Παρασκευή 12 Φεβρουαρίου 2010

Η ΧΡΕΟΚΟΠΙΑ ΤΗΣ ΑΡΓΕΝΤΙΝΗΣ.

Ενημερώνουμε όλους τους Έλληνες και τους Απόδημους αδελφούς μας ότι στη σημερινή συγκυρία γίνεται πολύς λόγος για το κατά πόσο είναι αληθινός η όχι, ο κίνδυνος χρεοκοπίας-πτώχευσης για την Ελλάδα. Αυτοί οι «αναλυτές», παρουσιάζοντας ακόμη μια φορά την πραγματικότητα με «το κεφάλι κάτω», αφ’ ενός αποφεύγουν να διατυπώσουν μια σαφή απάντηση στο τι ακριβώς σημαίνουν αυτά τα οικονομικά φαινόμενα , και αφ’ ετέρου αντιδιαστέλουν τη πτώχευση μιας εξαρτημένης καπιταλιστικής χώρας από τις κερδοσκοπικές εναντίον της επιθέσεις. Κάνουν πως ξεχνούν πως ακριβώς οι «φυσιολογικές» και οι «έκτακτες κερδοσκοπικές επιθέσεις» είναι που κρατούν πάντα μια εξαρτημένη χώρα σε μόνιμη «επισφάλεια». Οι πολιτικές που εφαρμόστηκαν όλα τα τελευταία χρόνια με κορύφωση την διακυβέρνηση Καραμανλή, οδήγησαν τη χώρα, πολύ πριν τη γενικευμένη παγκόσμια κρίση υπερπαραγωγής, ουσιαστικά στο δρόμο προς τη χρεοκοπία. Από την άλλη πλευρά περισσότερο με μαχαίρωμα, μοιάζει η προσφορά επαναδιαπραγμάτευσης του χρέους της Αργεντινής στους διεθνείς επενδυτές. Η τελική προσφορά, όπως την ονόμασε ο υπουργός Οικονομικών της Αργεντινής κ. Λαβάνια, κλείνει τη μεγαλύτερη κρατική χρεοκοπία στην ιστορία ύψους 144 δισ. δολαρίων μετά ένα θρίλερ τριών ετών. Οι διεθνείς επενδύτές καλούνται να δεχθούν «25% του κεφαλαίου τους, ή τίποτα», καθώς το σχέδιο της Αργεντινής προβλέπει τη «συγχώρεση» των τριών τετάρτων του χρέους. Η χρεοκοπία της Αργεντινής ανέδειξε στο μέγιστο βαθμό την απουσία ενός διεθνούς νομικού πλαισίου, το οποίο να προστατεύει τους πιστωτές χωρών, αντίστοιχα με τους πιστωτές χρεοκοπημένων εταιρειών, ενώ παράλληλα αποτελεί μια στρέβλωση των κανόνων της αγοράς, καθώς η επενδυτική κοινότητα καλείται να καλύψει τα λάθη στη διαχείριση και τη διαφθορά, τα οποία οδήγησαν την περισσότερο ευρωπαϊκή από τις χώρες της Λατινικής Αμερικής στο οικονομικό αδιέξοδο.

Για αυτό προς γνώση και παραδειγματισμό αξίζει να μελετήσουμε την περίπτωση της Χρεοκοπίας της Αργεντινής όπου ο κ. Β. Βιλιάρδος που είναι οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου την περιγράφει παρέχοντας όλα τα στοιχεία .

Η ΧΡΕΟΚΟΠΙΑ ΤΗΣ ΑΡΓΕΝΤΙΝΗΣ

Ιστορικά στοιχεία, παραλληλισμοί, οι αιτίες της κρίσης, η μεγάλη ύφεση, η υπερχρέωση, η στάση πληρωμών, τα καταναγκαστικά μέτρα της κυβέρνησης και τα αποτελέσματα τους

Θεωρώντας ότι η κρίση της Αργεντινής, η οποία κατέληξε στη χρεοκοπία της (ένα κράτος, αντίθετα με τους ισχυρισμούς πολλών, μπορεί κάλλιστα να χρεοκοπήσει, ακόμη και σήμερα – όχι όμως να σταματήσει να λειτουργεί), είναι η μεγαλύτερη των τελευταίων ετών, καθώς επίσης ότι, η συγκεκριμένη χώρα έχει αρκετές ομοιότητες με τη δική μας, αλλά και με τα υπόλοιπα κράτη του «Ευρωπαϊκού Νότου» («αποικήθηκε» κυρίως από Ιταλούς και Ισπανούς), κρίνουμε σκόπιμο να αναφερθούμε αναλυτικά, έτσι ώστε να αξιοποιήσουμε «έγκαιρα» την εμπειρία της - χωρίς να «υποχρεωθούμε» στα ίδια λάθη.

Χρησιμοποιούμε σκόπιμα τον πληθυντικό επειδή έχουμε την άποψη ότι, δεν κινδυνεύει μόνο η Ελλάδα να οδηγηθεί σε τέτοιου είδους «περιπέτειες», αλλά πολλές άλλες χώρες της Ε.Ε. (οι Η.Π.Α. επίσης), οι οποίες έχουν σαν κοινό «παρανομαστή» τους την υπερχρέωση – τις υπερβολικές δηλαδή υποχρεώσεις τόσο του ιδιωτικού, όσο και του δημόσιου τομέα τους, τις οποίες «συσσώρευσαν» αφειδώς τα τελευταία 30 χρόνια. Η υπερχρέωση αυτή εξασφάλισε την άνευ προηγουμένου ανάπτυξη των Οικονομιών όλων των δυτικών χωρών, σε επίπεδα όμως αρκετά υψηλότερα από τα ανώτατα δυνατά και επομένως μη διατηρήσιμα    
 
Συνοπτικά, η οικονομική κρίση της Αργεντινής διήρκεσε από το 1998 έως το 2002, με τα εξής κεντρικά σημεία:

a.       την ισχυρότατη ύφεση, η οποία «έπληξε» τη χώρα  μεταξύ των ετών 1998 - 1999 και
b.      την κατάρρευση του χρηματοπιστωτικού συστήματος (2001/02), η οποία ουσιαστικά ήταν το «προϊόν», το φυσικό επακόλουθο καλύτερα, της ύφεσης.

Τα γεγονότα αυτά οδήγησαν στην παραίτηση της πολιτικής ηγεσίας της χώρας, την οποία ακολούθησε μία περίοδος μεγάλης εσωτερικής αστάθειας. Τελικά, το ΑΕΠ της Αργεντινής μειώθηκε συνολικά κατά 21%, με καταστροφικά αποτελέσματα για τον κοινωνικό της ιστό – στο ζενίθ της κρίσης (μέσα του 2002), το ποσοστό της «φτώχειας» έφτασε το 57%, ενώ η ανεργία ξεπέρασε το 23%.

*      ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

Σε γενικές γραμμές η Αργεντινή, χώρα με μεγάλο φυσικό πλούτο,  χαρακτηρίζεται σαν μία «υπερήφανα οπισθοδρομική» κοινωνία, στην οποία κυριάρχησαν για πολλά χρόνια οι ψευδαισθήσεις και οι προκαταλήψεις. Παρά το ότι είχε πάντοτε μερικούς πολύ πλούσιους ανθρώπους, εξαρτιόταν ανέκαθεν «κεφαλαιακά» από τις διεθνείς αγορές - ήταν επομένως υπόχρεη σε έθνη/δανειστές, με τρόπους που υπονόμευαν σοβαρά την ελευθερία της να χειρίζεται μόνη τις υποθέσεις της. Η βιομηχανία της Αργεντινής δεν ήταν ποτέ «οδηγός», αλλά «επιβάτης» της οικονομικής μεγέθυνσης, ενώ οι εργαζόμενοι της, είτε στη βιομηχανία, είτε στη γεωργία, ήταν εκ πεποιθήσεως δυστυχείς - «εκλαμβάνοντας» τις περιρρέουσες πολιτικές ιδεολογίες σαν την ευκαιρία των «αδυνάτων» (πηγή:D. Landes). Για παράδειγμα θεωρούσαν ότι, με κριτήριο τη σοσιαλιστική θεωρεία, έπρεπε να δουλεύουν λιγότερο και να αμείβονται περισσότερο - ανεξάρτητα από το «προϊόν» που παρήγαγαν ή από το τι επικρατούσε στον υπόλοιπο κόσμο.  

Έτσι, ουσιαστικά αποξενώνονταν από την παραγωγική διαδικασία, γεγονός που ο οικονομολόγος Paul Samuelson το απέδωσε αφενός μεν στην αντίφαση ανάμεσα στην οικονομική οπισθοδρομικότητα και την κοινωνική αδιαφορία, αφετέρου δε στην πρώιμη «υπερπολιτικοποίηση». Σε τελική ανάλυση, απλουστευμένα κάπως, οι Αργεντινοί επιθυμούσαν κάτι, το οποίο ήταν αδύνατον να τους προσφέρει η Οικονομία ή το κράτος τους. Εκτός αυτού, η ανάπτυξη της «εθνικής» τους «ταυτότητας», στηριζόταν σε έναν «συνθηματολογικό λαϊκισμό» - γεγονός που αποδεικνύεται από την εκπληκτική επιτυχία της Εβίτα.

Ίσως εδώ οφείλουμε να προσθέσουμε ότι, σε γενικές γραμμές, η αποτυχία της προόδου της Λατινικής Αμερικής συνολικά, έχει αποδοθεί στα εγκλήματα των ισχυρότερων και πλουσιότερων χωρών (χωρίς κάτι τέτοιο να σημαίνει ότι ισχύει απόλυτα). Η ευάλωτη θέση της οφείλεται κυρίως στην «εξάρτηση» - υπονοώντας με τη συγκεκριμένη λέξη μία κατάσταση κατωτερότητας, όπου κάποιος δεν ελέγχει τη μοίρα του, αλλά κάνει ότι του υπαγορεύουν οι άλλοι. Η ανεξαρτησία βέβαια δεν χαρίζεται, αλλά κερδίζεται με πολλούς κόπους και θυσίες – κάτι που μόλις πρόσφατα συνειδητοποίησε τουλάχιστον η Βραζιλία, ξεφεύγοντας σε κάποιο βαθμό από τα «εθνικά» συμπλέγματα και τον άκοπο, «συνθηματολογικό» λαϊκισμό. 

Αναλυτικότερα, για να ενταχθεί μία χώρα στην ομάδα των ανεξάρτητων, κυρίαρχων κρατών, απαιτείται (εκτός από την οργανωμένη, μεθοδική εργασία),  δανεισμός και επενδύσεις. Η Αργεντινή βρέθηκε να αντιμετωπίζει επανειλημμένα περιοδικές δυσκολίες, τόσο όσον αφορά το ποσόν, όσο και τους όρους των ξένων επενδύσεων και πιστώσεων. Όλα αυτά συνετέλεσαν στο να υπάρξει σύγκρουση με τους πιστωτές της, η οποία την οδήγησε σε έναν αντιδραστικό απομονωτισμό – σε «περιοριστικά μέτρα» δηλαδή, τα οποία απλώς επιδείνωσαν την οικονομική στενότητα και την εξάρτηση της, ενώ την απέκοψαν από τον ανταγωνισμό, τα ερεθίσματα και τις ευκαιρίες για οικονομική μεγέθυνση.

*      ΟΙ ΑΙΤΙΕΣ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ

Περαιτέρω στην Αργεντινή η οποία, κατά το πρώτο ήμισυ του 20ου αιώνα, ανήκε στις πλουσιότερες χώρες του κόσμου, διαπιστώνουμε ότι η κύρια αιτία της πτώσης της ήταν τόσο οι πολιτικές, όσο και οικονομικές περίοδοι συνεχούς αστάθειας, οι οποίες επικράτησαν μετά το 1955. Οι διαρκείς εναλλαγές των κυβερνήσεων είχαν σαν αποτέλεσμα την «εναλλασσόμενη» υιοθέτηση διαφορετικών κάθε φορά οικονομικών πολιτικών, οι οποίες οδηγούσαν σε πολλές επί μέρους κρίσεις που καταπολεμούνταν συνήθως με βραχυπρόθεσμα, «σταθεροποιητικά» προγράμματα. Τα προγράμματα όμως αυτά επιδείνωναν συνεχώς την ασταθή οικονομική κατάσταση της χώρας, ενώ χαρακτηρίζονταν από μεγάλο κοινωνικό κόστος.
 
Η μεγάλη πολιτική αστάθεια «ξεπεράστηκε» τελικά το 1983, όταν «εκδιώχθηκε» η δικτατορία και εγκαθιδρύθηκε η Δημοκρατία. Εν τούτοις, η οικονομική αστάθεια (υψηλός πληθωρισμός, συνεχή μέτρα λιτότητας κλπ) συνέχισε να υπάρχει μέχρι το 1991, όπου η Αργεντινή αποφάσισε να συνδέσει τι νόμισμα της με το δολάριο, επιλέγοντας τη σταθερή ισοτιμία μαζί του (ουσιαστικά ήταν σαν να είχε υιοθετήσει το δολάριο, στη θέση του δικού της νομίσματος – κατά κάποιον τρόπο δηλαδή, όπως εμείς το Ευρώ).

Έτσι κατόρθωσε τελικά να καταπολεμήσει τον πληθωρισμό, αλλά λίγα μόνο χρόνια αργότερα ήλθε αντιμέτωπη με τις «παρενέργειες» αυτού του «μονεταριστικού» προγράμματος σταθερότητας: οι τιμές των προϊόντων της χώρας ακρίβυναν στις διεθνείς αγορές, γεγονός που οδήγησε στον περιορισμό της ανταγωνιστικότητας της, στη μείωση των εξαγωγών της και στο αρνητικό εμπορικό ισοζύγιο (εισαγωγές μεγαλύτερες από τις εξαγωγές), το οποίο είχε σαν «φυσικό» αποτέλεσμα την μεγάλη άνοδο του εξωτερικού χρέους της (οι ομοιότητες με τη χώρα μας είναι προφανείς).

Η σύνδεση ενός νομίσματος (ή η εισαγωγή ενός κοινού, όπως στην περίπτωση του Ευρώ), με το νόμισμα μίας ισχυρής χώρας, «υποχρεώνει» ουσιαστικά σε ισότιμη ανάπτυξη, εάν θέλει κανείς να αποφύγει τις δεδομένες παρενέργειες – κάτι που φυσικά δεν κατάφερε να επιτύχει η Αργεντινή, σε σχέση με τις Η.Π.Α. Η κρίση βέβαια, η οποία «ξέσπασε» το 1998, οφειλόταν σε έναν πολύπλοκο συνδυασμό περισσότερων του ενός παραγόντων - κυρίως των κατωτέρω:

a.       Ήδη κατά την περίοδο της στρατιωτικής δικτατορίας και της διαδικασίας της εθνικής αναδιοργάνωσης (1976 – 1983), το εξωτερικό και λοιπό χρέος της Αργεντινής αυξήθηκε ραγδαία, σαν αποτέλεσμα του αρνητικού εμπορικού ισοζυγίου, των διαφόρων «κερδοσκοπικών» επιθέσεων εναντίον του νομίσματος της, καθώς επίσης της φυγής κεφαλαίων στο εξωτερικό. Η κατάσταση αυτή σταθεροποιήθηκε μεν αργότερα, αλλά μόνο για ένα μικρό χρονικό διάστημα, αφού το αρνητικό εμπορικό ισοζύγιο παρέμεινε ως είχε - μη αυξανόμενο μεν, αλλά σταθερά στο 55% του ΑΕΠ της χώρας. Έτσι, το δημόσιο χρέος της Αργεντινής  αυξήθηκε μεταξύ των ετών 1996-1999, κατά 36% του ΑΕΠ της.
Για την καλύτερη κατανόηση των μεγεθών, το δημόσιο χρέος της Ελλάδας για μία αντίστοιχη χρονική περίοδο, για παράδειγμα μεταξύ των ετών 2006 και 2009, αυξήθηκε από τα 224,16 δις € στα 299,6 δις € - ήτοι κατά 33% περίπου. Το εμπορικό μας ισοζύγιο το 2008 ήταν – 44 δις €, έναντι 239 δις ΑΕΠ - ήτοι 18,4% του ΑΕΠ μας. Συγκριτικά λοιπόν με τη Αργεντινή, το δημόσιο χρέος μας αυξήθηκε ανάλογα, ενώ το έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου μας διατηρήθηκε χαμηλότερα, σχεδόν σταθερό σε σχέση με το ΑΕΠ μας. Αυτό βέβαια οφείλεται κυρίως στα υψηλότερα «συναλλαγματικά» έσοδα μας από τον Τουρισμό και τη Ναυτιλία - όχι στις εξαγωγές.   
 
b.      Η σύνδεση του νομίσματος της χώρας με το δολάριο και ειδικά η σταθερή ισοτιμία που επιλέχθηκε (1:1), στη θέση της ελεύθερης διακύμανσης, οδήγησε στη δραστική μείωση του πληθωρισμού, χωρίς όμως να τον εξαλείψει εντελώς (κάτι αντίστοιχο συνέβη στην Ελλάδα και αλλού, μετά την εισαγωγή του Ευρώ, αν και σε μικρότερα μεγέθη). Ο πληθωρισμός που απέμεινε, συνέχιζε να αυξάνει τις τιμές των προϊόντων της Αργεντινής στις διεθνείς αγορές, γεγονός που οδήγησε στη μείωση των εξαγωγών, με την ταυτόχρονη αύξηση των εισαγωγών της. Αυτό με τη σειρά του, είχε σαν αποτέλεσμα τη δημιουργία ενός αρνητικού εμπορικού ισοζυγίου, το οποίο έπρεπε να «ισοσκελισθεί» μέσω νέου δανεισμού.
Ενδεχομένως λοιπόν, εάν η αρχική «σταθερή» σύνδεση με το δολάριο είχε αντικατασταθεί, πριν το 1998, με έναν μηχανισμό ευέλικτης συναλλαγματικής ισοτιμίας (επιδεινώθηκε λόγω του ισχυρού δολαρίου της δεκαετίας του 1990 – στην περίπτωση μας, συμβαίνει κάτι αντίστοιχο σήμερα με το Ευρώ), η κρίση θα ήταν λιγότερο καταστροφική. Είναι άλλωστε ευρέως γνωστό το ότι, η οποιαδήποτε «ανθρώπινη επέμβαση» στην ελεύθερη αγορά, διαστρεβλώνει» το μηχανισμό της και οδηγεί σε εκρήξεις - μεγέθους «ευθέως αναλόγου» του χρονικού διαστήματος που «τυχόν» καθυστέρησε τεχνητά η κρίση.   

c.       Το 1995 το Μεξικό υποτίμησε το νόμισμα του («κρίση της Τεκίλας») - όπως επίσης και η Βραζιλία, το 1998. Κατ’ επέκταση, τα προϊόντα των δύο αυτών χωρών φθήνυναν στις διεθνείς αγορές, με καταστροφικές συνέπειες για τις εξαγωγικές επιχειρήσεις της Αργεντινής. Επιπροσθέτως, αρκετές επιχειρήσεις της χώρας, όπως επίσης πολλές θυγατρικές πολυεθνικών εταιρειών, μετέφεραν τα εργοστάσια παραγωγής τους στη Βραζιλία - γεγονός που αύξησε ακόμη περισσότερο την ανεργία στην Αργεντινή, επιδρώντας αρνητικά στην εσωτερική κατανάλωση (κάτι αντίστοιχο συμβαίνει κυρίως στη Βόρεια Ελλάδα, όπου πολλές παραγωγικές επενδύσεις έχουν μεταναστεύσει στα Βαλκάνια).  

d.      Λόγω της «ιστορικής αστάθειας» της Οικονομίας της Αργεντινής, οι πολίτες της ήταν ανέκαθεν δύσπιστοι απέναντι στο τραπεζικό σύστημα. Αντέδρασαν λοιπόν σχεδόν πανικόβλητοι, όταν εμφανίστηκαν τα πρώτα «συμπτώματα» της κρίσης, αγοράζοντας μαζικά δολάρια και μεταφέροντας τα κεφάλαια τους στο εξωτερικό – ειδικά μετά τον καινούργιο τραπεζικό νόμο του 2001 και την υποτίμηση του νομίσματος το 2002, η οποία έπληξε ακόμη περισσότερο την Οικονομία της χώρας.

e.       Η εμπιστοσύνη των διεθνών χρηματαγορών απέναντι στην Αργεντινή «βυθίστηκε» ραγδαία περί το τα τέλη του 1999, με αποτέλεσμα να αυξηθεί το επίπεδο ρίσκου του δανεισμού της – το επιτόκιο δηλαδή, σε σχέση με το «βασικό» των Η.Π.Α. (το «βασικό» στην Ε.Ε. είναι αυτό της Γερμανίας). Από το έτος 2000 λοιπόν και μετά αυξανόταν συνεχώς, φθάνοντας τον Οκτώβρη του 2001 τις 1.916 μονάδες βάσης – γεγονός που σήμαινε 19,16% επί πλέον του «βασικού» (Η.Π.Α.) τόκους, οπότε τους υψηλότερους παγκοσμίως. Πρακτικά βέβαια, το ύψος αυτό του επιτοκίου είναι «απαγορευτικό» για την αναζήτηση δανείων από τις κανονικές (regular) διεθνείς χρηματαγορές - υποχρεώνει δηλαδή ουσιαστικά την «πληγείσα» χώρα, να απευθυνθεί για δανεισμό στο ΔΝΤ (το 2002, το επιτόκιο πλησίασε τις 6.000 μονάδες βάσης, ενώ ομαλοποιήθηκε πολύ αργότερα, το 2005 – πρόσφατα όμως ήταν ξανά στις 1.100 μονάδες).  

f.        Ένα κύμα ιδιωτικοποιήσεων, στην αρχή της δεκαετίας του 1990, είχε σαν τελικό αποτέλεσμα την πώληση πολλών δημοσίων επιχειρήσεων σε ιδιώτες - ακόμη και σε τιμές χαμηλότερες από την αξία τους. Οι ιδιωτικοποιήσεις αυτές   οδήγησαν στην εξάρτηση σημαντικών κλάδων της Οικονομίας της Αργεντινής από το εξωτερικό (για σχετικό παραλληλισμό, η πώληση του ΟΤΕ οδήγησε την Ελλάδα στην εξάρτηση των τηλεπικοινωνιών της από την Γερμανία - εάν τυχόν συνέβαινε κάτι αντίστοιχο με τη ΔΕΗ, την ΕΥΔΑΠ και τις υπόλοιπες, κοινωφελείς ή μη, επιχειρήσεις της χώρας μας, θα ακολουθούσαμε πιστά τα βήματα της Αργεντινής). Το γεγονός αυτό κατέστησε τη χώρα εξαιρετικά ευάλωτη, τόσο στην κερδοσκοπία, όσο και στη «μετανάστευση» των κεφαλαίων, οπότε συνετέλεσε τα μέγιστα στην  τραπεζική κρίση που ακολούθησε (η «απαρχή» της διαπιστώνεται ήδη στη χώρα μας - εάν βέβαια ισχύουν οι «περιρρέουσες» πληροφορίες για «φυγή» ιδιωτικών κεφαλαίων, ύψους περί τα 5 δις €, στο εξωτερικό).

*      Η ΜΕΓΑΛΗ ΥΦΕΣΗ

Το 1997 ξέσπασε στη γειτονική χώρα της Αργεντινής, στη Βραζιλία, μία βαθιά κρίση, η οποία είχε σαν αποτέλεσμα τη δραστική υποτίμηση του βραζιλιάνικου νομίσματος - έχασε περίπου το 50% της αρχικής του αξίας. Οι επιδράσεις της κρίσης στην Αργεντινή δεν άργησαν να φανούν, αφενός μεν επειδή η Βραζιλία αποτελούσε έναν σημαντικό οικονομικό εταίρο της, (οι δύο χώρες είναι μέλη της διακρατικής ένωσης Mercosur), οπότε «πλήγηκαν» οι εξαγωγές της, αφετέρου δε επειδή η Βραζιλία «κέρδισε», μέσω της «αδρής» υποτίμησης του νομίσματος της, σημαντικά ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα απέναντι στην Αργεντινή.

Οι εισαγωγές της Αργεντινής από τη Βραζιλία αυξήθηκαν, οι εξαγωγές της προς τη Βραζιλία περιορίσθηκαν, τα προϊόντα της αντικαταστάθηκαν στις διεθνείς αγορές από τα αντίστοιχα της Βραζιλίας, οι επιχειρήσεις της μετέφεραν την παραγωγή τους στη γειτονική χώρα και οι διεθνείς επενδύσεις σχεδόν μηδενίστηκαν σε ολόκληρη την περιοχή, λόγω των δυσμενών οικονομικών προοπτικών της.

Έτσι η Αργεντινή οδηγήθηκε το 1999 σε ύφεση (αρνητική οικονομική ανάπτυξη), ύψους -4%, η ποία κατέληξε σε στασιμότητα το 2000, παρά τα τεράστια δάνεια εκ μέρους του ΔΝΤ και των ιδιωτικών τραπεζών (μία ανάλογη εξέλιξη στη χώρα μας «φοβίζει», όσο ίσως τίποτα άλλο, την κυβέρνηση μας η οποία, πολύ σωστά, αναζητάει απεγνωσμένα τρόπους αποφυγής της – εάν αποδεχθούμε δε ότι, η μέχρι σήμερα ανάπτυξη μας, με ρυθμούς περί το 4%, ήταν κυρίως «πληθωριστική», ελάχιστα παραγωγική, εν μέρει βασισμένη στα δημόσια έργα και στην οικοδομική δραστηριότητα, τότε οι κίνδυνοι που «ελλοχεύουν» είναι εξαιρετικά ρεαλιστικοί). 

Η ανεργία αυξήθηκε, ενώ ακολούθησαν διαμαρτυρίες και μαζικές διαδηλώσεις του πληθυσμού, οι οποίες γρήγορα οργανώθηκαν κεντρικά - εξελισσόμενες το 2001 σε έναν σημαντικό «δυναμικό» παράγοντα της πολιτικής της χώρας. Επίσης αυξήθηκε ο αριθμός των υποαπασχολουμένων και, μέσω αυτών, των απασχολουμένων στην «άτυπη» Οικονομία. Σε συνθήκες αυξανόμενης ανεργίας, πολλοί αναζητούν την επίλυση των προβλημάτων τους στην «αυτοαπασχόληση» - στη λειτουργία δηλαδή δικών τους μικρών επιχειρήσεων, συνήθως χωρίς νόμιμες άδειες, φορολογικές δηλώσεις κλπ (ορισμός της «άτυπης» Οικονομίας). Για παράδειγμα, στην Αργεντινή εμφανίσθηκαν, μεταξύ άλλων, οι Cartoneros, οι οποίοι συγκέντρωναν ανακυκλώσιμα υλικά από τα σκουπίδια, κυρίως χαρτικά και χαρτοκιβώτια, τα οποία στη συνέχεια πουλούσαν – προφανώς εκτός των νομίμων πλαισίων της αγοράς.

Ένα ιδιαίτερο «φαινόμενο» αυτής της φάσης ήταν η «εισαγωγή» των «χρεωστικών ομολόγων» σε πολλούς δήμους της Αργεντινής (όπως συνέβη στην Καλιφόρνια πρόσφατα), καθώς επίσης στην ίδια τη χώρα (ονομάζονταν LECOP). Με την έκδοση και την κυκλοφορία αυτών των «ομολόγων δημοσίου» πληρώνονταν, εισέπρατταν καλύτερα μέχρι και το 50% του μισθού τους, οι απασχολούμενοι στους δήμους - όπως επίσης και οι δημόσιοι υπάλληλοι. Τα ομόλογα αυτά είχαν τη «μορφή» χαρτονομισμάτων και γινόταν αποδεκτά σαν τέτοια από πολλά καταστήματα της χώρας - αν και η αξία τους υπολογιζόταν χαμηλότερα, από το αναγραφόμενο ποσόν.

Ένα επόμενο «φαινόμενο» ήταν η δημιουργία «ανταλλακτικών ενώσεων», οι οποίες ουσιαστικά προωθούσαν τη «φυσική» ανταλλαγή τροφίμων και υπηρεσιών - με σκοπό την εξισορρόπηση των απολεσθέντων χρημάτων, από την έλλειψη ή τη μη πληρωμή της εργασίας. Για παράδειγμα, μέσα στις συγκεκριμένες ενώσεις, ανταλλάσσονταν τομάτες με αυγά, κρέας με λαχανικά κοκ - όπως ακριβώς συνέβαινε στην Ευρώπη και αλλού, πριν ακόμη «εφευρεθούν» τα χρήματα, σαν ανταλλακτικό μέσον. Το 2001 το φαινόμενο αυτό εξελίχθηκε σε «μαζικό», αφού η κάθε γειτονιά και η κάθε πόλη είχε το δικό της «ανταλλακτήριο προϊόντων». Η «συλλογική» δε εκπροσώπηση όλων αυτών των ανταλλακτηρίων, εξέδωσε το 2001 το δικό της νόμισμα (Credito), το οποίο χρησιμοποιούνταν (εν μέρει) ακόμη και για την αγορά ακινήτων.

*      Η ΤΕΛΙΚΗ ΧΡΕΟΚΟΠΙΑ

Λόγω της «αποτελμάτωσης» (stagnation) της Οικονομίας, καθώς επίσης της «εμμονής» του αρνητικού εμπορικού ισοζυγίου απαιτήθηκε, από μία μεγάλη μερίδα του πληθυσμού, η υποτίμηση του νομίσματος. Η κυβέρνηση όμως δεν συμφώνησε με τη συγκεκριμένη απαίτηση, φοβούμενη, ως συνήθως, τόσο την περαιτέρω «φυγή» των κεφαλαίων στο εξωτερικό, όσο και τις επιθέσεις εκ μέρους των κερδοσκόπων (μία μεθοδική, προγραμματισμένη και σταδιακή υποτίμηση, θα είχε «αμβλύνει» αναμφίβολα την κρίση).

Τελικά, επιλέχθηκε από την κυβέρνηση ένας αρκετά πολύπλοκος συναλλαγματικός μηχανισμός και η σύνδεση του επίσημου νομίσματος της Αργεντινής, του «Πέζος», με ένα «καλάθι» νομισμάτων, το οποίο αποτελούταν κατά 50% από Ευρώ (τότε, η αξία του € ήταν σημαντικά χαμηλότερη από την αξία του $) και κατά 50% από δολάρια – κατ’ αρχήν για τις διεθνείς συναλλαγές της χώρας (κάτι που σήμαινε μία μικρή υποτίμηση του «Πέζος», μεταξύ 5% και 8%). Για παράδειγμα,

§          όταν ένα Ευρώ αντιστοιχούσε με 0,83 δολάρια, τότε η αξία του «Πέζος» ήταν: 0,5 Χ 0,83 + 0,5 Χ 1 = 0,915 ανά δολάριο
§          όταν ένα Ευρώ αντιστοιχούσε με 1,08 δολάρια, τότε η αξία του «Πέζος» ήταν: 0,5 Χ 1,08 + 0,5 Χ 1 = 1,04 ανά δολάριο

Στα μέσα του 2001 και παρά το ότι η παραπάνω «τεχνική» δεν θεωρήθηκε σωστή από πολλούς οικονομολόγους (το διεθνές εμπόριο διενεργούταν κυρίως στο χώρο του δολαρίου και όχι του Ευρώ, ενώ στο «καλάθι» έπρεπε να συμμετέχει και το βραζιλιάνικο νόμισμα), η Οικονομία της Αργεντινής εμφάνισε μικρούς ρυθμούς ανάπτυξης, γεμίζοντας αισιοδοξία την κυβέρνηση της. Δυστυχώς όμως, ακολούθησε η παγκόσμια ύφεση (αν και ήταν μάλλον η αφορμή, παρά η αιτία της επιδείνωσης, αφού τα προβλήματα της χώρας δεν είχαν επιλυθεί), η οποία προκλήθηκε από το τρομοκρατικό χτύπημα στη Νέα Υόρκη (11.09.2001).

Η ύφεση είχε σαν αποτέλεσμα να χάσουν ξαφνικά οι επενδυτές την εμπιστοσύνη τους, γενικά απέναντι στις αγορές – πολύ περισσότερο απέναντι σε «ιστορικά» επικίνδυνες περιοχές, όπως η Λατινική Αμερική. Όταν λοιπόν η κυβέρνηση της Αργεντινής «παραδέχθηκε» δημοσίως, το Νοέμβριο του 2001, ότι δεν μπορούσε να εκπληρώσει τις συνήθεις απαιτήσεις του ΔΝΤ, σε σχέση με τον περιορισμό του δημοσιονομικού ελλείμματος της χώρας, το ΔΝΤ αρνήθηκε να «εμβάσει» ένα προγραμματισμένο δάνειο, ύψους 1.25 δις $ (κάτι ανάλογο θα συνέβαινε, εάν τυχόν η χώρα μας δανειοδοτούνταν περαιτέρω από την ΕΚΤ ή από χώρες της  Ε.Ε., υποσχόμενη να μειώσει το έλλειμμα και δεν τα κατάφερνε – ενδεχομένως λόγω της αποψίλωσης του παραγωγικού μας μηχανισμού, η οποία λειτουργεί «αποσταθεροποιητικά» στο αρνητικό μας εμπορικό ισοζύγιο, σε συνδυασμό με την  είσοδο της Οικονομίας μας σε ύφεση, όπως συνέβη το 1999 στην Αργεντινή).

Η κυριολεκτικά «τρομακτική» αυτή είδηση για τις παγκόσμιες χρηματαγορές, είχε σαν αποτέλεσμα να χαθεί «ραγδαία» η εμπιστοσύνη των επενδυτών απέναντι στην Αργεντινή - γεγονός στο οποίο οφείλεται η ξαφνική, μαζική και ταχύτατη  «απόσυρση» των κεφαλαίων από τη χώρα, η οποία προκάλεσε μία τεράστια κρίση σε ολόκληρο το τραπεζικό σύστημα. Εντελώς τρομοκρατημένη η κυβέρνηση, για να αποφύγει το ολοκληρωτικό χάος που θα επακολουθούσε, εισήγαγε αμέσως μία νομοθετική διάταξη (Corralito), η οποία έθετε όριο στην ανάληψη μετρητών από τους τραπεζικούς λογαριασμούς: επετράπη η ανάληψη μέχρι 250 Πέζος την εβδομάδα. Μέσω αυτής τα απαγόρευσης, η κυβέρνηση αποσκοπούσε ουσιαστικά στο να εμποδίσει την ανταλλαγή των Πέζος με δολάρια, επειδή το τραπεζικό σύστημα δεν ήταν σε θέση να ανταπεξέλθει (πρακτικά, δεν υπήρχαν στις τράπεζες τα χρήματα, για να πληρωθούν οι καταθέσεις – όπως είναι ο κανόνας διεθνώς και όχι η εξαίρεση).

Όμως, η ενέργεια αυτή επιδείνωσε την υφιστάμενη «κρίση εμπιστοσύνης» στην Οικονομία της Αργεντινής - τόσο στο εξωτερικό, όσο και στο εσωτερικό. Η μεσαία τάξη της χώρας εξαγριώθηκε κυριολεκτικά, με αποτέλεσμα μία γενική απεργία στις 13. Δεκεμβρίου - κατέληξε σε μαζικές, βίαιες διαδηλώσεις λίγο αργότερα (19 και 20 Δεκεμβρίου), «κοστίζοντας» συνολικά 28 θανάτους. Αμέσως μετά, παραιτήθηκε η πολιτική ηγεσία της χώρας ενώ, η ανάληψη της προεδρίας από τον κυβερνήτη μίας επαρχίας, τον κ. Adolfo Saa, διήρκεσε μόλις πέντε ημέρες. Η αιτία ήταν η άρνηση εκ μέρους των κυβερνητών των άλλων επαρχιών της Αργεντινής να στηρίξουν τα οικονομικά μέτρα που πρότεινε – μεταξύ των οποίων έναν εξορθολογισμό της χώρας, καθώς επίσης ένα νέο νόμισμα (Αργεντίνο), το οποίο θα είχε ελεύθερη διακύμανση απέναντι στο δολάριο.

Το σημαντικότερο γεγονός της σύντομης αυτής ανάληψης της εξουσίας εκ μέρους του «περονικού» κυβερνήτη κ. Adolfo Saa  (παραιτήθηκε στις 30.12.2001), ήταν η επίσημη αναγγελία της χρεοκοπίας της χώρας (αδυναμία και στάση πληρωμών απέναντι στους δανειστές της) – μία απόφαση που εν πρώτοις διατήρησε ο διάδοχός του. 

*      ΕΚΤΑΚΤΑ ΜΕΤΡΑ ΚΑΙ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ

Ο νέος πρόεδρος ανακοινώθηκε την 1η Ιανουαρίου του 2002, αναλαμβάνοντας τα καθήκοντα του την επόμενη ημέρα. Με υπόδειξη των ειδικών του οικονομικού επιτελείου του, αποφάσισε αμέσως

(α)  την υποτίμηση του «Πέζος», ενώ
(β)  απαγόρευσε το άνοιγμα των τραπεζών σε ολόκληρη τη χώρα, μεταξύ άλλων για να αποφύγει τις αγορές δολαρίων εκ μέρους των πολιτών, κάτω από συνθήκες πανικού.

Η υποτίμηση ορίσθηκε στο 28% - δηλαδή, «αφαιρέθηκε» το 28% της αξίας των χρημάτων των πολιτών, των επιχειρήσεων και γενικά ολόκληρης της χώρας. Η ισοτιμία του νομίσματος όμως, μέσα σε ελάχιστες μόνο ημέρες, κάτω από την «πίεση» πανικοβλημένων αγορών δολαρίων, ξεπέρασε το 1:2 (1 $ ανά δύο Πέζος και όχι 1$ ανά 1,28 Πέζος, όπως είχε ορισθεί). Το γεγονός αυτό ανάγκασε την κυβέρνηση να αποσύρει την επίσημη ισοτιμία (1:1,28) – αυξήθηκαν επομένως οι αγορές δολαρίων σε συνθήκες πανικού, οπότε υποτιμήθηκε ακόμη περισσότερο το νόμισμα της Αργεντινής (η ισοτιμία, από 1:1 στις 04.12.01, πλησίασε το 1:4 τον Απρίλιο του 2002, ενώ σταθεροποιήθηκε στη συνέχεια στο 1:3, κατέβηκε στο 1:2,80 μέσω αγορών της κεντρικής τράπεζας, καταλήγοντας στο τέλος σταθερά στο 1:4 – αφαιρέθηκε δηλαδή τελικά το 75% της αξίας των χρημάτων).

Λόγω των καταστροφικών συνεπειών από την τεράστια υποχώρηση της τιμής του «Πέζος» για τις τράπεζες, η κυβέρνηση αποφάσισε τη λήψη έκτακτων μέτρων, τα οποία ονομάστηκαν «Corralon». Σύμφωνα με τα μέτρα αυτά,

a.       όλοι οι τραπεζικοί λογαριασμοί, πάνω από ένα ορισμένο ύψος, μετατράπηκαν «καταναγκαστικά» σε βιβλιάρια καταθέσεων, με χρονικό όριο ανάληψης χρημάτων έως και το 2010 (ουσιαστικά κατασχέθηκαν για ορισμένο χρόνο).
b.      οι τραπεζικοί λογαριασμοί σε συνάλλαγμα (δολάριο), αποφασίσθηκε να αντιμετωπισθούν σαν λογαριασμοί σε «Πέζος», με αξία ανταλλαγής 1:1,40 και να αποδοθούν στους ιδιοκτήτες τους μόνο μετά από την πάροδο αρκετών μηνών – οι υψηλότεροι, αυτοί που εμφάνιζαν δηλαδή μεγάλο πιστωτικό υπόλοιπο, μετά από πολλά έτη.
c.       οι οφειλές, τα δάνεια δηλαδή, μπορούσε κανείς να τα αποπληρώσει - κατ’ αρχήν με αξία ανταλλαγής Πέζο/Δολάριο 1:1 (συνέφερε επομένως η πληρωμή των χρεών). 

Η επονομαζόμενη αυτή «ασύμμετρη Πεζοποίηση», απασχόλησε τα δικαστήρια της Αργεντινής για πάρα πολλά χρόνια – το αποτέλεσμα ήταν τελικά η υιοθέτηση ενός καινούργιου σχεδίου ομολόγων, με το όνομα «BODEN». Επίσης, ο υπολογισμός των χρεών με την ισοτιμία 1:1,40 - συν τον επίσημο πληθωρισμό (από το 2003 όμως και μετά, άρχισαν να ξεπληρώνονται οι τραπεζικοί λογαριασμοί Corralon, λόγω της, καλύτερης του αναμενομένου, πορείας της Οικονομίας της χώρας).

Υπενθυμίζουμε εδώ ότι (άρθρο μας «Κρατική πτώχευση»), το  δυσμενέστερο  όλων των μέτρων, τα οποία είναι στην απόλυτη δικαιοδοσία της κυβέρνησης ενός κράτους, είναι η επιβολή «καταναγκαστικών μέτρων» - επί πλέον των συνήθων φορολογικών. Δηλαδή, οι ειδικοί φόροι εις βάρος της ατομικής περιουσίας των Πολιτών, καθώς επίσης των επιχειρήσεων (εδώ αιτιολογούνται οι «απαιτήσεις» των κυβερνήσεων για πλήρη καταγραφή, στις φορολογικές δηλώσεις, όλων των περιουσιακών στοιχείων των φορολογουμένων), οι οποίοι επιβάλλονται «καταναγκαστικά» από το κράτος, χωρίς τη συμφωνία τους και χωρίς να έχουν «προ-αναγγελθεί» στον ετήσιο προϋπολογισμό.

Περαιτέρω στην Αργεντινή, όλα αυτά τα «καταναγκαστικά» μέτρα, οδήγησαν σε μία επόμενη «απώλεια της εμπιστοσύνης», εκ μέρους ολόκληρης της αγοράς, με αποτέλεσμα να χάνει συνεχώς σε αξία το επίσημο νόμισμα, σε σχέση με το δολάριο. Η κυβέρνηση, για να εφησυχάσει τους πολίτες της χώρας της, ψήφισε την παροχή κοινωνικής βοήθειας ύψους 100 Πέζος (αργότερα 150) σε άνεργες οικογένειες – υπό την επίδραση του πληθωρισμού, ένα μάλλον συμβολικό και αμελητέο ποσόν.

 Ακριβώς τότε, η ισοτιμία του δολαρίου πλησίασε το 1:4 (δηλαδή, το Πέζος συρρικνώθηκε στο 25% περίπου της αρχικής του αξίας), όπου σταθεροποιήθηκε με τη βοήθεια μαζικών μέτρων στήριξης εκ μέρους της κεντρικής τράπεζας της Αργεντινής. Η κατάσταση των τραπεζών συνέχιζε φυσικά να επιδεινώνεται, έως ότου άρχισαν κάπως να αποδίδουν τα σχέδια «BODEN» και «Plan Bonex II» (το τελευταίο συνέδεε τους τραπεζικούς λογαριασμούς σε δολάρια, με μία ευρεία γκάμα αξιόγραφων σταθερού επιτοκίου, με χρονική διάρκεια αποπληρωμής μεταξύ 5 και 10 ετών).

Τα έκτακτα μέτρα με τη γενική ονομασία «Corralon» συνέβαλλαν στη «μεθοδική καταστροφή» μεγάλων τομέων της Οικονομίας της χώρας, όπως για παράδειγμα της αγοράς ακινήτων και της αυτοκινητοβιομηχανίας. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η ύφεση κατά τη διάρκεια των πρώτων μηνών του 2002 εκτοξεύθηκε στο -12%, ενώ ο χρηματιστηριακός δείκτης της χώρας (Merval Index) έπεσε σε ένα πάρα πολύ χαμηλό επίπεδο.

Από 600 μονάδες που ήταν στις 02.01.1998, διολίσθησε στις 400 μονάδες περί τον Αύγουστο του ιδίου έτους, επανήλθε ξανά στις 600 μονάδες στις αρχές του 2000 (παρά το ότι στα διεθνή χρηματιστήρια οι τιμές είχαν εκτοξευθεί στα ύψη – ακολουθούσε επομένως ανεξάρτητη πορεία, όπως σήμερα ο δικός μας δείκτης) και στη συνέχεια (αρχές του 2002) έφτασε στις 200 μονάδες – πτώση δηλαδή που άγγιξε το -300% της αξίας που είχε με το ξεκίνημα της κρίσης (υπενθυμίζουμε ότι το ξεκίνημα της κρίσης οροθετείται» από την «επίσημη» είσοδο της Οικονομίας σε ύφεση – σε αρνητική δηλαδή οικονομική ανάπτυξη και όχι πριν από αυτήν, όπου μιλάμε για το «προπαρασκευαστικό» στάδιο).  

Για να γίνει περισσότερο κατανοητό το ύψος της πτώσης (αναλογεί υποθετικά με το δικό μας δείκτη στις 400 περίπου μονάδες), το μέγεθος της απαξίωσης του χρηματιστηρίου δηλαδή, αρκεί να σημειωθεί πως, όταν άρχισε να επανακάμπτει «δειλά» η οικονομία της χώρας (μετά τα μέσα του 2000), ο δείκτης έφτασε γρήγορα τις 1.200 μονάδες (εξαπλασιάστηκε). Σήμερα (31.12.2009) ευρίσκεται στις 2.152 μονάδες – δηλαδή σχεδόν 11 φορές πάνω από το χαμηλό του 2002, παρά το ότι το επιτόκιο της Αργεντινής ευρίσκεται στις 1.100 μονάδες βάσης (250 μονάδες το Ελληνικό).

*      Η ΑΝΑΚΑΜΨΗ

Στα τέλη του 2002 η Οικονομία άρχισε να αναπτύσσεται αργά αλλά σταθερά, αφού άρχισε να αποδίδει η υποτίμηση του νομίσματος, η οποία κατέστησε τα προϊόντα της Αργεντινής ανταγωνιστικά στις διεθνείς αγορές (ενώ, αντίθετα, ακρίβυναν κατά πολύ τα ξένα προϊόντα, με αποτέλεσμα να μειωθούν οι εισαγωγές). Ο συνδυασμός των δύο αυτών παραγόντων ήταν θετικός για το εμπορικό ισοζύγιο της Αργεντινής, όπως επίσης και για τον περιορισμό του εξωτερικού χρέους της.

Έτσι, άρχισαν να αποσύρονται σταδιακά τα μέτρα στήριξης που είχαν ληφθεί (Corralito, Corralon, LECOP κλπ), γεγονός που έδωσε ξανά ώθηση στην ιδιωτική κατανάλωση. Ο ρυθμός ανάπτυξης έφτασε το 8,9% το 2003 - αν και από τα τέλη του 2003 εμφανίζονταν πολύ συχνά ελλείψεις στον τομέα της ενέργειας, λόγω της σχετικά ισχυρής ανάπτυξης, των υψηλών τιμών του πετρελαίου και των «ελλειμματικών επενδύσεων» της χώρας (κυρίως λόγω της κρίσης του 1998) σε ενεργειακές υποδομές.

Το 2004 έγιναν συγκεκριμένες προτάσεις σε εκπροσώπους των παλαιών δανειστών της Αργεντινής, οι οποίες προέβλεπαν την πληρωμή του 25% (αργότερα του 35%) των παλαιών χρεών της – αυτών δηλαδή που υπήρχαν πριν από την ημερομηνία που η χώρα χρεοκόπησε. Οι προτάσεις αυτές προκάλεσαν έντονες αντιδράσεις εκ μέρους κυρίως των διεθνών πιστωτών του κράτους, οι οποίοι αντιπροσώπευαν το 55% περίπου των χρεών του, με αποτέλεσμα να επιδεινωθούν οι σχέσεις του με το ΔΝΤ. Εν τούτοις η Αργεντινή, μετά από πολλές διπλωματικές προσπάθειες, κατάφερε να πείσει την πλειοψηφία των δανειστών της – με εξαίρεση τη Γερμανία και την Ιταλία.

Η διαδικασία της πληρωμής των παλαιών χρεών, μέσω αναχρηματοδότησης, η οποία καθυστέρησε εκ μέρους της Αργεντινής, προέβλεπε τελικά, κατά μέσον όρο, την πληρωμή του 50% των δανειακών κεφαλαίων - μέσω της έκδοσης τριών νέων «ομολόγων δημοσίου», μεταξύ των οποίων θα μπορούσαν να επιλέξουν οι δανειστές, με συγκεκριμένους όμως περιορισμούς. Οι τόκοι των ληξιπρόθεσμων δανείων δεν αναγνωρίσθηκαν από την Αργεντινή, παρά το ότι αρχικά είχε συμφωνήσει να τους πληρώσει – με αποτέλεσμα, οι ζημίες των διεθνών δανειστών της να είναι κατά πολύ μεγαλύτερες, από αυτές που εμφανίζονται.

Κοινό στοιχείο και στα τρία νέα ομόλογα του δημοσίου που εκδόθηκαν για την αποπληρωμή των παλαιών χρεών της χώρας είναι το ότι, σε αντίθεση με τα προηγούμενα, δεν αναγνωρίζουν τη δικαιοδοσία των δικαστηρίων του εξωτερικού. Εάν δηλαδή η Αργεντινή σταματήσει ξανά να πληρώνει τα χρέη της, τότε οι δανειστές της θα πρέπει να υποβάλουν αγωγές στα «εθνικά» της δικαστήρια - με τις δικές της νομικές διαδικασίες.

Ολοκληρώνοντας, αν και η κρίση στη χώρα ξεπεράστηκε, θα μπορούσε κάλλιστα να επαναληφθεί στο μέλλον. Το πλέον ανησυχητικό στοιχείο είναι ο πληθωρισμός, ο οποίος παραμένει στο 12%, ενώ το κεντρικό πρόβλημα της Αργεντινής σήμερα είναι η εξασφάλιση της απαραίτητης ενέργειας, αφού η συνέχιση ρυθμών ανάπτυξης μεταξύ 6% και 9% (ουσιαστικά οι ρυθμοί αυτοί «απαιτούνται», για να επανέλθει η Αργεντινή στο, προ της κρίσης, οικονομικό επίπεδο της), εξαρτάται κυρίως από τη λύση του ενεργειακού της προβλήματος. 


Αθήνα, 03. Ιανουαρίου 2010
Βασίλης Βιλιάρδος

Τρίτη 9 Φεβρουαρίου 2010

Η διαστρεβλωτική επιρροή των ΜΜΕ

Γράφει ο Βασίλης Μαρκεζίνης

αναδημοσίευση από το Έθνος 6-2-2010

Ρόλος των ΜΜΕ είναι, πρωτίστως, να πληροφορούν το κοινό για τις εξελίξεις στον δημόσιο και τον κοινωνικό βίο, να δημοσιοποιούν και, εντός συγκεκριμένων νομικών ορίων, να διερευνούν περιπτώσεις κατάχρησης εξουσίας και, μέσα από το έργο των εκπροσώπων τους που έχουν το απαραίτητο διανοητικό υπόβαθρο, να ενθαρρύνουν το ευρύ κοινό να σκέφτεται σε βάθος τα μεγάλα ζητήματα των ημερών.

Σε πολλές περιπτώσεις, όμως, τα ΜΜΕ αποτελούν για τους ιδιοκτήτες τους ένα μέσο ενίσχυσης της εξουσίας τους και του κοινωνικού γοήτρου τους, έναν έμμεσο τρόπο προώθησης των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων τους και, με τη βοήθεια μερικών από τους συντάκτες των κειμένων που δημοσιεύονται καθημερινά στις σελίδες τους ή διαβάζονται κατά τη διάρκεια των ραδιοφωνικών ή τηλεοπτικών προγραμμάτων τους, ένα μέσο επηρεασμού της κυβερνητικής πολιτικής ή ακόμη και συμβολής στην ανάδειξη κυβερνήσεων και αρχηγών πολιτικών κομμάτων κατά τρόπο που να συμφωνεί με τις απόψεις και τις πεποιθήσεις τους.

Παρ’ ότι κανένα από αυτά τα χαρακτηριστικά δεν είναι καινοφανές, η σημερινή τους ένταση, κυριολεκτικά, δεν έχει προηγούμενο. Το συγκεκριμένο φαινόμενο, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι αυτή η πολιτική πηγή εξουσίας, αντίθετα με τις περισσότερες άλλες, δεν ελέγχεται κατ’ ουσίαν από κανέναν, σημαίνει ότι τα σημερινά ΜΜΕ έχουν μάλλον διαστρεβλωτικό αντίκτυπο στον σύγχρονο πολιτικό βίο

Το φαινόμενο αυτό παρατηρείται σε όλο τον κόσμο, όχι μόνο στην Ελλάδα. Η (διαστρεφική) εξουσία, φέρ’ ειπείν, που ασκούν διάφορες ομάδες συμφερόντων στην αμερικανική και τη βρετανική κυβέρνηση έχει σχολιαστεί κατ’ επανάληψη. Η πρακτική αυτή είναι εντυπωσιακή και, στον ίδιο βαθμό, επικίνδυνη.

Στη δική μας χώρα, αυτή η «τάση» να μη σχολιάζεις, να μην ασκείς κριτική, να μην ενημερώνεις, αλλά, συγχρόνως, να «καθορίζεις» (α) ποιοι θα είναι οι ηγέτες και (β) ποια θα είναι τα ζητήματα με τα οποία αυτοί θα ασχοληθούν, έχει εκδηλωθεί υπό δύο αξιοσημείωτες και αντιθετικές μορφές: από τη μια πλευρά, υπερδραστηριότητα, από την άλλη, παθητικότητα.
Μερικοί σχολιαστές διέκριναν την πρώτη μορφή στην άκρως παραποιημένη προώθηση ενός από τα άτομα που ήταν υποψήφια για τη θέση του αρχηγού της ΝΔ.

Περισσότεροι όμως ήταν εκείνοι που επέκριναν δριμύτατα τη δεύτερη μορφή, διακρίνοντάς τη στη γενική σιωπή που επικράτησε ως προς τα εξωτερικά ζητήματα κατά την πρόσφατη προεκλογική περίοδο, σιωπή η οποία επικρατεί ακόμη και σήμερα, που τα εκκρεμή εξωτερικά ζητήματα πλησιάζουν σε κρίσιμο σημείο. Η σιωπή αυτή, θα έλεγε κανείς, ενθαρρύνθηκε από τις κοινές αλλά, εν προκειμένω, εσφαλμένες προσδοκίες για τα εκλογικά αποτελέσματα, τα οποία, κατά τη γνώμη ορισμένων, θα διευκόλυναν λύσεις στις οποίες κανένα μεμονωμένο κόμμα δεν θα είχε το θάρρος να προβεί.


Το πώς θα εξηγήσει κανείς την πρώτη στάση εξαρτάται από την πληροφόρηση, τη διαισθητική αντίληψη, τις προσωπικές προκαταλήψεις ή τον κυνισμό. Υπάρχει ενδεχομένως περιθώριο να συνδυαστούν και τα τέσσερα αυτά στοιχεία. 

Αξιοσημείωτο όμως είναι ότι αυτή η συνήθεια -αυτή η «δίψα» για τη δυνατότητα ανάδειξης μελλοντικών πρωθυπουργών οι οποίοι να ανταποκρίνονται στο προφίλ που προτιμούν αυτοί που τους προωθούν, μοιάζει να εντείνεται παρά το γεγονός ότι ο λαός δεν ξεγελιέται εύκολα πλέον. Ετσι, πρωθυπουργοί που αναμενόταν να ηττηθούν με οριακή διαφορά αποπέμπονται τελικά με τον πιο βάναυσο τρόπο, διάδοχοι που αναμενόταν να αναλάβουν αρχηγική θέση παραμερίζονται αίφνης, παρ’ όλη τη δύναμη των πανίσχυρων οργανισμών υποστήριξής τους.
Θα λέγαμε, μάλιστα, ότι τακτικές κινήσεις ανάλογες με εκείνες που έγιναν πρόσφατα ώστε να προβληθεί η κ. Μπακογιάννη (εν σχέσει με τον αντίπαλό της) ως υπόδειγμα πολιτικής ηθικής και αποφασιστικότητας στην εξωτερική πολιτική παρατηρήθηκαν και όταν ο κ. Παπανδρέου είδε το κύρος του να αμφισβητείται κατά χονδροειδή τρόπο το 2007. Και στις δύο περιπτώσεις, τα αποτελέσματα που επιθυμούσαν ορισμένοι δημοσιογράφοι δεν επιτεύχθηκαν.

Επισημαίνοντας αυτά τα φαινόμενα εξυπακούεται ότι δεν εστιάζομαι κυρίως στα άτομα. Τονίζω απλώς ότι η μερίδα των ΜΜΕ που επεδίωξε δύο φορές τα τελευταία χρόνια να αποκτήσει την εν λόγω εξουσία, δεν τα κατάφερε. Είναι ανθρώπινο να κάνεις λάθη, είναι όμως ανόητο να τα επαναλαμβάνεις.
«Viva el Popolo!», λοιπόν - «Ζήτω ο Λαός!», ο οποίος δεν έπεσε θύμα των παρασκηνιακών δημοσιογραφικών κινήσεων. Και τούτο ας το λάβουν σοβαρά υπόψη τους όσοι πιστεύουν ότι τα κατεστημένα συμφέροντα μπορούν, όσο εύκολα μπορούσαν κάποτε, να επιβάλουν τους κυβερνήτες που τα ίδια προτιμούν: μολονότι αυτή η δύναμη δεν έχει πεθάνει, έχει οπωσδήποτε μειωθεί σημαντικά.
Το δεύτερο μειονέκτημα των ΜΜΕ δεν είναι άσχετο με το πρώτο, εφόσον, για διάφορους και σύνθετους λόγους, μπορούν να επιλέξουν ποια θέματα θα προωθήσουν ή θα αποσιωπήσουν -όχι ανάλογα με την εγγενή τους αξία, αλλά σύμφωνα με την αξιολόγηση των δημοσιογράφων σχετικά με το τι πρέπει ή δεν πρέπει να αποτελεί αντικείμενο δημόσιου διαλόγου.

Το γεγονός ότι υφίσταται αυτή η δύναμη είναι αδιαμφισβήτητο. Λιγότερο ξεκάθαρα είναι τα κριτήρια βάσει των οποίων τα ΜΜΕ πραγματοποιούν αυτήν τη θεματική επιλογή.

Οι πιο αμφιλεγόμενοι παράγοντες που ενδεχομένως -και, αν ναι, κακώς- έχουν επηρεάσει αυτές τις αποφάσεις είναι τα συμφέροντα ορισμένων ξένων χωρών, ακόμη μάλιστα και εκείνων που υποτίθεται ότι είναι φίλιες χώρες και λέγεται ότι ευνοούν ορισμένα πρόσωπα ή έναν ορισμένο τρόπο δράσης. Η ολέθρια περίοδος της δεκαετίας του ‘60 και των αρχών της δεκαετίας του ‘70 περιλαμβάνει τρία από τα χειρότερα παραδείγματα εξωτερικού παρεμβατισμού στη διοίκηση της χώρας μας -1965, 1967, 1974- γεγονός για το οποίο κάποια ελληνικά ΜΜΕ δεν είναι καθόλου άμοιρα ευθυνών.

Είναι γεγονός ότι η απουσία ενός ανοικτού και πλήρους διαλόγου για τα εξωτερικά ζητήματα έχει ήδη επισημανθεί από αρκετούς αρθρογράφους, οπότε δεν χρειάζεται εδώ να τη σχολιάσω εκ νέου. Πρόσφατα, επισημάνθηκαν επίσης ορισμένες ενδείξεις -εσφαλμένες, ελπίζω- ότι στη χώρα μας θα επιτραπεί να ακολουθήσει (φαινομενικά ή πραγματικά) σκληρή στάση ως προς ένα ζήτημα (την πΓΔΜ), ώστε, έπειτα, να σταθεί σχετικά πιο «ελαστική» ως προς άλλα, σημαντικότερα ζητήματα: το ευρωπαϊκό μέλλον της Τουρκίας και τις εν γένει σχέσεις μας μαζί της. Δυστυχώς, τόσο ο κ. Λυγερός όσο και άλλοι αρθρογράφοι που προέβλεψαν αυτές τις κινήσεις αποδεικνύονται σήμερα σωστοί.

Εν προκειμένω, οι παραλείψεις είναι δύο. Το ευρύ κοινό πρέπει, για διάφορους λόγους, να ενημερωθεί για τα ζητήματα και τους κινδύνους που δεν έχουν συζητηθεί μέχρι τώρα.

Κατά πρώτο λόγο, η ευρωπαϊκή πορεία της Τουρκίας δεν αποτελεί ζήτημα -ή μάλλον πρόβλημα- μόνο για την Ελλάδα και την Τουρκία, είναι πρόβλημα για την Ευρώπη στο σύνολό της, καθώς και για όλους όσοι θέλουν να δουν την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση να προοδεύει και να ευδοκιμεί. Θεωρώ ότι όσοι δεν βλέπουν με καλό μάτι αυτή την προοπτική -η Αμερική, η οποία δεν θα έπρεπε να παρεμβαίνει καν, αλλά και η Βρετανία, η οποία ποτέ δεν μπορεί να αποφύγει τις παρεμβάσεις στις υποθέσεις της ηπειρωτικής Ευρώπης, της οποίας το πνεύμα κατά τα άλλα δεν ασπάζεται- είναι εντούτοις ιδιαίτερα θετικοί απέναντι στις αλλεπάλληλες διευρύνσεις, καθ΄ότι δυσχεραίνουν την ολοκλήρωση και εμποδίζουν την εύρυθμη λειτουργία της Ευρώπης.

Οχι μόνο δεν είμαι ο μοναδικός που προβάλλει αυτό τον ισχυρισμό, αλλά, ως άνθρωπος που έχει περάσει όλη του τη ζωή εργαζόμενος στην Ευρώπη και για την Ευρώπη, θεωρώ επίσης ότι ξέρω πολύ καλά για τι μιλάω. Η ουσία των απόψεών μου έχει επίσης εμφανιστεί και σε πολλές αμερικανικές επιθεωρήσεις στρατηγικής -ή και στρατιωτικών πληροφοριών. Κατόπιν τούτου, δεν θα έπρεπε άραγε τα ζητήματα αυτά να εμφανίζονται, έστω και για λίγο, σε έναν κοινοβουλευτικό διάλογο και, ασφαλώς, στα ΜΜΕ της χώρας μας;
Για να το θέσω απλά: η ένταξη της Τουρκίας στην ΕΕ θα ακύρωνε για πάντα κάθε πιθανότητα βαθύτερης ολοκλήρωσης. Και η προοπτική αυτή μόνο την Αγγλία και την Αμερική θα ικανοποιούσε.

Κατά δεύτερο λόγο, η επίλυση της χρηματοοικονομικής κρίσης της Ελλάδας δεν εξαρτάται μόνο από την προθυμία της, ή και την ικανότητά της, να προβεί σε εξοικονομήσεις και περικοπές, τις οποίες η προηγούμενη κυβέρνηση καθυστέρησε να υλοποιήσει αποκλειστικά και μόνο για προεκλογικούς λόγους -τις ευρωεκλογές του Ιουνίου και τις βουλευτικές εκλογές του Οκτωβρίου. Εξαρτάται επίσης από τη δυνατότητα οικονομικής υποστήριξης που θα δρομολογηθεί, ή και θα προέλθει, από τον πυρήνα των αμερικανικών επιχειρηματικών οργανισμών.

Μια τέτοια κίνηση θα επιβεβαίωνε την καλή θέληση της οποίας απολαύει ο Ελληνας πρωθυπουργός στις ΗΠΑ. Και πάλι, όμως, δεν θα έπρεπε άραγε αυτές οι κινήσεις να δημοσιοποιούνται πλήρως και οι πιθανές πολιτικές συνέπειές τους να τίθενται υπό ενδελεχή εξέταση;

Πράγματι, τι θα είχαμε να πούμε για το τίμημα που μπορεί να συνεπάγεται αυτή η εύνοια; Και όταν μιλώ για τίμημα, δεν αναφέρομαι στο κόστος (δηλαδή τον τόκο) της -τελικής- αποπληρωμής αυτής της οικονομικής υποστήριξης.

Πιθανολογώ ότι η εν λόγω υποστήριξη θα συνδεθεί με δικές μας παραχωρήσεις σε πολιτικό επίπεδο. Ας ξεκαθαρίσω ότι σκοπίμως έγραψα τη λέξη πιθανολογώ με πλάγια στοιχεία, διότι ελπίζω ότι αυτό το εφιαλτικό ενδεχόμενο είναι απλώς καρπός της δικής μου γόνιμης φαντασίας και δεν πρόκειται να γίνει πραγματικότητα, αν και κάποιες πρόσφατες δηλώσεις υψηλά ιστάμενων στελεχών της κυβέρνησης θα μπορούσαν να εκληφθούν ως προμηνύματα μιας τέτοιας υποχώρησης.

Γιατί όμως φοβάμαι τόσο τις ξένες παρεμβάσεις στις υποθέσεις μας;

Πρώτον, επειδή έχω μελετήσει την ιστορία μας και γνωρίζω ότι, κατά τη νεότερη περίοδο, η Ελλάδα έχει υποφέρει περισσότερο από τις παρεμβάσεις των ανταγωνιστικών «φίλων» της παρά από τις πολιτικές των πραγματικών εχθρών της.
Δεύτερον, επειδή, όπως κατ’ επανάληψη έχω τονίσει, δεν έχουμε καταφέρει να προ­σαρμόσουμε την εξωτερική πολιτική μας στο γεγονός ότι έχει πλέον παρέλθει η εποχή που η Αμερική ήταν η μοναδική ηγεμονική δύναμη στον κόσμο. Το ότι οι προτάσεις μου δεν έχουν ληφθεί σοβαρά υπόψη δεν προξενεί καμία εντύπωση -σε εμένα τουλάχιστον. Αυτό που με φοβίζει όμως είναι η ανησυχητική απουσία εναλλακτικών προτάσεων, μια και το σημερινό διεθνές καθεστώς δεν εγγυάται καμία απολύτως ασφάλεια για τη χώρα μας.

Δευτέρα 8 Φεβρουαρίου 2010

Η Επίσημη Ιδεολογία της Παγκοσμιοποίησης: «Νεοφιλελευθερισμός», Φιλελευθερισμός και Οικονομική Επιστήμη

Αριστείδης Ν. Χατζής


Πολλά χρόνια πριν, όταν ακόμα ο όρος παγκοσμιοποίηση ήταν άγνωστος, ένας άλλος όρος είχε εισαχθεί στο πολιτικό λεξιλόγιο. Ο όρος αυτός ήταν ο «νεοφιλελευθερισμός». Ο νεοφιλελευθερισμός είναι, υποτίθεται, μία ακραία φιλελεύθερη ιδεολογία που έχει σαν στόχο (για τους φίλους του) την πλήρη απελευθέρωση της αγοράς και της κοινωνίας από την κρατική παρέμβαση ή (για τους εχθρούς του) την πλήρη κυριαρχία της αγοράς και των συμφερόντων των πολυεθνικών εταιριών, που ανασκουμπώθηκαν για να πάρουν πίσω όσα προνόμια έχασαν κατά τη διάρκεια του μεταπολεμικού κεϋνσιανού consensus. Υποτίθεται επίσης ότι η ιδεολογία αυτή κυριαρχεί πλέον παγκοσμίως, έχοντας ως κύρια ερείσματα τον παγκόσμιο καπιταλισμό και τις Η.Π.Α., αλλά και αρκετούς σοσιαλδημοκράτες Ευρωπαίους πολιτικούς με χαρακτηριστικότερο εκπρόσωπο τον Tony Blair.

Θεωρήθηκε λοιπόν ότι ο νεοφιλελευθερισμός αντικατέστησε τον κλασσικό φιλελευθερισμό, είναι σαφώς περισσότερο δογματικός και χαρακτηρίζεται από άκρατο οικονομισμό και άκαρδο ρεαλισμό. Ήταν λοιπόν αναμενόμενο να θεωρηθεί η επίσημη ιδεολογία της παγκοσμιοποίησης. Άλλωστε, πολλοί θα υποστήριζαν ότι το φαινόμενο της παγκοσμιοποίησης ήρθε σαν αποτέλεσμα της ιδεολογικής κυριαρχίας του νεοφιλελευθερισμού, τουλάχιστον στις τάξεις των οικονομικών ελίτ.

Σήμερα, στα πλαίσια του περιορισμένου χρόνου που διαθέτουμε, θα υποστηρίξουμε πως, όσο περίεργο κι αν ακούγεται πλέον, παρόμοια ιδεολογία δεν υπάρχει αλλά ούτε και υπήρξε ποτέ. Υπάρχει απλώς μια επανεκτίμηση από φιλελεύθερους, συντηρητικούς και σοσιαλιστές (πολιτικούς και στοχαστές) της οικονομίας της αγοράς και της ιδιωτικής πρωτοβουλίας, με την ευρεία (και όχι μόνο τη στενά οικονομική) έννοια. Υπάρχει όμως και υπαρκτή νεοφιλελεύθερη οικονομική πολιτική, η οποία όμως ασκείται κυρίως από τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα και απέχει (ορισμένες φορές παρασάγγες) όχι μόνο από τη φιλελεύθερη, αλλά κι από την ορθή οικονομική πολιτική όπως αυτή προσδιορίζεται από την οικονομική επιστήμη.

Ο όρος «νεοφιλελευθερισμός» αποτελεί νεολογισμό κάποιων μεμονωμέ­νων ερευνητών της δεκαετίας του '60, που μεταφυτεύθηκε, κάπως πρόχειρα και αυθαίρετα, στα ελληνικά από φιλελεύθερους Έλληνες διανοούμενους στα τέλη της δεκαετίας του '70. Πρόκειται για έναν αδόκιμο όρο, που στην διεθνή επιστημονική βιβλιογραφία χρησιμοποιείται περιορισμένα και κατά τη γνώμη μου καταχρηστικά. Χρησιμοποιείται ωστόσο κατά κόρον στην Ελλάδα, όπου οι πάντες φαίνεται να τον έχουν αποδεχτεί. Ο όρος αυτός έγινε γνωστός μέσα από τα κείμενα δύο Ελλήνων φιλελεύθερων διανοουμένων, του Ανδρέα Ανδριανόπουλου και του Γιάννη Λούλη, οι οποίοι έπαιξαν μεγάλο ρόλο στη διάδοσή του στην Ελλάδα, όπως επίσης και οι πρώτες φιλελεύθερες «δεξαμενές σκέψεις» (think tanks), ιδιαίτερα στις αρχές της δεκαετίας του '80.

Όμως, όπως είπαμε, ο όρος αυτός δε χρησιμοποιείται στο εξωτερικό με την έννοια που τού δίνεται στην Ελλάδα -- και φυσικά δεν αντιπροσωπεύει καμιά παρόμοια ιδεολογική ή πολιτική κίνη­ση. Στην πραγματικότητα, ο χαρακτηρισμός «νεοφιλελεύθεροι» (neoliberals) έχει χρησι­μοποιηθεί αρκετές φορές στο παρελθόν για να χαρακτηρίσει πολύ διαφορετικούς μεταξύ τους διανοούμενους, όπως (α) τους γερμανούς «φιλελεύθερους σοσιαλδημοκράτες της Σχολής του Φράϊ­μπουργκ με επικεφαλής τον Wilhelm Röpke, (β) τον κύκλο των συνεργα­τών του πολιτικού περιοδικού The New Republic στις Η.Π.Α., που τοποθετείται μάλλον στην αμερικάνικη κεντροαριστερά, (γ) αμερικανούς πολιτικούς του Δημοκρατικού Κόμματος όπως οι Bill Clintοn, Al Gore, Dοuglas Wilder και Paul Tsοngas, στα προεκλογικά προγράμματα των οποίων υπήρχε μία σαφής προτίμηση στην ελεύθερη αγορά σε σχέση με παλαιότερους υποψήφιους προέδρους του ίδιου κόμματος, (δ) φιλελεύθερους διανοούμενους που αποδέχονται τον ρόλο του κράτους ως ρυθμιστή της αγοράς και προστάτη των ασθενέστερων (κατά ταξινόμηση που οφείλεται στον Jeffrey Friedman, εκδότη του περιοδικού Critical Review), κτλ.

Συχνότερη χρήση του όρου βρίσκουμε στη θεωρία των διεθνών σχέσεων, όπου ως νεοφιλελευθερισμός χαρακτηρίζεται μια σχολή σκέψης η οποία, επηρεασμένη από τον φιλελευθερισμό και τον ιδεαλισμό, προωθεί (κάπως αφελώς, είναι αλήθεια) την ειρηνική επίλυση των διαφορών μεταξύ γειτόνων ως αποτέλεσμα της συνειδητοποίησης των πραγματικών (οικονομικών) τους συμφερόντων που εξυπηρετούνται καλύτερα από τις ειρηνικές (κύρια εμπορικές) σχέσεις.

Χαρακτηριστικό της συγχύσεως για το ποια είναι η πραγματική φύση της υποτιθέμενης αυτής ιδεολογίας είναι το παρακάτω απόσπασμα από ένα παλαιότερο κείμενο του Ανδρέα Ανδριανόπουλου (1988), στο οποίο ο συγγραφέας ορίζει το νεοφιλελευθερισμό ως ένα είδος μετριοπαθούς κοινωνικού φιλελευθερισμού και τον αντιπαραθέτει στον κλασσικό φιλελευθερισμό και στον αναρχοκαπιταλισμό (όπου το κράτος βρίσκεται έξω από κάθε τομέα δραστηριότητας, με μόνη εξαίρεση την άμυνα και την εξωτερική πολιτική). Τον περιγράφει δε ως εξής:

Το πιο ισορροπημένο μοντέλο έκφρασης του σύγχρονου φιλελευθερισμού, όπως εξάλλου σήμερα κυριαρχεί σε όλες σχεδόν τις δημοκρατικές χώρες της Δύσης, είναι ο νεοφιλελευθερισμός. Όπου η κρατική παρέμβαση δεν εξοβελίζεται από την πολιτική ζωή. Αλλά περιορίζεται κυρίως στις κοινωνικές λειτουργίες του κράτους φροντίζοντας για την υγεία, την πρόνοια, την ασφάλιση, την παιδεία, τον πολιτισμό και τον αθλητισμό, αποφεύγοντας με κάθε τρόπο την παρέμβαση στις λειτουργίες της οικονομίας που αφήνεται να αναπτυχθεί με βάση τους κανόνες της ελεύθερης αγοράς.[1]

Διαπιστώνουμε λοιπόν πως ο κ. Ανδριανόπουλος αντιλαμβάνεται ως νεοφιλελευθερισμό και παρουσιάζει στο ελληνικό κοινό ουσιαστικά τη σχολή του Φράιμπουργκ. Πάντως, αυτό που περιγράφει δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση μια νέα ιδεολογία ακραίου φιλελευθερισμού.

Πολλοί θα αντιτάξουν: μα εδώ και τόσα χρόνια χρησιμοποιούμε αυτήν την ορολογία, χωρίς κάποιος να διαμαρτυρηθεί ή να μας διορθώσει. Την ίδια ορολογία χρησιμοποιούν ακόμα και σοβαροί επιστήμονες που έχουν υπόψη τους τη σχετική συζήτηση στο εξωτερικό. Και εν πάση περιπτώσει, ένα φαινόμενο ορατό στους πάντες, υπάρχει. Πώς θα πρέπει λοιπόν να το χαρακτηρίσουμε;

Το φαινόμενο που (κακώς) ονομάστηκε «νεοφιλελευθερισμός» πρωτοπαρουσιάστηκε στις αρχές της δεκαετίας του '80 και συνεχίζει να πρωταγωνιστεί στις διεθνείς εξελίξεις. Δεν πρόκειται όμως για τίποτε άλλο παρά για την επιστροφή των κυβερνήσεων των δυτικών (και έπειτα και των ανατολικών) χωρών της Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής στις αρχές της οικονομίας της αγο­ράς.

Ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του '70, είχαν αρχίσει να εμφανίζονται στις χώρες της Δύσης τα πρώτα σημάδια κόπωσης του κεϋνσιανού μοντέλου, το οποίο μετά τα πρώτα βραχυπρόθεσμα θετι­κά αποτελέσματα αποδείχτηκε αναποτελεσματικό και πηγή μεγαλύ­τερων προβλημάτων από αυτά που έλυνε. Πολύ νωρίτερα, είχε καταφανεί η αποτυχία των σοσιαλιστικών οικονομιών. Στις αρχές της δεκαετίας του '80 (και έπειτα από τις δύο πετρελαϊκές κρίσεις), η οικονομική κατάσταση σε πολλές χώρες είχε φτάσει στο απροχώρητο. Σαν αποτέλεσμα, δεν άργησαν οι κυβερνήσεις των χωρών αυτών να στραφούν ξανά στην οικονομία της αγοράς, στην απορύθμιση (deregulation) και στις ιδιωτικοποιήσεις, με σκοπό να περιορίσουν ένα νωθρά κινούμενο δημόσιο τομέα και να μπορέσουν έτσι να δώσουν νέα ώθηση στην οικονομία. Το φαινόμενο αυτό παρατηρείται πλέον σε όλα τα κράτη της υφηλίου, ασχέ­τως πολιτεύματος, κοινωνικού ή οικονομικού συστήμα­τος και γεω­γραφικής θέσης. Έτσι, η απελευθέρωση της οικονομίας και η προσπάθεια συρρίκνωσης του δημόσιου τομέα παρατηρείται σε διαφορετικές μεταξύ τους χώρες, όπως η Κίνα, η Χιλή, η Ουγγα­ρία, οι Η.Π.Α. και η Μεγάλη Βρετανία, η Γαλλία, η Νέα Ζηλανδία, η Σουηδία ή ακόμα και η Ελλάδα (την τελευταία δεκαετία).

Παρόλο λοιπόν που παρόμοιες πολιτικές εφαρμόστηκαν από ένα ευρύ φάσμα κυβερνήσεων σε όλο τον κόσμο, για ένα μεγάλο διάστημα η στροφή αυτή «χρεώθηκε» (από εχθρούς και φίλους) αποκλειστικά στις κυβερνήσεις των Η.Π.Α. και της Μεγάλης Βρετανίας - και ιδι­αίτερα στους Rοnald Reagan και Margaret Thatcher αντίστοιχα. Αυτό οφείλεται σε τρεις λόγους:

(α) Στις δύο αυτές χώρες δόθηκε η εντύπωση πως η αλλαγή πολιτικής στον οικονομικό τομέα συνοδεύθηκε και με αντίστοιχη στροφή προς συντηρητικότερες επιλογές στον κοινωνικό και πολιτικό τομέα. Αυτό ισχύει μόνο εν μέρει, δεδομένου ότι και στις δύο χώρες (ιδίως στις Η.Π.Α.) υπάρχει ισχυρή φιλελεύθερη παράδοση που εμποδίζει μεγάλες στροφές σε αυταρχικές επιλογές.

(β) Η αλλαγή στον οικονομικό τομέα είχε προετοιμασθεί κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του '70 από μία σειρά δεξαμενών σκέψης. Πολιτικοί, δημοσιογρά­φοι, διανοούμενοι και ακαδημαϊκοί, συνέγραφαν επί σειρά ετών εργα­σίες, έδιναν ομιλίες, διοργάνωναν συνέδρια και τηλεοπτικές εκπομπές με θέμα την αποτυχία του «κράτους της ευημερίας» (welfare state) και του κεϋνσιανού θεωρήματος πάνω στο οποίο αυτό στηρίχτηκε. Η πολιτική κυρίως της Margaret Thatcher και δευ­τερευόντως και του Ronald Reagan υπήρξε εν μέρει προϊόν και αυτής της προσπάθειας.[2]

(γ) Στις δύο αυτές χώρες, η στροφή προς την ελεύθερη αγορά ήταν και αρκετά έντονη και ιδιαιτέρως απότομη (ίσως και κάπως πρόωρη από ορισμένες απόψεις). Προκάλεσε έτσι εντονότατες αντιδρά­σεις, ακόμα και μέσα στα δύο κόμματα (το Συντηρητικό και το Ρεπουμπλικανικό), αλλά και -- όχι σπάνια -- οδήγησε σε ανεπιθύμητα ή τουλάχιστον απρόβλεπτα αποτελέσματα.

Όλα τα παραπάνω συνέτειναν στο να εισαχθεί από κάποιους συγγραφείς ο όρος «Νέα Δεξιά» (New Right), προφανώς σε αντι­στοιχία με τη «Νέα Αριστερά». Από εκεί και πέρα, πολλοί προσπά­θησαν να εντάξουν στη Νέα Δεξιά στοχαστές όπως o Kolakowski, o Popper, ο Hayek, ο Nozick και ο Friedman, καθώς και κάποιους καθαρόαιμους συντηρητικούς, όπως ο Roger Scruton ή οι φανατικές αμερικάνικες ακροδεξιές χριστιανικές οργανώσεις. Στα τέλη της δεκαετίας του '80 και με την εξάπλωση του φαινομένου, ο όρος έμοιαζε να έχει περιπέσει σε αχρησία. Η στροφή «προς τα δεξιά» διευρύνθηκε με τη συμμετοχή και των χωρών του «υπάρξαντος σοσιαλισμού» και φυσικά του συνόλου των ευρωπαϊκών και αμερικανικών κρατών (της Ελλάδας μη εξαιρουμέ­νης). Στην πραγματικότητα βέβαια δεν παρατηρήθηκε στροφή προς τα δεξιά, αλλά επαναπροσανατολισμός στην ελεύθερη οικονομία της αγοράς που αποδείχτηκε όχι μόνο πιο αποτελεσματική, αλλά και περισσότερο ανθεκτική στον χρόνο και τελικά αναντικατάστατη. Κάποιοι μελετητές απλά φαίνεται πως δεν μπόρεσαν να ξεχωρίσουν το ιδεολογικό περιτύλιγμα γύρω από την αλλαγή πολιτικής, διαχωρίζοντας αρκετά βιαστικά τους «δεξιούς» οπαδούς της «ελεύθερης αγοράς» από τους μετριοπαθείς «αριστερούς πραγματι­στές», με αποκλειστικό κριτήριο τις πολιτικές διακηρύξεις ιδίως των τελευταίων.

Η επιστροφή όμως αυτή στην αγορά δεν βασίζεται σε ιδεολογικές φιλελεύθερες αρχές, αλλά στην τήρηση των όρων που θέτει η παντοδύναμη και ανεξέλεγκτη πλέον παγκόσμια αγορά. Ταυτόχρονα όμως, σε μία σειρά περιορισμένων παρεμβάσεων που μόνο σκοπό έχουν την καλύτερη λειτουργία της και το ξεπέρασμα των προβλημάτων που αυτή τυχόν δημιουργεί.

Ουσιαστικά όμως, συντηρητικοί και σοσιαλιστές, φιλελεύθεροι και πρώην κομμουνιστές, δεξιοί και αριστεροί, ακολουθούν την ίδια οικονομική πολιτική τα τελευταία δέκα περίπου χρόνια. Μια πολιτική που καθοδηγούν και πολλές φορές καθορίζουν η Διεθνής Τράπεζα, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, ο Διεθνής Οργανισμός Εμπορίου, ο ΟΟΣΑ και άλλοι παρόμοιοι διακρατικοί οργανισμοί. Επειδή μάλιστα οι περισσότεροι από τους οργανισμούς αυτούς εδρεύουν στην Washington, η πολιτική αυτή ονομάστηκε η «συναίνεση της Washington» (Washington consensus). Αυτή η γνωστή και στην Ελλάδα πολιτική της λιτότητας που συνίσταται σε μία σειρά τεχνασμάτων στη νομισματική πολιτική, στην υψηλή φορολογία και στον έλεγχο των δημοσιονομικών δαπανών ο οποίος εξαντλείται στη συμπίεση των εισοδημάτων, ονομάστηκε -- κατά τη γνώμη μου άδικα -- «νεοφιλελευθερισμός». Άδικα, διότι η παραπάνω πολιτική μικρή σχέση έχει με τον κλασσικό φιλελευθερισμό και ακόμα μικρότερη με την οικονομική θεωρία που διδάσκει πολύ συγκεκριμένα τις πολιτικές τις οποίες θα πρέπει να ακολουθήσει ένα κράτος που θέλει να αναπτυχθεί υγιώς οικονομικά. Οι πολιτικές αυτές περιλαμβάνουν πάνω απ' όλα απελευθέρωση της αγοράς και ιδιαίτερα απελευθέρωση της αγοράς εργασίας και κατάργηση κάθε προστατευτισμού, παράλληλα με σημαντική μείωση της φορολογίας, εκτεταμένες αποκρατικοποιήσεις και διαρθρωτικές αλλαγές. Συνοδεύονται επίσης από έναν θεμελιώδη θεσμικό εκσυγχρονισμό που αποτελεί τον κυριότερο παράγοντα διασφάλισης της οικονομικής ανάπτυξης και της διεθνούς ανταγωνιστικότητας.

Δεν αποτελεί όμως αποκλειστικό σφάλμα των παραπάνω διεθνών οργανισμών η στρεβλή, πολλές φορές, εξυγίανση των οικονομιών. Οι διεθνείς αυτοί οργανισμοί βασίζουν συνήθως τις συστάσεις τους στην κυρίαρχη οικονομική θεωρία -- μένουν όμως ικανοποιημένοι ακόμη και με την επιφανειακή επίλυση κάποιων προβλημάτων. Αρκεί οι ενδιαφερόμενες χώρες να μπορούν να ξεπληρώσουν το εξωτερικό τους χρέος και να μην δημιουργούν μεγάλα προβλήματα στην παγκόσμια οικονομία. Έτσι, οι κυβερνήσεις των περισσότερων κρατών και ιδίως όσες δεν θέλουν να ονομάζονται νεοφιλελεύθερες, επιλέγουν εκείνο το μείγμα πολιτικής που συμβιβάζει τρία στοιχεία: την ευημερία των αριθμών, τη ρητορεία περί «κοινωνικής ευαισθησίας» και τη διατήρηση του κράτους, στον αναγκαίο βαθμό που απαιτείται για τον έλεγχο του εκλογικού σώματος και για τη διατήρηση της υποστήριξης από τις ομάδες πίεσης, τα γνωστά «διαπλεκόμενα» συμφέροντα. Στην πραγματικότητα λοιπόν, αν υπάρχει κάποιο φαινόμενο, δεν θα πρέπει να λέγεται νεοφιλελευθερισμός, αλλά «ψευδοφιλελευθερισμός».

Αυτή μάλιστα η πολιτική επικράτησε και στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με αποτέλεσμα η Συνθήκη του Maastricht να την υιοθετήσει πλήρως. Έτσι, δεν περιελήφθη στα κριτήρια σύγκλισης η ανεργία (καθώς και άλλα ουσιαστικά κριτήρια όπως ο θεσμικός εκσυγχρονισμός), παρά το γεγονός πως ένας υψηλός δείκτης ανεργίας αποτελεί ένδειξη, αν όχι απόδειξη, μεγάλων στρεβλώσεων σε μία αγορά.

Είναι λοιπόν σαφές πως δεν υπάρχει ιδεολογία με το όνομα «νεοφιλελευθερισμός». Η μόνη εμφανής μεταστροφή που μπορεί να χαρακτηριστεί ως φαινόμενο, δηλαδή η επιστροφή στην ελεύθερη οικονομία, δεν μπορεί και δεν πρέπει πλέον να ιδεολογικοποιείται. Κανένα κράτος δεν μπορεί να ξεπεράσει την ελεύθερη αγορά στην οικονομική οργάνωση της κοινωνίας -- άρα, κανένα κράτος δεν έχει τη δυνατότητα να την αντικαταστήσει. Αλλά και η ελεύθερη αγορά και κάθε οικονομική δραστηριότητα στηρίζεται σε ένα ισχυρό κράτος, το οποίο όμως θα έχει σαφώς περιορισμένο ρόλο (όπου και θα εξαντλείται η ισχύς του). Έτσι, ο ρόλος του κράτους είναι τριπλός: (α) επίτευξη εσωτερικής ασφάλειας και αποτροπή εξωτερικών απειλών, (β) παροχή θεσμικού πλαισίου και απαραίτητων υποδομών για την οικονομική ανάπτυξη, και (γ) δημιουργία δικτύου ασφαλείας και προστασίας για τους πραγματικά αδύναμους να ανταποκριθούν στις συνθήκες της ελεύθερης αγοράς.

Η αυστηρή οριοθέτηση των σχέσεων αυτών αγοράς και κράτους έχει γίνει σήμερα αποδεκτή από το σύνολο σχεδόν των δυτικών δημοκρατιών (στις οποίες περιλαμβάνεται και ικανός αριθμός χωρών της ανατολικής Ευρώπης). Το νέο αυτό όμως consensus (το οποίο δεν είναι σήμερα επιδεκτικό σοβαρών αμφισβητήσεων) βασίζεται στα πορίσματα της οικονομικής επιστήμης. Δεν είναι ούτε νεοφιλελεύθερο, ούτε σοσιαλιστικό. Είναι απλά πραγματιστικό!


* Λέκτορας Φιλοσοφίας Δικαίου και Θεωρίας Θεσμών του Τμήματος Μεθοδολογίας, Ιστορίας και Θεωρίας της Επιστήμης του Πανεπιστημίου Αθηνών, Διδάκτωρ του Πανεπιστημίου του Σικάγου.
[1]. Ανδρέας Ανδριανόπουλος, Αυτός είναι ο Φιλελευθερισμός (Αθήνα: Libro 1988), σ. 20. Βλ. επίσης 120-121.
[2]. Ιδίως στη Μεγάλη Βρετανία, ινστιτούτα όπως το Centre for Policy Studies, το Adam Smith Institute και το Institute fοr Economic Affairs, διαδραμάτισαν αποφασιστικό ρόλο στην προσπάθεια αυτή. Κάτι τέτοιο ισχύει σε μικρότερο βαθμό με το American Enterprise Institute, το Hoover Institution και το Heritage Foundation στις Η.Π.Α. Η «αντι-κρατικιστική αυτή εκστρατεία» συνεχίζεται σήμερα με πολύ μεγαλύτερη ένταση και περισσότερες επιτυχίες.

Κυριακή 7 Φεβρουαρίου 2010

Εξουσία που «αποδομεί» την κοινωνία

Tου Χρήστου Γιανναρα
news.kathimerini.gr

Το να είσαι Ιταλός, Γάλλος, Βρετανός, Ελληνας ή ό, τι ανάλογο δεν δηλώνει μόνο μια συμβατική, κρατική υπηκοότητα. Δηλώνει ότι «ανήκεις» σε μια συλλογικότητα με μεγαλύτερη ή μικρότερη ώς τώρα διαδρομή στην ανθρώπινη Ιστορία – ανήκεις σε μια γλώσσα, σε μια συνείδηση κοινού παρελθόντος, σε κοινή νοο-τροπία, κοινό θησαύρισμα πείρας που παραδίνεται από γενιά σε γενιά και διαμορφώνει συν-ήθειες, ένα κοινό ήθος, περίπου συλλογικό χαρακτήρα.

Οταν στη μητρική σου γλώσσα (τη γλώσσα που σε πρωτομπόλιασε στην κοινή «λογική»: σε σκέψη και κρίση) η συλλογικότητα σημαίνεται ως «κοινωνία» (δυναμική σχέσεων, συμμετοχή και αλληλεξάρτηση στην πραγμάτωση της ζωής), δεν είναι δυνατό να έχεις την ίδια οπτική και την ίδια εκδοχή της πραγματικότητας με συνάνθρωπό σου, καθ’ όλα σεβαστόν και αγαπημένο, που στη μητρική του γλώσσα η συλλογικότητα είναι μόνο «societas», δηλαδή «εταιρισμός επί κοινώ συμφέροντι». Αλλη νοο-τροπία και άλλα αντανακλαστικά σκέψης και πράξης διαμορφώνει το νοηματικό και βιωματικό φορτίο της λέξης «α-λήθεια» και άλλο της λέξης «veritas», διαφορετικό της λέξης «νόμος» και διαφορετικό της λέξης «lex» – το ίδιο και με αναρίθμητα ακόμη ζεύγη λέξεων: «λόγος» και «ratio», «πρόσωπο» και «persona», «δημοκρατία» και «res publica» κ. λπ., κ. λπ.

Διαφορετικόν ανθρωπολογικό τύπο διαμορφώνει μια συλλογικότητα με παρελθόν κατακτητικών κυρίως πολέμων, επιθετικών αναζητήσεων «ζωτικού χώρου», αποικιοκρατικών εθισμών, και διαφορετικόν μια άλλη που αιώνες πολλούς κυρίως αμυνόταν, επιβίωνε χάρη στην πανανθρώπινη εμβέλεια της πνευματικής της πραμάτειας. Διαφορετική νοο-τροπία και ήθος χαρακτηρίζει μια συλλογικότητα που η μεταφυσική της αναφορά ήταν πάντοτε ένας Θεός τιμωρός, αμείλικτος δικαστής και σαδιστής πατέρας, η «αμαρτία» παράβαση νόμου, ενοχή, εξαγοράσιμος κολασμός, και διαφορετική προκύπτει μια συλλογικότητα που ξέρει τον Θεό «νυμφίο», «εραστή μανικώτατον» του ανθρώπου και την αμαρτία «αστοχίαν», «απόπτωσιν από του στόχου», του στόχου πληρότητας της ζωής που είναι ο «όντως έρως».

Δεν ανήκουμε σε «εθνότητα», είναι ανεπαρκέστατη η λέξη. Ανήκουμε σε μια γλώσσα, σε μια κοινή ιστορική εμπειρία, σε μια παράδοση και συνέχεια πείρας, νοοτροπίας, μεταφυσικής ελπίδας. Αλλά αυτό το «ανήκειν», το «συνυπάρχειν» με κοινό, συνεκτικό της συλλογικότητας «τρόπο», βιώνεται και κατανοείται σε συνάρτηση πάντοτε με την καλλιέργεια του καθενός, το αισθητήριό του «ποιότητας» της ζωής.

Οι φτηνοί άνθρωποι του ό, τι φάμε ό, τι πιούμε και ό, τι τέλος πάντων ηδονικό αρπάξουμε, παρακάμπτουν το υπάρχειν (που είναι πάντοτε συνύπαρξη) και λογαριάζουν για ζωή το «έχειν»: Να κατέχουν, να εξουσιάζουν, να τα έχουν όλα υποταγμένα στις απαιτήσεις του εγώ. Καταλαβαίνουν τη συλλογικότητα μόνο σαν «κράτος» και το «ανήκειν» μόνο σαν συμβατική «υπηκοότητα». Λογαριάζουν το κράτος σαν εξουσιαστικό μηχανισμό διαχείρισης των κοινών και τους ενδιαφέρει μόνο για όσα χρηστικά τους παρέχει.

Πολύ συχνά, φτηνοί άνθρωποι ορέγονται τη διαχείριση του κράτους, την εξουσία της διαχείρισης. Οχι για να υπηρετήσουν τον δημιουργικό δυναμισμό της κοινωνικής συνοχής, τη γλώσσα, την ιστορική συνείδηση, τη θησαυρισμένη παράδοση, τη μεταφυσική ελπίδα – είναι ευτελείς άνθρωποι, δεν καταλαβαίνουν τίποτε από αυτά. Διψάνε εξουσία από ιδιοτέλεια και μόνο: Να προβληθεί το εγώ τους, να εξαρτώνται όλοι οι άλλοι από αυτούς, να βρίσκονται συνεχώς στη δημοσιότητα, να εισπράττουν κολακείες και χειροκροτήματα. ΄Η για σκοπιμότητες χυδαίου ηδονισμού: Να μπορούν να κλέβουν το δημόσιο ταμείο, να διαπλέκονται με μεγιστάνες του πλούτου και να δωροδοκούνται, να ζουν με πολυτέλεια ονειρώδη για τις ικανότητές τους και την καταγωγική τους ανέχεια.

Αφού λογαριάζουν τη συλλογικότητα μόνο σαν χρηστικό δεδομένο, ωφελιμιστική πραγματικότητα, τι πιο φυσικό να είναι απάτριδες, διεθνιστές, συνεπέστατοι «αποδομιστές» κάθε μη χρηστικής εκδοχής των θεμελίων της συνύπαρξης – της γλώσσας, της παιδείας, της Ιστορίας, της Τέχνης, της πολιτικής, της μεταφυσικής. Και για να προσδώσουν εγκυρότητα στον πρωτογονισμό του ατομοκεντρισμού, καταφεύγουν στην πιο αναχρονιστική και άκριτη ανάγνωση του Μαρξισμού: Βλέπουν τη συλλογικότητα να συγκροτείται μόνο στη «βάση» των παραγωγικών και ανταλλακτικών σχέσεων, επομένως ο πολιτισμός, οι διαφορές των πολιτισμών, η ποικιλία των παραδόσεων, δεν είναι παρά «εποικοδόμημα» σε αυτή την πρωτεύουσα βάση. Πώς λοιπόν να μην είναι πανέτοιμοι, παίρνοντας την εξουσία, να καταστρέψουν τη γλώσσα, να στρεβλώνουν και κατασυκοφαντήσουν την ιστορία του τόπου τους, να διασύρουν την αξιοπρέπεια του λαού τους, να χλευάσουν τη λαϊκή παράδοση και ευσέβεια, να πρακτορεύσουν (με το αζημίωτο) ξένα συμφέροντα;

Η καταφυγή της μηδενιστικής πολιτικής πρακτικής σε μαρξιστικά ψιμύθια, προκειμένου να εξωραϊστεί ο πρωτογονισμός της ακοινώνητης εγωκεντρικής ύπαρξης, δεν περιορίζει το σύμπτωμα σε μόνη την παράταξη της δήθεν Αριστεράς. Στην Ελλάδα τουλάχιστον, η διαχείριση της Παιδείας ανατίθεται (από κάθε κυβέρνηση οποιουδήποτε κόμματος και πρωθυπουργού) σε άτομα του ανθρωπολογικού τύπου των «αποδομιστών». Και αν υπάρξουν διαμαρτυρίες για την προκλητική αυθαιρεσία και αναίδεια αυτών των ατόμων, ξεσηκώνεται αμέσως μια θαυμαστά συντονισμένη συγχορδία υπερασπιστών της «αποδόμησης», συγχορδία από πριμαντόνες της δημοσιότητας που καλύπτουν όλο το «πολιτικό» φάσμα: από τη νεοφιλελεύθερη Δεξιά ώς την πιο φανταιζίστικη τάχα και Αριστερά.

Οταν έγραφε ο Καβάφης: «... το άριστον εκείνο, Ελληνικός – ιδιότητα δεν έχ’ η ανθρωπότης τιμιοτέραν· εις τους θεούς ευρίσκονται τα πέραν», απηχούσε μιαν επίγνωση της ελληνικότητας αυτονόητη στις μέρες του για μεγάλες πληθυσμικές ομάδες (όχι μόνο ελληνόφωνες). Από μια τέτοια επίγνωση (συνάρτηση καλλιέργειας) στερούν τον Ελληνισμό (τον ελλαδικό και της διασποράς) οι θλιβερές συμπλεγματικές φιγούρες που προσλαμβάνονται στο υπουργείο Παιδείας (με κάθε κυβέρνηση) για να οργανώσουν την κοινωνική άμυνα απέναντι στην απειλή του «εθνικισμού».

Οι πολλοί απλοί άνθρωποι που επενδύουν συναισθηματικά σε ιδεολογικές γενικότητες περί ενδόξων προγόνων και πρωτοπορίας άλλοτε στον πολιτισμό, δεν μπορούν πια να έχουν την επίγνωση της καβαφικής ελληνικότητας. Νιώθουν, όμως, να βιάζεται ο ψυχισμός τους από την πολιτική μεθοδικού αφελληνισμού της ελληνόφωνης (ακόμα) κοινωνίας. Και η μόνη λογική εξήγηση που βρίσκουν γι’ αυτό τον βιασμό, συνάγεται από συμπεριφορές που όζουν «πρακτοριλίκι». Δεν είναι μυστικό ότι ο «ξένος παράγων» θέλει από το ελλαδικό κρατίδιο να απεμπολήσει εσπευσμένα την ελληνικότητα της Κύπρου, της Μακεδονίας, του Αιγαίου – τουλάχιστον.

Ολα έχουν μια τιμή. Εκτός από την καβαφική ελληνικότητα.