Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εθνική Στρατηγική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εθνική Στρατηγική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 28 Ιανουαρίου 2011

Παναγιώτης Κονδύλης ... Προϋποθέσεις, παράμετροι και ψευδαισθήσεις της ελληνικής εθνικής πολιτικής

Η διάγνωση των κινητήριων δυνάμεων της σημερινής πλανητικής πολιτικής, όπως επιχειρείται σ’ αυτό το βιβλίο, κατατείνει στη διαγραφή ορισμένων μελλοντικών προοπτικών, των οποίων την πραγμάτωση απεύχομαι προσωπικά, αλλά τις οποίες ως αναλυτής οφείλω να διατυπώσω με σαφήνεια. Μπροστά μας ανοίγεται μια εποχή πλανητικών και περιφερειακών συγκρούσεων, πού θα καταστήσουν πολύ δύσκολη, αν δεν ματαιώσουν, την παγίωση μιας διεθνούς τάξης, καθώς οι βραχυπρόθεσμες και μεσοπρόθεσμες πολιτικές, οικονομικές και γεωπολιτικές τους αιτίες θα συντήκονται όλο και περισσότερο με τις μακροπρόθεσμες οικολογικές και πληθυσμιακές πιέσεις, γεννώντας χρόνιες κρίσεις και ανεξέλεγκτους παροξυσμούς. Υπό τις συνθήκες αυτές, το τέλος των ιδεολογιών του 19ου αιώνα, οι οποίες κυριάρχησαν και στον 20ό, δεν θα συνεπιφέρει τον κατευνασμό των αντιθέσεων, παρά απλώς τη μετατόπισή τους σ’ ένα πεδίο στοιχειακό, υπαρξιακό και βιολογικό, στο επίκεντρο του οποίου θα βρίσκεται απροκάλυπτα το πρόβλημα της κατανομής των αγαθών σε παγκόσμια κλίμακα. Ό, τι σήμερα προσφέρεται ως νέα πυξίδα προσανατολισμού της πολιτικής δράσης και ως πανάκεια — προ παντός ο οικουμενισμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων — κατά πάσα πιθανότητα θα μεταβληθεί σε ένα νέο πεδίο μάχης, όπου η πάλη των ερμηνειών θα συνδέεται με ακόμα πιο χειροπιαστές μορφές πάλης. Στη διελκυστίνδα ανάμεσα σ’ έναν ανέφικτο οικουμενισμό και σε μια υπεράσπιση συλλογικών συμφερόντων αναπόδραστα οργανωμένη πάνω σε στενότερη τοπική και πληθυσμιακή βάση, το κρατικά οργανωμένο έθνος δεν διαλύεται, όπως περίμεναν πολλοί, μέσα σε υπερεθνικά μορφώματα, παρά αναλαμβάνει έναν νέο ιστορικό ρόλο, λίγο ή πολύ διαφορετικό από εκείνον πού έπαιξαν στο απώτερο παρελθόν το αστικό έθνος και στο πιο πρόσφατο οι αποκρυσταλλώσεις του κομμουνιστικού εθνικισμού. Πρωταρχικό του μέλημα είναι η εξασφάλιση μιας θέσης μέσα σε μια πυκνή και έντονα ανταγωνιστική παγκόσμια κοινωνία — όμως το μέλημα αυτό θα συναιρείται όλο και περισσότερο σ’ ένα αίτημα στοιχειώδους επιβίωσης στον βαθμό πού θα στενεύουν τα περιθώρια κινήσεων μέσα στους κόλπους της παγκόσμιας κοινωνίας. Η εξ αντικειμένου νέα αυτή λειτουργία του εθνικισμού παραμένει καθοριστική ανεξάρτητα από τις συνήθως αυτάρεσκες μυθολογίες μέσω των οποίων κατανοεί ο ίδιος τον εαυτό του, αντλώντας από το πραγματικό ή φανταστικό, κοντινό ή μακρινό παρελθόν.

Βεβαίως, οι μυθολογίες, ακόμα και οι πιο αυθαίρετες, είναι δυνατό να επιδράσουν θετικά στην εθνική ζωή κινητοποιώντας και συσπειρώνοντας δυνάμεις. Όμως....

Κυριακή 16 Ιανουαρίου 2011

Μυστική διπλωματία και φανερά λάθη

του Βασίλειου Μαρκεζίνη
Στο φύλλο της 1ης Ιανουαρίου 2011 η «Καθημερινή» δημοσίευσε άρθρο του πρέσβη ε.τ. κ. Σαββαΐδη, το οποίο, εκ πρώτης όψεως, περιγράφει για χάρη του γενικού αναγνωστικού κοινού τα δυσχερή προβλήματα οριοθετήσεως των θαλασσίων μας ζωνών.

Από τους δύο χάρτες γίνεται φανερή η σημασία του Καστελόριζου. Αν υπολογιστεί στην ΑΟΖ, όπως ορίζουν οι διεθνείς συνθήκες, η Ελλάδα έχει θαλάσσια σύνορα με την Κύπρο. Αν δεν υπολογιστεί, όπως θέλει η Τουρκία, Ελλάδα και Κύπρος περιορίζονται και η Τουρκία αποκτά θαλάσσια σύνορα με την Αίγυπτο
Κατ' ουσίαν, όμως, έπειτα από ένα μάθημα πολιτικής και δημοσιογραφικής δεοντολογίας, το κείμενο καταδικάζει πρόσφατη ανοικτή επιστολή του Καθηγητή κ. Καρυώτη και εμού, αναφερόμενο σε «ακαδημαϊκούς» που «παρεμβαίνουν» με «συνωμοσιολογικές» θεωρίες για να αποκαλύψουν «δήθεν αναληφθείσες δεσμεύσεις προς γείτονες (βλ. Τούρκους) και τρίτους (βλ. Αμερικανούς)» και να απαγγείλουν δημόσια την κατηγορία ότι «η χώρα στερείται πολιτικής και διπλωματικής σοβαρότητος στην αντιμετώπιση των ζητημάτων αυτών».


Η θέση αυτή απαιτεί τρία σχόλια.

Πρώτον, όλοι οι πολίτες μιας δημοκρατίας έχουν αναφαίρετο δικαίωμα να συμμετέχουν στα κοινά και να εκφράζουν τις γνώμες και τις ανησυχίες τους. Το να τους λες, κατ' ουσίαν, ότι «δεν ξέρουν τι λένε» αποτελεί δείγμα της υπεροψίας, την οποία επιδεικνύει το υπουργείο Εξωτερικών κάθε φορά που περιέρχεται σε δυσχερή θέση από διαρροές ή φήμες που είναι απότοκοι των ζοφερών εποχών που διανύει η χώρα.
Δεύτερον, το δικαίωμα γνώμης μεταβάλλεται σε υποχρέωση όταν μιλούν νομικοί που τυχαίνει να έχουν αναμειχθεί στη διάπλαση του Δίκαιου της Θαλάσσης και έχουν ηλικία και γνώσεις τουλάχιστον αντίστοιχες με τους συνεχώς μετακινούμενους από θέση σε θέση πρέσβεις, οι οποίοι, στην πράξη, τελικά υποχρεώνονται να κάνουν μόνον ό,τι τους επιβάλλουν οι πολιτικά προϊστάμενοι, εάν επιθυμούν να επιβιώσουν στην υπηρεσία. Ας κρίνουν, λοιπόν, οι αναγνώστες ποιοι είναι πιο αδέσμευτεοι και αξιόπιστοι ως σχολιαστές: οι διπλωμάτες ή η διανοούμενοι;
Τρίτον, πώς είναι δυνατόν να μη δημιουργούνται εύλογες υπόνοιες: (α) όταν οι Τούρκοι μάς λένε ότι κάνουν «μπίζνες» με την κυβέρνηση, ενώ η ίδια επιμένει να το αρνείται· (β) όταν διαρρέονται κείμενα του υπουργείου που φανερώνουν διχογνωμίες ή τουλάχιστον προειδοποιήσεις εναντίον των κινήσεων που μελετά το τρίο των διαπραγματευτών μας (στους οποίους δεν συμπεριλαμβάνεται ο κ. Σαββαΐδης)· και (γ) όταν ο ίδιος ο πρωθυπουργός μας δίνει ασαφείς απαντήσεις στη Βουλή για το θέμα της συνεκμετάλλευσης;
Η τελευταία παρατήρηση, δηλαδή η πρωθυπουργική τακτική των αορίστων απαντήσεων, δεν έχει σχολιασθεί επαρκώς, αν και βοηθούντων μερικών κειμένων στα ΜΜΕ οδηγεί, αθέλητα ενδεχομένως, σε επιζήμια λανθασμένες πληροφορίες.
Ετσι, όπως μας υπενθύμισε πρόσφατα ο κ. Καρυώτης, όταν ο πρωθυπουργός στις 10 Μαρτίου 2010, ενημερώνοντας τους Ελληνες δημοσιογράφους στην πρεσβεία της Ουάσιγκτον, ρωτήθηκε από τον Μιχάλη Ιγνατίου γιατί συνεχώς μιλά για το θέμα της υφαλοκρηπίδας και δεν το συνδέει με το θέμα της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης, απάντησε ως εξής: «Το θέμα μάς έχει απασχολήσει και θα το φέρω (ξανά) προς συζήτηση με τον Ερντογάν στην επόμενη επίσκεψή του στην Αθήνα».
Εκτοτε οι δύο πρωθυπουργοί έχουν μιλήσει τέσσερις φορές. Ωστόσο, δεν υπάρχει καμία δημόσια ένδειξη για το αν και σε τι βάθος συζητήθηκε το θέμα της ΑΟΖ ή -πράγμα ακόμη πιο σημαντικό- για το τι ακριβώς συμφωνήθηκε. Ούτως εχόντων των πραγμάτων, γιατί να μη γίνει πιστευτή η τουρκική εκδοχή, ότι δηλ. τα προβλήματα του Αιγαίου θα διαχωριστούν από αυτά του Καστελόριζου και ότι το καθεστώς των βραχονησίδων θα παραμείνει, υπό τις καλύτερες των συνθηκών, απροσδιόριστο;
Δυστυχώς, λοιπόν, οι φήμες για αντεθνικές συνθηκολογήσεις, μέχρι να διαψευστούν επισήμως, παραμένουν αληθοφανείς, έστω και αν όλοι μας ελπίζουμε να είναι λανθασμένες.
Είναι το υπουργείο Εξωτερικών υπεράνω δημόσιας κριτικής;
Το γενικότερο αυτό ερώτημα αναδύεται από το άρθρο στην «Καθημερινή». Δικαιολογείται όμως και από την οξύτατη αντίδραση του υπουργείου προς το άρθρο των κ.κ. Λυγερού και Κωνσταντακόπουλου σχετικά με το διαρρεύσαν σημείωμα της Δ1 Διευθύνσεως του υπουργείου Εξωτερικών (το πώς συνετάγη το εν λόγω υπόμνημα και το πώς αντέδρασαν οι ένδον αποτελούν ζητήματα τα οποία κανείς, ακόμη, δεν έχει συζητήσει).
Η απάντηση στο ερώτημα του υπέρτιτλου της παρούσης ενότητας πρέπει να είναι κατηγορηματικώς αρνητική. Για δύο λόγους:
Ο πρώτος απαιτεί μια διευκρίνιση. Η διπλωματία δεν λειτουργεί σε όλες τις περιπτώσεις αποτελεσματικά εάν δεν είναι μυστική. Υπάρχουν όμως και περιπτώσεις όπου, επειδή θίγεται καίρια το εθνικό συμφέρον, ούτε καν διαπραγματεύσεις δεν πρέπει να αρχίζουν χωρίς την κατ' αρχήν άδεια της Βουλής ή τουλάχιστον με τη συμφωνία των αρχηγών των περισσότερων κομμάτων.
Τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές, οι μυστικά διαπραγματευόμενοι Ελληνες πολιτικοί και διπλωμάτες χειρίζονται δύο ειδών προβλήματα.
Στο Αιγαίο διακυβεύεται κυρίως η χερσαία ακεραιότητα της πατρίδας μας, εάν οι Τούρκοι καταφέρουν να κρατήσουν ανοιχτό το θέμα των βραχονησίδων και των συνδεόμενων δικαιωμάτων, αλλά και, ενδεχομένως, τα δικαιώματά μας που θα χαθούν εάν οι ποικίλες αρμοδιότητες στο Αιγαίο χωριστούν μεταξύ των δύο κρατών με βάση τον 25ο Μεσημβρινό.
Στην Ανατολική Μεσόγειο, αντιθέτως, κυρίως δε στο σύμπλεγμα των νήσων του Καστελόριζου και στην ΑΟΖ τους, ο υποθαλάσσιος πλούτος αποτελεί το διακυβευόμενο συμφέρον μας. Στην πράξη αυτό σημαίνει ότι ο δικός μας πλούτος θα μοιραστεί γιατί όλοι (ή μερικοί;) φοβούνται να πουν «όχι» στον ένοπλο γείτονα και ταραξία.
Ο εκβιασμός μπορεί να τρομάζει, ο κίνδυνος μπορεί να είναι μεγαλύτερος, αλλά η ιδέα και μόνη ότι ενδέχεται να υποχωρήσουμε αμαχητί (κυριολεκτικά και μεταφορικά) δεν είναι καθόλου ελληνική! Και τούτο, διότι κυριαρχικά δικαιώματα δεν εκχωρούνται παρά μόνον ύστερα από έναν χαμένο επιθετικό πόλεμο.
Υπάρχει, όμως, και ένας δεύτερος λόγος για τον οποίο η κριτική του τρόπου διακυβέρνησης συνάδει απόλυτα με τη λαϊκή περί δικαίου αντίληψη της εποχής μας. Αν και εξαιρέσεις βεβαίως υπάρχουν, ευρέως διαδεδομένη, τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό, είναι η εντύπωση ότι η πολιτική ηγεσία (πρώην και νυν) φέρει μεγάλο μέρος της ευθύνης για την οικονομική εξαθλίωση της χώρας.
Η δημοσιοϋπαλληλία κατηγορείται και αυτή καθημερινώς ότι ολιγωρεί ή και ότι χρηματίζεται. Ιερές Μονές έχουν αποτελέσει αντικείμενο «περίεργων», αν όχι και φθοροποιών, κουτσομπολιών που πλήττουν σύνολη την Εκκλησία. Η Στατιστική Υπηρεσία έχει κατ' επανάληψη κατηγορηθεί για λανθασμένα ή σκοπίμως παραποιημένα στοιχεία. Και αυτή ακόμη η Δικαιοσύνη -κατ' εμέ, η ιερότερη των τριών εξουσιών- έχει βρεθεί στο επίκεντρο αρνητικών σχολίων. Δεδομένων των ανωτέρω, ειλικρινά πιστεύει ο αρθρογράφος της «Καθημερινής» ότι η διπλωματική υπηρεσία είναι υπεράνω, de facto και de jure, πάσης κριτικής;
Κατά την άποψή μου, καίτοι περιλαμβάνει στους κόλπους του πολλούς ικανούς και τίμιους ανθρώπους, το υπουργείο Εξωτερικών, εν μέρει λόγω της αφόρητης κομματικοποίησής του από σειρά υπουργών, δεν έχει ενδεχομένως σταθεί στο ύψος των περιστάσεων. Νομίζω, μάλιστα, ότι αυτό είναι κάτι που θα βοηθούσε την κοινή προσπάθεια εάν μερικοί υψηλόβαθμοι διπλωμάτες αναγνώριζαν στην ειδική τους «διάλεκτο» ότι όλα δεν βαίνουν άριστα στο πεδίο της ελληνικής διπλωματίας στην ευρύτερη περιοχή μας.
Εάν λοιπόν ο πρωθυπουργός έχει δίκιο -και, δυστυχώς, έχει- να παραπονείται ότι η χώρα μας έχει υποστεί σοβαρά πλήγματα στην εικόνα της στο εξωτερικό, οι εντός της Ελλάδος ασχολούμενοι με τα εξωτερικά θέματα, μαζί με τα ακαδημαϊκά και επιδοτούμενα εξαπτέρυγά τους, δεν είναι νοητό να μη συμμερίζονται την ευθύνη. Ο χρόνος θα δείξει τελικά εάν ορθώς προβλέπω ότι η ημέρα της Τελικής Κρίσεως -από την Πολιτεία, και όχι μόνον από τον Θεό- για πολλούς από αυτούς τους άκρως «συναινετικούς» πλησιάζει!

Απλουστεύσεις, παραλείψεις


Ιδού, λόγω ελλείψεως χώρου, μια μικρή λίστα (με πλάγια στοιχεία, οι γνώμες του κ. Σαββαΐδη):
1 «Η Ελλάς έχει θέσει κατά τα τελευταία χρόνια ως βασικό στρατηγικό στόχο την οριοθέτηση των θαλασσίων ζωνών της ... με βάση ... το ισχύον Δίκαιο της Θαλάσσης». Ανήκω σε αυτούς που έχουν μείνει με την εντύπωση ότι στην πράξη η ελληνική στάση δεν συμπίπτει με το τι κατά καιρούς διακηρύσσεται ως πρόθεση.
2 «Το ισχύον Δίκαιο καθορίζει για κάθε μία από τις (θαλάσσιες) ζώνες (δηλ. χωρικά ύδατα, ΑΟΖ κ.λπ.) διαφορετικά μέγιστα όρια. Τα κράτη έχουν τη δυνατότητα να ορίσουν το maximum του προβλεπόμενου ορίου ή και ολιγότερο». Πάνω από 130 κράτη έχουν ορίσει το maximum στις θαλάσσιες ζώνες τους. Η διατύπωση του πρέσβη, τυπικά ορθή, επί της ουσίας άθελα παραπλανά.
3 «Η παραπομπή σε διεθνή δικαστική επίλυση, πέραν των αβεβαιοτήτων εκβάσεως που παρουσιάζει, απαιτεί και σύνταξη συνυποσχετικού (που αποτελεί ειδική διεθνή συμφωνία και ...κύρωση από τα κοινοβούλια των ενδιαφερομένων)».
Η παράγραφος, πιθανώς λόγω υπερβολικής σύντμησης, δίνει ελλιπή και ως εκ τούτου μη ακριβή εικόνα του θέματος -της ΑΟΖ- που μας απασχολεί εν προκειμένω. Ετσι, δεν διευκρινίζει το δικαίωμα της χώρας μας να ορίσει μονομερώς τη δική της ΑΟΖ, ενημερώνοντας ακολούθως τον ΟΗΕ. Από εκεί και πέρα η Τουρκία θα μπορούσε να προσφύγει στο Διεθνές Δικαστήριο για τις λεπτομέρειες της οριοθετήσεως, αλλά και τούτο μόνο με την αποδοχή της ελληνικής πλευράς. Διαφορετικά, η διαμαρτυρία της θα παραμείνει άνευ περιεχομένου, όπως συνέβη πρόσφατα με την περίπτωση Κύπρου - Ισραήλ.
4 Σε άλλο σημείο του κειμένου του, ο κ. πρέσβης επισημαίνει, ορθώς, ότι οι διεθνείς συμφωνίες συνδέονται μεταξύ των κατά περίπλοκο τρόπο, τον οποίο οι μη ειδικοί ενδέχεται να μην κατανοούν. Ας διευκρινίσουμε μια τέτοια περίπτωση, ώστε οι συμπατριώτες μας να αντιληφθούν τις δυσχέρειες που αντιμετωπίζουν οι Ελληνες διπλωματικοί σύμβουλοι, αλλά και για να γίνει σαφές ότι με πολιτικό θάρρος και λίγη φαντασία οι περισσότερες μπορούν να ξεπεραστούν.
Μια πιθανή αντίρρηση προς τη μονομερή διακήρυξη της ΑΟΖ μας θα μπορούσε να προέλθει από την επίκληση της (απαράδεκτης) Συμφωνίας της Μαδρίτης του 1997, η οποία ορίζει ότι η Ελλάδα και η Τουρκία «θα αναλάβουν προσπάθεια να προωθήσουν διμερείς σχέσεις» που θα βασίζονται στον «σεβασμό στα νόμιμα (όρος που περιλαμβάνει το Δίκαιο της Θαλάσσης), ζωτικά συμφέροντα και ενδιαφέροντα της κάθε χώρας στο Αιγαίο» (§ 4) και, επίσης, ότι δεσμεύονται να αποφύγουν «μονογενείς ενέργειες... ώστε να αποτραπούν συγκρούσεις οφειλόμενες σε παρεξήγηση (§ 5).
Τον Ιούνιο του 2007 ο Τούρκος πρόεδρος κ. Γκιουλ ανεφέρθη σ' αυτές τις παραγράφους όταν δήλωσε στην εφημερίδα «Καθημερινή» ότι «η Τουρκία και η Ελλάδα έχουν νομικά και ζωτικά συμφέροντα και ανησυχίες στο Αιγαίο, με μεγάλη σημασία για την ασφάλεια και την εθνική κυριαρχία τους. Εχουν δεσμευθεί με τη Συμφωνία της Μαδρίτης του 1997 να σέβονται τις αρχές αυτές και να διευθετούν τις μεταξύ τους διενέξεις με ειρηνικά μέσα και με αμοιβαία συναίνεση».
Ακόμη όμως και αυτό το επιχείρημα της Αγκυρας δεν αρκεί για να «γκριζάρει» το Αιγαίο και τη ΝΑ Μεσόγειο, μια και, για να μη μακρηγορούμε, η Τουρκία δεν έχει πάψει να παραβιάζει το γράμμα και το πνεύμα της συμφωνίας και έχουν εκλείψει πλέον οι τότε ισχύουσες πολιτικές προϋποθέσεις.
5 Το πρόσφατο άρθρο στην «Καθημερινή» αγνοεί, τέλος, την παρατήρηση ότι τέτοιες γειτονικές διαφορές ουδαμού του κόσμου έχουν οδηγήσει στην (αμερικανικής προελεύσεως) ιδέα της συνεκμετάλλευσης, η οποία, όπως πρόσφατα εξηγήσαμε ο κ. Καρυώτης και εγώ, όχι μόνο δημιουργεί μελλοντικές διαφορές, αλλά ουσιαστικά επιτυγχάνει την ιδέα της «ειρηνικής επιλύσεως» περίπλοκων διαφορών με την παραδοχή ότι οι Τούρκοι μπορούν να καρπώνονται τα κοιτάσματα υδρογονανθράκων που βρίσκονται στον... ελληνικό υποθαλάσσιο χώρο!

Κλείνω με τη σκέψη ότι το «υπαινικτικά» γραμμένο «διπλωματικό» άρθρο, κατά τρόπον υπόρρητο πλην όμως επικίνδυνο, αφήνει να εννοηθεί ότι το Δίκαιο υποκύπτει πάντα στην Πολιτική.
Ο ρόλος όμως του υπουργείου Εξωτερικών δεν είναι να σκύβει το κεφάλι επικαλούμενο «δημιουργικές ασάφειες» διεθνών συνθηκών, αλλά να μάχεται με εφευρετικότητα για τα δίκαιά μας. Διπλωμάτες σαν τον Δούντα ή τον Στοφορόπουλο έδειξαν τέτοια ευαισθησία. Τέτοιους ανθρώπους αναζητούμε και σήμερα.
Επιπλέον, οι διπλωμάτες μας θα έπρεπε να απαιτούν, έστω και διακριτικά, από όλες τις κυβερνήσεις να διατηρούν τη χώρα στρατιωτικά ισχυρή, για να μη βρεθούμε στη δυσάρεστη θέση να επιβεβαιωθεί εις βάρος μας η ρήση του Θουκυδίδη, ότι στις διεθνείς σχέσεις «δίκαιο έχει όποιος έχει ίση δύναμη και όταν αυτό δεν συμβαίνει, ο ισχυρός επιβάλει ό,τι του επιτρέπει η δύναμή του και ο αδύναμος υποχωρεί και προσαρμόζεται».
Για να εκφράσω την ίδια ιδέα λαογραφικά, εάν, στη θεωρία του περί «μηδενικών προβλημάτων», ο κ. Νταβούτογλου βλέπει τον εαυτό του στο ρόλο του Καραγκιόζη, τότε, προσωπικά, αρνούμαι διαρρήδην να δω τον Ελληνα στο ρόλο του Χατζηαβάτη...*
Αναδημοσίευση του άρθρου του ακαδημαϊκού Βασίλειου Μαρκεζίνη από την Ελευθεροτυπία της 10/1/2011

Σάββατο 10 Ιουλίου 2010

Εκτάκτως ερριμμένα......«Χωρίς τον έλεγχο του Αιγαίου, απλά δεν υπάρχει Ελλάδα»

Οριοθέτηση και όχι συνεκμετάλλευση

Από την ΚΥΡΑ ΑΔΑΜ

Την απλή και κοινότοπη αυτή διαπίστωση, που από καιρό σε καιρό πρέπει να υπενθυμίζεται, την κάνει το συντηρητικό, αλλά πάντα καλά ενημερωμένο και ακριβές στα στοιχεία του αμερικανικό Ινστιτούτο Στράτφορ, στην πρόσφατη -όχι αισιόδοξη, ούτε και κολακευτική- ανάλυσή του για την κατάσταση στην Ελλάδα.
ΤΗΝ ΙΔΙΑ διαπίστωση επανέφερε στο προσκήνιο και η πρόσφατη προκλητική ενέργεια της Αγκυρας να στείλει το ερευνητικό πλοίο «Τσεσμέ» στο Βόρειο Αιγαίο, στα διεθνή ύδατα, αλλά μέσα στην ελληνική υφαλοκρηπίδα, χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση, αλλά με συνοδευτική ανακοίνωση ότι οι δύο χώρες δεν έχουν υφαλοκρηπίδα πέραν των χωρικών υδάτων από τις ηπειρωτικές ακτές.

ΕΤΣΙ επανέρχεται στο προσκήνιο το εξαιρετικά δύσκολο πρόβλημα της οριοθέτησης της υφαλοκρηπίδας στο Αιγαίο, με την ελληνική κυβέρνηση να το θεωρεί «εύκολο» και να «πιέζει» την Αγκυρα για την επίλυσή του.

ΓΙΑ ΤΗΝ επίλυση του θέματος, «ο γιαλός είναι στραβός» εξ αρχής.

Η ΑΓΚΥΡΑ, πονηρή ούσα, υποστηρίζει ευθύς εξ αρχής ότι η οριοθέτηση πρέπει να γίνει με «γεωλογικά κριτήρια» και όχι νομικά, που στηρίζονται στο Δίκαιο της Θάλασσας το οποίο η Αγκυρα πεισματικά, αλλά για ευνόητους λόγους, αρνείται να υπογράψει. Σύμφωνα με τον γεωλογικό ορισμό, η υφαλοκρηπίδα ορίζεται ως ο βυθός της θάλασσας και το υπέδαφος των περιοχών που αρχίζουν από τις ακτές και τελειώνουν στο σημείο όπου το βάθος της θάλασσας είναι 200 μ.

ΑΝΤΙΘΕΤΩΣ, το Διεθνές Δίκαιο, το οποίο δεν αποδέχεται η Τουρκία, ορίζει ως υφαλοκρηπίδα το βυθό της θάλασσας και το υπέδαφος των περιοχών που αρχίζουν από τα εξωτερικά όρια της αιγιαλίτιδας ζώνης (που μπορεί να φτάσει και τα 12 ν.μ.) και φτάνουν σε βάθος 200 μ. ή μέχρι του σημείου όπου μπορεί να γίνει εκμετάλλευση των υποθαλάσσιων φυσικών πόρων.

Η ΑΝΤΙΘΕΣΗ είναι εμφανής, και άλλο τόσο βέβαιη είναι η εκτίμηση ότι η Τουρκία δεν πρόκειται να δώσει νομική μάχη για την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας.

Η ΤΟΥΡΚΙΑ ξέρει ότι με βάση το Διεθνές Δίκαιο δεν υπάρχει τουρκική υφαλοκρηπίδα δυτικά των ελληνικών νησιών του Αν. Αιγαίου. Γι' αυτό ακριβώς, με «όπλο» της τον γεωλογικό ορισμό, προχωρά από το 1973 σε «τετελεσμένα», υποστηρίζοντας ότι η υφαλοκρηπίδα της φτάνει στο μέσο του Αιγαίου και ότι τα νησιά δεν έχουν δική τους υφαλοκρηπίδα.

ΕΜΦΑΝΗΣ και σταθερός στόχος της Αγκυρας δεν είναι η οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας αλλά η διανομή της και επομένως η συνεκμετάλλευσή της.

ΑΥΤΟ ακριβώς υπενθύμισε η Αγκυρα με το «Τσεσμέ» και αυτό ακριβώς είναι το σημείο μεγίστης προσοχής για την ελληνική κυβέρνηση. Στο όνομα υποτιθέμενων οικονομικών ωφελημάτων από υποτιθέμενες εκμεταλλεύσεις υδρογονανθράκων στο Αιγαίο, η Αθήνα οφείλει να είναι πολύ συγκρατημένη. Και κυρίως πονηρεμένη...
πηγή

Τρίτη 29 Ιουνίου 2010

Ο επικίνδυνος πειρασμός της ελληνοϊσραηλινής προσέγγισης και ο δρόμος του μοναχικού πολεμιστή


του Δρ. Κωνσταντίνου Γρίβα*

Η πρόσφατη διαμάχη Τουρκίας – Ισραήλ έθεσε μεγάλα ερωτήματα στην ελληνική εξωτερική πολιτική, κυρίως με το κατά πόσο η εξέλιξη αυτή συμφέρει την Ελλάδα, ενώ έφερε στο προσκήνιο και την επιλογή (;) μιας συμμαχίας με το Ισραήλ. Είναι αυτή όμως άραγε μια σοφή πολιτική και οι εξελίξεις αυτές είναι πράγματι προς όφελός μας;

Καταρχάς, θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας το γεγονός της εξαιρετικά άβολης θέσης στην οποία βρίσκονται οι ΗΠΑ σε αυτή τη διαμάχη. Φυσικά και δεν μπορούν να «πουλήσουν» το Ισραήλ, από την άλλη όμως πολύ δύσκολα θα αποφασίσουν να συγκρουστούν με την Τουρκία. Όχι τόσο γιατί τη χρειάζονται ή πιστεύουν πως τη χρειάζονται, όσο γιατί τη φοβούνται. Και συγκεκριμένα φοβούνται ότι μπορεί να μετατραπεί σε ένα ισλαμιστικό – αντιαμερικανικό κράτος και να δημιουργήσει συμμαχία με το Ιράν. Και δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι η Τουρκία βρίσκεται εκτός των δυνατοτήτων «δυναμικής αντιμετώπισης» της αμερικανικής πολεμικής μηχανής σήμερα…

Άρα λοιπόν, αυτό που μένει στους Αμερικανούς είναι να κρατήσουν προσωρινά μια πολιτική ουδετερότητας στην τουρκοϊσραηλινή αντιπαλότητα, να ενισχύσουν τις τουρκοαμερικανικές σχέσεις σε άλλους τομείς και να «εξευμενίσουν» την Τουρκία. Πράγματι, η πολιτική της Ουάσιγκτον έναντι της Τουρκίας τον τελευταίο καιρό είναι πολιτική κατευνασμού. Και το πιο εύκολο θύμα στην περιοχή, η «Ιφιγένεια», που θα μπορούσε να επιτρέψει την υλοποίηση αυτής της πολιτικής, είναι φυσικά η Ελλάδα. Μια χώρα την οποία οι Αμερικανοί δεν φοβούνται, δεν έχουν να περιμένουν τίποτε από αυτή, δεδομένης της συνεχούς γεωπολιτικής της απομείωσης των τελευταίων ετών, και δεν ανησυχούν μήπως ολισθήσει σε ουσιαστικές αντιαμερικανικές στρατηγικές επιλογές (δεν αναφερόμαστε φυσικά στις ανώδυνες κατά καιρούς αντιαμερικανικές εκρήξεις που περιορίζονται σε επίπεδο φρασεολογίας), μια και αποτελεί οργανικό μέρος του δυτικού κόσμου. Ακόμη και τα ανοίγματά της προς τη Μόσχα, επί πρωθυπουργίας Καραμανλή, που θα μπορούσαν να της έχουν προσδώσει ένα νέο γεωπολιτικό ειδικό βάρος το οποίο θα προκαλούσε και το σεβασμό των ΗΠΑ, είχαν δυστυχώς άδοξο τέλος.

Με κανέναν τρόπο, λοιπόν, η επιδείνωση των τουρκοϊσραηλινών και κατ’ επέκταση των τουρκοαμερικανικών σχέσεων δεν συνεπάγεται ότι είναι κατ’ ανάγκην προς όφελος της χώρας μας. Αντιθέτως, τα ζωτικά ελληνικά συμφέροντα μπορεί να αποτελέσουν το εύκολο θύμα που θα επιτρέψει τη διαιώνιση για λίγο καιρό ακόμη της εύθραυστης ισορροπίας στο τρίγωνο Ουάσιγκτον – Τελ Αβίβ – Άγκυρα.

Από την άλλη, βέβαια, δεν θα πρέπει να παραβλέπουμε και το γεγονός ότι αν η Ουάσιγκτον οδηγηθεί ανελέητα σε επιλογές μηδενικού αθροίσματος, έχοντας να επιλέξει ή το Ισραήλ ή την Τουρκία, η απάντηση είναι ξεκάθαρη και δεδομένη. Επιπροσθέτως, ακόμη και χωρίς την ύπαρξη του Ισραήλ, αργά ή γρήγορα το πιο πιθανόν είναι ότι οι τουρκοαμερικανικές σχέσεις θα οδηγηθούν σε οδυνηρό σχίσμα, μόλις παύσουν να υφίστανται οι φαντασιώσεις κάποιων πυρήνων εξουσίας στην Ουάσιγκτον, περί «εκσυγχρονιστικού» ρόλου της Τουρκίας στον ισλαμικό κόσμο. Μεταξύ των άλλων, η πολιτική γεωγραφία που δημιουργείται στο μετασανταμικό – μετααμερικανικό Ιράκ θέτει την Τουρκία με τις ΗΠΑ σε σαφέστατη τροχιά έντονης γεωπολιτικής αντιπαλότητας, λόγω του ζητήματος των Κούρδων. Άρα η πιθανότητα οξείας και ξεκάθαρης σύγκρουσης ΗΠΑ – Τουρκίας και Ισραήλ – Τουρκίας σε βάθος χρόνου είναι απολύτως πραγματικά.

Παρεμπιπτόντως, το ενδεχόμενο αυτό δεν είναι σίγουρο ότι έχει γίνει κατανοητό από τις ελληνικές ελίτ, οι οποίες έχουν επενδύσει στην ανορθολογική «ελληνοτουρκική φιλία», θεωρώντας ότι αυτή είναι και η επιλογή της Ουάσιγκτον. Άλλωστε, οι εγχώριες ελίτ που προωθούν αυτή την αυτοκαταστροφική προσέγγιση με την Τουρκία είναι και φιλοαμερικανικές και κατά κανόνα και φιλοϊσραηλινές. Οι άνθρωποι αυτοί, όμως, έχουν άραγε κατανοήσει ότι πιθανώς κάποια στιγμή στο μέλλον όλα αυτά τα ανοίγματα προς την Άγκυρα θα θεωρούνται εν δυνάμει απειλητικά από την Ουάσιγκτον; Και θα είναι άραγε πρόθυμοι να συγκρουστούν με την Ουάσιγκτον, το Τελ Αβίβ και το εβραϊκό λόμπι ανά τον κόσμο για χάρη του νέου τους φίλου;..

Συμμαχία με το Ισραήλ: Γεωπολιτικός ρεαλισμός ή ριψοκίνδυνη ζαριά;

Η δραματική επιδείνωση των τουρκοϊσραηλινών σχέσεων έριξε στο τραπέζι την ιδέα της άμεσης και αποφασιστικής προσέγγισης της Ελλάδας με το Ισραήλ. Η επιλογή αυτή έχει σημαντικά ορθολογικά στοιχεία που ξεφεύγουν κατά πολύ από την απλοϊκά μανιχαϊστική σκέψη «ο εχθρός του εχθρού μου είναι φίλος μου». Όσοι υποστηρίζουν αυτή την άποψη θεωρούν ότι το Ισραήλ είναι μια πολύ ισχυρή δύναμη και μια συμμαχία μαζί του θα προσέφερε τεράστια τακτικά και στρατηγικά πλεονεκτήματα εναντίον κάθε δυνητικού αντιπάλου. Επίσης, είναι πιθανόν να έσερνε τις ΗΠΑ σε μια σταθερή και μόνιμη φιλελληνική θέση.

Κατά την άποψη του γράφοντος, ωστόσο, η επιλογή αυτή είναι εξαιρετικά επικίνδυνη. Καταρχάς, σε παρόμοια περίπτωση όλη η τεράστια, μακροχρόνια, αν και μέχρι στιγμής αναξιοποίητη, γεωπολιτική επένδυση της Ελλάδας στον αραβικό κόσμο θα πήγαινε στράφι. Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι μια προσέγγιση με το Ισραήλ, υπό αυτές τις συνθήκες, δεν θα εμφανιζόταν μόνον σαν αντιτουρκική αλλά και σαν αντιπαλαιστινιακή και αντιαραβική. Βέβαια, κάποιος ψυχρός και κυνικός ρεαλιστής θα μπορούσε να πει ότι αυτή η επένδυση στα συναισθήματα των αραβικών λαών απλά δεν μας χρειάζεται και θα μπορούσε να θυσιαστεί. Όμως, δεν είναι ακριβώς έτσι. Ναι μεν η δυναμική των ελληνοαραβικών σχέσεων δεν έχει ακόμη δώσει τα αποτελέσματα που θα θέλαμε, αλλά αυτό οφείλεται μάλλον σε άλλους παράγοντες και όχι στην… επένδυση αυτή καθεαυτή. Επίσης, δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι η ελληνική κοινή γνώμη είναι σαφέστατα προσανατολισμένη υπέρ των Παλαιστινίων και κατά των Ισραηλινών και καμιά στρατηγική επιλογή που θα ήθελε να μακροημερεύσει δεν μπορεί να μην λάβει υπόψη της τις διαθέσεις του ελληνικού λαού. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι ακόμη και ο πιο θετικά προδιατεθειμένος προς το Ισραήλ Έλληνας πολίτης θα πρέπει να παραδεχτεί ότι η ισραηλινή πολιτική τα τελευταία χρόνια έναντι των Παλαιστινίων είναι ατελέσφορη, αδιέξοδη, αντιπαραγωγική και εντέλει ανορθολογική, με αποτέλεσμα να έχει οδηγήσει σε σύγκρουση ακόμη και με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Μια προσέγγιση, λοιπόν, με το Ισραήλ κινδυνεύει όχι μόνο να απομονώσει τη χώρα μας, αλλά και να νομιμοποιήσει με έμμεσο τρόπο την εικόνα που θέλει να περάσει η Τουρκία σαν προστάτιδα των Παλαιστινίων και ηγέτιδα του μουσουλμανικού κόσμου, επιτρέποντάς της να «πουλήσει» θεωρίες περί περικύκλωσής της από τη χριστιανική Ελλάδα και το Ισραήλ. Σε παρόμοια περίπτωση προκύπτει και ο κίνδυνος να μεταβληθεί και η ελληνοτουρκική αντιπαλότητα (η οποία πάντοτε υπάρχει και θα υπάρχει εις βάρος των μεταφυσικών προσπαθειών εξορκισμού της διαμέσου της εκάστοτε «ελληνοτουρκικής φιλίας») σε αντιπαλότητα της Ελλάδας με όλο το μουσουλμανικό κόσμο.

Επιπροσθέτως, κανείς δεν μας εγγυάται ότι η εχθρότητα Ισραήλ – Τουρκίας θα βαθύνει άμεσα και θα λάβει διαστάσεις μόνιμης και οργανικής εχθρότητας και δεν αποτελεί ένα περιστασιακό επεισόδιο, το οποίο θα αντικατασταθεί από μια ακόμη φάση (λυκο)φιλίας μεταξύ των δύο χωρών, έστω και σε βραχυχρόνιο ορίζοντα.

Στρατιωτική σύγκρουση

Ακόμη όμως και να μην συμβεί κάτι τέτοιο, θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας ότι δεν υπάρχει, μάλλον, κάποια άμεση προοπτική στρατιωτικής σύγκρουσης Ισραήλ και Τουρκίας, έτσι ώστε να σπεύσουμε και εμείς να εκμεταλλευτούμε την ευκαιρία και να… πάρουμε την Πόλη!

Η Τουρκία, παρ’ όλους τους λεονταρισμούς της, δεν είναι τόσο αιθεροβάμων ώστε να επιλέξει να συγκρουστεί στρατιωτικά με το Ισραήλ. Και το Ισραήλ, όμως, το τελευταίο πράγμα που θα ήθελε θα ήταν ένας ακόμη στρατιωτικός εχθρός με ισχυρό στράτευμα, δυτική τεχνολογία και ενταγμένος στους θεσμούς του δυτικού κόσμου. Άλλωστε, το γεγονός ότι οι δύο χώρες δεν έχουν κοινά σύνορα δυσκολεύει την όποια στρατιωτική εμπλοκή μεταξύ τους. Επίσης, δεν θα πρέπει να αποκλείεται το ενδεχόμενο της προώθησης κάποιας λογικής λύσης από πλευράς του Ισραήλ για την επίλυση του Παλαιστινιακού, κάτι που ζητάνε επίμονα οι ΗΠΑ αλλά και μεγάλο μέρος της ισραηλινής κοινής γνώμης. Σε αυτή την περίπτωση, η Τουρκία θα μπορούσε να εμφανιστεί ότι έφερε εις πέρας το ρόλο της ως προστάτιδα των Παλαιστινίων και να αποκαταστήσει, έστω και εν μέρει, τις σχέσεις της με το Τελ Αβίβ. Ο εχθρός του σήμερα είναι ο φίλος του αύριο και το αντίθετο. Και αυτό είναι αξίωμα στη Μέση Ανατολή εδώ και αιώνες.

Άλλωστε, δεν θα πρέπει να παραβλέπουμε την ύπαρξη ισχυρών και γνησίως φιλοϊσραηλινών δυνάμεων στο εσωτερικό της Τουρκίας, κυρίως στο στρατιωτικό κατεστημένο, οι οποίες δυσφορούν πολύ με τις επιλογές της κυβέρνησης Ερντογάν και θα ήθελαν η Τουρκία να κάνει στροφή 180 μοιρών όσον αφορά στις σχέσεις της με το Ισραήλ. Και κανείς δεν μπορεί να πει με βεβαιότητα ότι οι δυνάμεις αυτές έχουν χάσει κάθε δυνατότητα να «φρονιμέψουν» την κυβέρνηση Ερντογάν και να αντιστρέψουν την ισλαμική – αντιισραηλινή της στοχοθέτηση. Η εσωτερική πολιτική σκηνή της Τουρκίας ήταν, είναι και θα είναι γεμάτη εκπλήξεις.

Και τι γίνεται τότε; Αν δηλαδή ο Ερντογάν βάλει νερό στο κρασί του ή ισχυρές δυνάμεις μέσα στην Τουρκία ανατρέψουν τη φιλοαραβική – αντιισραηλινή πολιτική και οι δύο χώρες τα «ξαναβρούν» έστω και προσωρινά;

Σε παρόμοια περίπτωση, αν η χώρα μας θα έχει εκτεθεί ως απροκάλυπτα φιλοϊσραηλινή, οι εξελίξεις αυτές, πολύ απλά, θα την «αδειάσουν» και το μόνο που θα της μείνει θα είναι η εχθρότητα του αραβικού και του ευρύτερου μουσουλμανικού κόσμου με απρόβλεπτες συνέπειες για το μέλλον.

Ακόμη, δεν θα ήταν φρόνιμο να μην εξετάσουμε το ενδεχόμενο ότι και το Ισραήλ, εκτός από τις ΗΠΑ, μπορεί να ακολουθήσει μια πολιτική κατευνασμού έναντι της Τουρκίας και η πιο πρόσφορη επιλογή σε παρόμοια περίπτωση είναι να στηρίξει τις διεκδικήσεις της Άγκυρας έναντι των ζωτικών συμφερόντων της Ελλάδας και της Κύπρου στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου…

Τέλος, έχει άραγε ερωτηθεί το Ισραήλ αν πράγματι θα ήθελε μια στρατηγική συμμαχία με την Ελλάδα;

Η επιλογή του αυτόνομου δρώντα και η επένδυση στην ισχύ

Από την άλλη, η ευκαιρία είναι πολύ μεγάλη για να τη χάσουμε. Όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, αυτό που κυριαρχεί στη γεωπολιτική ταυτότητα της περιοχής είναι μια τεράστια και επικίνδυνη γεωπολιτική ασάφεια. Κατά συνέπεια, αυτό που χρειάζονται σε βάθος χρόνου, τόσο οι ΗΠΑ και η Ευρώπη όσο και το Ισραήλ, είναι ισχυρά σημεία «αγκυροβολίου πολιτικής» που θα μπορούν να μειώσουν το βαθμό αβεβαιότητας και να αποτελέσουν κρίσιμης σημασίας στηρίγματα σε περίπτωση ακραίων εξελίξεων. Αν δηλαδή η Τουρκία οδηγείτο σε σαφέστατα εχθρική σχέση μαζί τους. Σε ό,τι αφορά την Ελλάδα, πρόκειται ίσως για τη μόνη χώρα στην περιοχή που μπορεί να παίξει αυτό το ρόλο, μια και είναι βαθιά ενταγμένη στους οργανικούς θεσμούς και τη γεωπολιτική υπόσταση της Δύσης και αυτό δεν μπορεί να αλλάξει. Αυτό που της λείπει όμως, ώστε να μπορεί να παίξει παρόμοιο ρόλο, είναι η ισχύς.

Έτσι, λοιπόν, θα μπορούσαμε να κρατήσουμε πολύ χαμηλούς τόνους σε αυτή την αντιπαράθεση και να κρατηθούμε απέξω. Αυτό σημαίνει όχι μόνο να αποφύγουμε να ταυτιστούμε με το Ισραήλ, αλλά και να απομακρυνθούμε, όσο είναι καιρός, από την Τουρκία, σταματώντας την αυτοκαταστροφική πολιτική της «ελληνοτουρκικής προσέγγισης». Εν παραλλήλω, θα πρέπει να ενισχύσουμε τη γεωπολιτική μας υποδομή, έτσι ώστε να γίνουμε εν δυνάμει ισχυροί παράγοντες στην περιοχή, αποτρέποντας ταυτοχρόνως την πιθανότητα να αποτελέσουμε την «Ιφιγένεια» σε μια πολιτική κατευνασμού της Τουρκίας από πλευράς ΗΠΑ και Ισραήλ. Να αντιστρέψουμε, δηλαδή, αυτή τη συνεχή πορεία γεωπολιτικής απομείωσης των τελευταίων ετών και να ξαναγίνουμε «κάτι» όχι ταυτιζόμενοι με κάποιο άλλο κράτος, αλλά ενισχύοντας την άμεση γεωπολιτική μας υπόσταση.

Κατά την ταπεινή άποψη του γράφοντος, τόσο οι ΗΠΑ όσο και το Ισραήλ μάλλον θα προτιμούσαν μια ισχυρή αν και φιλοπαλαιστινιακή Ελλάδα, η οποία όμως, έτσι και αλλιώς, λόγω της δυτικής γεωπολιτικής της ταυτότητας, αποτελεί εν δυνάμει σύμμαχο, παρά μια φιλοϊσραηλινή αλλά αδύναμη, άρα και άχρηστη Ελλάδα.

Κι αν όλα τα παραπάνω φαίνονται πολύ θεωρητικά, ένα άμεσο μέτρο που, κατά την άποψη του γράφοντος, θα ενίσχυε την «κρίσιμη γεωπολιτική υποδομή» της Ελλάδας, θα την τοποθετούσε στο κέντρο των εξελίξεων και θα αύξανε δραματικά τη σπουδαιότητά της για το Ισραήλ και τις ΗΠΑ, χωρίς ταυτοχρόνως να ενοχληθεί καμιά από τις αραβικές χώρες και χωρίς να χρειάζεται να αλλάξει η ρητορική της Ελλάδας από φιλοαραβική σε φιλοϊσραηλινή, είναι η άμεση απόκτηση ναυτικών αντιβαλλιστικών ικανοτήτων.

Βέβαια, σε καμία περίπτωση παρόμοια επιλογή δεν θα πρέπει να συνδυαστεί με κάποια ένταξη, επίσημη ή ανεπίσημη, στον αντιβαλλιστικό σχεδιασμό της Ουάσιγκτον, κάτι που θα μπορούσε ίσως να προκαλέσει την αντίδραση της Ρωσίας. Δεδομένης της γεωπολιτικής λειτουργίας της Ελλάδας στο ΝΑΤΟ, την ΕΕ και τη Ζώνη του Ευρώ, δηλαδή στο «σκληρό πυρήνα» της Δύσης, οι ελληνικές αντιβαλλιστικές ικανότητες εντάσσονται αυτομάτως στο στρατηγικό δυναμικό της Δύσης, χωρίς να χρειάζονται θορυβώδεις διακηρύξεις.

Σε παρόμοια περίπτωση, οι αντιβαλλιστικές ικανότητες του ΝΑΤΟ στην περιοχή (άρα εν δυνάμει και του Ισραήλ) ενισχύονται, η γεωστρατηγική Ομπάμα, που δίνει μεγάλη έμφαση στη ναυτική αντιβαλλιστική άμυνα, υποστηρίζεται με αποφασιστικό τρόπο, ο γεωπολιτικός ρόλος της Τουρκίας απομειώνεται και οι άμεσες αμυντικές δυνατότητες της χώρας μας έναντι της τουρκικής απειλής αυξάνονται αποφασιστικά, ιδιαίτερα δε έναντι των τουρκικών βαλλιστικών όπλων, τα οποία έχουν αυξηθεί κατά πολύ τα τελευταία χρόνια. Από την άλλη, ούτε οι Παλαιστίνιοι ούτε κανένας άλλος θίγεται και η Ελλάδα μπορεί να παραμένει κριτική έναντι του Ισραήλ και φιλοπαλαιστινιακή. Ταυτοχρόνως, όμως, θα έχει μετατραπεί σε μια μεγάλη μακροχρόνια επένδυση «μείωσης ρίσκου» για το Ισραήλ και τις ΗΠΑ, σε περίπτωση που οι σχέσεις τους με την Τουρκία οδηγηθούν σε μια μεγάλη, οριστική και καταστρεπτική ρήξη κάποια στιγμή στο μέλλον. Βέβαια, η αγορά οπλικών συστημάτων, έστω και πολύ μεγάλης γεωπολιτικής αξίας, αυτή την εποχή είναι εκτός πραγματικότητας δεδομένης της οικονομικής κατάστασης της Ελλάδας. Όμως, αν πράγματι η υπόθεση του γράφοντος είναι σωστή, θα μπορούσε να εξεταστεί ακόμη και η πιθανότητα της απόκτησης παρόμοιων ικανοτήτων από το Ελληνικό Ναυτικό με αμερικανική ή νατοϊκή χρηματοδότηση. Η απόλυτη κίνηση ματ, βέβαια, θα ήταν η απόκτηση από την Ελλάδα ρωσικών αντιβαλλιστικών συστημάτων S-400 ή και άλλων πιο εξελιγμένων στο μέλλον, που θα πλαισίωναν τα ναυτικά αντιβαλλιστικά συστήματα, με τις ευλογίες της Ουάσιγκτον. Ακούγεται σενάριο επιστημονικής φαντασίας, αλλά ίσως κινείται στη σφαίρα των ρεαλιστικών επιλογών…

* Ο Κωνσταντίνος Γρίβας είναι ειδικός σε θέματα γεωπολιτικής ανάλυσης και πολεμικών τεχνολογιών. Διδάσκει το μάθημα της Γεωπολιτικής στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων.

Πηγή: m-epikaira.gr

Πέμπτη 31 Δεκεμβρίου 2009

Εθνικό Όραμα, ιδεολογία και εθνική χρεωκοπία


Ο ελληνισμός τις αρχές του 19ου αιώνα οραματίστηκε την απελευθέρωσή του από την οθωμανική σκλαβιά. Μια σκλαβιά που κράτησε τον ελληνισμό επί τέσσερις αιώνες στο σκοτάδι. Το όραμα της Ελευθερίας ήταν η κινητήρια δύναμη που ώθησε τον ελληνισμό στον εθνικοαπελευθερωτικό του αγώνα. Το όραμα της Ελευθερίας ήταν η κινητήρια δύναμη που έδωσε τη δυνατότητα σε μια χούφτα στην πλειοψηφία τους αγράμματους Έλληνες να τα βάλουν με μια αυτοκρατορία και όχι απλά να νικήσουν, αλλά να γράψουν μια αξεπέραστη σελίδα ανδρείας και αυταπάρνησης, που υπήρξε παράδειγμα για τα άλλα υπόδουλα έθνη στον οθωμανικό ζυγό..


Μετά την ίδρυση του ελλαδικού κράτους, στου οποίου την επικράτεια ζούσε μόνο ένα μικρό μέρος του ελληνισμού, το όραμα της ελληνικής παιδείας και της εθνικής συνείδησης ήταν η κινητήρια δύναμη που οδήγησε σε μια αξιοζήλευτη πνευματική και εκπαιδευτική άνθηση όχι μόνο τους Έλληνες της Ελλάδας, αλλά και τον απανταχού ελληνισμό. Οι ανά τον κόσμο κοινότητες των Ελλήνων έχτισαν και λειτουργούσαν επί δεκαετίες με δικά τους μέσα χιλιάδες περίλαμπρα σχολεία, που πολλές φορές ήταν καλύτερα από αυτά του ελλαδικού κράτους. Το Φροντιστήριο της Τραπεζούντας και της Αργυρούπολης είναι τρανά παραδείγματα. Το όραμα αυτό οδήγησε στο θαύμα της αναγέννησης του νέου ελληνικού έθνους, το 19ο αιώνα.

Το επόμενο όραμα του ελληνισμού, συνέχεια του προηγούμενου, ήταν αυτό της εθνικής ολοκλήρωσης, το όραμα που σχηματοποίησε τη Μεγάλη Ιδέα, η οποία υπήρξε με τη σειρά της η κινητήρια δύναμη του έθνους, ενός έθνους που αγωνίστηκε σκληρά για να συμπεριληφθούν στην ελληνική επικράτεια η Θεσσαλία, η Ήπειρος, η Μακεδονία, η Θράκη, η Κρήτη και ο νησιωτικός χώρος του Αιγαίου και του Ιονίου Πελάγους. Το όραμα της Μεγάλης Ιδέας τερματίστηκε άδοξα με τη Μικρασιατική Καταστροφή και την Ανταλλαγή των πληθυσμών, μέγιστο πλήγμα στην ιστορία του Ελληνισμού.


Σε αυτές τις κύριες φάσεις της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας, το όραμα ήταν πάντα αυτό που συνέθετε την εθνική ιδεολογία που καθοδηγούσε και κινητοποιούσε ολόκληρο το έθνος, τις ελίτ, τις ανώτερες και τις μεσαίες κοινωνικές τάξεις τον απλό λαό και τον απανταχού ελληνισμό. Το όραμα ήταν πάντα αυτό που καθόριζε το εθνικό καθήκον και την κοινωνικοπολιτική ηθική του κάθε Έλληνα, που καθόριζε αν θέλετε τους γενικούς «κανόνες του παιχνιδιού» και στην ίδια την πολιτική. Το όραμα ήταν που καθόριζε σε μεγάλο βαθμό πολιτική ηθική, την ηθική της διαχείρισης του εθνικού πλούτου, ακόμα και την επιχειρηματική ηθική.



Το όραμα της Μεγάλης Ιδέας ενταφιάστηκε με την τραγική κατάληξη της μικρασιατικής εκστρατείας. Η Μικρασιατική Καταστροφή και η Ανταλλαγή των πληθυσμών, η μεγαλύτερη συμφορά στην ιστορία του ελληνισμού, προκάλεσε έναν ισχυρό κλονισμό κυρίως στο ελλαδικό κράτος και τις ελλαδικές ελίτ. Ως κύρια αιτία της τραγικής αυτής κατάληξης θεωρήθηκε η Μεγάλη Ιδέα και οι ιδεολογικοί της φορείς, που παρέσυραν τη χώρα και το έθνος σε αυτή τη μείζονα καταστροφή. Έκτοτε, οι λέξεις εθνικό όραμα και μεγάλη ιδέα «στοχοποιήθηκαν». Οι ελίτ, οι θεσμικοί και οι εξωθεσμικοί παράγοντες που επηρεάζουν την κατανομή και την άσκηση εξουσίας στην Ελλάδα, το ελληνικό «βαθύ» κράτος (αν μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε τον συγκεκριμένο όρο), μετά από αυτήν την τραυματική εμπειρία, εκτός του ότι δαιμονοποίησαν τη Μεγάλη Ιδέα και οτιδήποτε μεγαλοϊδεατικό και οραματικό με την ευρεία έννοια, οριοθέτησαν τους ορίζοντες των Ελλήνων, περιορίζοντας ταυτόχρονα τα ίδια τα οράματά μας. Δηλαδή, ο ελληνισμός και η ίδια η Ελλάδα, μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, κινήθηκε και δυστυχώς συνεχίζει να κινείται χωρίς όραμα, ένα όραμα προσαρμοσμένο στις σύγχρονες κοινωνικοπολιτικές και γεωπολιτικές συνθήκες που θα μπορούσε να επανακαθορίσει την εθνική ιδεολογία και την πορεία της χώρας και του έθνους τον 21ο αιώνα.

Αντίθετα, αυτό που καθόρισε την πορεία της χώρας όλες αυτές τις δεκαετίες, ήταν τα ‘οράματα' και οι ιδεολογίες άλλων (κομμουνισμός, σοσιαλισμός, ναζισμός, νεοφιλελευθερισμός κλπ) -που, όπως αποδείχτηκε, δεν είχαν και τα καλύτερα αποτελέσματα για τη χώρα. Την πορεία της χώρας καθόρισαν επίσης μερικές κρίσιμες επιλογές (συμμετοχή στο Β' Παγκόσμιο Πόλεμο με την πλευρά των συμμάχων, συμμετοχή στο ΝΑΤΟ κλπ) που αναγκαστήκαμε να πάρουμε σε διάφορες φάσεις του 20ού αιώνα, επιλογές που καθόρισαν και συνεχίζουν να καθορίζουν την πορεία της χώρας και ολόκληρου του έθνους.



Η συμμετοχή της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (ΕΟΚ) το 1981, μια κορυφαία και καθοριστικής σημασίας επιλογή που αμφισβητήθηκε και πολεμήθηκε από ένα μέρος του πολιτικού κόσμου, ήταν η επιλογή που εκ των πραγμάτων άλλαξε τον ρου της νεώτερης ιστορίας της χώρας μας. Η επιλογή όμως αυτή δεν παρουσιάστηκε οραματικά στο λαό, ούτε έγινε ποτέ μέρος ενός εθνικού οράματος, αφού αυτό δεν υπήρχε. Η ΕΟΚ και αργότερα η Ε.Ε. παρουσιάστηκε ή εκλήφθηκε από το πολιτικό προσωπικό της Ελλάδας και από τους επιτήδειους, ως η χρυσή αγελάδα που γεννάει προγράμματα, προγράμματα που μοιράζονται ημέτεροι, χωρίς ποτέ να ελέγχεται αρμοδίως η αποτελεσματικότητά τους. Η ελληνική κοινωνία κομματικοποιήθηκε βάναυσα, εκμαυλίστηκε, επαναπαύθηκε και αρκέστηκε σε μια ευημερία κίβδηλη, που στηριζόταν στα προγράμματα και τα δανεικά λεφτά.


Το έλλειμμα του οράματος, ο λαϊκισμός, ο κομματισμός και ο «ευρωπαϊκός εκμαυλισμός» δεν επηρέασαν μόνο την πολιτική, επηρέασαν και τη δημόσια διοίκηση, την παιδεία, την επιχειρηματικότητα, τα ΜΜΕ, τελικά επηρέασαν την ίδια την ελληνική κοινωνία, με αποτέλεσμα να βυθιστεί η χώρα και η κοινωνία στο τέλμα, τη διαφθορά, την αναξιοκρατία, την αναξιοπιστία και την ανηθικότητα, για να έλθει τελικά σήμερα σε όλους μας ο «λογαριασμός»!


Τώρα, που δεν ηχούν απλά οι καμπάνες του κινδύνου, τώρα που η χώρα βρίσκεται στο χείλος της οικονομικής, αλλά και της ηθικής χρεωκοπίας, είναι ανάγκη να αποκτήσουμε και πάλι ένα εθνικό όραμα. Ένα όραμα που θα συνεγείρει τις δυνάμεις του έθνους, ένα όραμα που θα εξαλείψει επιτέλους τις ουλές του εθνικού διχασμού και του καταστροφικού εμφυλίου, ένα όραμα που θα αποβάλλει τον άθλιο κομματισμό και θα ενώσει ουσιαστικά τον ελληνισμό. Ένα όραμα θα αποτελέσει την καινούρια Μεγάλη Ιδέα του Γένους.


Και επειδή τα παθήματα και στην ιστορία πρέπει να μας γίνονται μαθήματα, η νέα Μεγάλη Ιδέα θα πρέπει γεννηθεί μέσα στην κοινωνία, από τον ίδιο τον ελληνικό λαό, ξεκινώντας με έναν απαράβατο όρο. Ότι δεν θα προκαλέσει πόνο και αίμα ούτε στον ελληνικό, ούτε σε κανέναν άλλο λαό της Οικουμένης και θα αγκαλιάζει τις πανανθρώπινες αξίες. Και για να γίνει αυτό, η νέα Μεγάλη Ιδέα θα πρέπει να κινηθεί στο πλαίσιο της Παιδείας, της Ιστορίας, του Πολιτισμού και του Οικουμενισμού, τομείς που απαξιώθηκαν και μας οδήγησαν στο εθνικό αδιέξοδο και το μαρασμό.


Σε μια στιγμή που το κύρος και η εικόνα της Ελλάδος πλήττονται βάναυσα διεθνώς, σε μια στιγμή που το ηθικό του λαού μας έχει καταβαραθρωθεί, αφού γίναμε περίγελως των πάντων, είναι καιρός να διεκδικήσουμε μερίδιο στο όραμα και το όνειρο. Το δικαιούμαστε. Το επιβάλλει η ιστορία και ο πολιτισμός μας. Ας δείξει και ας ανοίξει ο λαός μας τον δρόμο!

Tου Σάββα Καλεντερίδη, 

Κύριο άρθρο στη μηνιαία εφημερίδα "ΠΟΝΤΙΑΚΗ ΓΝΩΜΗ", φύλλο Δεκεμβρίου 

Σάββατο 28 Νοεμβρίου 2009

ΠΡΟΤΑΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΘΝΙΚΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ

Εισαγωγή

Στην σημερινή εισήγηση με θέμα «Πρόταση για την Εθνική Στρατηγική» θα αποφύγουμε πολυάριθμους ορισμούς και θεωρητικές απόψεις και προσεγγίσεις που αναφέρονται από έγκριτους αναλυτές και θα επιδιώξουμε να προσεγγίσουμε το θέμα πρακτικά για την ελληνική πραγματικότητα. Βεβαίως όπου είναι απαραίτητο θα αναφέρουμε τον ανάλογο δόκιμο ορισμό ώστε να στηρίξουμε την εισήγησή μας και τις τελικές προτάσεις πάνω σε στέρεες βάσεις.

Το περίγραμμα της εισήγησης φαίνεται στην προβολή.

Η ύπαρξη της Εθνικής Στρατηγικής ως επισήμου εγγράφου της Ελληνικής Πολιτείας, που να ενεργοποιεί κατά συντονισμένο τρόπο το σύνολο των συστατικών στοιχείων δια την προάσπιση και προαγωγή των εθνικών συμφερόντων, υπό οποιεσδήποτε συνθήκες, είναι επιβεβλημένη, εάν ληφθούν υπόψη οι απειλές κατά της ασφαλείας της Ελλάδος αλλά και οι συνθήκες ανταγωνισμού μεταξύ όλων των χωρών τόσο στο γειτονικό περιβάλλον όσο και σε παγκόσμιο επίπεδο.

Το Σύνταγμα και οι νόμοι καθορίζουν το θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας του κράτους ενώ η Εθνική Στρατηγική υπό ολοκληρωμένη μορφή αποτελεί την συνισταμένη για την ακολουθητέα κατεύθυνση της χώρας σε εθνικό πλαίσιο.

Στην χώρα μας δεν υπάρχει εκφρασμένη, ολοκληρωμένα, Εθνική Στρατηγική, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η Κυβέρνηση, τα Υπουργεία και οι Κρατικοί Φορείς δεν θέτουν στόχους. Όμως οι στόχοι αυτοί εάν δεν ενταχθούν σε ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο δεν είναι δυνατόν να φέρουν το βέλτιστο αποτέλεσμα. Εμείς σήμερα θα επιχειρήσουμε να εκφράσουμε τις απόψεις μας για μια ολοκληρωμένη Εθνική Στρατηγική.

Στην παρούσα εισήγηση θα αναλυθούν οι παράγοντες που διαμορφώνουν την Εθνική Στρατηγική και θα παρουσιασθούν οι προτάσεις για το περιεχόμενό της και την ακολουθητέα μεθοδολογία


Ορισμός της Εθνικής Στρατηγικής

Ανάγοντας στην πολιτικο-στρατιωτική σφαίρα λειτουργίας της Πολιτείας τον όρο «Στρατηγική», ο οποίος προέρχεται από την στρατιωτική ορολογία, μπορούμε να ορίσουμε την Εθνική Στρατηγική ως :

«Ένα ευρύ σχέδιο ενεργείας ή δράσεως δια την βέλτιστη χρησιμοποίηση της εθνικής ισχύος, προς επίτευξη των Εθνικών Αντικειμενικών Σκοπών εν τη υποστηρίξει των Εθνικών Συμφερόντων».

Παραθέτουμε στο σημείο αυτό και τους ορισμούς των Εθνικών Συμφερόντων και των Εθνικών Αντικειμενικών Σκοπών (τους οποίους θα αναλύσουμε στη συνέχεια) προκειμένου να δούμε την αλληλοσύνδεση αλλά και να είναι πιο κατανοητός ο ορισμός της Εθνικής Στρατηγικής :

Ως «Εθνικά Συμφέροντα νοούνται οι πλέον σημαντικές ανάγκες της συντεταγμένης Πολιτείας».

Ενώ ως «Εθνικοί Αντικειμενικοί Σκοποί νοούνται οι υπό της Πολιτείας τιθέμενοι θεμελιώδεις εκείνοι Στόχοι η επίτευξη των οποίων είναι απαραίτητη δια την προάσπιση και προαγωγή των Εθνικών Συμφερόντων».

Η Εθνική Στρατηγική απαρτίζεται από τρεις συστατικές στρατηγικές : την Πολιτική Στρατηγική η οποία έχει εφαρμογή τόσο σε διεθνή όσο και εσωτερικά θέματα, την Οικονομική Στρατηγική και την Στρατιωτική Στρατηγική. Κάθε μία από τις επί μέρους αυτές Στρατηγικές πέραν των συστατικών στοιχείων επηρεάζει αμέσως ή εμμέσως και την εθνική ασφάλεια.

Οι βασικοί παράγοντες που διαμορφώνουν την Εθνική Στρατηγική είναι : τα Εθνικά Συμφέροντα, οι Εθνικοί Αντικειμενικοί Σκοποί, ο Περιβάλλων χώρος (δηλαδή η γεωστρατηγική θέση της χώρας και το επιχειρησιακό περιβάλλον), η Ασφάλεια που περιλαμβάνει και την Απειλή, οι Διεθνείς Σχέσεις/Συμμαχίες και η Εθνική Ισχύς που αποτελεί το σύνολο των δυνατοτήτων του Έθνους με κύρια συνιστώσα τις Ένοπλες Δυνάμεις.

Θα αναφερθούμε στους παράγοντες αυτούς (με εξαίρεση τον περιβάλλοντα χώρο και τις διεθνείς σχέσεις που ανεπτύχθησαν από προηγούμενους ομιλητές) και θα καταλήξουμε στα Εθνικά Συμφέροντα ώστε να περιγράψουμε τους κατά την εκτίμησή μας Εθνικούς Αντικειμενικούς Σκοπούς και να καταλήξουμε στις τελικές μας προτάσεις ως προς την ακολουθητέα μεθοδολογία.

Απειλή

Θα αναφερθούμε περιληπτικά στις εκτιμώμενες απειλές κατά των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας μας και στην αντιμετώπιση αυτών. Οι εκτιμώμενες απειλές διακρίνονται σε προερχόμενες εκ κρατικών οντοτήτων και εκ μη κρατικών οντοτήτων που είναι οι ασύμμετρες απειλές με κυριότερη την τρομοκρατία.

Οι απειλές εκ κρατικών οντοτήτων προέρχονται από κράτη του εγγύς προς την Ελλάδα γεωγραφικού περιβάλλοντος και δύνανται να είναι πολιτικής ή/και στρατιωτικής μορφής.

Οι απειλές Πολιτικής Μορφής είναι μακρόπνοες και συνεχείς, σχετίζονται δε με την υπό των ομόρων κρατών συγκεκαλυμμένη ή φανερή επιδίωξη, ως ιδανικού, την υπό κατάλληλες πολιτικές συνθήκες επίτευξη βαθμιαίως και χωρίς πόλεμο αντικειμενικών σκοπών, που σχετίζονται με την επαύξηση της παρούσης επικρατείας των, δια τη δημιουργία μεγάλων κρατών, όπως «Μεγάλη Βουλγαρία» υπό της Βουλγαρίας, «Μεγάλη Αλβανία» υπό της Αλβανίας, «Μεγάλη Μακεδονία» υπό της ΠΓΔΜ, και την αναθεωρητική επιστροφή σε παλαιά εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας υπό της Τουρκίας.

Στο πεδίο εγρηγόρσεως προς προάσπιση της εθνικής ασφαλείας και παγίων ζωτικών συμφερόντων μας, κρίνεται ως μη περιττή και ως μη ανεδαφική η συγκρατημένη επισήμανση για ανάγκη ή σκοπιμότητα της παρακολουθήσεως εκ του σύνεγγυς πιθανών κινδύνων μελλοντικής εκδηλώσεως ανθελληνικών κινήσεων στο πλαίσιο παγίων αλυτρωτικών διεκδικήσεων εις βάρος μας εκ των ομόρων βορείων γειτόνων μας. Και  ενώ η κοινή γνώμη δεν σπουδαιολογεί τις με διαφόρους τρόπους εκδηλούμενες διεκδικήσεις της Αλβανίας και της FYROM και φαίνεται να μην τις λαμβάνει υπ΄όψιν λόγω της ασημάντου, επί του παρόντος, ισχύος των Ενόπλων Δυνάμεών τους, δεν θα πρέπει να διαφεύγουν της προσοχής μας και οι αλυτρωτικές διεκδικήσεις εις βάρος μας εκ μέρους της μέχρι στιγμής ηρέμου Βουλγαρίας. Όσον παράδοξος ή έωλος μπορεί να ηχήσει η επισήμανση αυτή στους εντόπιους ή διεθνείς παρατηρητές θα πρέπει να τους υπομνησθεί η διπλωματικώς άκομψη αλλά και σκαιά δήλωση του Βουλγάρου Προέδρου Ζέλεφ το 1992 που απαντώντας σε σχετική και τότε επίκαιρη ερώτηση, είπε ότι είναι πολύ φυσικό να λάβει η χώρα του από ελληνικό έδαφος ό,τι της πρέπει ή της ανήκει σε περίπτωση ελληνοτουρκικής πολεμικής συρράξεως. Η σοβαρότης της δηλώσεως υπογραμμίζεται ιδιαιτέρως από την ιδιότητα του εκφέροντος αυτήν δηλαδή από τον εκλεγμένο αρχηγό του γειτονικού κράτους, με το οποίο βρεθήκαμε σε θανάσιμους ανταγωνισμούς στο παρελθόν και όχι από κάποιον πολυπράγμωνα δημοσιογράφο ή κάποιον άλλο κρατικό λειτουργό ή έστω πνευματικά ιδρύματα που σημειωτέον έχουν εκφράσει παρόμοιες απόψεις τόσο στη Βουλγαρία αλλά και στην Αλβανία και την FYROM.

Δια την αντιμετώπιση των απειλών Πολιτικής Μορφής είναι αναγκαία η εγρήγορση  του πολιτικού και του πνευματικού κόσμου, όπως και του Λαού της Ελλάδος και του ανά την Υδρόγειο Ελληνισμού, ώστε με την κατάλληλη και συντονισμένη πολιτική, διπλωματική, πνευματική και κοινωνική δράση στους οργανισμούς, που συμμετέχει η Ελλάδα και όπου αλλού είναι αναγκαίον, να γίνονται αντιληπτές εν τη εκδηλώσει τους, να αντικρούονται αποτελεσματικώς και να ανατρέπονται οι προσπάθειες επιβουλής της ακεραιότητας, της ιστορίας και της πολιτιστικής κληρονομιάς της Ελλάδος. Προς τούτο, είναι αναγκαίος ένας συντονισμός από κεντρική υπηρεσία καταλλήλως οργανωμένη, η οποία εκτιμάται, ότι πρέπει να ευρίσκεται στο Υπουργείο Εξωτερικών της Ελλάδος.

Οι απειλές Στρατιωτικής Μορφής στην παρούσα περίοδο προέρχονται αποκλειστικώς από την Τουρκία και στρέφονται τόσον κατά της Ελλάδος όσον και της Κυπριακής Δημοκρατίας. Παρά την βελτίωση των ελληνοτουρκικών σχέσεων και της επιδιώξεως της Τουρκίας να ενταχθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση (Ε.Ε.), η απειλητική πολιτική αυτής έναντι της Ελλάδος και της Κύπρου, όπως στην πράξη καθημερινώς διαπιστώνεται, δεν έχει αλλάξει και οι επιδιώξεις εις βάρος των χωρών τούτων θα συνεχισθούν ανεξαρτήτως της ενταξιακής της πορείας προς την Ε.Ε.

Επομένως, μέχρις ότου οι ελληνοτουρκικές σχέσεις φθάσουν σε μόνιμο εγκάρδιο επίπεδο και υπάρξουν επίσημες γραπτές και επαληθεύσιμες συμφωνίες δια τυχόν αμοιβαίες μειώσεις των στρατιωτικών εξοπλισμών, η Ελλάδα επιβάλλεται, άνευ εφησυχασμού, να λαμβάνει όλα τα απαραίτητα μέτρα, δια την αντιμετώπιση της Τουρκικής στρατιωτικής απειλής.

Ειδικότερα, δεδομένης της διαρκώς αυξανόμενης συνολικής Τουρκικής υπεροχής σε αριθμούς ως προς το προσωπικό και το κύριο πολεμικό υλικό, επιβάλλεται, όπως, δια την αποτελεσματική αντιμετώπιση της Τουρκικής στρατιωτικής απειλής, οι προσπάθειες μετασχηματισμού των Ελληνικών Ε.Δ. επικεντρωθούν στην επίτευξη ποιοτικής υπεροχής - και όπου είναι δυνατόν ισοπλίας ή και τοπικής εν χρόνω αριθμητικής υπεροχής σε κύριο πολεμικό υλικό, στα επί μέρους θέατρα ενδεχομένων επιχειρήσεων (ξηράς, θαλάσσης, αέρος) - με την εκμετάλλευση όλων των παραγόντων, που είναι δυνατόν να την εξασφαλίσουν, ιδιαιτέρως δε των νέων προηγμένων στρατιωτικών τεχνολογιών, οι οποίες συνδέονται με την αποκαλούμενη «Επανάσταση στις Στρατιωτικές Υποθέσεις» (Revolution in Military Affairs (RMA)).

Πέραν των παραδοσιακών απειλών, από την δεκαετία του '70, παρουσιάσθηκαν στο διεθνές σκηνικό οι Υπερεθνικές (Τransnational) ή οι Ασύμμετρες Απειλές που πρέπει να λαμβάνονται υπ΄όψιν για την ασφάλεια κάθε χώρας και βέβαια και της Ελλάδος και που περιλαμβάνουν την τρομοκρατία, το οργανωμένο έγκλημα, την λαθρομετανάστευση, τα ναρκωτικά, το λαθρεμπόριο αγαθών και όπλων, τη δημιουργία και διακίνηση όπλων μαζικής καταστροφής, την εξάπλωση επικινδύνων τεχνολογιών και άλλες συναφείς του είδους εγκληματικές πράξεις που διενεργούνται σε διεθνές επίπεδο και εκφεύγουν των διαστάσεων του κοινού εγκλήματος.

Η Ελλάδα ως Κράτος Δικαίου και Χώρα Μέλος των Ηνωμένων Εθνών, του Βορειο-Ατλαντικού Συμφώνου και της Ευρωπαϊκής Ενώσεως επιβάλλεται να καταπολεμά αποτελεσματικώς τις Ασύμμετρες Απειλές στο πλαίσιο του ΟΗΕ, του ΝΑΤΟ και της Ε.Ε. και με προβλέψεις και ενέργειες που επιβάλλουν οι ιδιαιτερότητες της γεωγραφικής θέσεως της χώρας μας και το εκτεταμένο των ηπειρωτικών και θαλασσίων συνόρων.

Συμπερασματικά, η εθνική ασφάλεια απαιτεί την απόκτηση στρατιωτικών κυρίως ικανοτήτων για την αντιμετώπιση της παραδοσιακής απειλής και πολιτικοστρατιωτικών μέτρων/ικανοτήτων για την αντιμετώπιση των πολιτικών και των ασύμμετρων απειλών.


Εθνική Ισχύς

Η Εθνική Ισχύς αποτελεί όπλο στα χέρια της Εξωτερικής Πολιτικής, γιατί όπως επιγραμματικά αναφέρει ο Θουκυδίδης κατά ελεύθερη μετάφραση του Ελ. Βενιζέλου «Ο ισχυρός επιβάλλει ότι του επιτρέπει η δύναμίς του και ο ασθενής παραχωρεί ότι του επιβάλλει η αδυναμία του».

Την Εθνική Ισχύ αποτελεί το σύνολο των δυνατοτήτων του Έθνους ή το δυναμικό που προκύπτει από τους διαθέσιμους πολιτικούς, οικονομικούς, στρατιωτικούς, γεωγραφικούς, κοινωνικούς, επιστημονικούς και τεχνολογικούς πόρους του καθώς και η πολιτισμική κληρονομιά με κυρία συνιστώσα αυτής της θρησκεία.

Συγκεκριμένα την Εθνική Ισχύ αποτελούν οι εξής βασικοί παράγοντες :
•          Θεσμοί.
•          Ένοπλες Δυνάμεις.
•          Γεωγραφία.
•          Φυσικοί Πόροι.
•          Βιομηχανία.
•          Εμπόριο.
•          Οικονομία.
•          Πληθυσμός.
•          Επιστήμη και Τεχνολογία.
•          Εθνικός Χαρακτήρας.
•          Πολιτισμική κληρονομιά - Θρησκεία - Ομογένεια.
•          Ηθικό.
•          Ηγεσία.

Η ηγεσία, ο εθνικός χαρακτήρας καθώς και το ηθικό του πληθυσμού και των Ενόπλων Δυνάμεων, είναι παράγοντες από τους οποίους επηρεάζεται η εθνική θέληση προασπίσεως και επιτεύξεως των εθνικών συμφερόντων ασφαλείας και αποτελούν τους ενοποιητικούς παράγοντες της Εθνικής Ισχύος

Θα παραλείψουμε να αναφερθούμε λεπτομερέστερα στους λοιπούς παράγοντες και θα αναφερθούμε μόνο στην γεωγραφία, την θρησκεία και την ομογένεια που έχουν ιδιαίτερη σημασία και δρουν πολλαπλασιαστικώς στην Ισχύ της χώρας μας

Η γεωγραφία, που περιλαμβάνει την γεωπολιτική και την γεωστρατηγική διάσταση, αναδεικνύεται για την Ελλάδα σε σημείο σημαντικής ισχύος αφού η χώρα μας αποτελεί τον συνδετικό κρίκο των χωρών της περιοχής, με τις δυνατότητες του ελέγχου των βασικών γραμμών επικοινωνιών και επεμβάσεως μέσω αυτών σε περιοχές κρίσεων συγχρόνως με τις πολιτισμικές και θρησκευτικές παραδόσεις της χώρας μας αλλά και τις οικονομικές και κοινωνικές δυνατότητες που έχει στην σύγχρονη παγκόσμια κοινωνία.

Μέσα στον κυκεώνα διεθνών προβλημάτων και κινδύνων, η οξύτης των οποίων αυξάνεται, η Ελλάς, μικρός αλλά ιστορικός τόπος, με σταθερή και πρότυπη δημοκρατία τα τελευταία 32 χρόνια, με συγκεκριμένης εμβέλειας οικονομικές δυνατότητες, με δυναμική εμπορική ναυτιλία και στόλο εκ των πρώτων του κόσμου, με πολυπληθές και διακρινόμενο ομογενειακό στοιχείο ανά τις σπουδαιότερες χώρες του πλανήτου, μπορεί να διαδραματίσει αποφασιστικό ρόλο στα δρώμενα της περιοχής της αλλά και ευρύτερα, υπό την ιδιότητά της ως σταθερού και πιστού μέλους, ήδη από 54 ετών, της βορειοατλαντικής συμμαχίας και ως ισοτίμου μέλους από 25 ήδη ετών της Ευρωπαϊκής Ενώσεως και μέλους της Ευρωζώνης. Οι ιδιότητές της αυτές την καθιστούν εκ των πραγμάτων την πλέον σημαντική χώρα της Βαλκανικής περιοχής, τα κράτη της οποίας πολλά επιθυμούν και δύνανται να αναμένουν από πολυσχιδή ελληνική στήριξη τόσο στον πολιτικό όσο και στον οικονομικό τομέα, μέσω ιδίως του Συμφώνου Σταθερότητος και του «Εθνικού Σχεδίου Οικονομικής Ανασυγκροτήσεως των Βαλκανίων».

Σημαντικό μέσον επιρροής μας στις βόρειες γειτονικές χώρες πρέπει να αποτελεί η συνεχής εξαγωγή πολιτιστικών εκδηλώσεων, τομεύς στον οποίο διαθέτουμε υλικό εν αφθονία.
Χώρα με άνετες προσβάσεις και φιλικές σχέσεις με όλα τα μέλη της διεθνούς κοινότητος και ιδίως εντός του ευαίσθητου αραβικού χώρου, μπορεί και πρέπει να αναλάβει συνετές και καλώς μελετημένες πρωτοβουλίες με σκοπό την εκτόνωση σημερινών εκρηκτικών καταστάσεων και αδιεξόδων προκαλουμένων από την αιματηρή και επί 58 χρόνια συνεχιζόμενη αραβοϊσραηλινή διένεξη.

Με ευέλικτες, όχι αναγκαστικά πολυπληθείς, πειθαρχημένες, καλώς εκπαιδευμένες και με όπλα τελευταίας τεχνολογίας εφοδιασμένες Ένοπλες Δυνάμεις, η Ελλάς δεν πρέπει να απουσιάζει - επ΄ωφελεία των γειτόνων της - από διεθνείς ειρηνευτικές επιχειρήσεις, ιδίως υπό την αιγίδα του ΟΗΕ, ή και από ειδικές επιχειρήσεις παρομοίας φύσεως που τυγχάνουν ομόφωνης εγκρίσεως από ΝΑΤΟ και Ε.Ε.

Δεν θα εστερείτο χρησιμότητος για τα γενικά συμφέροντά μας να αναφερθεί στο σημείο αυτό ότι ανεξαρτήτως αστοχιών και οπωσδήποτε κατακριτέων σφαλμάτων σε ποικίλα όσα διεθνή θέματα, διαπράττει η Ουάσιγκτον (η οποία βέβαια υπερασπίζει τα υπ΄αυτής καθοριζόμενα εθνικά συμφέροντα που επεκτείνονται σε όλη την υδρόγειο) η Ελλάδα αποφεύγει κατά το δυνατόν να πρωτοστατεί ή να παίζει ρόλο πρωταγωνιστού σε αντιπαραγωγικά τυφλό και ως εκ τούτου επικίνδυνο, από πλευράς πιθανών μακροπροθέσμων έστω συνεπειών, αντιαμερικανισμό.

Υφιστάμενα ή ειδικώς δημιουργούμενα νέα Προγράμματα - Υπουργείου Εξωτερικών ή άλλων αρμοδίων φορέων και υπηρεσιών - παροχής αναπτυξιακής ή ανθρωπιστικής βοηθείας προς χειμαζόμενες χώρες του κόσμου, θα πρέπει οπωσδήποτε να συνεχισθούν άνευ περικοπών ή περιορισμών. Η δια του τρόπου αυτού παρουσία μας σε διάφορες περιοχές της γης είναι πλέον ή απαραίτητη, ενώ η χώρα μας θα συγκεντρώνει εύσημα, εκτίμηση, λαϊκή ευγνωμοσύνη και αναγνώριση ρόλου.
Σημαντικό εξ άλλου απόθεμα γοήτρου προσδίδει στη χώρα μας η ιστορική ταύτισή της με την Οικουμενική Ορθοδοξία, η στενή επαφή της με το Οικουμενικό και με τα λοιπά Πατριαρχεία ως και η συναφής παροχή προς αυτά κάθε δυνατής οικονομικής ενισχύσεως και παντοειδούς συνδρομής.

Τέλος, παραμένει πολλαπλώς σκόπιμη και χρήσιμη η συνεχής στενή συνεργασία και επαφή του εθνικού κέντρου με την ανά τον κόσμο Ομογένεια, η προς αυτήν κάθε δυνατή στήριξη, με αμοιβαία ωφέλεια, για διατήρηση ελληνικότητος, γλώσσης στο μέτρο του δυνατού, ηθών, παραδόσεων και εθίμων.

Πολύτιμες προς τούτο υπηρεσίες, και δη στον τομέα προβολής και στηρίξεώς μας σε δίκαια εθνικά θέματα, μπορεί να παρέχει το υπάρχον ΣΑΕ (Συμβούλιο Αποδήμου Ελληνισμού), κατάλληλα όμως επανδρωμένο και οργανωμένο.

Αυτή η οπωσδήποτε προοδευμένη, με εργασία και θυσίες του λαού της, Ελλάδα της σήμερον, και μέχρις ότου ενσωματωθούν όλοι οι γείτονές της στην ΕΕ, είναι πάντως υποχρεωμένη και ταγμένη από την θέση της και την ιστορία της να επαγρυπνεί διαρκώς, άπαξ και δεν προνοείται ούτε υπάρχει νομοθετημένη από ΝΑΤΟ ή ΕΕ εξασφάλιση από τυχόν επίθεση προερχομένη από εταίρο της ίδιας συμμαχίας. Είναι υποχρεωμένη να οικοδομεί στρατιωτική ετοιμότητα και να διατηρεί ετοιμοπόλεμες ένοπλες δυνάμεις εφόσον δεν έχει εκλείψει ο εξ ανατολών κίνδυνος ή εφόσον δεν μπορούν καθόλου να αποκλεισθούν αναφλέξεις βορείως των συνόρων της.

Ο μειωτικός χαρακτηρισμός των Βαλκανίων ως «πυριτιδαποθήκης της Ευρώπης» εξακολουθεί ατυχώς να ισχύει. Τον επιβεβαίωσαν οι τραγικές συγκρούσεις και ολοκαυτώματα απαράδεκτα για την εποχή μας, από το 1990 και εντεύθεν, με το Κοσσυφοπέδιο να αποτελεί πάντα ωρολογιακή βόμβα με άγνωστο χρόνο εκρήξεως. Οι πληγές του μεγαλοϊδεατισμού, του τυφλού εθνικισμού, του θρησκευτικού φανατισμού και των φονικών εθνοτικών συγκρούσεων (Κόσσοβο, Βοσνία, FYROM, Πρέσεβο), δεν έπαυσαν να υπάρχουν. Ο νομοτελειακός βαθμιαίος εξευρωπαϊσμός όλων, από απόψεως νοοτροπίας, ίσως να αποτελέσει την λύση.

Στις παρυφές του προπεριγραφέντος ανήσυχου κόσμου, η δική μας χώρα μοιάζει με όαση ειρήνης, δημιουργίας και προόδου. Έχοντας εγκαταλείψει πρόσκαιρες ευτυχώς απόπειρες τριτοκοσμικών περιπλανήσεων επανέκαμψε στην φυσιολογική ρίζα της και στις καίριας σημασίας - για την σημερινή αξιόλογη εξέλιξή της - επιλογές του 1952 και του 1981, έχοντας ενεργό ρόλο και παρουσία στα ευρωπαϊκά δρώμενα, δίνοντας αξιοπρεπή αγώνα για περιφρούρηση των δικαιωμάτων και κεκτημένων της εντός στρατιωτικών, πολιτικών και οικονομικών συμμαχιών, χωρίς να παραβλέπει φυσικά προβλήματα ή ανησυχίες για την εξέλιξη ορισμένων εξ αυτών.

Ιδιαιτέρας προσοχής πρέπει να τύχουν το δημογραφικό, η υπογεννητικότης, η ανεξέλεγκτη είσοδος λαθρομεταναστών, η ερήμωση της υπαίθρου και δη των παραμεθορίων περιοχών, η καταπολέμηση της ανεργίας που μαστίζει ιδίως τους νέους και  η αντιμετώπιση των ελλειμμάτων.

Ειδικά στις σχέσεις με τους γείτονές μας - παρά την επιφανειακή ομαλή πορεία των - θα πρέπει να είμεθα προετοιμασμένοι ότι θα βρούμε μπροστά μας ακανθώδη ζητήματα όπως : Τσάμηδες και αξιώσεις των για αποζημιώσεις και επανεγκατάσταση στη Θεσπρωτία, βλαχικό, σλαβόφωνοι νομών Καστοριάς, Φλώρινας, Πέλλης, μουσουλμάνοι Δυτικής Θράκης.
Ψύχραιμη πολιτική στάση και σκέψη, συγκροτημένη και πειστική επιχειρηματολογία, διακομματική συνεργασία και προ πάντων εθνική ομοψυχία και εθνική ισχύς, θα βοηθήσουν τη χώρα για αποτελεσματική αντιμετώπιση των κρισίμων αυτών προβλημάτων.

Εθνικά Συμφέροντα

Ως Εθνικά Συμφέροντα νοούνται οι πλέον σημαντικές ανάγκες και επιδιώξεις της συντεταγμένης πολιτείας. Τέτοια συμφέροντα εξυπηρετούν γενικώς το δημόσιο συμφέρον και συνδέονται με την μόνιμη ωφέλεια ή χρησιμότητα, που έχει στο σύνολο του πληθυσμού κάθε συντεταγμένης πολιτείας η ικανοποίηση ή η προάσπιση ορισμένων αγαθών, όπως π.χ. η υγεία, η εθνική άμυνα, η οικονομική ανάπτυξη, η έννομη τάξη, η εσωτερική ασφάλεια και η προστασία του περιβάλλοντος.

Αναλόγως της σημαντικότητάς τους τα Εθνικά Συμφέροντα κατατάσσονται στις ακόλουθες κατηγορίες :

•          Επιβιώσεως / Ασφαλείας
Πρόκειται περί θεμελιωδών δια την επιβίωση του Έθνους συμφερόντων, δια την προάσπιση και την προαγωγή των οποίων η Πολιτεία είναι αποφασισμένη να χρησιμοποιήσει την πολεμική ισχύ των Ενόπλων Δυνάμεών της.
Τέτοια συμφέροντα εκτιμώνται ότι είναι :
Ø      Η διαφύλαξη της ακεραιότητας της Ελληνικής Επικράτειας.
Ø      Η εξασφάλιση της ελευθερίας των Ελλήνων.
Ø      Η εξασφάλιση της πολιτικής ανεξαρτησίας της Ελλάδος.
Ø      Η επιβίωση του ελληνικού πληθυσμού από επιθέσεις με όπλα μαζικής καταστροφής και
Ø      Η επιβίωση του Κυπριακού κράτους ως ενιαίας οντότητας.

•      Ζωτικά Συμφέροντα
Πρόκειται περί ουσιωδών δια την πρόοδο του Λαού και την αξιοπιστία της Χώρας συμφερόντων, δια την προάσπιση των οποίων η Πολιτεία ενδέχεται, εφ΄όσον θα απαιτείτο, να χρησιμοποιήσει την πολεμική ισχύ των Ενόπλων Δυνάμεών της.
Τέτοια συμφέροντα εκτιμώνται ότι είναι :
Ø        Η εξασφάλιση των νομίμων δικαιωμάτων της Ελλάδος στις θαλάσσιες περιοχές του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου και
Ø        Η προστασία των ελληνικών μειονοτήτων σε γειτονικές προς την Ελλάδα χώρες.

•      Μείζονα Συμφέροντα
Πρόκειται για λίαν σημαντικά δια την πρόοδο του Ελληνισμού και της Ανθρωπότητας συμφέροντα, δια την προάσπιση των οποίων η Πολιτεία θα καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια, χωρίς όμως την χρησιμοποίηση της πολεμικής ισχύος των Ενόπλων Δυνάμεών της.
Τέτοια συμφέροντα εκτιμώνται ότι είναι :
Ø      Η ευημερία του Ελληνικού Λαού.
Ø      Η προάσπιση των ανθρωπίνων αξιών και αρχών.
Ø      Η στήριξη της Ορθοδοξίας.
Ø      Η συνδρομή προς ευρισκομένους σε κίνδυνο Έλληνες υπηκόους στο εξωτερικό.
Ø      Η στήριξη της Ελληνικής ποντοπόρου Εμπορικής Ναυτιλίας.
Ø      Η στήριξη του Ελληνισμού της διασποράς.
Ø      Η προστασία του περιβάλλοντος και
Ø      Η παροχή, στο πλαίσιο του ΟΗΕ, της δυναμένης να παρασχεθεί από την Ελλάδα ανθρωπιστικής βοηθείας σε πτωχές χώρες, προς αντιμετώπιση σοβαρών εκτάκτων καταστάσεων από φυσικά φαινόμενα, λοιμούς, επιδημίες και ένοπλες εμφύλιες ή εθνικές συγκρούσεις.

Εθνικοί Αντικειμενικοί Σκοποί (ή Στόχοι )
     Θεωρούνται οι υπό της Πολιτείας τιθέμενοι θεμελιώδεις εκείνοι αντικειμενικοί σκοποί (ή στόχοι), η επίτευξη των οποίων είναι απαραίτητη δια την προάσπιση και προαγωγή των εθνικών συμφερόντων. Διακρίνονται σε Πολιτικούς, σε Οικονομικούς και σε Εθνικής Ασφαλείας/Άμυνας.

Πολιτικοί Αντικειμενικοί Σκοποί (ή Στόχοι)
Στην παρούσα περίοδο θα πρέπει να θεωρούνται :
•        Η σταθερά προώθηση των εθνικών θέσεων στους Διεθνείς Οργανισμούς.
•        Η συμβολή στη δημιουργία καταλλήλου περιβάλλοντος στην ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων, δια την εμπέδωση και διατήρηση της ειρήνης και ασφαλείας.
•        Η δίκαιη και βιώσιμη λύση του Κυπριακού.
•        Η επίλυση του εκκρεμούντος ζητήματος της οριστικής ονομασίας του κράτους της Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας (ΠΓΔΜ).
•        Η επίλυση του εκκρεμούντος ζητήματος του καθορισμού της υφαλοκρηπίδας στο Αιγαίο Πέλαγος σύμφωνα με το ισχύον Διεθνές Δίκαιον της Θαλάσσης και
•        Η αποτελεσματική αντιμετώπιση του δημογραφικού προβλήματος της Ελλάδος.

Οικονομικοί Αντικειμενικοί Σκοποί (ή Στόχοι)
Στην παρούσα περίοδο θα πρέπει να θεωρούνται :
•        Η διαρκής αύξηση του Ακαθαρίστου Εθνικού Προϊόντος (ΑΕΠ), εις τρόπον ώστε τούτο να φθάσει και να υπερβεί τον μέσον όρο του ΑΕΠ των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.) μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα.
•        Η διαρκής μείωση της ανεργίας.
•        Η διαρκής δραστική μείωση του εξωτερικού χρέους της Ελλάδος.
•        Η διαρκής μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος και
•        Η δικαιότερη κατανομή του εθνικού εισοδήματος προς αύξηση της συνοχής της Ελληνικής Κοινωνίας.

Στόχοι ή Αντικειμενικοί Σκοποί Εθνικής Ασφαλείας / Αμύνης

Στην παρούσα περίοδο θα πρέπει να θεωρούνται :
•        Η ύπαρξη και διατήρηση επαρκούς αποτελεσματικής αμυντικής ικανότητας, δια την αποτροπή ενεργείας οποιασδήποτε χώρας ή χωρών του εγγύς προς την Ελλάδα γεωγραφικού περιβάλλοντος, που θα αποσκοπούσε στο να αμφισβητηθούν τα κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας και να απειληθεί η εδαφική της ακεραιότητα γενικώς και στις ευαίσθητες περιοχές αυτής ιδιαιτέρως, διασφάλιση δε της εδαφικής της ακεραιότητας και της εθνικής ασφαλείας σε περίπτωση που η αποτροπή αυτή δεν θα επιτυγχάνετο.
•        Η ύπαρξη ικανότητας διατηρήσεως ανοικτών των θαλασσίων γραμμών συγκοινωνιών ανεφοδιασμού της χώρας στην Μεσόγειο και τις Ελληνικές Θάλασσες σε περίπτωση εμπλοκής της Ελλάδος σε εχθροπραξίες.
•        Η εφαρμογή των δια την καταπολέμηση των ασύμμετρων απειλών και κυρίως της διεθνούς τρομοκρατίας προβλέψεων του ΟΗΕ, της Ευρωπαϊκής Ενώσεως και της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας με σκοπό την πρόληψη ενδεχομένων ενεργειών της διεθνούς τρομοκρατίας εναντίον της χώρας μας ή μέσω αυτής και
•        Η ετοιμότητα ανταποκρίσεως της Ελλάδος ως πλήρους μέλους της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας και της Ευρωπαϊκής Ενώσεως με την συμμετοχή στρατιωτικών δυνάμεων εκτός της ελληνικής επικράτειας στο πλαίσιο αναλαμβανόμενων υπό των οργανισμών τούτων επιχειρήσεων ανθρωπιστικού χαρακτήρα και διατηρήσεως ή επιβολής της ειρήνης και ασφαλείας.


Σκέψεις και Προτάσεις επί της Διαμορφώσεως της Εθνικής Στρατηγικής – Μεθοδολογία

Την βάση και ταυτοχρόνως αφετηρία δια την διαμόρφωση της Εθνικής Στρατηγικής, αλλά και την περαιτέρω αμυντική προπαρασκευή της Χώρας αποτελεί η εκτίμηση της απειλής δια το παρόν και το μέλλον (π.χ. 30 έτη). Η περιγραφή της απειλής μπορεί να συντελεσθεί με όρους δυνατοτήτων, προθέσεων και περιστάσεων. Οι δυνατότητες σχετίζονται με την φυσική ικανότητα του ενδεχομένου εχθρού να επιβάλει την θέλησή του σε άλλες χώρες και μπορούν να μετρηθούν από δημογραφικής, γεωγραφικής, οικονομικής, ιστορικής/ψυχολογικής/κοινωνιολογικής/διοικητικής και στρατιωτικής πλευράς. Οι προθέσεις αφορούν στο τι σχεδιάζει να πράξει ο ενδεχόμενος εχθρός και δια τον προσδιορισμό τους είναι αναγκαία η εξέταση των συμφερόντων, των αντικειμενικών σκοπών και της στρατηγικής τούτου. Τέλος οι περιστάσεις αφορούν στις παρουσιαζόμενες στον ενδεχόμενο εχθρό ευκαιρίες δράσεως.

Λόγω του πλήθους, αλλά και του εύρους των θεμάτων, που είναι αναγκαίο να εξετασθούν, στην εκτίμηση της απειλής, αυτή πρέπει να εκτελείται από Μικτό Διϋπουργικό Όργανο εκ των ΥΕΘΑ και ΥΠΕΞ με κατάλληλη συμμετοχή και άλλων αρμοδίων Κρατικών Υπηρεσιών κατά περίπτωση.

Διαθέτοντας τα δεδομένα της απειλής, η Στρατιωτική Ηγεσία της Χώρας πρέπει μέσω μιας διεργασίας αντικειμενικής συγκρίσεως των στοιχείων της απειλής με τα αντίστοιχα στοιχεία της εθνικής ισχύος να εκτιμήσει το κατά πόσον οι Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις είναι σε θέση να εφαρμόζουν την Εθνική Στρατιωτική Στρατηγική, όταν ευρίσκονται αντιμέτωπες με την αναμενόμενη απειλή. Ταυτοχρόνως πρέπει να γίνεται και εκτίμηση του σχετιζομένου κινδύνου λόγω αδυναμιών στις διαθέσιμες δικές μας δυνάμεις, όπως και στα εν εξελίξει προγράμματα εξοπλισμού/εκσυγχρονισμού, της δομής και υποδομής των Ε.Δ. Μία συντομευμένη έκδοση της εκτιμήσεως καταστάσεως αυτής πρέπει να παρουσιάζεται από τον Υπουργό Εθνικής Αμύνης σε ειδική κλειστή συνεδρίαση της Βουλής κάθε έτος πριν από την έγκριση του Προϋπολογισμού.

Ακολούθως το ΚΥΣΕΑ λαμβάνοντας υπ΄όψη την ανωτέρω εκτίμηση καταστάσεως, όπως και τα δεδομένα της απειλής, της εθνικής ισχύος και των συμμαχιών και χρησιμοποιώντας ειδικό προς τούτο όργανο, εκδίδει και διαβιβάζει στα αρμόδια Υπουργεία μια κατευθυντήρια οδηγία, η οποία περιέχει τις προς αυτά επί μέρους κατευθύνσεις δια την περαιτέρω σύνταξη της Πολιτικής Στρατηγικής, της Οικονομικής Στρατηγικής και της Στρατιωτικής Στρατηγικής [1] .

Η έκδοση της Εθνικής Στρατηγικής θα δεσμεύει κάθε Κυβέρνηση και θα εξασφαλίζει την συνέχεια και συνέπεια της συμπεριφοράς της Πολιτείας τόσο στο εσωτερικό όσο και στις εξωτερικές σχέσεις.

Σημαντικό σημείο για την διατύπωση της  Εθνικής Στρατηγικής όσο και την εν συνεχεία απαιτουμένη αναθεώρησή της, οσάκις προκύπτουν μεταβολές των δεδομένων, είναι η θεσμοθέτηση και κατάλληλη σύνθεση ενός Οργάνου που θα μπορεί να συντονίζει τις αναγκαίες ενέργειες. Η μελέτη της δομής, της οργανώσεως, της αποστολής και των αρμοδιοτήτων του Οργάνου αυτού, νομίζουμε ότι είναι το πρώτο βήμα για τη διαμόρφωση, σύμφωνα με σκέψεις παρόμοιες που είπαμε ή άλλες που θα ακουσθούν, της Εθνικής Στρατηγικής.

[1] Οι προτάσεις δια τις επιμέρους αυτές Στρατηγικές ανεπτύχθησαν προφορικώς και δύνανται να διατεθούν σε περιορισμένη διανομή. Οι προτάσεις στηρίζουν ευθέως τους επιμέρους Εθνικούς Αντικειμενικούς Σκοπούς.



Του Αντιναυάρχου ε.α. Γ. Δεμέστιχα Π.Ν.

Τετάρτη 25 Νοεμβρίου 2009

Ιδεολογίες και εθνική στρατηγική

του Παναγιώτη Κονδύλη
Αναδημοσίευση από το Βήμα (4-1-1998)

Αφότου ήλθε στο προσκήνιο το Κυπριακό ως σήμερα ­ δηλαδή επί μισόν αιώνα ­ όχι λίγες ήττες επεσώρευσε στην Ελλάδα η πανθολογούμενη άλλωστε ανυπαρξία μιας μακροπρόθεσμης εθνικής στρατηγικής αποδεκτής από τον κύριο κορμό του πολιτικού κόσμου και επεξεργασμένης χάρη στη σύμπραξη πολιτικών, διπλωματών στρατιωτικών και επιστημόνων. Εχοντας την εμπειρία τούτη δεν χρειάζεται να διαθέτει κανείς το προφητικό χάρισμα για να προβλέψει ότι στο μέλλον πολλά θα εξαρτηθούν από το αν θα πραγματοποιηθεί τώρα ό,τι δεν έγινε στο παρελθόν. Δύο παράγοντες επέδρασαν, και εξακολουθούν να επιδρούν, αρνητικότατα: η λειτουργία του πολιτικού συστήματος και η εμπλοκή σε ιδεολογήματα. Ο πολιτικός κόσμος δεν βρέθηκε στο ύψος των περιστάσεων όχι μόνον γιατί οι α ή β εκπρόσωποί του έλαβαν συχνά τις α ή β εσφαλμένες αποφάσεις στο α ή β ζήτημα, αλλά και επειδή στο σύνολό του δεν κατάφερε να δημιουργήσει ένα πάγιο και αθόρυβο θεσμικό πλαίσιο ικανό να εξουδετερώνει κατά το δυνατόν τους πειρασμούς κομματικής εκμετάλλευσης των εθνικών θεμάτων. Η ανικανότητα προς αυτοσυγκράτηση είναι κατ’ εξοχήν γνώρισμα εφηβικής ανωριμότητας. Και το γεγονός ότι ο ένας επιρρίπτει την ευθύνη στον άλλον αποδεικνύει απλώς ότι ενέχονται όλοι.

Η επιρροή ιδεολογημάτων σε θέματα εθνικής στρατηγικής ανάγεται γενικότατα στο ότι το νεοελληνικό κρατίδιο αναγκάσθηκε εξ αρχής να αντισταθμίσει την ιστορική του καχεξία με υπεραυτάρεσκους μύθους. Γίναμε έτσι λαός που τέρπεται παράγοντας λήρους και χορταίνει καταναλίσκοντας ανεμώλια έπη. Η αιτιολογία όμως δεν αποτελεί δικαιολογία, ούτε ενδείκνυται ως πραξεολογία. Αντίθετα: επιβιώνει όποιος αντιστέκεται στους ίδιους του τους μύθους και καταποντίζεται όποιος τους πιστεύει μέχρις εσχάτων. Στη σημερινή συγκυρία, δύο αντιτιθέμενα ιδεολογήματα παρακωλύουν, κοντά στη λειτουργία του πολιτικού συστήματος, την κατάστρωση και την εφαρμογή μιας νηφάλιας εθνικής στρατηγικής: ασαφή και αποδυναμούμενα στοιχεία ενός γηγενούς εθνικισμού και εξίσου ασαφή, αλλά ενισχυόμενα αναμασήματα ενός ξενόφερτου ειρηνισμού και οικουμενισμού. Οι εθνικιστικές απόψεις, των οποίων η επικράτηση σε διάφορες φάσεις του Κυπριακού και του Μακεδονικού έβλαψε ουσιαστικά τη χώρα, τείνουν π.χ. να εξηγούν τη διαμάχη Ελλάδας και Τουρκίας με το ιστορικό παρελθόν και με φυλετικούς ή πολιτισμικούς παράγοντες, αποδίδοντας τη συμπεριφορά της δεύτερης στον «ασιατικό» και «βάρβαρο» χαρακτήρα της, τον οποίο αντιπαραθέτουν στον «ελληνικό πολιτισμό» και στην «τρισχιλιετή ιστορία» του. Αρκεί μια υπόθεση για να δούμε πόσο αστήρικτα είναι όλα αυτά. Αν η ομόδοξή μας Σερβία είχε 60 εκατ. κατοίκους και ηγεμόνευε στα Βαλκάνια, ζητώντας να κατεβεί στη Θεσσαλονίκη, και η Τουρκία είχε 20 ή 30 εκατ. κατοίκους και αισθανόταν να απειλείται εξίσου από τη σερβική επέκταση, τότε η Ελλάδα και η Τουρκία θα ήσαν εγκάρδιοι φίλοι και σύμμαχοι. Οι γεωπολιτικές παράμετροι και τα εθνικά συμφέροντα καθορίζουν την εξωτερική πολιτική ­ όχι το παρελθόν, ούτε η φυλή και ο πολιτισμός. Η φυλετική και πολιτισμική υποτίμηση της Τουρκίας ενέχει τον κίνδυνο της στρατηγικής της υποτίμησης, αφού συνεπάγεται ότι η δήθεν ανώτερη ελληνική ποιότητα μπορεί να εξουδετερώσει την τουρκική ποσότητα· είναι βέβαια γνωστό πώς τιμωρείται η στρατηγική υποτίμηση του αντιπάλου όταν, π.χ., παρασύρει στην κήρυξη ενός πολέμου. Η αύξουσα γενική υπεροχή της Τουρκίας τα τελευταία χρόνια έχει εξαναγκάσει την εθνικιστική υπεροψία πολλών Ελλήνων να χαμηλώσει αισθητά τους τόνους της. Ωστόσο στο σύνολό της η ελληνική πλευρά δεν έχει ακόμη συνειδητοποιήσει το μέγεθος και τις συνέπειες της πληθυσμιακής και οικονομικής ανόδου της Τουρκίας, και μάλιστα της βαθμιαίας μετατροπής της σε βιομηχανική δύναμη.


Οι ειρηνιστές και οικουμενιστές ή «ευρωπαϊστές» έχουν τον δικό τους τρόπο για να παρακάμπτουν τις οδυνηρές πραγματικότητες και την ψύχραιμη στρατηγική τους ανάλυση. Οι ίδιοι φαντάζονται ότι είναι πιο ρεαλιστές, αφού ξεπέρασαν τους «εθνικούς αταβισμούς» και συμπορεύονται με τη νέα παγκόσμια κατάσταση, όπου τάχα το εμπόριο και ο διάλογος θα αντικαταστήσουν τον πόλεμο. Οι θέσεις όμως αυτές διόλου δεν είναι ρεαλιστικότερες από τις πομφόλυγες του εθνικισμού, συνιστούν απλώς την αντίστροφη ιδεολογία, και μάλιστα μιαν ιδεολογία διόλου πρωτότυπη, αφού δεν περιέχει παρά κοινοτοπίες του καπιταλιστικού φιλελευθερισμού διατυπωμένες πριν από 300 χρόνια και διαψευσμένες επανειλημμένα έκτοτε. Οντας ιδεολογία, εκπληρώνουν και τις ψυχολογικές λειτουργίες της ιδεολογίας, δηλαδή επιτρέπουν σε «προοδευτικούς» διανοούμενους ελαφρών βαρών και σε αστείους δημοσιογραφίσκους να αναβαθμίζουν το μικρό τους εγώ εμφανιζόμενοι ως εκπρόσωποι υψηλών ιδεωδών· συνάμα υποθάλπουν σε μικρομεσαίους πολιτικούς την ανακουφιστική ψευδαίσθηση ότι μπορούν να συρρικνώσουν την πολιτική σε διαχείριση και διάλογο, αποτινάζοντας από τους ισχνούς ώμους τους το βάρος έσχατων ιστορικών ευθυνών. Τέτοιοι διανοούμενοι και τέτοιοι πολιτικοί επιχειρηματολογούν σε ζητήματα εθνικής στρατηγικής κάνοντας το μοιραίο λάθος να προεξοφλούν γενικότερες εξελίξεις που διόλου δεν είναι βέβαιες και που, έστω και αν ευοδωθούν, βρίσκονται ακόμη στην αρχή τους και επιφυλάσσουν πολλά απρόοπτα. Μιλούν και πράττουν, λοιπόν, σαν να υπήρχε ήδη μια ενιαία Ευρώπη, σαν να υπήρχε ήδη ένας ενιαίος κόσμος και σαν να μην ήταν δυνατόν να αντιστραφούν οι τάσεις· ιδιαίτερα ως προς την ενιαία Ευρώπη σφάλλουν ταυτίζοντας προκαταβολικά τα συμφέροντά της με τα συμφέροντα των Ελλήνων. Οταν προεξοφλούνται αισιόδοξα οι γενικότερες εξελίξεις, τότε οι στρατηγικές συζητήσεις δεν μπορούν να προχωρήσουν σε βάθος. Γι’ αυτό και πλείστοι όσοι ειρηνιστές και οικουμενιστές εκφράζουν ανοιχτά την εχθρότητά τους απέναντι σε τέτοιες συζητήσεις, ιδίως όταν υπεισέρχονται σε στρατιωτικά θέματα και πολεμικά ενδεχόμενα. Νομίζουν ότι λύνουν προβλήματα μόνο και μόνο επειδή εκστρατεύουν εναντίον του «εθνικιστικού φανατισμού». Η συχνότατα όμως μισαλλόδοξη συμπεριφορά τους αποδεικνύει για μιαν επιπλέον φορά ότι ο φανατισμός εναντίον του φανατισμού μπορεί να είναι ακόμη πιο στενοκέφαλος από τον απλό φανατισμό.

Καμία ουσιαστική στρατηγική συζήτηση δεν είναι δυνατή αν δεν αφήσει στην άκρη τόσο τα εθνικιστικά όσο και τα ειρηνιστικά ιδεολογήματα· στόχος της είναι ακριβώς η υπέρβασή τους. Η εθνική στρατηγική δεν είναι ούτε «δεξιά», ούτε «αριστερή», ούτε «εθνικιστική», ούτε «διεθνιστική». Είναι τα πάντα, ανάλογα με τις επιταγές της συγκεκριμένης κατάστασης. Αλίμονο στη χώρα και στην πολιτική της ηγεσία αν ερμηνεύει τη συγκεκριμένη κατάσταση με βάση «δεξιές» ή «αριστερές» προτιμήσεις, αντί να προσαρμόζει τις προτιμήσεις στην κατά το δυνατόν ψυχρή ερμηνεία της συγκεκριμένης κατάστασης. Κάθε εθνική στρατηγική, εφόσον περιορίζεται στον σχεδιασμό των εκάστοτε επιθυμητών εξελίξεων, είναι καταδικασμένη σε μονομέρεια και δυσκαμψία, δηλαδή σε πρακτικό αδιέξοδο. Λόγος της ύπαρξής της είναι η κάλυψη όλων των ενδεχομένων, των περισσότερο και των λιγότερο πιθανών, των περισσότερο και των λιγότερο ευχάριστων. Και το φάσμα των ενδεχομένων το καταγράφει η υπεύθυνη ηγεσία ακούγοντας χωρίς προκαταλήψεις όλο το φάσμα των απόψεων και των προτάσεων, από οποιονδήποτε και αν προέρχονται. Οπως διάφοροι «ελληνοκεντρικοί» οφείλουν να μάθουν ότι η «Δύση» δεν είναι μόνον η «τεχνική» και η «λατρεία της ύλης», στην οποία αυτή αντιτάσσουν με υπεραπλουστευτική ευκολία το «πνεύμα» και την «ψυχή» της «ορθόδοξης Ανατολής», έτσι και όσοι επείγονται να «εξευρωπαϊσθούν» καλά θα έκαναν να μην αυταπατώνται ταυτίζοντας τη Δύση με τη δυτική προπαγάνδα («ορθολογισμός», «διάλογος», «ανθρώπινα δικαιώματα» κτλ. κτλ.). Θα ωφελούσαν την Ελλάδα περισσότερο αν, π.χ., μιμούνταν τον τρόπο με τον οποίο διεξάγονται οι στρατηγικές συζητήσεις στη Γαλλία, στην Αγγλία ή στις ΗΠΑ. Τα πάντα, ακόμη και τα πιο απίθανα σενάρια πολέμου, γίνονται εδώ αντικείμενο εξέτασης και στάθμισης, και το κύριο μέλημα των αναλυτών δεν είναι να εκφράσουν τα ιδεολογικά τους γούστα (λες και δεν υπάρχει σοβαρότερο πράγμα στον κόσμο από αυτά), παρά να εξονυχίσουν δεδομένα και δυνατότητες προκειμένου να διευκολύνουν την υπεύθυνη ηγεσία στο έργο της. Η προσπάθεια επιβολής ιδεολογικής λογοκρισίας στις στρατηγικές συζητήσεις, όσο και αν καλύπτεται πίσω από υψιπετείς ηθικολογίες, δεν αποτελεί μόνον ένδειξη πνευματικού επαρχιωτισμού. Προπαντός βλάπτει τον τόπο.

Υπάρχουν αντικειμενικοί λόγοι για τους οποίους η εθνική μας στρατηγική είναι σήμερα υποχρεωμένη να έχει προ οφθαλμών ένα ευρύτατο φάσμα πιθανών εξελίξεων, που αρχίζει από τον συμβιβασμό, έστω και με απώλειες, και τελειώνει στον πόλεμο. Αναφέρομαι ιδιαίτερα στις σχέσεις με την Τουρκία. Η διαφορά του γεωπολιτικού δυναμικού ανάμεσα στις δύο χώρες αυξάνεται συνεχώς υπέρ της Τουρκίας, και σε 20-30 χρόνια θα είναι αβάσταχτη για την ελληνική πλευρά. Στην προοπτική αυτή μου φαίνεται προφανές ότι ένας συμβιβασμός θα αποτελούσε για την Ελλάδα το μικρότερο κακό, ακόμη και αν παραχωρούσε κάτι από ό,τι θεωρεί αυτή τη στιγμή κυριαρχικό της δικαίωμα. Ασφαλώς οι εθνικιστές θα αγανακτήσουν με μια τέτοια σκέψη, οφείλουν όμως να αναλογισθούν δύο πράγματα: ότι αργότερα η διαπραγματευτική θέση της χώρας θα είναι χειρότερη και ότι οι ολιγωρίες ή τα σφάλματα των περασμένων δεκαετιών έχουν το πικρό τους τίμημα. Αυτά όμως διόλου δεν σημαίνουν ότι οι ειρηνιστές δικαιούνται να θριαμβολογούν εκ των προτέρων. Γιατί για να συναφθεί ένας τέτοιος συμβιβασμός απαιτείται η βεβαιότητα ότι αυτός θα είναι τελειωτικός, ότι δηλαδή η άλλη πλευρά δεν θα τον χρησιμοποιήσει ως εφαλτήριο νέων αξιώσεων, οπότε σε λίγα χρόνια ή λίγους μήνες θα επιδεινωνόταν η κατάσταση σε σχέση με πριν. Οσοι προτείνουν σήμερα διάφορους συμβιβασμούς έχουν υπό γενικότατη έννοια δίκιο με βάση τα μακροπολιτικά δεδομένα (αν και οι ίδιοι λιγότερο σκέφτονται αυτά τα τελευταία και περισσότερο ελαύνονται από την επιθυμία να φανούν «πολιτισμένοι» άνθρωποι), κανείς τους όμως δεν μπορεί να εγγυηθεί πολιτικά τη βιωσιμότητα του συμβιβασμού. Και κάτι ακόμη παραβλέπουν οι ειρηνιστές: καθώς θεωρούν αφελώς τον συμβιβασμό υπαγόρευση της «λογικής» και της «ηθικής» και όχι ενός άτεγκτου συσχετισμού δυνάμεων, υποτιμούν τη σημασία της στρατιωτικής – αποτρεπτικής ισχύος ακριβώς για τη σύναψη ενός ευπρεπούς συμβιβασμού. Και οι εθνικιστές όμως, οι πατριώτες κτλ., που δεν κάνουν το λάθος να υποτιμούν την αποτρεπτική ισχύ, διέπραξαν για λόγους κομματικής ψηφοθηρίας κάτι εξαιρετικά επιζήμιο: ενίσχυσαν επί δύο δεκαετίες την οικονομική πολιτική του παρασιτικού καταναλωτισμού, με αποτέλεσμα τη γενικότερη εξάρτηση της δανειοτρεφούς χώρας και την υπονόμευση της αμυντικής της προσπάθειας. Ετσι, αν οι πρώτοι ωραιοποιούν τη σημερινή αδυναμία της Ελλάδας με ειρηνιστικά και αντιεθνικιστικά προπετάσματα, οι δεύτεροι, υποκύπτοντας στη λογική των πελατειακών σχέσεων και διαιωνίζοντας τις δυσλειτουργίες του πολιτικού συστήματος, αφαιρούν το ουσιαστικό περιεχόμενο από τις θέσεις τους. Και όπως οι δεύτεροι οφείλουν να κατανοήσουν έμπρακτα, και όχι απλώς ρητορικά, ότι μόνον η εκλογίκευση της οικονομίας σε παραγωγική βάση, δηλαδή η εξοικονόμηση και επένδυση πόρων χάρη στην υπέρβαση του παρασιτικού καταναλωτισμού και του πελατειακού συστήματος, μπορεί να στηρίξει την άμυνα της χώρας, έτσι και οι πρώτοι, όταν αντιτάσσονται με πάθος ιεροκηρύκων στα εξοπλιστικά προγράμματα, οφείλουν να αντιληφθούν ότι είναι πρακτικά το ίδιο είτε έχεις ένοπλες δυνάμεις με ανεπαρκή και απαρχαιωμένο οπλισμό είτε δεν έχεις καθόλου. Αν οι ειρηνιστές ήσαν συνεπείς, θα έπρεπε να ζητούν ρητά τη διάλυση των ενόπλων δυνάμεων, αφού έτσι κι αλλιώς αποκλείουν τον πόλεμο και πιστεύουν στην παντοδυναμία του «διαλόγου μεταξύ λογικών ανθρώπων». Είναι προφανές γιατί δεν τολμούν να το κάμουν: ακόμη και οι ηθικολόγοι φοβούνται τις λεμονόκουπες. Σε μια πραγματιστική αντίληψη, οι ένοπλες δυνάμεις μπορεί να είναι τόσο μέσο ειρήνης, δηλαδή αποτροπής, όσο και μέσο πολέμου. Μακάρι να είναι το πρώτο. Αλλά, είτε είναι το πρώτο είτε είναι το δεύτερο, απαιτείται η ίδια αρτιότητα. Και αρτιότητα δεν σημαίνει, όπως φαντάζονται πολλοί, να ξοδεύεις και να κατέχεις όσα ο αντίπαλος. Σημαίνει την ικανότητα ενός αποφασιστικού πλήγματος, έστω και από τη θέση του ασθενεστέρου. Μόνον όποιος διαθέτει την ικανότητα αυτή δεν φοβάται τον διάλογο σήμερα και δεν θα φοβηθεί αύριο να προχωρήσει σε διεθνώς εγγυημένους και πάγιους συμβιβασμούς. Αντίθετα, όσο πιο αδύνατος είναι κανείς τόσο περισσότερο πανικοβάλλεται στην ιδέα αδήριτων συμβιβασμών, φοβούμενος, και δίκαια, ότι αυτή θα είναι η αρχή του τέλους.

Τα παραπάνω δεν εισηγούνται κάποια λύση, αλλά ένα πλαίσιο και μια διαδικασία για την εύρεσή της. Επαναλαμβάνω: η χώρα μας βρίσκεται σήμερα μπροστά σε ένα ευρύ φάσμα ενδεχομένων, και το νόημα μιας στρατηγικής συζήτησης είναι η στάθμιση όλων των υπέρ και των κατά, με γνώμονα τη συγκεκριμένη κατάσταση και όχι «εθνικιστικές» ή «ειρηνιστικές» συμπάθειες. Θέλησα να δείξω, με όση συντομία επέβαλλε ο διαθέσιμος χώρος, ότι και τα δύο αυτά ιδεολογήματα ενέχουν αντιφάσεις και εσφαλμένες ερμηνείες. Το χειρότερο που θα μπορούσε να πάθει σήμερα ο τόπος θα ήταν να υποκαταστήσει τη σοβαρή στρατηγική συζήτηση με αντεγκλήσεις μεταξύ εθνικιστών και ειρηνιστών ή «ευρωπαϊστών», με κυνήγι μαγισσών και με πνευματική τρομοκρατία προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση. Φοβούμαι όμως εντονότατα ότι αυτό ακριβώς θα συμβεί. Γιατί όπως ο Κύριος μωραίνει ον βούλεται απολέσαι, έτσι και ένας λαός χάνει την ικανότητα της στρατηγικής σκέψης ακριβώς όταν τη χρειάζεται περισσότερο.