μετανάστευση, ιδιαίτερα πληθυσμών με μεγάλη πολιτισμική διαφορά από τους Έλληνες, που σε καμία περίπτωση δεν πρόκειται να ενσωματωθούν – τουλάχιστον στο προβλεπτό μέλλον» (σελ. 23).
■Η μετανάστευση από όμορες, αλλά και από μουσουλμανικές χώρες, περικλείει κινδύνους για την εθνική κυριαρχία και ασφάλεια: «Η μετανάστευση στην Ελλάδα πληθυσμών από τις γειτονικές χώρες με τις οποίες εξακολουθούν να υπάρχουν άλυτα ή ανεπούλωτα ακόμα ιστορικά ζητήματα – το μακεδονικό, η τουρκική επιθετικότητα και οι αλβανικές διεκδικήσεις στην Τσαμουριά – κινδυνεύουν να μεταβάλουν τους μετανάστες εργάτες από αυτές τις χώρες, ή ένα μέρος τους, σε μειονότητες, οι οποίες αύριο θα διεκδικήσουν μειονοτικά δικαιώματα. Επιπλέον, η ενίσχυση μουσουλμανικών πληθυσμών από την Αφρική και την Κεντρική Ασία, θα φέρει σύντομα αυτούς τους πληθυσμούς υπό την «προστασία» της Τουρκίας» (σελ. 23).Όμως, παρά τον σωστό και πλήρη εντοπισμό των βασικών παραμέτρων του προβλήματος, η προτεινόμενη δέσμη λύσεων είναι ανεπαρκής και αντιφατική. Το «Άρδην» κάνει λόγο για «άφιξη εκατοντάδων χιλιάδων, αν όχι εκατομμυρίων ανθρώπων στην Ελλάδα» (σελ. 22), η οποία κατά τον κ. Ρακκά «δέχεται πολύ μεγαλύτερη πίεση από τα μεταναστευτικά ρεύματα απ’ ό,τι οι χώρες της Κεντρικής Ευρώπης» (σελ. 59). Οι παραδοχές αυτές, σε συνδυασμό με την θέση του περιοδικού περί ορισμού ενός επιθυμητού αριθμού μεταναστών (δες παρακάτω), θα έπρεπε να οδηγήσουν και στον καθορισμό κάποιων κριτηρίων με βάση τα οποία θα επιλεγούν για να παραμείνουν στην χώρα μας οι καλύτεροι και χρησιμότεροι εκ των μεταναστών και εξ’ αυτών όσοι έχουν τις μεγαλύτερες δυνατότητες ενσωμάτωσης. Δυστυχώς, αναφορά σε τέτοια κριτήρια δεν γίνεται σε κανένα σημείο του αφιερώματος.
Επιπλέον, ουδεμία αναφορά γίνεται και ουδεμία κριτική ασκείται στην πρακτική των εκ των υστέρων νομιμοποιήσεων την οποία ακολούθησαν διαδοχικές κυβερνήσεις κατά τα τελευταία 20 έτη και η οποία κατέστησε την χώρα μας ακόμα μεγαλύτερο πόλο έλξης παράνομων μεταναστών. Όμως, αν δεν υπογραμμισθεί εντόνως το λανθασμένο περιεχόμενο της πρακτικής των εκ των υστέρων νομιμοποιήσεων, δεν θα γίνει αντιληπτός ο λόγος για τον οποίον θα πρέπει να ληφθεί ειδική μέριμνα ώστε τα αποτελέσματα αυτής της πρακτικής να αντιστραφούν.
Τέλος, δεν αναφέρεται σε κανένα σημείο του αφιερώματος το ότι η συντριπτική πλειονότητα των εκ των υστέρων νομιμοποιημένων μεταναστών στην χώρα μας έχουν άδεια παραμονής διετούς διάρκειας, η ανανέωση της οποίας είναι στην διακριτική ευχέρεια του κράτους αν και εφ’ όσον κρίνει ότι η παρουσία του κάθε συγκεκριμένου μετανάστη εξακολουθεί να είναι απαραίτητη και να πληροί κάποια κριτήρια. Επομένως, η μη-ανανέωση τέτοιων αδειών παραμονής δεν αποτελεί καταπάτηση κάποιου δικαιώματος του μετανάστη, αλλά μία άσκηση ενός δικαιώματος εκ μέρους του κράτους. Σε αυτές τις περιπτώσεις θα μπορούσε να υπάρχει και η παροχή κάποιου είδους οικονομικής αποζημίωσης.
Οι προτάσεις του «Άρδην»
Το «Άρδην» κάνει λόγο για:
■«Επιθυμητό αριθμό μεταναστών» και επισημαίνει ότι «πρέπει να οριστεί ένα συνολικό όριο στον αριθμό των μεταναστών» (σελ. 24).
■Ενίσχυση της φύλαξης των συνόρων.
■Κατάργηση της συνθήκης Δουβλίνο ΙΙ.
■Φιλικότερη πολιτική απέναντι στους πολιτικούς πρόσφυγες.
■«Επιστροφή των λαθρομεταναστών στις χώρες τους, με οικονομική ενίσχυση από το ελληνικό κράτος και την Ευρωπαϊκή Ένωση για να μπορέσουν να ζήσουν εκεί» (σελ. 24).
■«Ένταξη των μεταναστών στην ελληνική κοινωνία, σε όλα τα επίπεδα, σταδιακώς, και στον βαθμό που ολοκληρώνεται αυτή η ένταξη» (σελ. 24).
■Ισόρροπη κατανομή των μεταναστών στις διάφορες περιοχές της Αττικής και της υπόλοιπης χώρας με μόνη εξαίρεση για τις παραμεθόριες περιοχές όπου εκεί θα πρέπει να αποφευχθεί η συσσώρευση μεταναστών.
Τα τέσσερα πρώτα σημεία είναι ορθά και, εν πολλοίς, αυτονόητα. Ορθή είναι και η πρόταση που αναφέρουν στα άρθρα τους ο κ. Ντρίνιας και ο κ. Ρακκάς, περί λήψης μέτρων κατά των εργοδοτών που απασχολούν παράνομους μετανάστες ή που καταπατούν τα εργασιακά δικαιώματα των μεταναστών. Οι θέσεις αυτές έχουν επανειλημμένως αναφερθεί κατά το παρελθόν και από άλλους μελετητές και σχολιαστές του μεταναστευτικού προβλήματος και, επομένως, δεν εισφέρουν κάτι το καινούργιο. Αξίζει να υπενθυμισθεί ότι το περιοδικό «Ρεσάλτο» έχει εδώ και χρόνια κάνει τεύχος-αφιέρωμα στο μεταναστευτικό (τ. 18 – Ιούνιος 2007), ενώ στις 29/10/2007 διοργάνωσε και σχετική ανοικτή συζήτηση.
Το πέμπτο σημείο ουσιαστικά ζητά την αλλαγή της ισχύουσας νομοθεσίας καθώς απεμπολεί την βασική κύρωση κατά των παράνομων μεταναστών, την διοικητική απέλαση, και την αντικαθιστά με τον ... εθελούσιο επαναπατρισμό με οικονομική αποζημίωση! Και αν οι παράνομοι μετανάστες δεν ... επιθυμούν τον επαναπατρισμό τους ή αν διαφωνούν με το ύψος της προσφερόμενης οικονομικής ενίσχυσης, τότε τι θα γίνει; Ειλικρινέστερος, είναι ο κ. Ντρίνιας ο οποίος παραδέχεται στο άρθρο του ότι «το ζήτημα των επαναπροωθήσεων μπορεί να αντιμετωπισθεί σε μία εθελοντική-ανθρωπιστική βάση» (σελ. 46). Παρ’ όλ’ αυτά, είναι και ο μόνος που κάνει λόγο για απελάσεις μεταναστών τις οποίες όμως περιορίζει μόνο για περιπτώσεις βαριάς εγκληματικότητας, πρόκλησης εθνικού ή φυλετικού μίσους, αμφισβήτησης της εθνικής κυριαρχίας κλπ.
Το έκτο σημείο κάνει λόγο για σταδιακή ένταξη των μεταναστών στην κοινωνία μας. Όμως, χωρίς τον ορισμό κριτηρίων επιλογής των μεταναστών που θα παραμείνουν στην χώρα μας, πώς γίνεται λόγος για ένταξη; Αν μάλιστα ληφθεί υπ’ όψιν το γεγονός ότι, όπως παραδέχεται ο κ. Ρακκάς, η Ελλάδα διαθέτει «μικρότερη δυνατότητα ενσωμάτωσης» (σελ. 59) σε σύγκριση με τις χώρες της Κεντρικής Ευρώπης γίνεται αντιληπτή η κεφαλαιώδης σημασία αυτών των κριτηρίων. Τα κριτήρια αυτά θα πρέπει να ανταποκρίνονται στις παραμέτρους του προβλήματος, τις οποίες, όπως προαναφέραμε, έχει σωστά εντοπίσει το «Άρδην». Θα πρέπει δηλαδή να καλύπτουν τις όποιες ανάγκες της χώρας σε εργατικό δυναμικό καθώς και τις παραμέτρους της πολιτισμικής διαφοράς, της προέλευσης από όμορες χώρες και της προέλευσης από μουσουλμανικές χώρες ώστε εφαρμοζόμενα να οδηγήσουν στην μείωση του μεταναστευτικού πληθυσμού και στην επιλογή εκείνων των μεταναστών που θα έχουν ευκολότερη και καλύτερη ενσωμάτωση στην κοινωνία μας.
Το έβδομο σημείο ουσιαστικά αποτελεί πρόταση διασποράς των μεταναστών σε διάφορες περιοχές της Αττικής και της χώρας μας ώστε να αποφευχθεί η υπερσυγκέντρωση και η γκετοποίησή τους. Όμως, η πρόταση αυτή παραβλέπει τους λόγους για τους οποίους οι άνθρωποι αυτοί συγκεντρώνονται στα αστικά κέντρα και σε συγκεκριμένες περιοχές. Οι κύριοι λόγοι αφορούν στην δυνατότητα που τους παρέχουν οι περιοχές αυτές να βρουν εργασία ή να αναπτύξουν κάποια παρασιτική ή εγκληματική δραστηριότητα και ταυτόχρονα να επωφεληθούν από τα άτυπα δίκτυα υποστήριξης που έχουν διαμορφωθεί από ομοεθνείς και ομοθρήσκους τους. Η διασπορά τους, λοιπόν, ανά την επικράτεια θα είναι ανώφελη καθώς εκείνοι με την πρώτη ευκαιρία θα επιστρέψουν στις αρχικές περιοχές τους για τους προαναφερθέντες λόγους. Επιπλέον, στην Βρετανία όπου έγινε προσπάθεια διασποράς των μεταναστών στο παρελθόν, αυτή απέτυχε παταγωδώς λόγω του τεράστιου κόστους της και λόγω του ότι οι διασπαρέντες μετανάστες επανεισέρρεαν στα αστικά κέντρα.
Ανησυχητική είναι η σχετική πρόταση του κ. Ντρίνια ο οποίος κάνει λόγο για ισοκατανομή του μεταναστευτικού πληθυσμού εντός των πολεοδομικών συγκροτημάτων είτε μέσω παροχής κινήτρων στους ιδιοκτήτες ακινήτων ώστε να ενοικιάζουν στους μετανάστες, είτε ... «κανονιστικά» (!) (σελ. 47). Επιπλέον, θεωρεί ότι «δήμοι και κεντρική κυβέρνηση οφείλουν να υποχρεωθούν σε ευρείες πολεοδομικές και περιβαλλοντικές παρεμβάσεις για την ανάπλαση των ήδη υποβαθμισμένων συνοικιών και την ανάπτυξη υποδομών και κοινόχρηστων χώρων, ενώ πρέπει να εξασφαλιστεί η καθημερινή αστυνόμευσή τους» (σελ. 47). Η θέση αυτή, εκτός του τεράστιου οικονομικού κόστους το οποίο θα έχει – και για το οποίο δεν γίνεται λόγος σε κανένα σημείο του αφιερώματος, ουσιαστικά προτείνει την κρατική επιβολή της συνύπαρξης Ελλήνων και αλλοδαπών σε όλες τις περιοχές! Κάτι τέτοιο είναι σίγουρο ότι θα προκαλέσει τεράστιες αντιδράσεις εκ μέρους των Ελλήνων και θα οξύνει τα αρνητικά αισθήματα των γηγενών προς τους μετανάστες.
Πάντως, δεν πρέπει να προκαλεί απορία το γιατί ο κ. Ντρίνιας δεν κάνει λόγο για αποτροπή της γκετοποίησης μέσω της μείωσης του αριθμού των ευρισκόμενων στην χώρα μεταναστών. Ο ίδιος υποστηρίζει ότι το μεταναστευτικό πρόβλημα δεν μπορεί να επιλυθεί καθώς είναι ένα «υπερπολύπλοκο» και «πλανητικής έκτασης» ζήτημα και ότι «το μόνο που μπορεί να γίνει είναι η διαχείρισή του» (σελ. 44), σκοπός της οποίας είναι «να λειτουργήσει ανακουφιστικά» (σελ. 45). Κατ’ εκείνον εφικτή είναι μόνο «η συγκράτηση του αριθμού των μεταναστών» (σελ. 45).
Μάλιστα, κάποιες θέσεις του συγκεκριμένου αρθρογράφου θυμίζουν έντονα αντίστοιχες θέσεις του ... ΣΥΡΙΖΑ! Κατά τον κ. Ντρίνια «είναι απαραίτητη η απόδοση ταυτοποιητικών-νομιμοποιητικών εγγράφων για όλους και όλες. Κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να είναι λαθραίος!» (σελ. 46), ενώ προτείνει και την «ανάπτυξη «ανοιχτών» και όχι «στρατοπεδικών» υποδομών στεγαστικής, υγειονομικής και επισιτιστικής μέριμνας» (σελ. 46).
«Άρδην» και πολυπολιτισμικότητα
Αυτό που γίνεται ξεκάθαρο στο αφιέρωμα του «Άρδην» είναι ότι οι συντελεστές του περιοδικού τάσσονται κατά της πολυπολιτισμικότητας. Μάλιστα, ο κ. Ρακκάς ορθώς επισημαίνει ότι η πολυπολιτισμικότητα προβάλλεται «ως μία αναγκαία δημοκρατική, φιλελεύθερη μεταρρύθμιση των δομών του εθνικού κράτους, προκειμένου αυτό να προσαρμοστεί στην νέα πολυεθνική πραγματικότητα που διαμορφώνει η μετανάστευση» (σελ. 57). Προς επίρρωση των θέσεών του ο κ. Ρακκάς παραθέτει ένα απόσπασμα από άρθρο του καθηγητή Α.Λιάκου ο οποίος υποστηρίζει ότι η παρουσία μεταναστευτικών κοινοτήτων «απαιτεί γενναίες τροποποιήσεις του φαντασιακού συνανήκειν και, κυρίως, μία διαφορετική εννοιολόγηση του έθνους. Τώρα το έθνος χρειάζεται να εννοιολογηθεί εκ νέου, έτσι ώστε να επιτρέπει νέα, διαφοροποιημένα πολιτισμικά και σύνθετα συνανήκειν» (σελ. 57).
Γι’ αυτό είναι πραγματικά ανεξήγητο το ότι το ίδιο το «Άρδην» θέτει ως στόχο του τον ίδιο ακριβώς σκοπό που έχει και η πολυπολιτισμικότητα: την μετάλλαξη της ελληνικής εθνικής συνείδησης και πολιτισμικής ταυτότητας! Όπως επισημαίνει το περιοδικό: «Διαφορετική ήταν η πολιτισμική ταυτότητα των Ελλήνων πριν το μεγάλο πρόσφατο μεταναστευτικό κύμα. Διαφορετική ήταν η εθνική συνείδηση και είναι βέβαιο πως πρέπει να αναζητηθεί μία νέα συνείδηση, μία νέα ταυτότητα, μία νέα αντίληψη για το έθνος μας, ως συνέπεια του μεγάλου μεταναστευτικού κύματος» (σελ. 21). Ομοίως, ο κ. Ντρίνιας στο άρθρο του τονίζει ότι θα πρέπει να δημιουργηθεί «μία νέα «συνείδηση κοινωνίας» σαν ενοποιητικό και ταυτοποιητικό στοιχείο της κοινωνικής πραγματικότητας που έχει προκύψει από την παρουσία των μεταναστών στην χώρα» (σελ. 45). Κατ’ αυτόν «ο στόχος είναι να επιτευχθεί μία νέα σύνθεση της παλαιάς πραγματικότητας με την διαλεκτική συνάντησή της με την μεταναστευτική πραγματικότητα» (σελ. 47), ενώ επισημαίνει ότι «ο πολιτισμός που δύναται να προκύψει μέσα από μία τέτοια διαδικασία δεν θα είναι ο προϋπάρχον, αλλά ούτε και μία «συρραφή» πολιτισμών» (σελ. 47).
Πώς μπορούν να εξηγηθούν αυτές οι αντιφατικές τοποθετήσεις αν όχι ως ενδείξεις σοβαρής σύγχυσης; Πώς συμβιβάζεται η στηλίτευση της πρότασης περί «διαφορετικής εννοιολόγησης του έθνους», την οποία κάνει ο υπέρμαχος της πολυπολιτισμικότητας Λιάκος, με την πρόταση για αναζήτηση νέας εθνικής συνείδησης και νέας πολιτισμικής ταυτότητας την οποία κάνει το αντιμαχόμενο την πολυπολιτισμικότητα «Άρδην»;
Κλείνοντας αυτήν την κριτική του αφιερώματος θα μπορούσαμε να συμπεράνουμε ότι οι συντελεστές του «Άρδην», ενώ έχουν μία σωστή αντίληψη των παραμέτρων του προβλήματος, προτείνουν την λήψη ημιμέτρων τα οποία σε μεγάλο βαθμό στηρίζονται σε ευσεβείς πόθους ή σε ελλιπή γνώση του θέματος. Όσον αφορά την πολυπολιτισμικότητα, φαίνεται να μην έχουν αντιληφθεί το πραγματικό περιεχόμενό της γι’ αυτό ενώ από την μία την καταγγέλλουν, από την άλλη θέτουν στόχους που οδηγούν στην «πολυπολιτισμικοποίηση» του έθνους μας.
* Ο Γιάννης Κολοβός είναι επικοινωνιολόγος. Το τελευταίο του βιβλίο με τίτλο «Το τέλος μίας ουτοπίας: η κατάρρευση των πολυπολιτισμικών κοινωνιών στην Δυτική Ευρώπη» κυκλοφόρησε το 2008 από τις εκδόσεις «Πελασγός».
Ετικέτες
Γιάννης Κολοβός,
Λαθρομετανάστευση
Κυριακή 22 Νοεμβρίου 2009
Ποιοί είναι οι «ψεύτες» και οι «επικίνδυνοι» για το μεταναστευτικό;
Παρασκευή, 20 Νοεμβρίου 2009
Απελπιστική μονομέρεια χαρακτήριζε το άρθρο των καθηγητριών κυριών Λυμπεράκη και Τριανταφυλλίδου για την μετανάστευση προς την Ελλάδα, το οποίο δημοσιεύθηκε προσφάτως στο «Βήμα» (Βήμα Ιδεών, Αύγουστος 2009). Αναφερόμενες στον ετήσιο αριθμό συλληφθέντων για παράνομη είσοδο και παραμονή στην χώρα (146.337 κατά το 2008) μας παρέθεσαν κάποια επιχειρήματα και υποθέσεις που, κατά την άποψή τους, έδειχναν ότι ο πραγματικός αριθμός των παρανόμως εισερχομένων στην χώρα μας είναι μικρότερος. Απέφυγαν όμως να αναφέρουν άλλες εκτιμήσεις και υποθέσεις που θα αύξαναν (ενδεχομένως κατά πολύ) τον αριθμό αυτό, όπως για παράδειγμα το ότι υπάρχει ένας άγνωστος αριθμός παρανόμων μεταναστών που εισέρχεται στην χώρα χωρίς να συλληφθεί ούτε στα σύνορα ούτε στην ενδοχώρα και επομένως δεν καταμετράται. Ενδεικτικό του γεγονότος ότι ο υπολογισμός του αριθμού των παρανόμων μεταναστών είναι δύσκολος και βασίζεται σε σημαντικό βαθμό σε υποθέσεις είναι το ότι το Ινστιτούτο Μεταναστευτικής Πολιτικής κάνει λόγο για 250.000 παράνομους μετανάστες στην χώρα μας ενώ ο αρμόδιος αναπληρωτής υπουργός Εσωτερικών κ. Χρήστος Μαρκογιαννάκης θεωρεί ότι αυτοί μπορεί να φθάνουν και τις 700.000. Επίσης, οι κυρίες Λυμπεράκη και Τριανταφυλλίδου στάθηκαν μόνο στον αριθμό των συλληφθέντων κατά το 2008 και δεν είδαν την σωρευτική διόγκωση του προβλήματος καθώς στους συλληφθέντες του 2008 θα πρέπει να προστεθούν και οι 112.364 συλληφθέντες του 2007, οι 95.239 συλληφθέντες του 2006, οι συλληφθέντες της φετινής χρονιάς και ούτω καθ’ εξής.
Κατόπιν, οι κυρίες Λυμπεράκη και Τριανταφυλλίδου εξαπέλυσαν έναν καταιγισμό εν πολλοίς εικαζόμενων θετικών οικονομικών συνεπειών για την χώρα μας λόγω της μετανάστευσης. Όμως και αυτή η αναφορά ήταν μονόπλευρη, γενικόλογη και χωρίς να στοιχειοθετείται – έγινε μόνο μία αναφορά σε (μη-κατονομαζόμενες) «εκτιμήσεις του ΔΝΤ». Και πάλι οι κυρίες Λυμπεράκη και Τριανταφυλλίδου απέφυγαν να αναφερθούν στις αρνητικές οικονομικές επιπτώσεις του φαινομένου όπως η μείωση των μισθών σε κλάδους όπου εισήλθαν μετανάστες, η αναδιανομή του εισοδήματος σε βάρος των ασθενέστερων εισοδηματικά στρωμάτων και η μείωση του κατά κεφαλήν ΑΕγχΠ. Απέφυγαν επίσης να αναφερθούν και στο τεράστιο κόστος που έχει επωμισθεί η χώρα μας εξ’ αιτίας της μετανάστευσης (ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, νοσηλεία, κόστος εκπαίδευσης των παιδιών των μεταναστών, κόστος αστυνόμευσης, κόστος φύλαξης, διοικητικά κόστη κλπ).
Πάντως, με το σκεπτικό των κυριών Λυμπεράκη και Τριανταφυλλίδου η Ελλάδα, έχοντας μία πανθομολογουμένως ανύπαρκτη μεταναστευτική πολιτική, πέτυχε τέτοια μεγιστοποίηση του οφέλους την οποία δεν είχαν άλλες χώρες με πιο συγκροτημένη μεταναστευτική πολιτική και πιο αποτελεσματικό κρατικό μηχανισμό (όπως οι ΗΠΑ και η Βρετανία). Ο καθηγητής του Πανεπιστημίου του Harvard George J. Borjas, ειδικός σε θέματα Οικονομικής της Μετανάστευσης, αναφερόμενος στις ΗΠΑ, επισημαίνει ότι «το αποτέλεσμα του ισολογισμού [της μετανάστευσης] δεν είναι ούτε συντριπτικά θετικό ούτε συντριπτικά αρνητικό – και ένας εχέφρων άνθρωπος θα συμπέραινε πιθανότατα ότι βρίσκεται πολύ κοντά στο μηδέν» (Borjas George “Heaven’s Door: Immigration policy and the American economy”, Princeton University Press, Princeton, New Jersey 1999, σελ. 126). Στην Βρετανία πρόσφατη σχετική έκθεση της Διακομματικής Επιτροπής Οικονομικών Υποθέσεων της Βουλής των Λόρδων υπογραμμίζει ότι «Το γενικό μας συμπέρασμα είναι ότι τα οικονομικά οφέλη της θετικής καθαρής μετανάστευσης είναι μικρά ή ασήμαντα» (House of Lords Select Committee on Economic Affairs, 1st Report of Session 2007-08 “The Economic Impact of Immigration, Volume I: Report”, 1 April 2008, London: The Stationery Office, σελ. 52). Όταν, λοιπόν, σε χώρες όπως οι ΗΠΑ και η Βρετανία γίνεται λόγος για πενιχρά ή αμελητέα οικονομικά οφέλη από την μετανάστευση, θα πρέπει να μας προβληματίσει η αντίστοιχη ανερμάτιστη θριαμβολογία των συγγραφέων του άρθρου.
Εκεί όμως που οι κυρίες Λυμπεράκη και Τριανταφυλλίδου πραγματικά ξεπέρασαν τον ίδιο τους τον εαυτό ήταν στο σημείο όπου τόνισαν ότι «όποιος ισχυρίζεται ότι γνωρίζει [πόσους μετανάστες αντέχουν η οικονομία και η κοινωνία μας] λέει ψέματα και είναι επικίνδυνος»! Με το σκεπτικό τους αυτό έβγαλαν ως «ψεύτες» και «επικίνδυνους» ολόκληρο το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο το οποίο τον Οκτώβριο του 2008 επικύρωσε το Ευρωπαϊκό Σύμφωνο για την Μετανάστευση και το Άσυλο όπου ξεκάθαρα αναφέρεται ότι η μεταναστευτική πολιτική θα πρέπει να λαμβάνει υπ’ όψιν της «την χωρητικότητα υποδοχής της Ευρώπης από πλευράς της αγοράς εργασίας της, της κατοικίας, και των υπηρεσιών υγείας, εκπαίδευσης και κοινωνικών υπηρεσιών» (σελ. 3). Μάλιστα, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο υπογραμμίζει ότι η νόμιμη μετανάστευση θα πρέπει «να λαμβάνει υπ’ όψιν της τις προτεραιότητες, τις ανάγκες και τις χωρητικότητες υποδοχής που καθορίζονται από κάθε Κράτος-Μέλος» (σελ. 4). Άρα, κατά τις κυρίες Λυμπεράκη και Τριανταφυλλίδου, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο προτείνει να «μετρηθεί» κάτι που κατ’ εκείνες δεν μετριέται! Όμως, υπάρχουν χώρες που εδώ και πολλά χρόνια προβαίνουν σε εκτιμήσεις των αναγκών της οικονομίας τους σε εργατικό δυναμικό (πόσοι, σε ποιους κλάδους, για πόσο χρονικό διάστημα). Χαρακτηριστικό παράδειγμα η Βρετανία, όπου αυτόν τον ρόλο έχει η Migration Advisory Committee υπό τον καθηγητή του London School of Economics David Metcalf. Προφανώς, με το σκεπτικό των κυριών Λυμπεράκη και Τριανταφυλλίδου, είναι και εκείνος ένας ψεύτης και επικίνδυνος, όπως και όλη η Επιτροπή την οποία διευθύνει! Αναφορικά με την «χωρητικότητα» της κοινωνίας, αυτή καταδεικνύεται από την πορεία των δεικτών ενσωμάτωσης (οικονομικής, κοινωνικής, πολιτισμικής, εκπαιδευτικής, πολιτικής κλπ) των νομίμων μεταναστών καθώς και από την εξέλιξη των στάσεων του φιλοξενούντος πληθυσμού απέναντί τους. Επειδή η επίτευξη της κοινωνικής ενσωμάτωσης είναι αρκετά δύσκολη και γίνεται σε βάθος χρόνου, απαιτείται η εγκατάσταση μεταναστών να είναι ελεγχόμενη και σε σχετικά μικρούς αριθμούς.
Πάντως, η ελληνική κοινή γνώμη δεν συμμερίζεται την ελαφρότητα με την οποία αντιμετωπίζουν το θέμα οι κυρίες καθηγήτριες. Πρόσφατη δημοσκόπηση έδειξε ότι το 93% των Ελλήνων θεωρεί ότι η χώρα έχει φθάσει στα όριά της αναφορικά με την εισροή μεταναστών ενώ το 72% επιθυμεί μία αυστηρότερη μεταναστευτική πολιτική (Καθημερινή, 5/7/2009).
ΥΓ: Το άρθρο βασίζεται στην επιστολή-απάντηση την οποία απέστειλε ο γράφων στο «Βήμα Ιδεών» κατά τα μέσα Αυγούστου και η οποία δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί.
Πάντως, με το σκεπτικό των κυριών Λυμπεράκη και Τριανταφυλλίδου η Ελλάδα, έχοντας μία πανθομολογουμένως ανύπαρκτη μεταναστευτική πολιτική, πέτυχε τέτοια μεγιστοποίηση του οφέλους την οποία δεν είχαν άλλες χώρες με πιο συγκροτημένη μεταναστευτική πολιτική και πιο αποτελεσματικό κρατικό μηχανισμό (όπως οι ΗΠΑ και η Βρετανία). Ο καθηγητής του Πανεπιστημίου του Harvard George J. Borjas, ειδικός σε θέματα Οικονομικής της Μετανάστευσης, αναφερόμενος στις ΗΠΑ, επισημαίνει ότι «το αποτέλεσμα του ισολογισμού [της μετανάστευσης] δεν είναι ούτε συντριπτικά θετικό ούτε συντριπτικά αρνητικό – και ένας εχέφρων άνθρωπος θα συμπέραινε πιθανότατα ότι βρίσκεται πολύ κοντά στο μηδέν» (Borjas George “Heaven’s Door: Immigration policy and the American economy”, Princeton University Press, Princeton, New Jersey 1999, σελ. 126). Στην Βρετανία πρόσφατη σχετική έκθεση της Διακομματικής Επιτροπής Οικονομικών Υποθέσεων της Βουλής των Λόρδων υπογραμμίζει ότι «Το γενικό μας συμπέρασμα είναι ότι τα οικονομικά οφέλη της θετικής καθαρής μετανάστευσης είναι μικρά ή ασήμαντα» (House of Lords Select Committee on Economic Affairs, 1st Report of Session 2007-08 “The Economic Impact of Immigration, Volume I: Report”, 1 April 2008, London: The Stationery Office, σελ. 52). Όταν, λοιπόν, σε χώρες όπως οι ΗΠΑ και η Βρετανία γίνεται λόγος για πενιχρά ή αμελητέα οικονομικά οφέλη από την μετανάστευση, θα πρέπει να μας προβληματίσει η αντίστοιχη ανερμάτιστη θριαμβολογία των συγγραφέων του άρθρου.
Εκεί όμως που οι κυρίες Λυμπεράκη και Τριανταφυλλίδου πραγματικά ξεπέρασαν τον ίδιο τους τον εαυτό ήταν στο σημείο όπου τόνισαν ότι «όποιος ισχυρίζεται ότι γνωρίζει [πόσους μετανάστες αντέχουν η οικονομία και η κοινωνία μας] λέει ψέματα και είναι επικίνδυνος»! Με το σκεπτικό τους αυτό έβγαλαν ως «ψεύτες» και «επικίνδυνους» ολόκληρο το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο το οποίο τον Οκτώβριο του 2008 επικύρωσε το Ευρωπαϊκό Σύμφωνο για την Μετανάστευση και το Άσυλο όπου ξεκάθαρα αναφέρεται ότι η μεταναστευτική πολιτική θα πρέπει να λαμβάνει υπ’ όψιν της «την χωρητικότητα υποδοχής της Ευρώπης από πλευράς της αγοράς εργασίας της, της κατοικίας, και των υπηρεσιών υγείας, εκπαίδευσης και κοινωνικών υπηρεσιών» (σελ. 3). Μάλιστα, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο υπογραμμίζει ότι η νόμιμη μετανάστευση θα πρέπει «να λαμβάνει υπ’ όψιν της τις προτεραιότητες, τις ανάγκες και τις χωρητικότητες υποδοχής που καθορίζονται από κάθε Κράτος-Μέλος» (σελ. 4). Άρα, κατά τις κυρίες Λυμπεράκη και Τριανταφυλλίδου, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο προτείνει να «μετρηθεί» κάτι που κατ’ εκείνες δεν μετριέται! Όμως, υπάρχουν χώρες που εδώ και πολλά χρόνια προβαίνουν σε εκτιμήσεις των αναγκών της οικονομίας τους σε εργατικό δυναμικό (πόσοι, σε ποιους κλάδους, για πόσο χρονικό διάστημα). Χαρακτηριστικό παράδειγμα η Βρετανία, όπου αυτόν τον ρόλο έχει η Migration Advisory Committee υπό τον καθηγητή του London School of Economics David Metcalf. Προφανώς, με το σκεπτικό των κυριών Λυμπεράκη και Τριανταφυλλίδου, είναι και εκείνος ένας ψεύτης και επικίνδυνος, όπως και όλη η Επιτροπή την οποία διευθύνει! Αναφορικά με την «χωρητικότητα» της κοινωνίας, αυτή καταδεικνύεται από την πορεία των δεικτών ενσωμάτωσης (οικονομικής, κοινωνικής, πολιτισμικής, εκπαιδευτικής, πολιτικής κλπ) των νομίμων μεταναστών καθώς και από την εξέλιξη των στάσεων του φιλοξενούντος πληθυσμού απέναντί τους. Επειδή η επίτευξη της κοινωνικής ενσωμάτωσης είναι αρκετά δύσκολη και γίνεται σε βάθος χρόνου, απαιτείται η εγκατάσταση μεταναστών να είναι ελεγχόμενη και σε σχετικά μικρούς αριθμούς.
Πάντως, η ελληνική κοινή γνώμη δεν συμμερίζεται την ελαφρότητα με την οποία αντιμετωπίζουν το θέμα οι κυρίες καθηγήτριες. Πρόσφατη δημοσκόπηση έδειξε ότι το 93% των Ελλήνων θεωρεί ότι η χώρα έχει φθάσει στα όριά της αναφορικά με την εισροή μεταναστών ενώ το 72% επιθυμεί μία αυστηρότερη μεταναστευτική πολιτική (Καθημερινή, 5/7/2009).
ΥΓ: Το άρθρο βασίζεται στην επιστολή-απάντηση την οποία απέστειλε ο γράφων στο «Βήμα Ιδεών» κατά τα μέσα Αυγούστου και η οποία δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί.
Η επιστολή του Γ. Κολοβού στο "Βήμα Ιδεών" δημοσιεύθηκε στο τεύχος Νοεμβρίου συνοδευόμενο από απάντηση της καθηγήτριας κας Τριανταφυλλίδου.
Το σχετικό link είναι:.vimaideon.gr
Το σχετικό link είναι:.vimaideon.gr
Ετικέτες
Γιάννης Κολοβός,
Λαθρομετανάστευση
Παρασκευή 13 Νοεμβρίου 2009
Πώς να μην έχετε μεταναστευτική πολιτική: τα διδάγματα από την Ελλάδα
του Γιάννη Κολοβού*
Ημερίδα με θέμα «Η απειλή της λαθρομετανάστευσης»
Κύπρος 29 Νοεμβρίου 2008
Πριν γίνουν οι οποιεσδήποτε προτάσεις μεταναστευτικής πολιτικής η χώρα θα πρέπει να αποφασίσει τι σκοπούς θέλει να πετύχει με την συγκεκριμένη πολιτική. Ο ειδικός σε θέματα Οικονομικής της Μετανάστευσης καθηγητής του Πανεπιστημίου του Harvard George J. Borjas τονίζει ότι, αν εξαιρεθούν οι μεγαλοεπιχειρηματίες της Wall Street, όλοι οι υπόλοιποι αναγνωρίζουν ότι η μεταναστευτική πολιτική θα πρέπει να είναι επιλεκτική προκειμένου να διαθέσει τις περιορισμένες άδειες εισόδου στους καλύτερους μεταξύ των αιτούντων. Στην τελική ανάλυση, η κάθε μεταναστευτική πολιτική θα πρέπει να δίνει απάντηση σε δύο διακριτά ερωτήματα:
- Πόσοι νόμιμοι μετανάστες θα πρέπει να εισέρχονται στην χώρα;
- Τι είδους μετανάστες θα πρέπει να παίρνουν την άδεια εισόδου και εργασίας;
Κατά τον Borjas, για να δοθεί απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα, θα πρέπει να αποφασισθεί ποιάς από τις τρεις ομάδες την οικονομική ευμάρεια θα πρέπει να εξυπηρετήσει η μεταναστευτική πολιτική. Η αποτίμηση της βαρύτητας που έχει για την χώρα που θα δεχθεί τους μετανάστες η οικονομική ευμάρεια καθεμιάς από τις τρεις αυτές ομάδες θα καθορίσει και το περιεχόμενο της μεταναστευτικής πολιτικής.
Η πρώτη ομάδα αποτελείται από τους γηγενείς της χώρας υποδοχής των μεταναστών, η δεύτερη από τους μετανάστες και η τρίτη από αυτούς που μένουν πίσω στις χώρες προέλευσης των μεταναστών. Κατά τον Borjas η μεταναστευτική πολιτική θα πρέπει να ενδιαφερθεί μόνο για την οικονομική ευμάρεια των γηγενών. Όμως και αυτή η επιλογή πολιτικής δεν θα πρέπει να λάβει υπ' όψιν της μόνον την επίτευξη αύξησης του κατά κεφαλήν διαθέσιμου εισοδήματος για τους γηγενείς αλλά και το μέγεθος της αναδιανομής εισοδήματος μεταξύ πλουσίων και φτωχών. Η επιλεγείσα μεταναστευτική πολιτική θα πρέπει να κάνει τους γηγενείς πιό πλούσιους αλλά χωρίς να αυξάνει τις εισοδηματικές διαφορές μεταξύ των κατηγοριών των γηγενών εργαζομένων.
Εξυπακούεται ότι η βελτίωση της οικονομικής ευμάρειας των γηγενών προϋποθέτει την διασφάλιση της εθνικής ασφάλειας αλλά και της κοινωνικής συνοχής.
1. Το Ευρωπαϊκό Σύμφωνο για την Μετανάστευση και το Άσυλο
Το πολυαναμενόμενο Ευρωπαϊκό Σύμφωνο για την Μετανάστευση και το Άσυλο (1) επικυρώθηκε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στην Σύνοδο Κορυφής που έλαβε χώρα στις 15 και 16 Οκτωβρίου 2008 στις Βρυξέλλες. Σε αυτό επισημαίνεται ότι «Η Ευρωπαϊκή Ένωση.δεν έχει τους πόρους ώστε να υποδεχθεί αξιοπρεπώς όλους τους μετανάστες που ελπίζουν να βρουν μία καλύτερη ζωή εδώ. Η κακή διαχείριση της μετανάστευσης μπορεί να αναστατώσει την κοινωνική συνοχή των χωρών προορισμού [των μεταναστών]» (σελ. 3). Γι' αυτό και υπογραμμίζεται ότι η μεταναστευτική πολιτική θα πρέπει να λαμβάνει υπ' όψιν της «την χωρητικότητα υποδοχής της Ευρώπης από πλευράς της αγοράς εργασίας της, της κατοικίας, και των υπηρεσιών υγείας, εκπαίδευσης και κοινωνικών υπηρεσιών» (σελ. 3).
Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο θεωρεί ότι η κοινή μεταναστευτική πολιτική θα πρέπει να λάβει υπ' όψιν της τόσο το συλλογικό συμφέρον της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και τις συγκεκριμένες ανάγκες κάθε Κράτους-Μέλους. Η νόμιμη μετανάστευση θα πρέπει «να λαμβάνει υπ' όψιν της τις προτεραιότητες, τις ανάγκες και τις χωρητικότητες υποδοχής που καθορίζονται από κάθε Κράτος- Μέλος» (σελ. 4), ενώ για την παράνομη μετανάστευση γίνεται λόγος για «διασφάλιση ότι οι παράνομοι μετανάστες επιστρέφουν στις χώρες προέλευσής τους» (σελ. 4).
Πιο συγκεκριμένα, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο «θεωρεί ότι η νόμιμη μετανάστευση θα πρέπει να είναι το αποτέλεσμα μίας επιθυμίας εκ μέρους τόσο του μετανάστη όσο και της χώρας υποδοχής για το κοινό τους όφελος» (σελ. 5) ενώ καθιστά σαφές ότι «εναπόκειται σε κάθε Κράτος-Μέλος να αποφασίσει για τις προϋποθέσεις εισόδου νόμιμων μεταναστών στο έδαφός του και, όπου καθίσταται απαραίτητο, να προσδιορίζει τον αριθμό τους. Αν υπάρχουν ποσοστώσεις, μπορούν να εφαρμοστούν σε συνεργασία με τις χώρες προέλευσης» (σελ. 5). Μάλιστα, υπενθυμίζεται στα Κράτη-Μέλη ότι θα πρέπει να εφαρμόζουν την Κοινοτική προτίμηση αναφορικά με την κάλυψη αναγκών της αγοράς εργασίας τους, διερευνώντας πρώτα την δυνατότητα κάλυψής τους από εργαζομένους που προέρχονται από Κράτη-Μέλη της ΕΕ (σελ. 5).
Επιπλέον, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο επισημαίνει ότι «οι παράνομοι μετανάστες που βρίσκονται σε έδαφος Κρατών-Μελών πρέπει να εγκαταλείψουν αυτό το έδαφος» (σελ. 7) ενώ υπογραμμίζει ότι θα πρέπει να προτιμάται ο οικειοθελής επαναπατρισμός αλλά και να θεσπισθούν αποτρεπτικές και σημαντικές ποινές σε όσους εκμεταλλεύονται παράνομους μετανάστες (όπως πχ. οι εργοδότες). Τονίζει μάλιστα ότι οι εκ των υστέρων νομιμοποιήσεις δεν θα πρέπει να είναι γενικευμένες αλλά θα πρέπει να γίνονται μόνον κατόπιν εξέτασης κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης (σελ. 7).
Τέλος, για το θέμα του ασύλου το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο υποστηρίζει ότι θα πρέπει να αναληφθούν νέες πρωτοβουλίες ώστε να διαμορφωθεί ένα Κοινό Ευρωπαϊκό Σύστημα Ασύλου αλλά επισημαίνει ότι «η χορήγηση προστασίας και προσφυγικής ιδιότητας αποτελεί ευθύνη του κάθε Κράτους-Μέλους» (σελ. 11).
Τα παραπάνω αποσπάσματα αποτελούν και τον μεγαλύτερο κόλαφο για την μεταναστευτική πολιτική που έχει ακολουθηθεί από την Ελλάδα κατά τα τελευταία 12 έτη.
- Η μετανάστευση προς την Ελλάδα μετά το 1990 δεν ήταν αποτέλεσμα μίας επιθυμίας του Ελληνικού Κράτους για οργανωμένη εισροή μεταναστών προς κάλυψη συγκεκριμένων αναγκών της αγοράς εργασίας, αλλά ήταν αποτέλεσμα αδυναμίας φύλαξης των συνόρων και αδυναμίας εφαρμογής μίας πολιτικής συστηματικής αποτροπής και επαναπατρισμού των παρανόμων μεταναστών
- Οι γενικευμένες εκ των υστέρων νομιμοποιήσεις (το 1998, το 2001, το 2005 και το 2007) στις οποίες όλες οι κυβερνήσεις προέβησαν, ουσιαστικά «επιβράβευαν» τόσο τον μετανάστη που εισήλθε παρανόμως στην χώρα και τον διακινητή του, όσο και τον εργοδότη που τον χρησιμοποίησε γνωρίζοντας ότι παραβιάζει τον νόμο. Έτσι έδωσαν κίνητρο και σε άλλους μετανάστες να εισέλθουν παρανόμως στην χώρα με την ελπίδα ότι κάποια στιγμή και εκείνοι θα νομιμοποιηθούν
- Οι αποφάσεις των Ελλαδικών κυβερνήσεων για τις εκ των υστέρων νομιμοποιήσεις δεν βασίσθηκαν σε μελέτες ούτε των προτεραιοτήτων της χώρας (πχ. σε θέματα εθνικής ασφάλειας, εξωτερικής πολιτικής κλπ), ούτε των αναγκών της αγοράς εργασίας, ούτε των δυνατοτήτων χωρητικότητας υποδοχής της Ελλάδας από πλευράς κατοικίας, παροχών υγείας, εκπαίδευσης και κοινωνικών υπηρεσιών.Γι' αυτό και ουδέποτε υπήρξε αναφορά σε συγκεκριμένο αριθμό μεταναστών τους οποίους η Ελλάδα είχε ανάγκη και στους οποίους θα μπορούσε να παρέχει ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης και κοινωνικής προστασίας
- Οι επαναπροωθήσεις παρανόμων μεταναστών υπολείπονται σημαντικά του αριθμού των παρανόμως εισερχομένων, ουδέποτε έγινε κάποια σοβαρή συζήτηση ή μελέτη για την προώθηση του επαναπατρισμού μεταναστών ενώ και η εκμετάλλευση των μεταναστών από τους εργοδότες συνεχίστηκε ουσιαστικά απρόσκοπτη λόγω της ελλιπέστατης στελέχωσης των υπηρεσιών επιθεώρησης εργασίας
2. Πώς αντιμετωπίζεται η παράνομη μετανάστευση
Το πρόβλημα στην Κύπρο είναι πρόβλημα παράνομης εισόδου και παραμονής, κυρίως από τις περιοχές των Κατεχομένων εδαφών. Για να καταπολεμηθεί η παράνομη μετανάστευση θα πρέπει να εφαρμοσθούν με αυστηρότητα τα εξής τρία μέτρα:
- Αυστηροποίηση της φύλαξης των συνόρων με την βοήθεια και της σύγχρονης τεχνολογίας. Το κόστος των μέτρων αυτών δικαιολογείται από το πολύ υψηλότερο κόστος επαναπροώθησης των παρανόμων μεταναστών, το κόστος φιλοξενίας τους αλλά και το κόστος της παροχής περίθαλψης και εκπαίδευσης σε αυτούς και τις οικογένειές τους
- Άμεση επαναπροώθηση των συλληφθέντων παρανόμως εισερχομένων και διαμενόντων. Διαμόρφωση καταλόγου «ασφαλών χωρών» από τις οποίες δεν θα γίνονται δεκτές αιτήσεις ασύλου καθώς και υπογραφή διακρατικών συμφωνιών για την επανεισδοχή των παράνομων μεταναστών. Λόγω του ότι το πρόβλημα της παράνομης μετανάστευσης είναι ιδιαιτέρως έντονο για τα κράτη της ΕΕ, θα μπορούσε και η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση να «νουθετήσει» τρίτες χώρες που αρνούνται την επανεισδοχή πολιτών τους
- Θέσπιση και επιβολή βαρύτατων προστίμων σε όσους απασχολούν παράνομους μετανάστες. Επειδή, όσο καλά και να φυλαχθούν τα σύνορα, κάποιοι θα καταφέρουν να εισέλθουν, επειδή το βασικό κίνητρό των παράνομων μεταναστών είναι η εξεύρεση εργασίας και επειδή οι εργοδότες τους προτιμούν από τους γηγενείς γιατί οι παράνομοι μετανάστες είναι «φθηνότεροι», με το μέτρο αυτό οι μετανάστες θα γίνουν «ακριβότεροι» και επομένως ασύμφοροι για τους εργοδότες. Αν δεν βρίσκουν εργασία τότε θα μετακινηθούν σε άλλη χώρα και ταυτοχρόνως θα αποτρέψουν ομοεθνείς τους από το να αποπειραθούν να έλθουν. Στην Βρετανία ο αρμόδιος υπουργός εισηγήθηκε την επιβολή προστίμων στους εργοδότες μέχρι και 10.000 λιρών ανά απασχολούμενο παράνομο μετανάστη (2). Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή από την άλλη πρότεινε ακόμα και την επιβολή ποινών φυλάκισης σε αυτούς τους εργοδότες (3).
Αυτά τα τρία μέτρα θα πρέπει να συνδυαστούν με την αποφυγή των εκ των υστέρων νομιμοποιήσεων καθώς αυτές δίνουν κίνητρο και σε άλλους μετανάστες να εισέλθουν παρανόμως στην χώρα. Αξίζει να σημειωθεί ότι, ήδη από το 2004, σε σχετική έκθεσή της η Ευρωπαϊκή Επιτροπή τόνιζε ότι η αποτελεσματικότητα των (εκ των υστέρων) νομιμοποιήσεων μεταναστών έχει αμφισβητηθεί καθώς «προσφέρουν [οι νομιμοποιήσεις] μία μορφή ενθάρρυνσης της παράνομης μετανάστευσης...Προγράμματα ευρείας νομιμοποίησης και παρόμοια μέτρα φαίνονται να αυτοδιαιωνίζονται καθώς, συχνά, επιπρόσθετα ευρέα μέτρα απαιτούνται μόλις μετά από λίγα χρόνια. Μία μελέτη προγραμμάτων νομιμοποίησης σε οκτώ Κράτη-Μέλη συμπέρανε ότι τέτοια μέτρα λαμβάνουν χώρα κατά μέσο όρο κάθε 6,5 χρόνια...» (4, σελ. 10).
Συνεχίζοντας, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υπογράμμιζε ότι οι προσπάθειες εκ των υστέρων νομιμοποίησης «δεν φαίνονται να έχουν μακροπρόθεσμη επίδραση στην μείωση του αριθμού των παρανόμων μεταναστών, αλλά αντιθέτως μπορεί να λειτουργήσουν ως πρόσθετος παράγων έλξης για τους παράνομους μετανάστες...Επιπλέον, τέτοια ευρέα μέτρα έχουν επίσης επιπτώσεις για τα άλλα Κράτη-Μέλη της ΕΕ λόγω της κατάργησης των ελέγχων των εσωτερικών συνόρων» (4, σελ. 17). Για τους λόγους αυτούς, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θεωρεί ότι «οι νομιμοποιήσεις δεν θα πρέπει να θεωρούνται ως τρόπος διαχείρισης των μεταναστευτικών ροών, καθώς στην πραγματικότητα συχνά αναδύονται ως αρνητική επίδραση της μεταναστευτικής πολιτικής σε άλλα σημεία» (4, σελ. 17).
Για να αντιμετωπισθεί η παράνομη μετανάστευση χρειάζεται η πολιτική βούληση για την εφαρμογή και των τριών προαναφερθέντων μέτρων και η αποφυγή του πειρασμού της εύκολης «λύσης» των εκ των υστέρων νομιμοποιήσεων. Η μη εφαρμογή (ή η ελλιπής εφαρμογή) κάποιου από αυτά δεν θα φέρει τα επιθυμητά αποτελέσματα γιατί σκοπός είναι να καταπολεμηθεί τόσο η προσφορά παράνομων μεταναστών όσο και η ζήτησή τους. Μία αναποτελεσματική φύλαξη των συνόρων συνδυαζόμενη με αυστηρές ποινές προς τους εργοδότες, εκτός από τις άλλες κοινωνικές παρενέργειες που θα έχει, θα οδηγήσει τους παράνομους μετανάστες στην εγκληματικότητα και στην παρασιτική εργασία (πχ. επαιτεία, παραεμπόριο), ενώ μία αποτελεσματική φύλαξη των συνόρων συνδυαζόμενη με ελαφριές ποινές προς τους εργοδότες που απασχολούν παράνομους μετανάστες θα οδηγήσει σε αύξηση των προσπαθειών των μεταναστών να εισέλθουν παρανόμως καθώς η ζήτηση για παράνομα εργατικά χέρια θα είναι μεγάλη.
Για να αντιμετωπισθεί η παράνομη μετανάστευση χρειάζεται η πολιτική βούληση για την εφαρμογή και των τριών προαναφερθέντων μέτρων και η αποφυγή του πειρασμού της εύκολης «λύσης» των εκ των υστέρων νομιμοποιήσεων. Η μη εφαρμογή (ή η ελλιπής εφαρμογή) κάποιου από αυτά δεν θα φέρει τα επιθυμητά αποτελέσματα γιατί σκοπός είναι να καταπολεμηθεί τόσο η προσφορά παράνομων μεταναστών όσο και η ζήτησή τους. Μία αναποτελεσματική φύλαξη των συνόρων συνδυαζόμενη με αυστηρές ποινές προς τους εργοδότες, εκτός από τις άλλες κοινωνικές παρενέργειες που θα έχει, θα οδηγήσει τους παράνομους μετανάστες στην εγκληματικότητα και στην παρασιτική εργασία (πχ. επαιτεία, παραεμπόριο), ενώ μία αποτελεσματική φύλαξη των συνόρων συνδυαζόμενη με ελαφριές ποινές προς τους εργοδότες που απασχολούν παράνομους μετανάστες θα οδηγήσει σε αύξηση των προσπαθειών των μεταναστών να εισέλθουν παρανόμως καθώς η ζήτηση για παράνομα εργατικά χέρια θα είναι μεγάλη.
3. Το θέμα του ασύλου
Μία ιδιαίτερα ευαίσθητη παράμετρος του προβλήματος είναι αυτή των προσφύγων και των αιτούντων άσυλο. Η παράμετρος αυτή είναι ιδιαίτερα οξυμένη για την Κύπρο. Σύμφωνα με την σχετική ετήσια έκθεση της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες (5) «κατά την περίοδο 2003-2007, η Κύπρος δέχθηκε 39 αιτούντες άσυλο ανά 1.000 κατοίκους, το υψηλότερο ποσοστό από όλες τις 51 [υπό μελέτη βιομηχανοποιημένες] χώρες» (σελ. 8).
Πολύ ενδιαφέρουσα είναι και η αντίστοιχη σύγκριση της Κύπρου με τις έξη χώρες που δέχονται αριθμητικά τις περισσότερες αιτήσεις ασύλου. Πιό συγκεκριμένα, οι χώρες, ο αριθμός αιτήσεων ασύλου κατά το 2007 (5) και ο πληθυσμός τους (6) είναι οι εξής:
| Χώρα | Αιτήσεις ασύλου | Πληθυσμός | Αιτήσεις ασύλου/ 1000 κατοίκους |
| ΗΠΑ | 49.200 | 304.105.000 | 0,16 |
| Σουηδία | 36.200 | 9.045.000 | 4,00 |
| Γαλλία | 29.200 | 64.137.000 | 0,46 |
| Καναδάς | 28.300 | 33.694.000 | 0,84 |
| Βρετανία | 27.900 | 60.949.000 | 0,46 |
| Ελλάς | 25.100 | 10.721.000 | 2,34 |
| Κύπρος | 6.790 | 794.000 | 8,55 |
Βλέπουμε δηλαδή ότι, αναλογικά με τον πληθυσμό της, η Κύπρος δέχεται τεράστια επιβάρυνση από αιτούντες άσυλο - πολύ μεγαλύτερη από εκείνη που δέχονται ισχυρές χώρες του κόσμου όπως ο Καναδάς, η Βρετανία, η Γαλλία και οι ΗΠΑ!
Γενικά, οι αιτήσεις παροχής ασύλου θα πρέπει να τυγχάνουν άμεσης επεξεργασίας και όσοι αναγνωρίζονται ως πρόσφυγες θα πρέπει να λαμβάνουν σημαντική βοήθεια. Όμως, οι αιτήσεις αυτές θα πρέπει να εξετάζονται με πολλή προσοχή και η προσφυγική ιδιότητα θα πρέπει να χορηγείται με φειδώ και με σύνεση. Όπως τονίζει και ο ειδικός σε θέματα Οικονομικής της Μετανάστευσης καθηγητής του Πανεπιστημίου του Harvard George J. Borjas «Μπορεί να υπάρξει κίνδυνος από την επέκταση της έννοιας του πρόσφυγα σε όσους ζουν υπό πολιτισμικές και κοινωνικές νόρμες τις οποίες οι Αμερικανοί θεωρούν προσβλητικές. Ο ευρύτερος ορισμός για το ποιά χαρακτηριστικά έχει κάποιος πρόσφυγας είναι καταφανώς πρόσφορος για κατάχρηση, και μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την δικαιολόγηση απόδοσης της ιδιότητας του πρόσφυγα σε εκατομμύρια άτομα που υφίστανται πολλά είδη προσβλητικής συμπεριφοράς. Ο κίνδυνος, φυσικά, είναι ότι όσο πιό χαλαρός είναι ο ορισμός της προσφυγικής ιδιότητας, τόσο πιό δύσκολο γίνεται να διατηρηθεί η πολιτική νομιμότητα προγραμμάτων που δίδουν ιδιαίτερη προσοχή σε μία συγκεκριμένη τάξη μεταναστών. Και μπορεί να γίνει δυσκολότερο να δοθεί άσυλο σε εκείνους που πραγματικά το χρειάζονται και όταν το επιβάλλουν τα γεγονότα» (7, σελ. 210).
Δύο χαρακτηριστικές περιπτώσεις μη-συνετής παροχής ασύλου είναι οι παρακάτω:
Στις 21/7/2005 στο Λονδίνο έγιναν δύο απόπειρες τρομοκρατικής επίθεσης οι οποίες απέτυχαν καθώς οι βόμβες δεν εξερράγησαν. Ο 27χρονος Muktar Said Ibrahim προσπάθησε να ενεργοποιήσει βόμβα που είχε στο σακίδιό του μέσα στο λεωφορείο 26 στην οδό Hackney στο ανατολικό Λονδίνο. Ο Yassin Hassan Omar προσπάθησε να ενεργοποιήσει την βόμβα του εντός του τραίνου της Victoria Line ανάμεσα στους σταθμούς Oxford Circus και Warren Street. Το αξιοσημείωτο με τις περιπτώσεις αυτών των δύο είναι ότι ο Ibrahim έφθασε σε ηλικία 14 ετών με την οικογένειά του στην Βρετανία το 1992 ως αιτών άσυλο από την Ερυθραία και του χορηγήθηκε άδεια παραμονής κατ' εξαίρεση ως εξαρτώμενο μέλος. Έναν χρόνο πριν την τρομοκρατική ενέργεια του είχε χορηγηθεί βρετανικό διαβατήριο παρ' όλο που είχε καταδικαστεί για ένοπλη ληστεία. Ο Omar είναι Σομαλός υπήκοος και το 1992 σε ηλικία 11 ετών του χορηγήθηκε άδεια εισόδου κατ' εξαίρεση. Τον Μαϊο του 2000 του χορηγήθηκε άδεια παραμονής αορίστου χρόνου ενώ του χορηγούνταν και επίδομα στέγασης (8). Και οι δύο αυτές περιπτώσεις δείχνουν ότι άνθρωποι στους οποίους χορηγήθηκε άσυλο ώστε να γλιτώσουν από τις σπαρασσόμενες χώρες τους, έδειξαν αχαριστία απέναντι στην χώρα που τους χορήγησε το άσυλο στρεφόμενοι με βόμβες εναντίον της.
Οι περιπτώσεις αυτές δεν είναι οι μόνες. Σύμφωνα με στοιχεία του Βρετανικού υπουργείου Εσωτερικών (Home Office) από τους 717 άνδρες και γυναίκες που έχουν συλληφθεί από το 2001 και μετά ως ύποπτοι για συμμετοχή σε τρομοκρατικές ομάδες οι 182 (το 25%) είχαν κάνει αίτηση παροχής ασύλου (9). Έρευνα των Ρόμπερτ Λάϊκεν και Στίβεν Μπρούκς του ερευνητικού κέντρου Νίξον της Ουάσιγκτον αναφορικά με το προφίλ των ισλαμιστών τρομοκρατών η οποία παρουσιάσθηκε από την Frankfurter Allgemeine Zeitung είναι ιδιαιτέρως αποκαλυπτική (10). Οι ερευνητές έφτιαξαν μία βάση δεδομένων με τα στοιχεία για 373 ισλαμιστές οι οποίοι είχαν κατηγορηθεί ή καταδικασθεί για τρομοκρατία ή είχαν σκοτωθεί κατά την διάρκεια τρομοκρατικών ενεργειών από το 1994 μέχρι το τέλος του 2004. Ενδιαφέρον εύρημα της έρευνας των Λάϊκεν και Μπρουκς είναι ότι το 23% των τρομοκρατών εισήλθε ζητώντας άσυλο. Είναι, λοιπόν, εμφανές ότι η μη-συνετή παροχή ασύλου οδηγεί όχι μόνο σε κατάχρηση αυτού του ευεργετήματος αλλά μπορεί να έχει και σημαντικές επιπτώσεις στην εθνική ασφάλεια μίας χώρας.
Όπως χαρακτηριστικά επισημαίνει ο εκδότης της Βρετανικής εφημερίδας "The Daily Telegraph" Charles Moore (11): «Το σύστημα παροχής ασύλου έχει μεταβληθεί σε μαζική μετανάστευση με άλλο όνομα, και μάλιστα σε μαζική μετανάστευση χωρίς έλεγχο ή επαρκή πληροφόρηση...Και αν έχεις ένα σύστημα το οποίο, ενώ δεν λειτουργεί, επιτρέπει την είσοδο σε 100.000 νέους εισερχόμενους τον χρόνο, τότε έχεις μία διοικητική κρίση, μία κρίση πολιτικής θέλησης και κοινής γνώμης...Έτσι, με μία αισχρή αντιστροφή, ένα σύστημα σχεδιασμένο να παρέχει ελευθερία και ασφάλεια σε όσους δεν την έχουν στην χώρα τους μετατρέπεται σε κύριο εργαλείο καταστροφής της ελευθερίας και της ασφάλειας στην δική μας χώρα...Η σύμβαση του ΟΗΕ του 1951 που διαχειρίζεται τα θέματα αυτά παρέχει το δικαίωμα του ασύλου στον καθένα που έχει έναν βάσιμο φόβο δίωξης στην χώρα του...Το Άρθρο 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων απαγορεύει τον επαναπατρισμό ανθρώπων σε χώρες στις οποίες μπορεί να υποστούν «απάνθρωπη ή μειωτική μεταχείριση»...Όπως μεταφράζεται σήμερα, αυτό σημαίνει ότι δεν μπορούμε να απελάσουμε την μεγάλη πλειονότητα εκείνων των οποίων τις αιτήσεις για άσυλο απορρίπτουμε. Για να μείνει κάποιος μακριά από την χώρα του και να παραμείνει εδώ το μόνο που χρειάζεται είναι να προέρχεται από μία δυσάρεστη χώρα. [Η Βρετανία] θα πρέπει να επιμείνει σε αλλαγές στην Σύμβαση...[και] να αποσυρθεί από αυτήν μέχρι αυτές να πραγματοποιηθούν...Μία μόνη χώρα δεν μπορεί να εκτείνει «δικαιώματα» σε ολόκληρο τον κόσμο άνευ όρων... Προκειμένου η λέξη [άσυλο] να αποκτήσει ξανά νόημα, θα πρέπει να μπορούμε να αποφασίζουμε για τον εαυτό μας ποιός εισέρχεται και ποιός όχι, και με ποιούς όρους. Είναι καταπληκτικό ότι το πιό βασικό δικαίωμα μίας χώρας έχει (αντιδημοκρατικά) αφαιρεθεί».
4. Συμπερασματικά
Το Ευρωπαϊκό Σύμφωνο για την Μετανάστευση και το Άσυλο παρέχει στην Κύπρο την ίδια δυνατότητα χάραξης μεταναστευτικής πολιτικής που είχε και πριν την υιοθέτησή του αλλά, επιπλέον, διαπνέεται από ένα μεγαλύτερο πνεύμα υποστήριξης, αρωγής και αλληλεγγύης από την Ευρωπαϊκή Ένωση προς τα Κράτη-Μέλη. Για να αποδειχθεί όμως το Σύμφωνο αυτό χρήσιμο εργαλείο θα πρέπει να υπάρξει η πολιτική βούληση της Κυβέρνησης να χαράξει μία μεταναστευτική πολιτική με βάση το συμφέρον των Κυπρίων πολιτών και με γνώμονα την εθνική ασφάλεια, την κοινωνική συνοχή και την οικονομική ευμάρεια και όχι βασιζόμενη σε ευσεβείς πόθους ενσωμάτωσης ενός πολυάριθμου και αυξανόμενου πληθυσμού ο οποίος ούτε αποτέλεσμα ενός συστήματος επιλογής ήταν, ούτε είναι πολιτισμικώς εγγύς με τον γηγενή πληθυσμό.
Μάλιστα, οι δύο θέσεις - η θέση υπέρ μίας «φιλελεύθερης» μεταναστευτικής πολιτικής και η θέση υπέρ μίας περιοριστικής και επιλεκτικής μεταναστευτικής πολιτικής - δεν είναι ίσης βαρύτητας. Αν η πρώτη εφαρμοσθεί και αποτύχει, το Κράτος το οποίο θα έχει προσπαθήσει να την εφαρμόσει θα ζημιωθεί υφιστάμενο συγκρούσεις και ταραχές όπως αυτές που είδαμε να συμβαίνουν παντού στην Δυτική Ευρώπη τα τελευταία χρόνια. Αν η μη εφαρμογή μίας «φιλελεύθερης» μεταναστευτικής πολιτικής αποδειχθεί ως λανθασμένη επιλογή τότε το Κράτος μπορεί να αρχίσει σταδιακά να την εφαρμόζει, χωρίς το ίδιο να έχει υποστεί πλήγματα. Επομένως, η άκριτη υιοθέτηση μίας «φιλελεύθερης» μεταναστευτικής πολιτικής και η συνεπακόλουθη εφαρμογή της ενέχει σημαντικούς κινδύνους για το μέλλον του Κυπριακού λαού και της Κυπριακής κοινωνίας χωρίς να προοιωνίζεται κάποιο ουσιαστικό και χειροπιαστό όφελος.
ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ
- Council of the European Union "European Pact on Immigration and Asylum", Brussels 24 September 2008 (07.10) 13440/08
- Travis Alan "Officials launch drive to seek out illegal migrants at work", The Guardian 16/5/2007
- «Φυλακή σε όσους απασχολούν λαθρομετανάστες», Τα Νέα 17/5/2007
- Commission of the European Communities "Communication from the Commission to the Council, the European Parliament, the European Economic and Social Committee and the Committee of the Regions: Study on the links between legal and illegal migration", Brussels 4 June 2004, COM (2004) 412 (final)
- UNHCR "Asylum levels and trends in industrialized countries, 2007", Έκθεση που δημοσιοποιήθηκε στις 18/3/2008http://www.unhcr.org/statistics/STATISTICS/47daae862.pdf [Πρόσβαση στις 27/8/2008]
- http://www.mnsu.edu/emuseum/information/population/ [Πρόσβαση στις 27/8/2008]
- Borjas George J. "Heaven's Door: Immigration policy and the American economy", Princeton University Press, Princeton, New Jersey 1999
- Gardham Duncan και Johnston Philip "Terror suspect is a convicted mugger", The Daily Telegraph 27/7/2005
- Leppard D. and Walsh G. "Britain lowers terror alert", The Sunday Times 21/8/2005
- «Ιερός πόλεμος με ευρωπαϊκό...διαβατήριο», Καθημερινή 24/7/2005
- Moore Charles "The reign of terror, or the rule of British law?", The Daily Telegraph 16/1/2003
*Ο Γιάννης Κολοβός είναι επικοινωνιολόγος και κάτοχος των τίτλων Master of Arts in Public Relations και Master of Arts in Political Communication. Με το θέμα της μετανάστευσης ασχολείται από το 1998 και έχει συγγράψει το βιβλίο «Το Κουτί της Πανδώρας: Παράνομη Μετανάστευση και Νομιμοποίηση στην Ελλάδα» (Αθήνα: Πελασγός 2003). Το τελευταίο του βιβλίο με τίτλο «Το τέλος μίας ουτοπίας: η κατάρρευση των πολυπολιτισμικών κοινωνιών στην Δυτική Ευρώπη» κυκλοφόρησε το 2008 από τις Εκδόσεις Πελασγός.
Ετικέτες
Γιάννης Κολοβός,
Λαθρομετανάστευση
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)