Παρασκευή 18 Δεκεμβρίου 2009

Όλα θύμιζαν ένα ξεπερασμένο παρελθόν

ΝΙΚΟΣ ΜΑΡΑΝΤΖΙΔΗΣ | Κυριακή 6 Δεκεμβρίου 2009
Αναδημοσίευση από το "Βήμα"


Κάθομαι μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή μου όπως περίπου ο μαθητής μπροστά στη λευκή του κόλλα λίγο πριν τελειώσει ο χρόνος της εξέτασης. Σκέφτομαι: Τι να απόμεινε άραγε από τον περσινό Δεκέμβρη; Η μοναδική απάντηση που μου έρχεται στο μυαλό είναι: Απολύτως τίποτε!

Τα γεγονότα που ξεκίνησαν με αφορμή τον τραγικό θάνατο του Αλέξη Γρηγορόπουλου οδήγησαν τότε μερικούς να προφητεύσουν μια «κοινωνική Δευτέρα Παρουσία» όπου όλοι οι αμαρτωλοί θα έπρεπε να μετανοήσουμε. Αρκετοί άλλοι νόμιζαν πως παρακολουθούσαν μια μεγάλη κοινωνική έκρηξη με μακροχρόνιες και απρόβλεπτες συνέπειες. Γελάστηκαν. Σε αρκετούς κόστισε σε αξιοπιστία. Ο ΣΥΡΙΖΑ, το πολιτικό μόρφωμα που νόμιζε πως βρήκε μια πολιτική ευκαιρία προς αξιοποίηση, έχασε σε πολιτική επιρροή και έκτοτε αντιμετωπίζει μια ισχυρή, πιθανόν διαλυτική, κρίση ταυτότητας.

Στην εξέγερση-φάρσα, που είχε τις αιτίες της στον κουτσαβακισμό κάποιων οργάνων της τάξης και στην ανικανότητα του κράτους από τη μια και στην κυρίαρχη «λαϊκο-δημοκρατική» κουλτούρα της Μεταπολίτευσης, που ευνοεί συστηματικά καλυμμένες υπό επαναστατικό μανδύα ανομικές συμπεριφορές, από την άλλη, συμμετείχαν τέσσερις κυρίως ομάδες: οι συνήθεις αναρχικοί/αριστεριστές, οι κινητοποιημένοι πενηντάρηδες της «καθεστωτικής Αριστεράς», οι μαθητές/φοιτητές και ένας αριθμός από μετανάστες.

Από τις τέσσερις αυτές ομάδες οι δύο πρώτες συμμετέχουν ανελλιπώς σε κάθε ανάλογη κοινωνική εκδήλωση τα τελευταία τριάντα χρόνια εκφράζοντας τον βίαιο ριζοσπαστισμό τους οι πρώτοι και τις ειρηνικές επαναστατικές ευαισθησίες τους οι δεύτεροι. Οι δύο αυτές ομάδες επιχείρησαν να επιβάλουν στις εξελίξεις την οργανωτική τους κουλτούρα: τη βίαιη και μάλλον απολιτική στάση τους οι πρώτοι, την υπερ-πολιτικοποιημένη, «λαϊκο-δημοκρατικών» καταβολών, και με πρόσβαση στους διαμορφωτές της κοινής γνώμης, κουλτούρα τους οι δεύτεροι. Οι πρώτοι, πολύ νεότεροι, ζούσαν τα γεγονότα με την ένταση αυτού που πενθεί ένα στενό του πρόσωπο. Εμπειρότεροι οι δεύτεροι, αντιμετώπιζαν την κατάσταση όπως οι μακρινοί συγγενείς το μνημόσυνο: με ελεγχόμενη συγκίνηση και με δεύτερες σκέψεις για την «κληρονομιά».

Οι μαθητές, πάλι, κουβαλώντας έναν συναισθηματισμό μαζί με μια αίσθηση του χαβαλέ- απολύτως φυσικά και τα δύο για την ηλικία τους-, με τις διαδηλώσεις και τις καταλήψεις έκαναν ένα ευχάριστο διάλειμμα από το βαρετό και μίζερο σχολείο. Εκτόνωσαν την εφηβική τους ορμή σε πετροπολέμους εναντίον αστυνομικών τμημάτων, συχνά με τις μαμάδες τους από πίσω, ιδιαίτερα εκεί στα κινητοποιημένα βόρεια προάστια.

Τέλος, υπήρξαν οι μετανάστες και οι άλλοι κοινωνικά αποκλεισμένοι που συμμετείχαν στην ουρά της πορείας πρωταγωνιστώντας στο πλιάτσικο. Ανθρωποι που πρόβαραν γυαλιά Gucci στους καθρέπτες των λεηλατημένων καταστημάτων την ώρα του χαλασμού. Φθόνος και λαχτάρα μαζί για την κοινωνία της αφθονίας που απλωνόταν επιδεικτικά μπροστά τους χωρίς να μπορούν να την αγγίξουν.

Ολοι οι παραπάνω σχημάτισαν ένα αμάλγαμα μέσα σε ένα τοπίο όπου κυριαρχούσαν ο θόρυβος και τα χρώματα. Αυτό εντυπωσίασε και τα media που ενίσχυσαν τον ναρκισσισμό των συμμετεχόντων στα επεισόδια δίνοντας την αίσθηση ότι συμμετέχουν σε ένα είδος ελληνικού Μάη του ΄68.

Παρά τις αγωνιώδεις, από κά ποιους, προσπάθειες να φανεί ότι τα γεγονότα άνοιγαν ένα παράθυρο στο μέλλον, στην πραγματικότητα όλα θύμιζαν ένα ξεπερασμένο παρελθόν. Προέκυψε μάλιστα μια κακή αντιγραφή των λαϊκο-δημοκρατικών ιδεοληψιών του ΄70 και του ΄80. Το σύνολο των αιτημάτων και των συνθημάτων ανέδυε το φοιτητικό κλίμα της Μεταπολίτευσης ενδεδυμένο με έναν φορτισμένο από την τραγωδία απολιτικό μελοδραματισμό. Ο Γρηγορόπουλος, εξάλλου, ως σύμβολο δεν ήταν ούτε ο Κουμής ούτε καν ο Καλτεζάς. Η «εξέγερση» του Δεκέμβρη δεν παρήγαγε ούτε μια καινούργια ιδέα, δεν γέννησε ούτε ένα νέο αίτημα, δεν υιοθέτησε νέα αισθητικά πρότυπα, δεν παρήγαγε έναν νέο πολιτικό λόγο. Ισως γι΄ αυτό θυμόμαστε ελάχιστα πράγματα, πέρα από τις σπασμένες τζαμαρίες και τις καμένες βιβλιοθήκες. Ισως για αυτό όταν θα ακούμε τη φράση «να κρατήσουμε ζωντανό τον Δεκέμβρη» θα καταλαβαίνουμε κυρίως πως κάποιες βιτρίνες θα σπάσουν ακόμη, κάποιοι καθηγητές θα γιαουρτωθούν ή θα ξυλοφορτωθούν, κάποιοι αστυνομικοί μπορεί να πέσουν νεκροί.

Αν έμεινε κάτι από τα γεγονότα, βρίσκεται στην ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση που οι υμνητές του Δεκέμβρη φαντάζονται. Βιώσαμε ως πολίτες την αξία του κράτους δικαίου. Συνειδητοποιήσαμε ότι το «επαναστατικό δίκαιο» είναι στην πράξη η εξύμνηση της αυθαιρεσίας και της εξαχρείωσης που οδηγεί στον εξευτελισμό του ατόμου και σε κάθε μορφής ολοκληρωτισμό. Κατανοήσαμε πως, όταν καταστρέφονται περιουσίες και απειλείται η ανθρώπινη ζωή, διαλύεται ο κοινωνικός ιστός και εκβαρβαριζόμαστε. Αντιληφθήκαμε ότι οι πολίτες οφείλουν να μην ανέχονται καμία έκφραση αυθαιρεσίας και τρομοκρατίας, όποιον ιδεολογικό μανδύα και αν φέρουν.

Ο Δεκέμβρης έκανε, για πρώτη φορά ίσως στη Μεταπολίτευση, τόσο πολλούς ανθρώπους από τον χώρο των γραμμάτων και της επιστήμης να σπάσουν το φράγμα της σιωπής και να αντισταθούν στο παραλήρημα της αυτοαποκαλούμενης επαναστατικής βίας. Μάλιστα κάποιοι από αυτούς το πλήρωσαν ήδη, με επιθέσεις και με απειλές ενάντια στη ζωή τους. Υπό το παραπάνω πρίσμα, αν κάτι έχει νόημα να μείνει από τον Δεκέμβρη είναι το: Ποτέ πια Δεκέμβρης!

Ο κ. Νίκος Μαραντζίδης είναι αναπληρωτής καθηγητής του Πανεπιστημίου Μακεδονίας.

...και τι δεν ήταν

ΣΤΑΘΗΣ Ν. ΚΑΛΥΒΑΣ | Κυριακή 6 Δεκεμβρίου 2009
Αναδημοσίευση από το "Βήμα"

Επειδή η αναζήτηση του τι ήταν η λεγόμενη «εξέγερση» του περασμένου Δεκεμβρίου είναι σύμφυτη με θεωρητικολογίες που έχουν μεγαλύτερη σχέση με τις επιθυμίες (ή και φαντασιώσεις) του κάθε σχολιαστή και λιγότερη με την πραγματικότητα, είναι ίσως πιο χρήσιμο να αντιστραφεί το ερώτημα: Τι δεν ήταν η «εξέγερση του Δεκέμβρη»;

Εδώ είναι απαραίτητη μια προκαταρκτική διευκρίνιση: ο λόγος που αποκαλούμε τα γεγονότα του περυσινού Δεκεμβρίου «εξέγερση» (και που ασχολούμαστε με αυτά) είναι επειδή ήταν βίαια. Αν οι διαμαρτυρίες για τον φόνο του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου ήταν ειρηνικές, αν περιορίζονταν στις ρουτινιάρικες και μίζερες καταλήψεις σχολείων και σε αποχές από μαθήματα, δεν θα είχαν προκαλέσει τη διεθνή προσοχή και δεν θα γράφαμε γι΄ αυτές σήμερα. Επομένως, όταν αναφερόμαστε στην «εξέγερση» και στους «εξεγερμένους», αναφερόμαστε πρωταρχικά στα γεγονότα και στα άτομα που συμμετείχαν στα βίαια επεισόδια.

Τι δεν ήταν, λοιπόν, η «εξέγερση του Δεκέμβρη»;

Δεν ήταν μια «εξέγερση» της νεολαίας. Τo σοκ που προκάλεσε ο φόνος του μαθητή ήταν ισχυρό αλλά η συντριπτική πλειονότητα των νέων δεν συμμετείχε στις διαδηλώσεις ούτε άλλωστε ταυτίστηκε με τις καταστροφές και με την ιδεολογία των ομάδων που πρωτοστάτησαν σε αυτές, όπως προκύπτει από τις σχετικές δημοσκοπήσεις. Η συμμετοχή άλλων ομάδων του πληθυσμού ήταν ακόμη πιο περιορισμένη και οι εύκολες γενικεύσεις περί «ασφυξίας» και «οργής» των Ελλήνων ως αιτίων της «εξέγερσης» είναι το λιγότερο υπερβολικές.

Δεν ήταν μαζική. Η συμμετοχή στις διαδηλώσεις δεν φαίνεται να ξεπέρασε τις 8.000 ενώ τα άτομα που συμμετείχαν στις καταστροφές δεν ήταν παραπάνω από μερικές εκατοντάδες, δυσανάλογα μικρός αριθμός σε σχέση με το μέγεθος των καταστροφών και το επικοινωνιακό τους αποτέλεσμα. Η έκταση των καταστροφών γίνεται κατανοητή μόνο αν ληφθεί υπόψη η «κατάσταση παθητικής άμυνας» στην οποία η τότε κυβέρνηση έθεσε την Αστυνομία, η απόφασή της, δηλαδή, να παραδώσει την πόλη στους εχθρούς της (μία από τις αποφάσεις για τις οποίες, άλλωστε, τιμωρήθηκε στις εκλογές).

Δεν ήταν αυθόρμητη. Αν και η προσέλευση στις διαδηλώσεις πολλών νέων, ιδιαίτερα μαθητών, ήταν αυθόρμητη, ο σκληρός πυρήνας που πρωτοστάτησε στις καταστροφές κάθε άλλο παρά αυθόρμητα έδρασε. Γνωρίζουμε πως ο συντονισμός μέσω Διαδικτύου και κινητών έπαιξε κρίσιμο ρόλο στην κλιμάκωση της βίας. Ταυτόχρονα η οργανωμένη βία λειτούργησε ως παράδειγμα για όσους είχαν πρωταρχικό τους κίνητρο το μπάχαλο και την καταστροφή.

Δεν εμπεριείχε ίχνος ρίσκου, αυτοθυσίαςή γενναιότητας. Η συμμετοχή στις καταστροφές ήταν ανέξοδη και εκ του ασφαλούς, μια κλασική περίπτωση «τζάμπα μαγκιάς» που ανθεί σε καθεστώς ανομίας.

Δεν ήταν αποτέλεσμα της διεθνούς οικονομικής κρίσης. Αντίθετα απ΄ ό,τι υποστήριξαν ξένοι κυρίως δημοσιογράφοι, τα αποτελέσματα της οικονομικής κρίσης δεν είχαν φθάσει ακόμη στην Ελλάδα. Τώρα που έφθασαν με καθυστέρηση δεν φαίνεται, παραδόξως, να παράγουν εξεγέρσεις.

Δεν ήταν προοίμιο ενός διεθνούς κύματος εξεγέρσεων, όπως φαντασιώθηκαν ορισμένοι που είδαν στην επανάσταση το νέο εξαγώγιμο προϊόν της χώρας. Κάποιες προσπάθειες μίμησης σε ορισμένες χώρες έπεσαν γρήγορα στο κενό. Η άποψη ότι η ελληνική εξαίρεση οφείλεται στο γεγονός πως η ελληνική νεολαία είναι η πιο δυστυχισμένη στον κόσμο (ναι, γράφτηκε κι αυτό!) είναι κάτι παραπάνω από ανόητη.

Δεν ήταν και τόσο πρωτόγνωρη. Η έκταση των καταστροφών ήταν πρωτοφανής και ο αριθμός των ατόμων που συμμετείχαν σε αυτές μεγαλύτερος απ΄ ό,τι συνήθως, αλλά το μοντέλο κινητοποίησης παρέπεμπε στις χρόνιες και επαναλαμβανόμενες κινητοποιήσεις που ταλανίζουν τη χώρα και που διακρίνονται από την ανεμπόδιστη δράση των διάφορων «αντιεξουσιαστικών» ομάδων, τη σχετική συμπάθεια με την οποία αντιμετωπίζονται από μερίδα των ΜΜΕ, του πολιτικού κόσμου αλλά και των λεγόμενων «ενοχικών μεσηλίκων», την πάγια βεντέτα τους με την Αστυνομία και την εκμετάλλευση του πανεπιστημιακού ασύλου. Το μοντέλο αυτό έχει ως συμβολικό θεμέλιο την τοτεμική λειτουργία της εξέγερσης του Πολυτεχνείου το 1973, που λειτουργεί ως ένα πρότυπο το οποίο η κάθε γενιά θα πρέπει να αναπαράγει αν θέλει να ενηλικιωθεί: κάθε γενιά και το Πολυτεχνείο της. Η Αννα Δαμιανίδη, η οποία συμμετείχε στην πραγματική εξέγερση του 1973, επεσήμανε τον παραλογισμό αυτόν: «Τρελαίνομαι όταν ακούω νέους να λένε πως είχαμε το προνόμιο της εξέγερσης. Θέλαμε να ζήσουμε, να χαρούμε τα νιάτα μας, τις ευρωπαϊκές κατακτήσεις. Να ζούμε όπως εσείς οι νέοι τώρα».

Δεν αμφισβήτησε τις κυρίαρχες νεοελληνικές αξίες. Αντίθετα, υπήρξε μια γνήσια έκφρασή τους: της αδιαφορίας, αν όχι του μίσους, για την περιουσία των άλλων και τη δημόσια ιδιοκτησία, της διεκδίκησης δικαιωμάτων δίχως υποχρεώσεις, της ταυτόχρονης απαίτησης για καλοπληρωμένες δουλειές και της αντίδρασης στις μεταρρυθμίσεις που θα τις παραγάγουν, της διαμαρτυρίας ενάντια στο κράτος αλλά και του ονείρου μιας κρατικοδίαιτης ζωής, της ημιμάθειας που εκφράζεται με έναν λόγο κούφιο, κοινότοπο και απόλυτο.

Δεν άφησε κάποιο ίχνος πίσω της. Οι εξεγέρσεις των μαύρων στις αμερικανικές πόλεις το 1968 ή των φοιτητών στο Παρίσι τον Μάη της ίδιας χρονιάς είχαν καταλυτικές συνέπειες. Η «εξέγερση» της Αθήνας δεν είχε καμία απολύτως πολιτική προέκταση, με εξαίρεση την εμφάνιση μιας νέας γενιάς τρομοκρατικών οργανώσεων και τη σχεδόν καθημερινή πρακτική του προπηλακισμού πνευματικών ανθρώπων. Θα αποκτήσει ενδεχομένως ιστορική σημασία αν αποδειχθεί ότι κατάφερε να αφυπνίσει την κοινωνία και να την κάνει να αντιληφθεί το κόστος που ενέχει η συντήρηση και αναπαραγωγή μιας ξεπερασμένης κουλτούρας στον κόρφο της οποίας παράγονται φαινόμενα όπως η «εξέγερση του Δεκέμβρη».

Ο κ. Στάθης Ν. Καλύβας είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Υale.

Χτυπάνε κόκκινο τα εθνικά μας θέματα

Η Ελλάδα υποχρεούται να αντιμετωπίσει ζωτικής σημασίας εθνικά θέματα και κατά το 2010 που θα αποδειχθεί έτος καμπής- στα πιο πολλά δίχως επιστροφή. Διότι ο κόμπος έχει φτάσει στο χτένι και ή ο κόμπος θα λυθεί ή το χτένι θα σπάσει. Το χτένι είναι η Ελλάδα όπως την γνώρισε η τελευταία γενεά της. Τον κόμπο συνθέτουν:

*O ωμός ιμπεριαλισμός της Τουρκίας στην Κύπρο, στο Αιγαίο και στην Θράκη,
*O «μακεδονισμός» των Σκοπίων ως μοχλός των Αμερικανών για τον περαιτέρω αναδασμό της βαλκανικής ενδοχώρας με επίκεντρο την ελληνική Μακεδονία,
*H πλήρης κατάρρευση του κρατικού μηχανισμού και
*H τραγική επιδείνωση της οικονομίας  με κορυφαία απειλή την αποσύνθεση της ελληνικής κοινωνίας.

Καθίσταται προφανές ότι:

1ον Όλα τα εθνικά θέματα συνδέονται αδιάλυτα μεταξύ τους, απειλούν την τελευταία αμυντική γραμμή του ελληνισμού και η τελική τροπή αυτών κρίνεται στην Ευρωπαϊκή ΄Ενωση και στην Ατλαντική Συμμαχία όπου ταυτόχρονα η χώρα μας έχει εναποθέσει την οικονομία της, κορυφαίους θεσμούς της και την ασφάλειά της σε απόλυτη αλληλεξάρτηση. Εν προκειμένω η εσωστρέφειά μας επικαλείται αποκλειστικά τα «δυνατά χαρτιά μας», δηλαδή απλώς την αρνησικυρία μας έναντι των εταίρων μας και των συμμάχων μας, αλλά δεν θέλει να συνειδητοποιήσει πόσα και πόσο ισχυρά πράγματι χαρτιά έχει έναντι της Ελλάδος η Ευρωπαϊκή ΄Ενωση και η Ατλαντική Συμμαχία ούτε τι ευρω-ατλαντικά συμφέροντα διακυβεύονται. Εξ άλλου, μόλις το 2010 τεθεί σε ισχύ η Συνθήκη της Λισαβόνας, παύει να ισχύει η ομοφωνία, άρα και η αρνησικυρία, στις περισσότερες σημαντικές αποφάσεις της Ε.Ε.

2ον Η εθνική -όχι μόνον η στρατιωτική- άμυνα είναι τόσο ισχυρή όσο ισχυρή είναι αντίστοιχα η εθνική οικονομία, η ελληνική κοινωνία και η κρατική μηχανή
.
3ον Η Ελλάδα βρίσκεται ουσιαστικά σε εμπόλεμη, κυριολεκτικά, κατάσταση. ΄Οσο περισσότερα μέτωπα ανοίγονται με επιθετικά αιτήματα στο εσωτερικό της χώρας τόσο περισσότερο αποδυναμώνεται περαιτέρω η εθνική άμυνά της. Και τούτο συμβαίνει αυτόματα, ανεξάρτητα από το δίκαιο ή μη των επί μέρους αιτημάτων.

4ον  Η συνόλη εθνική -και όχι μόνον πολιτική- ηγεσία, όπως και η δημοσιογραφία, δεν έχει εγγράψει στην συνείδηση του ελληνικού Λαού  ολοκληρωμένα την σκληρή αυτή πραγματικότητα με εγκυρότητα, πληρότητα και αμεσότητα. A la guerre, comme a la guerre, έλεγαν οι Γάλλοι. «Στον πόλεμο, όπως στον πόλεμο». Αν χαθεί, χάνουμε όλοι. Οι Έλληνες έχουν αποδείξει πως στον πόλεμο πάνε ομόθυμοι όλοι και νικούν.

5ον  Ο ελληνισμός διαθέτει ισχυρές αυτοφυείς δυνάμεις και εν δυνάμει στρατηγικές συμμαχίες που, ωστόσο, αδρανοποιεί το πολιτικο-γραφειοκρατικό σύστημα υποταγμένο πλήρως ακόμη στην Ολιγαρχία των μεγάλων οικονομικών συμφερόντων, των επαγγελματιών συνδικαλιστών  και των ισχυρών διαμορφωτών κοινής γνώμης.

Με τα δεδομένα αυτά δεν χωράει καμιά αμφιβολία ότι η ελληνική κυβέρνηση πρέπει να έχει συνεχή αποφασιστική υποστήριξη στο επιχειρησιακό πεδίο των σχεδιασμών και των μαχών. Τούτο μοιάζει  ουτοπικό, προς το παρόν, αλλά, ακόμη και αν επιτευχθεί, δεν αρκεί. Η υποστήριξη προϋποθέτει συνειδητή  εθνική συνεννόηση, η οποία θα μπορεί να πείσει, να αναδιατάξει, να εμπνεύσει και να οδηγήσει εμπρός όλες τις μάχιμες δυνάμεις του ΄Εθνους πανστρατιά. Γι’ αυτό, όμως, απαιτείται ένας κοινός καθαρός σκοπός. Μόνον έτσι κερδίζεται και, επί πλέον, αναδεικνύεται γονιμοποιός ένας πόλεμος, έστω ειρηνικός.

΄Ολα τα εθνικά θέματα αποτελούν την τελευταία αμυντική μας γραμμή, όπως προαναφέρθηκε. Συνεπώς, σκοπός των πρώτων κρισίμων μαχών είναι να μη διαρραγεί η εθνική άμυνα. Αυτός ο σκοπός, όμως, επ’ ουδενί μπορεί να είναι και ο κοινός σκοπός του πολέμου. Παρά την αναγκαιότητα του επιβεβλημένου αγώνα, ένας τέτοιος σκοπός είναι πολύ μικρός για να κινήσει πανστρατιά τον ελληνισμό και, προ παντός, για να τον δικαιώσει. Διότι είναι αρνητικός. Στην πολύ δύσκολη ακόμη περίπτωση νίκης, σκοπεύει στο «μη χειρότερα»: να μη επεκταθεί η Τουρκία, να μη αναγνωρισθούν τα Σκόπια με το καλλιτεχνικό τους ψευδώνυμο «Μακεδονία», να μη καταρρεύσει η οικονομία μαζί με τα ασφαλιστικά ταμεία και την κοινωνία, να μη προχωρήσει κι άλλο η διαφθορά κι η διάλυση της κρατικής μηχανής.

Ας πούμε ότι αποκρούσαμε αυτήν την πράγματι εθνική απειλή σε όλο το εύρος του Μετώπου. Ε, και έπειτα; ΄Επειτα, απλώς, ο εχθρός θα βρίσκεται πάντοτε προ των πυλών και ενίοτε ένδον των τειχών. Αργά η γρήγορα θα επανέλθει και κάποτε θα μας αλώσει. Μια τέτοια αμυντική, φανερά αρνητική, πολιτική απέναντι στα απειλητικά εθνική θέματα υποδηλώνει ιστορικά το Σύνδρομο της Αλώσεως. Η αποκομμένη και συνεχώς πολιορκουμένη Κωνσταντινούπολη δεν συζητούσε αν όφειλε να ανασυστήσει την Αυτοκρατορία αλλά μόνον αν ήταν «κρειττότερον ιδείν φακιόλιον Τούρκων βασιλεύον ή καλύπτραν παπικήν», δηλαδή άσπρος σκύλος-μαύρος σκύλος. Καλύτερα να βασιλεύει τούρκικο σαρίκι παρά καπέλο Καθολικών!

Γίνεται, συνεπώς, φανερό πως ο σκοπός του πολέμου δεν επιτρέπεται να περιορισθεί στο να περισωθεί απλώς η Ελλάδα έτσι όπως είναι. Σκοπός του πολέμου είναι να αναγεννηθεί η Ελλάδα, να αναδιοργανωθεί, να αναπτυχθεί, να καταστεί ισχυρή και να δύναται να ανταγωνισθεί. Τούτο προϋποθέτει, μεταξύ άλλων, κρατική μηχανή πραγματική, οικονομία παραγωγική, κοινωνία συνεκτική, δημογραφία δυναμική με τολμηρή μεταναστευτική πολιτική, ελληνική περιφέρεια ζωντανή, χώρα ανοικτή και εξωστρεφή.

Πολλά πράγματι τα ζητούμενα και πολυσχιδή. Προέχει κατ’ εξοχήν, όμως, να συζητηθούν και προ πάντων να επιλυθούν. Διότι «δει δη λύσεων και άνευ τούτων ουδέν εστί γενέσθαι». Πώς αλλιώς να γίνει; Οφείλουμε να εξοικονομήσουμε τον καιρόν γιατί «ήγγικεν η ώρα και νυν εστί». Σπαταλήσαμε άδικα πολλά χρόνια και ακόμη περισσότερα χρήματα, όταν τα είχαμε!

Βλέπεις, η ιστορική ζωή δεν είναι ποτέ τζάμπα ούτε  την εννοούν οι τζάμπα μάγκες. Και οι καιροί ου μαινετοί. Καιρός να συστρατευθούν πάντες οι δυνάμενοι φέρειν όπλα. Οι ΄Αλλοι στην Μύκονο, στο Βατοπέδι και στο «Ντα Κάπο»!...

Ν. Ι. Μέρτζος*



*Πρόεδρος της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών,
δημοσιογράφος και συγγραφέας, αναμορφωτής
της Κοινότητος Νυμφαίου Φλωρίνης.

Κυριακή 6 Δεκεμβρίου 2009

Εθνικισμός - διεθνισμός: εισαγόμενοι

Tου Χρηστου Γιανναρά
news.kathimerini.gr

Ο εθνικισμός ήταν τυπικό γέννημα και καύχημα του Διαφωτισμού. Σήμερα, στην Ελλάδα της ημιμάθειας και της σύγχυσης, όσοι καμώνονται τον διαφωτιστή και τον προοδευτικό έχουν τη λέξη «εθνικιστής» για βρισιά, για ταπεινωτική προσβολή.

Οι Διαφωτιστές είχαν πιστέψει ότι μπορούσαν τη συνύπαρξη των ανθρώπων, τη συλλογικότητα, να τη βασίσουν όχι πια σε θρησκευτικά ιδεολογήματα, που στοίχισαν αίμα και φρίκη στην Ευρώπη, αλλά σε ορθολογικά εντοπισμένους παράγοντες συνοχής: κοινή καταγωγή, γλώσσα, Ιστορία, έθιμα. Δεν υποψιάστηκαν ποια συνοχή σχέσεων κοινωνίας ενδέχεται να εξασφαλίζει το σέβας του «ιερού», όταν δεν οριοθετείται ιδεολογικά το «ιερό» αλλά συνιστά κοινή «στάση» διαμορφωμένη από πείρα αιώνων: «Στάση» σεβασμού ή δέους για κάποιο «νόημα» της ύπαρξης και των υπαρκτών που λειτουργεί ως άξονας αναφοράς της ευθύνης - ελευθερίας του ανθρώπου και αιτιολογεί την ενεργητική του ετερότητα, επιτρέπει ελπίδα νίκης καταπάνω στο εφήμερο.

Πάντως, ο εθνικισμός του Διαφωτισμού αποδείχθηκε, όπως όλα τα ανθρώπινα, δίκοπος: αφορμή περισσότερων ελευθεριών για το άτομο και πρόξενος ακόμα περισσότερης φρίκης. Για μας τους Ελληνες ήταν και η χαριστική βολή για το ιστορικό μας τέλος: Μας οδήγησε στην ξιπασμένη παραίτηση από την αρχοντιά του κοσμοπολίτη, από τη συνείδηση προτεραιότητας του πολιτισμού, μας βύθισε στη μειονεξία και κακομοιριά του Βαλκάνιου επαρχιώτη, στην ανίατη καθυστέρηση. Οσες αντιστάσεις εμφανίστηκαν (Μακρυγιάννης, Ζαμπέλιος, Παπαδιαμάντης, Ιων Δραγούμης, η Γενιά του ’30) –εκδοχές για την ελληνικότητα ως ενεργό πρόταση «νοήματος», δηλαδή πολιτισμού δίχως εθνικά σύνορα– απέτυχαν ιστορικά, το αποδείχνει η θεσμική συγκρότηση και λειτουργία του ελλαδικού κράτους.

Σήμερα πια εγχωρίως έχει αντιστραφεί ακόμα και η σημασία των λέξεων: Διαφωτιστής στην Ελλάδα θεωρείται ο διεθνιστής και ο εθνικισμός της ευρωπαϊκής Νεωτερικότητας λογαριάζεται οπισθοδρόμηση, αναχρονισμός. Αυτό μάλλον οφείλεται στην παγκόσμια αποκλειστικότητα που έχουν οι Ελλαδίτες να παντρεύουν τα αντιφατικά και ασυμβίβαστα: τον Διαφωτισμό με τον Μαρξισμό. Να βλέπουν τη συλλογικόητα μόνο σαν διαφοροποίηση τάξεων και πάλη των τάξεων, τον πολιτισμό σαν «εποικοδόμημα» στη «βάση» των παραγωγικών και ανταλλακτικών σχέσεων.

Ο,τι ξεφεύγει από το μανιχαϊστικό δίπολο εθνικισμού και ιστορικο-υλιστικού διεθνισμού, η εμμονή στην ελληνικότητα ως κοσμοπολίτικη πρόταση πολιτισμού (πρόταση τρόπου και νοήματος του βίου: κοινής ιεαράρχησης αναγκών) ταξινομείται αμέσως προκρούστεια στο απεχθέστερο είδος εθνικισμού: Σημαίνει σκοταδισμό, αναχρονισμό, οπισθοδρόμηση, αντίδραση στην πρόοδο, συγγένεια ιδεολογική με τον Εθνικοσοσιαλισμό και δι’ αυτού με τον Φασισμό. Οι δογματικοί παλαιοημερολογίτες του Περισσού, θαυμαστές του τείχους που χώριζε στο Βερολίνο τον «παράδεισο» του ολοκληρωτισμού από την «κόλαση» του φιλελευθερισμού, συγκαταλέγονται στις «προοδευτικές δυνάμεις», ενώ η Γενιά του ’30 (ο Ζήσιμος Λορεντζάτος, λ.χ., για την «Αυγή») είναι αποφώλιος εθνικιστής με όλα τα σχετλιαστικά ομόσημα.

Γι’ αυτό και δεν παράγεται πια πολιτική στην Ελλάδα, μόνο αναμασήματα μεταπρατικής κενολογίας για διαιώνιση της τεταρτοκοσμικής καφρίλας. Δεν τολμάει πολιτικός λόγος να ζητήσει λ.χ. περισσότερα Αρχαία Ελληνικά στο σχολειό, Αρχαία Ελληνικά από το Δημοτικό, αφού η στέρεα δομή τους επιτρέπει να διδάσκεται η γλώσσα ως λογική συνεπιφέροντας και τη διδασκαλία των μαθηματικών ως γλώσσας – θα χλευαστεί αμέσως η πρόταση σαν «εθνικισμός». Δεν νοιάζονται τα μαρξιστοδιαφωτιστικά υβρίδια για καλλιέργεια της σκέψης και της κρίσης, μάχονται φαντάσματα. Ετσι, είτε η Ν.Δ. κυβερνάει είτε το ΠΑΣΟΚ, η παιδεία στην Ελλάδα είναι στεγανά απολιτική, πειθαρχημένη στον στόχο να ετοιμάζει πειθήνιους οπαδούς για τα κομματικά ποιμνιοστάσια, όχι υπεύθυνους πολίτες.

Απολιτικός είναι και ο συνδικαλισμός στην Ελλάδα, δουλεύει αποκλειστικά για τις κομματικές μαφίες και το χρυσοπληρωμένο κηφηναρειό των εργατοπατέρων, πάντα στραγγαλίζοντας τη ζωή στην απολυτοποίηση της οικονομικής δοσοληψίας. Ο πολιτικός λόγος που θα θύμιζε πανάρχαιους εθισμούς των Ελλήνων στην προτεραιότητα της δημιουργίας και όχι του εκβιαστικού επισιτισμού, θα απαιτούσε τη συμμετοχική δημιουργικότητα ως όρο της μισθωτής εργασίας, ένας τέτοιος λόγος θα στιγματιζόταν «εθνικιστικός» για να εξοντωθεί καίρια.

Δεν τολμάει ο Μακεδόνας να υπερασπίσει την ελληνικότητα του ονόματος της Μακεδονίας, ο Θρακιώτης να υπερασπίσει τη γη του, ο Καστελοριζιός την ελληνικότητα του αρχιπελάγους. Θα απειληθούν και αυτοί με κατάταξη στους «εθνικιστές». Αδύνατο να συζητηθούν στη σημερινή Ελλάδα όροι αξιοπρέπειας στην άσκηση εξωτερικής πολιτικής, όροι στρατηγικής σωφροσύνης στην οργάνωση της άμυνας, προϋποθέσεις αυτοπροστασίας του πολίτη από τη χυδαιότητα του χαμηλής στάθμης τουρισμού, απαιτήσεις προστασίας της γλώσσας από τη βάναυση αγραμματοσύνη, και χίλια ανάλογα, χωρίς να κυριαρχήσουν οι χαρακτηρισμοί ή οι υπόνοιες για «εθνικισμό», «σοβινισμό», «ακροδεξιά σύνδρομα». Στην Ελλάδα δεν παράγεται πια πολιτική, γιατί είναι τυραννικά κυρίαρχος ο μονόδρομος της αλογίας των κλισέ, η συμπλεγματική παράνοια των δογματισμών.

Ούτε και μπορεί άλλος να μας υποκαταστήσει τους Ελληνες στις ευθύνες μας – όπως μας έχουν θέσει υπό ταπεινωτική επιτροπεία στα οικονομικά οι Ευρωπαίοι, έτσι κάποιοι διεθνείς οργανισμοί να επιτροπεύουν τη διαχείριση της πολιτιστικής μας παράδοσης που είναι πανανθρώπινο θησαύρισμα, όχι μόνο δικό μας. Θα ήταν απαραίτητο, αλλά δεν γίνεται. Δεν μπορεί άλλος να μας υποκαταστήσει στη διάσωση ζωντανής συνέχειας της ελληνικής γλώσσας, στην ανάγκη προτεραιότητας του κοινωνείν, προτεραιότητας της μεταφυσικής αναζήτησης, όχι του θρησκευτικού ατομοκεντρισμού. Κάποια διεθνής επιτροπεία θα μπορούσε να είχε αποσοβήσει τη νεοπλουτίστικη βλαχαδερή βλασφημία του Μουσείου που υψώσαμε απέναντι από τον ιερό βράχο της Αρκόπολης ή τις βάναυσες επεμβάσεις στο Κούριον της Κύπρου. Αλλά στην αλλοτρίωση των ουσιωδών θα παραμείνουμε αυτόχειρες.
Ούτε τον Διαφωτισμό αφομοιώσαμε ούτε την ελληνικότητα διασώσαμε. Θωρακισμένοι με τον φανατισμό της αλογίας αντιμαχόμαστε ψευδαισθήσεις.

Για ποιους λόγους δεν πρέπει να μπει η Τουρκία στην ΕΕ

Aπό χρόνια έχει δρομολογηθεί μια όχι συνηθισμένη διαδικασία, που αναφέρεται ως «ενταξιακή πορεία» της Τουρκίας, με στόχο την ένταξη της χώρας αυτής στην Ευρωπαϊκή Ένωση, χωρίς δέσμευση για θετική κατάληξη. Το ζήτημα που θα μας απασχολήσει εδώ είναι εάν η ένταξη στην ΕΕ της Τουρκίας ως πλήρους μέλους δημιουργεί θεσμικού χαρακτήρα προβλήματα στο όλο σύστημα οργάνωσης και λειτουργίας της.

Το σύνθετο αυτό πρόβλημα δεν φαίνεται, επίσημα τουλάχιστον, να συζητείται. Αν σκεφθεί, όμως, κανείς λογικά, δεν μπορεί παρά να υποθέσει ότι βρίσκεται ως πρόβλημα στο μυαλό των πολιτικών ηγεσιών της Ένωσης.

Τι εννοούμε «θεσμικού χαρακτήρα προβλήματα» που θα δημιουργήσει η τυχόν ένταξη της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση; Εξαρχής διευκρινίζομε ότι τα προβλήματα αυτά δεν αναφέρονται στη διαφορά θρησκεύματος που υπάρχει μεταξύ των χριστιανικών λαών της ΕΕ και του ισλαμικού λαού της Τουρκίας, ούτε σε άλλες πολιτισμικές διαφορές. Δεν έχουν, επίσης, καμιά σχέση με παλιές εθνικιστικές θεωρίες και θρησκευτικές και άλλου είδους ρατσιστικές αντιλήψεις, που οδηγούν σε διακρίσεις και καταπιέσεις κοινωνικών ομάδων και μειονοτήτων σε καταπιέσεις, οι οποίες σε άλλες εποχές έφθαναν μέχρι και σε γενοκτονίες.

Όλα αυτά ασφαλώς, που κατάφωρα παραβιάζουν κάθε ιδέα δημοκρατίας και δικαιωμάτων του ανθρώπου, δεν μπορεί να έχουν θέση στη σύγχρονη πολιτική σκέψη. Τα προβλήματα, επίσης, που θέτομε σ’ αυτό το άρθρο δεν έχουν σχέση με την «πολυπολιτισμικότητα», που επικαλούνται οι υποστηρικτές της ένταξης της Τουρκίας στην ΕΕ. Αν και το ζήτημα αυτό, όπως διατυπώνεται, είναι πολύ αόριστο και αβασάνιστο για ένα πολιτειακό ή πολιτικό σύστημα με περιορισμένο σχετικά γεωγραφικό χώρο και με αυστηρή εσωτερική νομιμότητα, όπως η ΕΕ, ωστόσο εμείς εδώ δεν αποκηρύσσομε την «πολυπολιτισμικότητα», εφόσον η ίδια δεν στραγγαλίζεται από μια σκληρή και ομοιογενή νομιμότητα. Θέτομε εδώ ακριβώς αυτό που προστατεύει την πολυπολιτισμικότητα στο επίπεδο εφαρμογής των θεσμών.

Η ΕΕ αποτελεί το μόνο οργανισμό υπερεθνικής εξουσίας στον πλανήτη που έχει προχωρήσει σε οργάνωση εξουσιών, τέτοια που να πλησιάζει σήμερα την οργάνωση ομοσπονδίας κρατών ή ομοσπονδιακού κράτους, τείνοντας συνεχώς προς αυτή την ολοκλήρωση. Θεμέλια της δομής και οργάνωσής της ήταν εξαρχής δύο βασικές αρχές, που ίσχυαν ανέκαθεν για όλες τις ομοσπονδίες κρατών: α) Η υψηλού βαθμού ομοιογένεια των λαών και κρατών-μελών ως προς την ευρύτερη κοινωνική, πολιτική και θεσμική αντίληψη του ρόλου του κράτους, ως προς την πολιτική πρακτική της δημοκρατίας και ως προς την πρακτική εφαρμογής των βασικών αρχών νομιμότητας. β) Η αποδοχή από όλα τα κράτη-μέλη της απαραίτητης μορφής εξισορρόπησης δυνάμεων ως προς τη συμμετοχή τους στα κεντρικά όργανα λήψης των αποφάσεων. Η συμμετοχή αυτή στηρίζεται στην αρχή της αναλογικότητας, με βάση το μέγεθος των κρατών-μελών.

Δεν είναι ανάγκη να είναι κανείς ειδικός για να αντιληφθεί ότι η ένταξη ως πλήρους μέλους ενός κράτους με τόσο μεγάλο λαό όπως η Τουρκία θα ανατρέψει άρδην το συσχετισμό των πολιτικών δυνάμεων

Η ΕΕ αποτελεί σήμερα πολιτειακή οντότητα με καταστατικό χάρτη τις ενοποιημένες συνθήκες και εντός ολίγου το ενιαίο «Σύνταγμα της Ευρώπης» (τη Συνταγματική Συνθήκη). Ασκεί αυτοδύναμα κυρίαρχη κεντρική εξουσία, με βάση τα κυριαρχικά δικαιώματα που της παραχώρησαν τα κράτη-μέλη της. Ο καταστατικός της χάρτης δεσμεύει όλα τα κράτη-μέλη και έχει αυξημένη τυπική ισχύ απέναντι ακόμη και στα συντάγματά τους. Το δίκαιο της ΕΕ ισχύει και στο εσωτερικό των κρατών-μελών και υπερέχει σε ισχύ από το εθνικό δίκαιο. Οι πολίτες των κρατών-μελών είναι και πολίτες της ΕΕ. Τέλος, τουλάχιστον το 85-90% της οικονομικής, της δημοσιονομικής και της κοινωνικής ζωής και πολιτικής ρυθμίζεται στις Βρυξέλλες. Αυτό το είχε επισημάνει ο Delors ήδη από το 1988. Επιπλέον δε, η Ένωση έχει χτίσει εδώ και δεκαετίες, και χτίζει συνεχώς μέσω της υπερεθνικής νομοθετικής, εκτελεστικής και δικαστικής εξουσίας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, μια ενιαία, πυκνή και γρανιτένια νομιμότητα, που επιβάλλεται στα κράτη-μέλη με ανυποχώρητη αυστηρότητα. Πρέπει δε να υπογραμμιστεί ότι η ενιαία αυτή νομιμότητα στηρίζεται στην ομοιογένεια νομιμότητας που υπάρχει σε όλα τα κράτη-μέλη.

Για να γίνουν πιο σαφή τα προβλήματα που θα δημιουργήσει η τυχόν ένταξη της Τουρκίας στην ΕΕ, ας δούμε μερικά βασικά παραδείγματα από την πραγματικότητα λειτουργίας των δύο συστημάτων, από την πρακτική εφαρμογής των αρχών της δημοκρατίας και από την αντίληψη νομιμότητας που ισχύουν στις έννομες τάξεις της Ένωσης και του τουρκικού κράτους.

Πρώτο παράδειγμα
Όπως ήδη σημειώσαμε, τα βασικά όργανα της ΕΕ οργανώθηκαν και λειτουργούν συλλογικά, σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας που έχει βάση το μέγεθος των λαών των κρατών-μελών. Έχει συγκροτηθεί, δηλαδή, και λειτουργεί το όλο σύστημα εξουσίας της Ένωσης στη βάση μιας συμφωνημένης από όλα τα κράτη-μέλη ποσοτικής ή ποσοστιαίας συμμετοχής σ’ αυτό, που διασφαλίζει την επίσης αποδεκτή από όλα ισορροπία δυνάμεων. Το σύστημα αυτό είναι θεσμοθετημένο και λειτουργεί από χρόνια χωρίς τριβές, παρά τη διαφορά ισχύος μεταξύ των μελών. Από την οργανωτική δομή της Ένωσης, προκύπτει αβίαστα ότι δεν υπολογίστηκαν για το σύστημα αυτό λαοί του μεγέθους της Τουρκίας.

Δεν είναι ανάγκη να είναι κανείς ειδικός για να αντιληφθεί ότι η ένταξη ως πλήρους μέλους ενός κράτους με τόσο μεγάλο λαό όπως η Τουρκία θα ανατρέψει άρδην το συσχετισμό των πολιτικών δυνάμεων στο όλο σύστημα εξουσίας της Ένωσης και θα μεταβληθεί ριζικά το status εξουσίας των παλαιών μελών. Η αρχή της αναλογικότητας, που έχει γίνει αποδεκτή από όλους, θα ανατραπεί. Για να μην γίνει αυτό, θα πρέπει να αλλάξει ολόκληρο το θεσμικό σύστημα συμμετοχής των κρατών-μελών στα κεντρικά όργανα εξουσίας της Ένωσης. Θα πρέπει, δηλαδή, να ανασυγκροτηθεί εξαρχής η ΕΕ, με αναδιανομή των εξουσιών στα κράτη-μέλη.

Αλλά και σ’ αυτή την περίπτωση, πώς θα παραβιαστεί η αρχή της αναλογικότητας εις βάρος της Τουρκίας; Αυτά όλα θα έχουν, ασφαλώς, απρόβλεπτες συνέπειες: Διαμόρφωση διαλυτικών και διχαστικών τάσεων, δημιουργία νέων εστιών εσωτερικής και διεθνούς εξάρτησης της Ευρώπης κ.ά. Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς ότι αυτά μπορεί να γίνουν εύκολα αποδεκτά όχι μόνο από τις σημερινές μεγάλες δυνάμεις της Ένωσης, αλλά και από τα μικρά κράτη-μέλη.

Δεύτερο παράδειγμα
Είναι γνωστό σε όλους ότι από την εποχή της Γαλλικής Επανάστασης και τα είκοσι επτά της ΕΕ, οι θεσμοί τους, το δίκαιό τους, η ερμηνεία και η εφαρμογή των νόμων τους, η έννοια των δικαιωμάτων του ανθρώπου και του πολίτη στην εφαρμογή τους, η αντίληψη των σχέσεων των φύλων, η αντίληψη της οικογένειας και της εκπαίδευσης, οι σχέσεις κράτους και θρησκείας και ολόκληρο το σύστημα νομιμότητας και θεσμών είναι σε όλη τους την έκταση και την ουσία κοσμικά. Πλήρως κοσμικό είναι και το σύστημα νομιμότητας της όλης ΕΕ, αφού, όπως είπαμε, διαπλάστηκε πάνω στις βάσεις των κρατών-μελών του. Αυτή η ομοιογένεια στην αντίληψη του δικαίου και των αρχών της δημοκρατίας δεν μπορεί να υπάρξει εύκολα και χωρίς τριβές, αν ενταχθεί Τουρκία στην ΕΕ. Η επίδραση της θρησκείας στη λειτουργία της δημοκρατίας και στο όλο πολιτικό σύστημα, καθώς και στο σύστημα προστασίας των δικαιωμάτων στο κοινωνικό και το πολιτικό επίπεδο είναι πολύ ισχυρή στη γειτονική χώρα. Παρά τον σχετικά υψηλό βαθμό κοσμικότητας του τουρκικού ισλαμισμού, ή του νεοοθωμανισμού, οι συγκρούσεις μεταξύ κοσμικής και θρησκευτικής αντίληψης ως προς τη λειτουργία των θεσμών και την ερμηνεία του δικαίου στην πράξη θα είναι συνεχείς και καθημερινές. Η νομοθετική και η εν γένει ρυθμιστική πρακτική της Ένωσης και η νομολογία του Δικαστηρίου της θα είναι συνεχώς αντιμέτωπες με βαθιές συγκρούσεις σε όλα τα επίπεδα του κοινωνικού βίου. Και στις δύο πλευρές θα δημιουργείται συνεχώς καταπίεση συνείδησης: Καταπίεση κοσμικής συνείδησης νομιμότητας στην ΕΕ και καταπίεση θρησκευτικής και ηθικής συνείδησης στην τουρκική κοινωνία. Η καταπίεση αυτή θα έχει, ασφαλώς, αντικοινωνικές και αντιδημοκρατικές διαστάσεις – κάτι που δεν συμβιβάζεται με τη σύγχρονη αντίληψη της δημοκρατικής κοινωνίας που επιδιώκουν η Ένωση και οι λαοί της. Πρέπει δε να επισημάνομε και τον κίνδυνο οι θρησκευτικές αξιώσεις του τουρκικού μωαμεθανισμού να αναζωπυρώσουν και να τροφοδοτήσουν στις άλλες χώρες της ΕΕ αντίστοιχες θρησκευτικές αξιώσεις των Εκκλησιών και των θρησκευόμενων οπαδών των τριών χριστιανικών δογμάτων που επικρατούν σ’ αυτές, με αλυσιδωτή επέκταση σε όλες τις θρησκευτικές μειονότητες και ομάδες των ευρωπαϊκών λαών. Η αρχή της απαγόρευσης θρησκευτικών διακρίσεων θα ισχύσει, με τον τρόπο αυτό, προς αντίστροφη κατεύθυνση από εκείνη που έχει ο βασικός σκοπός της.

Τρίτο παράδειγμα
Η βαθιά πολιτική διάσταση μεταξύ του τουρκικού κράτους και του κουρδικού έθνους αποτελεί πολιτικό φαινόμενο, ανάλογο του οποίου δεν έχει αντιμετωπίσει μέχρι σήμερα το πολιτικό και το νομικό σύστημα της ΕΕ. Η πολιτική αυτή διάσταση ασφαλώς θα αποτελεί εστία και πηγή πολιτικών και νομικών προβλημάτων, τα οποία δεν θα είναι αμελητέα. Μέσω αυτού του προβλήματος, θα εισέλθει και θα δημιουργηθεί ένας νέος τομέας εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής στην ΕΕ με πολλά ακανθώδη ζητήματα. Το σημαντικότερο είναι ότι η εξωτερική πολιτική της Ένωσης θα εμπλακεί άμεσα με ένα από τα πολυπλοκότερα σε συγκρούσεις συμφερόντων πρόβλημα της διεθνούς πολιτικής σκακιέρας.



Τέταρτο παράδειγμα
Τα περισσότερα κράτη του κόσμου έχουν δημοκρατικά συντάγματα, αλλά δεν έχουν όλα δημοκρατία. Από αυτά που μπορεί να θεωρηθούν ότι έχουν δημοκρατία –με την έννοια εδώ της «αστικής δημοκρατίας» που ισχύει στην ΕΕ και στο Συμβούλιο της Ευρώπης– ορισμένα δεν έχουν πλήρη και αδιαμφισβήτητη εφαρμογή των θεσμών της και του δημοκρατικού συντάγματος. Σε αυτές τις περιπτώσεις λέμε ότι υπάρχει ένας βαθμός «εικονικότητας» του συντάγματος. Υπάρχει, δηλαδή, σημαντική απόσταση ανάμεσα στις τυπικές διακηρύξεις και εγγυήσεις του συνταγματικού κειμένου και στην εφαρμογή τους στην πράξη. Με τα κριτήρια της «φιλελεύθερης αστικής δημοκρατίας» (χωρίς να λαμβάνομε εδώ υπόψη μας τα μεγάλα δημοκρατικά της ελλείμματα και τα σημεία της βαθιάς της κοινωνικοπολιτικής κρίσης) τα συντάγματα των κρατών-μελών της ΕΕ θεωρούνται ότι έχουν την πληρέστερη εφαρμογή των συνταγματικών τους αρχών και εγγυήσεων στην πράξη μεταξύ των δημοκρατιών του κόσμου. Αυτό δεν συμβαίνει και με την Τουρκική Δημοκρατία, η οποία παρουσιάζει σε πολλά σημεία έλλειμμα εφαρμογής του Συντάγματός της. Η διάσταση αυτή μεταξύ της συνταγματικής πραγματικότητας και γενικότερα της πραγματικότητας νομιμότητας που υπάρχει μεταξύ της Τουρκίας από το ένα μέρος και από το άλλο της ΕΕ, ως ενότητας και των κρατών-μελών της χωριστά, θα δημιουργήσει συγκρούσεις νομιμότητας ανάλογες με αυτές που επισημάναμε αμέσως πιο πάνω. Οι θέσεις της νομολογίας του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, σε πολλές περιπτώσεις του καθημερινού βίου που θα αφορούν την αντίληψη δημοκρατίας, ελευθερίας, ισότητας και δικαιωμάτων του ανθρώπου, δεν θα ανταποκρίνονται στη συνείδηση του μεγαλύτερου μέρους του τουρκικού λαού. Αντίθετα, θα δημιουργούν καταπιέσεις, που θα έχουν και πολιτικές συνέπειες για την ΕΕ.

Από τα λίγα αυτά παραδείγματα –υπάρχουν ασφαλώς και άλλα–, γίνεται φανερό ότι η αρχή της σχετικής ομοιογένειας, που υπάρχει σήμερα στη θεσμική συγκρότηση και λειτουργία της ΕΕ και είναι πια εδραιωμένη και αναγκαία για την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, θα διαταραχθεί βαθύτατα από την τυχόν ένταξη σ’ αυτή της Τουρκίας ως πλήρους μέλους. Η καταστατική δομή και το ευρωπαϊκό κεκτημένο, που αποτελούν τα θεμέλια και τον πυρήνα της θεσμικής ισχύος της Ένωσης, θα έχουν να αντιμετωπίσουν σοβαρούς κλονισμούς και αναθεωρήσεις. Η ευρωπαϊκή νομιμότητα, που αποτελεί σήμερα το ισχυρότερο όπλο συνοχής της Ένωσης, θα υποστεί σοβαρή αποδυνάμωση. Γι’ αυτό, είναι απορίας άξιο πώς άρχισε καν «η ενταξιακή πορεία» της γειτονικής χώρας, πώς συνεχίζεται και πώς στηρίζεται από ορισμένα κράτη-μέλη, στα οποία ανήκουν η Ελλάδα και η Κύπρος. Είναι, ασφαλώς, γνωστοί οι λόγοι ειδικών συμφερόντων, που προβάλλονται για τη στήριξη της ένταξης. Πιθανόν όλοι να γνωρίζουν, τόσο οι σχεδιαστές αυτής της ενταξιακής πορείας, όσο και οι υποστηρικτές της, ότι πρόκειται για ένα διπλωματικά αναγκαίο ιντερμέτζο, που θα ακολουθήσει η τελική ειδική σχέση της Τουρκίας με την Ένωση. Αυτό, πάντως, που πρέπει να επισημανθεί ως κατακλείδα είναι ότι η ουσία και η ισχύς της ΕΕ βρίσκονται στα θεσμικά της θεμέλια. Αυτό αποτελεί την πρώτη πολιτική της Ένωσης.


Πειραιάς, Νοέμβριος 2009

του Γιώργου Ι. Κασιμάτη*
* Ο Γιώργος Ι. Κασιμάτης είναι Ομότιμος Καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Σάββατο 5 Δεκεμβρίου 2009

«12/2008, Οι νέοι, η ελευθερία και το κράτος»

akritas-history-of-makedonia.blogspot.

Από τις εκδόσεις IANOS κυκλοφορεί το νέο βιβλίο του καθηγητή Γιώργου Κοντογιώργη «12/2008, Οι νέοι, η ελευθερία και το κράτος», στο οποίο ανατέμνει την κρίση του ελληνικού πολιτικού συστήματος και τον χαρακτήρα του αδιεξόδου της νεοτερικότητας με αφορμή την πρόσφατη εξέγερση της νεολαίας και την παγκόσμια χρηματοπιστωτική αναταραχή. Συγχρόνως διαλογίζεται για την κατεύθυνση της εξέλιξης που αναμένεται να λάβει ο κόσμος στο περιβάλλον του 21ου αιώνα.
Όντως ο συγγραφέας διαπιστώνει ότι η στασιαστική έκφραση της οργής των νέων του περασμένου Δεκεμβρίου, ανεξαρτήτως της αφορμής που την προκάλεσε και της άμεσης αιτιολογίας της, ανέδειξε με μεγάλη καθαρότητα το αδιέξοδο της εποχής μας.

Αδιέξοδο που οφείλεται στην ανατροπή της ισορροπίας μεταξύ κοινωνίας, κράτους και αγοράς, υπέρ της πολιτικής κυριαρχίας της τελευταίας.
Αδιέξοδο με ειδικότερα ελληνικά χαρακτηριστικά, τα οποία τη φορά αυτή προέβαλαν στην παγκόσμια σκηνή ως προάγγελος γενικότερων εξελίξεων που δεν εγγράφονται στην περιοχή της παραδοσιακής αμφισβήτησης.
Το γεγονός αυτό εξηγεί, άλλωστε, γιατί οι πολιτικές δυνάμεις παρακάμφθηκαν με τόση ευκολία από τους νέους, στα συναισθήματα των οποίων οι διακινητές της ιδεολογίας της καταστροφής επικράτησαν κατά κράτος και καρπώθηκαν εξ ολοκλήρου την οργή τους, δίδοντάς της διαστάσεις τυπικής εξέγερσης. Με δεδομένη την αίσθηση του αδιεξόδου, που έγινε εμφανής στο πρόταγμα της ελληνικής νεολαίας, είναι όμως εξίσου κατάδηλη στο σύνολο της νεοτερικής σκέψης, ο συγγραφέας επέλεξε να επικεντρώσει το ενδιαφέρον του στη διερώτηση για τη σημειολογία της κρίσης, σε συνδυασμό με την ανάπτυξη μιας προβληματικής για την κατεύθυνση της εξέλιξης. Στο πλαίσιο αυτό, διεξάγει ένα γόνιμο διάλογο με θεμελιώδεις έννοιες της εποχής μας, όπως της δημοκρατίας και της αντιπροσώπευσης, της αγοράς και του οικονομικού συστήματος, της ελευθερίας και των δικαιωμάτων, της αναρχίας και της ιδεολογίας της καταστροφής, της συλλογικής ταυτότητας και της κοσμο-πολιτειότητας, προκειμένου να αναδείξει το βάθος του γνωσιολογικού αδιεξόδου και του συντηρητικού εγκιβωτισμού της νεοτερικότητας.
Πρόθεση του συγγραφέα δεν είναι να κατευθύνει τη σκέψη των νέων, αλλά να συμβάλλει στην αποδέσμευσή της από τα απολιθωμένα στερεότυπα της νεοτερικής γνωσιολογίας που την κρατούν δέσμια ποικίλλων όσων αναχρονισμών και προκαταλήψεων.

Ακολουθεί συνέντευξη του Γιώργου Κοντογιώργη στον Αλέξανδρο Στεργιόπουλο (Ελευθεροτυπία, Βιβλιοθήκη, 16.10.2009).......................

Αναλύοντας το αδιέξοδο

«Ακου, βλέπε, αλλά μη σωπαίνεις» είναι η προτροπή του Γιώργου Κοντογιώργη, μέσα από το βιβλίο του 12/2008, Οι νέοι, η ελευθερία και το κράτος (εκδόσεις Ιανός, σ. 232, 19 ευρώ ). Ο πρώην πρύτανης του Πάντειου Πανεπιστημίου, με αφορμή την εξέγερση των νέων, τον Δεκέμβριο του 2008, και την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση, προσπαθεί να αναλύσει το «γιατί» και το «πώς» του αδιεξόδου της εποχής μας.

Η εξέγερση του Δεκέμβρη πιστεύετε ότι ήταν ένα αυτοτελές συμβάν στην ελληνική κοινωνία ή μέρος ενός παγκόσμιου προβλήματος;

Η κρίση είναι παγκόσμια και σαφώς δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία. Από την πλευρά μου, την ανήγγειλα σε ανύποπτη στιγμή ως το αποτέλεσμα της επελθούσης δραματικής ανισορροπίας μεταξύ κοινωνίας, αγοράς και κράτους, υπέρ της αγοράς. Η λογική της αυτορύθμισης, έλεγα, παρακάμπτει τη λογική των κανόνων και ανοίγει την κερκόπορτα στις σχέσεις δύναμης, άρα στη διάρρηξη της συνοχής και της νομιμοποίησης του συστήματος. Τοποθετήσαμε τη λαιμαργία της παραγωγικότητας ως υπέρτατη αξία και αγνοήσαμε την κοινωνία, δηλαδή την πολιτική διάσταση της οικονομίας. Το πρόβλημα επομένως είναι δομικό. Ο δημόσιος χώρος έγινε τελικά λάφυρο των μηχανισμών. Ο «Δεκέμβρης» εκφράζει μια ελληνική ιδιαιτερότητα με ιστορικό υπόβαθρο. Η ελληνική κοινωνία λειτουργεί ως εργαστήρι για τα μέλλοντα να συμβούν στον κόσμο.
Κάποιοι εκμεταλλεύτηκαν την αυθόρμητη αντίδραση;
Πολλοί θέλησαν να την «αξιοποιήσουν», ουδείς όμως να αναδείξει την ουσία της. Η ουσία της όμως είναι εδώ, εκδηλώνεται μέσα από τη σταθερά μιας ριζικής αλλαγής στην προσέγγιση της πολιτικής από την κοινωνία, την οποία κανείς δεν επιθυμεί να αγγίξει
Ποιοι ήταν συγκεκριμένα; Τα κόμματα;
Οχι μόνο. Διάφορες ομάδες που εκφράζουν τη νομενκλατούρα του περιθωρίου νόμισαν ότι τους προσφερόταν η μοναδική ευκαιρία να βαθύνουν την έκρηξη, να οδηγήσουν την κοινωνία στην εξαθλίωση και στην ανασφάλεια, ώστε να την εκτρέψουν στην επανάσταση. Η ιδεολογία της καταστροφής διδάσκει την εξαθλίωση ως όχημα για την εξέγερση. Εάν ο κόσμος δεν ζει την εξαθλίωση αρκεί να τον προετοιμάσουμε γι' αυτήν
.
Ο Δεκέμβρης 2008 ήταν το μέγιστο γι' αυτούς που προσπάθησαν να τον ιδιοποιηθούν ή υπάρχει κι άλλο;
Νομίζω ότι η ιδεολογία της καταστροφής δεν έχει αύριο. Η ελληνική κοινωνία, επειδή είχε ενσαρκώσει στο είναι της, ιστορικά, μια καθολική αντίληψη για την ελευθερία, απέκτησε αντιστασιακή λογική. Αυτό συνέβη ιδίως από τη στιγμή που η συνάντησή της με τη μόλις εξερχόμενη από τη φεουδαρχία νεωτερικότητα την έφερε αντιμέτωπη με μορφές ελευθερίας που ήταν και εξακολουθούν να είναι σαφώς υποδεέστερες από τις δικές της. Η αντιστασιακή αυτή λογική της ελληνικής κοινωνίας εκδηλώνεται και απέναντι στο κράτος της νεωτερικότητας. Δεν είναι τυχαίο ότι, πριν αναλάβουν να διαχειριστούν την υπόθεση, αυτοί που την καρπώθηκαν στην πρώτη φάση και την απαξίωσαν στη δεύτερη, το σύνολο της κοινωνίας ενθάρρυνε τα παιδιά της να διαμαρτυρηθούν. Με τη διαμόρφωση στη συνέχεια μιας εικόνας της Αθήνας η οποία δεν προσιδίαζε σ' αυτό που εκφραζόταν μαζικά, οι συντεταγμένες δυνάμεις επανήλθαν, απορρόφησαν τους κραδασμούς και επανέφεραν τα πράγματα στο παρελθόν.
Συνεπώς, αυτοί ηθελημένα ή όχι έκαναν κακό;
Σαφώς. Εξέτρεψαν το περιεχόμενο της διαμαρτυρίας και την ευτέλισαν. Παγιδεύτηκαν από την επιλογή τής τότε ηγεσίας να αφήσει την Αθήνα απροστάτευτη να καεί, για να φοβηθεί ο κόσμος και να αντιστραφεί το φρόνημά του. Η διαμαρτυρία ήγειρε το πρόβλημα της ιδιοποίησης του κράτους, δηλαδή του γεγονότος ότι λειτουργεί αντικοινωνικά, υπηρετώντας τους κατόχους και τους νομείς του. Πρόταγμά της ήταν πώς θα επανέλθει το κράτος στην κοινωνία και όχι πώς θα το καταστρέψουμε.
Μήπως το σύστημα της ψηφοφορίας έχει αποτύχει;
Η ψήφος δεν είναι μονοσήμαντη ως έννοια. Αποκτά διαφορετική σημασία μέσα από το περιεχόμενό της. Υπάρχει η ψήφος που απλώς διαιτητεύει μεταξύ των μονομάχων που τους ορίζουν οι μηχανισμοί, όπως σήμερα. Αυτό το σύστημα όντως είναι ξεπερασμένο. Η αντιπροσωπευτική ψήφος αποδίδει στον πολίτη την ιδιότητα του εντολέα, ενώ η δημοκρατική ψήφος, ολόκληρο το πολιτικό σύστημα. Το θέμα δεν είναι να διεκδικήσει κάποιος σήμερα την αντιπροσώπευση ή τη δημοκρατία, διότι στην εποχή μας δεν αποτελούν αίτημα. Είναι όμως σημαντικό να ξεκαθαρίσουμε τις έννοιες, διότι μόνον έτσι θα αντιληφθούμε γιατί υπάρχει σήμερα έλλειμμα αντιπροσώπευσης και θα διερωτηθούμε πώς θα ξεπεραστεί. Αποδεχόμενοι ότι το σύστημα είναι δημοκρατικό αυτομάτως συνάγουμε ότι ολοκληρώθηκε η εξέλιξή του.
Σου δίνει όμως τη δυνατότητα να διαδηλώσεις.
Αυτό ακριβώς είναι δηλωτικό του χαρακτήρα του. Σου λέει, αν δεν σου αρέσει η πολιτική μου, κατέβα στον δρόμο να διαδηλώσεις. Σε αποδέχεται να του χτυπήσεις την πόρτα απ' έξω, να το πιέσεις, όχι όμως εταίρο στο εσωτερικό του. Το σύστημα ανήκει στο κράτος και στους κατόχους του. Η κοινωνία έχει καθεστώς ιδιώτη, δικαιούται να κυβερνάει μόνο τον ιδιωτικό της βίο.
Είπατε ότι υπήρχε ωστόσο μια ισορροπία που έχει διαταραχθεί. Ποια ήταν η βάση της ισορροπίας αυτής και τι άλλαξε;
Μέχρι τη δεκαετία του 1980 η συνάντηση της κοινωνίας με την πολιτική γινόταν σε μια εξωθεσμική βάση, μέσω της ιδεολογικής και ταξικής αναφοράς των κομμάτων. Τα πράγματα άλλαξαν, η πολιτική έχει οδηγηθεί στην ολοκληρωτική εξάρτησή της από την αγορά και τις διεθνείς σχέσεις ηγεμονίας. Ας διερωτηθούμε πώς θα ήταν τα πράγματα αν, για παράδειγμα, για τις κυβερνητικές αποφάσεις προϋπετίθετο η έκφραση γνώμης από την κοινωνία. Αρα το πρόβλημα είναι πολιτικό και τώρα πια παγκόσμιο.
Πότε θα αποκτήσει ενεργό ρόλο η κοινωνία;
Οχι μέσω της λεγόμενης «κοινωνίας πολιτών», των ομάδων συμφερόντων, όπως διατείνονται οι θεωρητικοί της νέας τάξης, που δίδαξαν την ιδέα της αυτορύθμισης της οικονομίας. Ο συνεταιρισμός αυτός, όχι μόνο δεν οδήγησε σε μια αντιπροσωπευτική σύνθεση με γνώμονα το συμφέρον της κοινωνίας, αλλά αποτέλεσε την κύρια αιτία για τη γιγάντωση των ανισοτήτων και της κρίσης που μαστίζει τις κοινωνίες.
Ο λαός είναι τόσο ανήμπορος;
Δεν είναι ανήμπορος, δεν υπάρχει ως πολιτικός συντελεστής, διότι είναι θεσμικά ανυπόστατος. Δεν αποτελεί μέρος του πολιτικού συστήματος. Λέγεται ότι οι πολιτικοί είναι η εικόνα της κοινωνίας. Λάθος. Τους πολιτικούς τούς «επιλέγουν» οι μηχανισμοί, η κοινωνία τούς νομιμοποιεί απλώς στη θέση τους.
Γράφετε στο βιβλίο σας: «Να απελευθερωθεί η κοινωνία από το κράτος». Είναι η λύση;
Ο λόγος ύπαρξης του κράτους, της οικονομίας, της πολιτικής είναι η κοινωνία. Χωρίς αυτήν δεν υπάρχουν. Στο παρελθόν η κοινωνία διατηρούνταν στην ιδιωτική σφαίρα, διότι ήταν άπειρη, αγνοούσε τα στοιχειώδη της πολιτικής. Τώρα όμως έχει αποκτήσει πολιτική εμπειρία και επιπλέον, το πρόταγμα της ελευθερίας της έχει διευρυνθεί. Η κοινωνία διεκδικεί μια θέση στην πολιτική διαδικασία, που να μην είναι αυτή του χειροκροτητή ή του αφισοκολλητή. Δεν έχει όμως ακόμη βρει την απάντηση στο ερώτημα αυτό.
Πώς μπορεί να γίνει αυτό;
Με την αντιπροσωπευτική μετεξέλιξη του πολιτικού συστήματος. Για την ώρα, η κοινωνία διαπιστώνει το έλλειμμα αντιπροσώπευσης, το θέτει όμως με ηθικούς όρους. Δεν έχει διατυπώσει θετικό αίτημα. Εξού και το παρόν σύστημα μπορεί να εξακολουθήσει να σέρνεται αντιμέτωπο με τη σήψη του. Ερωτώμαι συχνά πώς θα γίνει αυτό, με επανάσταση; Η απάντηση είναι ότι το ίδιο το σύστημα δεν θα αντέξει το βάρος της κατάρρευσης και θα προστρέξει στην κοινωνία, εμπλέκοντάς τη στις λειτουργίες του. Αλλωστε, συντρέχουν ήδη οι πραγματολογικές συνθήκες για την υπέρβασή του. Το δίκαιο της ανάγκης, που εκφράζει το τέλος μιας εποχής, και η αδυναμία του σημερινού προ-αντιπροσωπευτικού συστήματος να απαντήσει στα προβλήματα των κοινωνιών της εποχής μας εξηγούν το μέγεθος της αμφισβήτησης με την οποία έρχονται αντιμέτωποι οι πολιτικοί. Από τη στιγμή που θα επιτραπεί ο διάλογος για τον χαρακτήρα του συστήματος, θα διαπιστωθεί ότι είναι πολύ εύκολο, με τη συνδρομή της τεχνολογίας της επικοινωνίας, να δημιουργήσουμε θεσμούς αντιπροσωπευτικής προσομοίωσής του. Δεν χρειάζεται να μεταβληθεί η κοινωνία σε δήμο για να συμβεί αυτό. Αρκεί να αναζητηθεί η γνώμη της. Να καθιερωθεί, για παράδειγμα, η υποχρεωτική διατύπωση της άποψης της κοινής γνώμης, με το μέσον των δημοσκοπήσεων, πριν από τη χάραξη πολιτικής, τη λήψη μέτρων ή τη νομοθεσία.
Υπάρχουν οι συνθήκες να γίνει η εξέγερση επανάσταση;
Δεν υπάρχει τέτοιο θέμα. Κοινωνικές ή πολιτικές εκρήξεις θα έχουμε, αλλά η δυναμική της εξέλιξης είναι που θα καθορίσει τις αλλαγές στο σύστημα. Οσο όμως οι κοινωνίες θα παίρνουν το σύστημα της πολιτικής στα χέρια τους τόσο η βία στις διακρατικές σχέσεις θα βαθαίνει, αφού θα μεγαλώνουν οι αντιστάσεις στις πλανητικές ηγεμονίες. Ο πόλεμος δεν είναι συγγενής του ενός ή του άλλου συστήματος, αλλά της κρατοκεντρικής συγκρότησης του κόσμου, δηλαδή της φάσης που διέρχεται η εποχή μας.
Τι θέλετε να αποκομίσει ο αναγνώστης από το βιβλίο σας;
Να ξεκαθαρίσει τις έννοιες. Ζει με την αντίληψη ότι το σημερινό σύστημα είναι δημοκρατικό. Ωστόσο δεν είναι δημοκρατικό ουδέ καν αντιπροσωπευτικό. Για να γίνει κατανοητή ωστόσο η πλάνη στην οποία τον έχει οδηγήσει η νεωτερική σκέψη πρέπει να αναστοχαστεί τα φαινόμενα από μηδενική βάση: της κοινωνίας, της πολιτικής, του συστήματος, του κράτους, της εργασίας, του κεφαλαίου, σε τελική ανάλυση της ελευθερίας. Το βιβλίο απευθύνει πρόσκληση σε όλους εκείνους που διερωτώνται για τα φαινόμενα, που δεν έχουν βεβαιότητες. Οι νέοι είναι οι καλύτεροι δέκτες ενός τέτοιου διαβήματος, διότι έχουν τη μικρότερη συνάφεια με το παρελθόν και φυσικά αυτούς αφορά το μέλλον του συστήματος.

Τρίτη 1 Δεκεμβρίου 2009

Ελληνική ιθαγένεια, πολιτικά δικαιώματα και λαθρομετανάστευση

Του ΚΩΝ/ΝΟΥ Π. ΡΩΜΑΝΟΥ Πανεπιστήμιο Αιγαίου
Εφημερίδα  Παρόν,29-11-2009



Ώστε έτσι. Ο νέος πρωθυπουργός θα προχωρήσει στη μαζική ελληνοποίηση του ανθού των λαθρομεταναστών, των παιδιών τους που βρίσκονται στα ελληνικά σχολεία.





Είναι, λέγεται, 250.000 άτομα! Μαζί μ' αυτούς θα νομιμοποιηθούν, αναμφίβολα, και οι γονείς τους, όπως εντός ολίγων ετών οι γυναίκες και τα παιδιά που θα αποκτήσουν στην πορεία. Όλοι αυτοί θα φέρουν στην Ελλάδα, εννοείται, τους συγγενείς τους απ' όλες τις γωνιές της Αφρικής, της Ασίας και των Βαλκανίων (νόμος Σημίτη περί συνενώσεως οικογενειών).

Εν τω μεταξύ στις δημοτικές εκλογές του 2010 θα έχουν ψηφίσει, όπως είχε εξαγγείλει ήδη το 2004 η Νέα Δημοκρατία, όλοι οι αλλοδαποί που βρίσκονται πέντε χρόνια στην Ελλάδα, ανεξαρτήτως υπηκοότητας. Ήδη τον επόμενο χρόνο (δηλαδή πριν από την καταστροφή της Γης το 2012, σύμφωνα με το ομώνυμο κινηματογραφικό έργο) οι υπναλέοι Έλληνες θα δουν τόσους αλβανούς δημάρχους, δημοτικούς συμβούλους και αστυνομικούς πάνω απ' το κεφάλι τους που θα χάσουν -αν υποτεθεί ότι την έχουν ακόμη- την αίσθηση του χώρου όπου βρίσκονται. Η Ελλάδα δεν θα είναι η ίδια.

Ας αναλογιστούμε επίσης ότι διά της δημιουργίας μεγάλων Περιφερειών, με την εφαρμογή του επερχόμενου «Καποδίστρια 2», οι αλλοδαποί ή οι έλληνες συνεργάτες τους περιφερειάρχες θα παίρνουν προγράμματα κατευθείαν από τις Βρυξέλλες χωρίς την ενοχλητική μεσολάβηση του εθνικού κέντρου των Αθηνών. Τι θαυμαστοί νέοι ορίζοντες αυτονόμησης για «μειονότητες», ξένες θρησκείες και εξωτικούς πολιτισμούς δεν ανοίγονται στις νεόκοπες επαρχίες της πάλαι ποτέ Ελλάδος!

Επίσης, «εξετάζει» επί του παρόντος η νέα κυβέρνηση (κατά την κ. Θεοδώρα Τζάκρη, υφυπουργόν Εσωτερικών, περιοδικό «Επίκαιρα» 20-26/11/2009, τεύχος 5) την αλλαγή του ελληνικού κώδικα ιθαγένειας που βασίζεται στο δίκαιο του αίματος (Έλληνας είναι ο γόνος Ελλήνων) ώστε η ιθαγένεια να δίδεται σε όλους όσοι γεννιούνται στην Ελλάδα (δίκαιον εδάφους). Επιτέλους φθάνει τώρα η στιγμή που θα υλοποιηθούν οι σχετικές προτάσεις της Ελληνικής Ένωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και του Εθνικού Παρατηρητηρίου κατά του Ρατσισμού και της Ξενοφοβίας που αποδέχθηκαν κατ' αρχήν οι εκπρόσωποι ΠΑΣΟΚ, ΚΚΕ και ΣΥΡΙΖΑ την 26ην Μαρτίου 2009 στην ΕΣΗΕΑ με παρουσία γνωστών εθνομηδενιστών, προπαγανδιστών του «πολυπολιτισμού» από το δημοσιογραφικό και καθηγητικό κατεστημένο (δες σχετικά το άρθρο μου «Η ελληνική ασθένεια της βουλήσεως» στο «ΠΑΡΟΝ» 5/4/09). Σημειωτέον ότι με τη μεταρρύθμιση του κώδικα ιθαγένειας ενδέχεται ο έλλην ομογενής του εξωτερικού να πολιτογραφείται στην Ελλάδα δυσκολότερα από έναν π.χ. αφρικανό γόνο λαθρομεταναστών που γεννήθηκε εδώ. Όμως τι να περιμένει ο γόνος Ελλήνων σε μία Ελλάδα της οποίας το Κοινοβούλιο κατεψήφισε ήδη το δικαίωμα ψήφου των ομογενών ενώ προτίθεται να υπερψηφίσει αντίστοιχο δικαίωμα των αλλογενών;

Αξίζει εν προκειμένω να επισημανθεί η ηθελημένη σύγχυση των όρων ιθαγένεια και υπηκοότητα. Ιθαγενής είναι ο καταγόμενος εκ της χώρας, ο αυτόχθων, ενώ υπήκοος είναι «ο υποκείμενος εις την εξουσίαν κράτους τινός» (Λεξικόν Δημητράκου). Εξ αυτού προκύπτει ότι ο υπήκοος γίνεται, αλλά ο ιθαγενής μόνον γεννάται, δηλαδή ανήκει σ' ένα γένος ήτοι -κατ' επέκτασιν- σύνολον ομογενών, εθνότητα, έθνος, φυλή (Λεξικόν Δημητράκου). Επομένως συνεπάγεται η αυθαίρετη ταύτιση της φυσικής, αναφαίρετης ιθαγένειας με την επίκτητη υπηκοότητα και κατάργηση της έννοιας του γένους και της εθνότητας ως ουσιωδών ιδιοτήτων της ελληνικότητας.

Προφανώς αυτό είναι και το ζητούμενο της επικείμενης μεταρρύθμισης του ελληνικού κώδικα ιθαγένειας, η ουσιαστική απονοηματοποίηση της έννοιας Έλληνας και ελληνικότητα, η οποία εφεξής θα προσδιορίζεται με τα ρευστά κριτήρια της εκάστοτε κρατικής εξουσίας. Η εξουσία θα καθορίζει, αυθαίρετα, ποιες κατηγορίες ανθρώπων θα ονομάζονται Έλληνες διά της διοικητικής πράξεως της χορηγήσεως πολιτικών δικαιωμάτων και μόνον. Αντιστρόφως θα έχει τη δύναμη το κράτος να αρνείται κατά το δοκούν την ιδιότητα του Έλληνα σε ανθρώπους οι οποίοι εν τούτοις είναι Έλληνες, σύμφωνα με τη λογική και την αλήθεια.

Στην πραγματικότητα η σταδιακή αφαίμαξη της ελληνικής ιδιαιτερότητας από τα ουσιώδη χαρακτηριστικά της έχει αρχίσει προ πολλού στην εκπαίδευση, πρώτα στην τριτοβάθμια και μετά στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια. Δεν επιβάλλουν τάχα εδώ δάσκαλοι και συγγράμματα τη σταδιακή απομάκρυνση από τον «ελληνοκεντρισμό» και τον προσανατολισμό στη «διαπολιτισμική» αγωγή; Η ίδια η σύνθεση των σχολείων είναι πολυεθνική. Χωρίς ελληνικότητα και Έλληνες δεν μπορεί να υπάρξει βέβαια «ελληνική» παιδεία παρά μόνο ως ευφημισμός. Η ιδεολογική αναπαραγωγή της ελληνικής κοινωνίας διακόπτεται σταδιακά και προμελετημένα. Έωλο είναι επομένως και το επιχείρημα της εξουσίας να δοθεί η ελληνική ιθαγένεια στα παιδιά των αλλοδαπών που έγιναν «κοινωνοί της ελληνικής παιδείας» (Θεοδώρα Τζάκρη, «Επίκαιρα», σελ. 19). Ποίας ελληνικής παιδείας; Αυτής που ουσιαστικά αρνείται την ελληνικότητα;

Ο λόγος που τα παιδιά των λαθρομεταναστών εισήχθησαν στα ελληνικά σχολεία δεν είναι ο εξελληνισμός τους. Κανένας δεν νοιάζεται για την ελληνικότητα, γιατί αν νοιαζότανε θα φρόντιζε συν τοις άλλοις να τηρήσει το Σύνταγμα, το οποίον προβλέπει δωρεάν και υποχρεωτική παιδεία για όλους τους Έλληνες. Άρα ουδεμία υποχρέωση είχε το κράτος να παρέχει εκπαίδευση σε μη Έλληνες οι οποίοι παρανόμως εισήλθαν στην επικράτεια (προσφάτως το γαλλικό κράτος απαίτησε από μαθητές παρανόμων μεταναστών να εγκαταλείψουν το σχολείο στο τέλος του σχολικού έτους). Όχι: η εισαγωγή του τεράστιου αριθμού των αλλοδαπών στο ελληνικό δημόσιο σχολείο έγινε εξαρχής με τον σκοπό να παραμείνουν στην Ελλάδα (μαζί με τους γονείς τους) έως ότου ενηλικιωθούν για να ελληνοποιηθούν.

Η ελληνοποίηση των αλλοδαπών είναι ένα μέτρο το οποίο:
α) αλλοιώνει για πάντα τη σύνθεση του εκλογικού σώματος υπέρ του κυβερνώντος κόμματος,
β) εδραιώνει τον μεγαλύτερο εποικισμό των νεωτέρων χρόνων που γνώρισε η Ελλάδα με κατάφωρη παραβίαση του διεθνούς δικαίου,
γ) προσκαλεί νέα κύματα μεταναστών στην Ελλάδα,
 δ) ευνοεί τον τουρκικό επεκτατισμό εις βάρος του ελληνικού έθνους το οποίον αποδυναμώνει η επί τούτοις εκ Τουρκίας ορμώμενη λαθρομετανάστευση,
ε) ενισχύει την εγκληματικότητα και την τρομοκρατία,
ζ) διασπά την κοινωνική συνοχή και μπορεί να επιφέρει συγκρούσεις μεγάλης κλίμακας εντός της Ελλάδος,
η) μετατρέπει τη χώρα σε κράτος μειονοτήτων με προοπτική διάσπασης,
 θ) καταστρατηγεί την ευρωπαϊκή συνθήκη για το Μεταναστευτικό που υπέγραψε τον Οκτώβριο του 2008 στις Βρυξέλλες η Ελλάδα. Η συνθήκη αυτή αντιτίθεται στις μαζικές νομιμοποιήσεις μεταναστών,
ι) προδίδει την ευρωπαϊκή αλληλεγγύη εισάγοντας στην Ευρώπη λαθρομετανάστες που η Ελλάδα παρανόμως εξοπλίζει με ευρωπαϊκά χαρτιά, 

κ) καταστρέφει ό,τι έχει απομείνει από την ελληνική εργατική τάξη (Μαρξ: «Η εισαγωγή ξένων εργατών είναι η διαιώνιση της δουλείας»),
λ) καταπατεί τις συνταγματικές ελευθερίες των Ελλήνων, προκειμένου αυτοί να αναγκασθούν να παραχωρήσουν κεκτημένα στους εποίκους (μία πρόγευση αυτού έδωσε η δράση της αστυνομίας υπέρ των αλλοδαπών εναντίον των Ελλήνων κατά τις πρόσφατες συγκρούσεις στην πολύπαθη γειτονιά του Αγίου Παντελεήμονα).

Για να αποτραπούν τα χειρότερα, όσο υπάρχει ακόμα ελληνικό έθνος, Σύνταγμα και νόμοι, θα πρέπει: α) Να εξαντλήσουμε χωρίς άλλη καθυστέρηση τα περιθώρια νόμιμης διαμαρτυρίας και β) Να απαιτήσουμε δημοψήφισμα για το Μεταναστευτικό.