Πέμπτη, 29 Οκτωβρίου 2009

Ποιοί είναι οι αληθινοί εθνικιστές στην Ελλάδα…

του Χρύσανθου Λαζαρίδη
αναδημοσίευση από αντίβαρο

Επί δεκαπέντε χρόνια, όποιος τολμούσε να υποστηρίξει ότι δεν είχαμε περιθώρια υποχωρήσεων έναντι των Σκοπίων, κι ότι ο Σκοπιανός αλυτρωτισμός ήταν σημαντικό πρόβλημα περιφερειακής σταθερότητας και ασφάλειας, κατηγορείτο στην Ελλάδα για… «εθνικισμό».Παρ’ όλα αυτά επίσημη ελληνική παρέμενε αυτό ακριβώς: ότι δεν μπορούσαμε να αναγνωρίσουμε τα Σκόπια ως «Μακεδονία».

Επί μιάμιση δεκαετία, η Ελλάδα είχε μια πολιτική, την οποία μεγάλο μέρος της επίσημης ελληνικής ελίτ τη θεωρούσε «εθνικιστική»!Επί μιάμιση δεκαετία, όποιος υποστήριζε την επίσημη ελληνική θέση μέσα στην Ελλάδα θεωρείτο «εθνικιστής». Κι αν μέσα στην Ελλάδα δεν την υποστήριζε η ελίτ της χώρας, ουδείς την έπαιρνε σοβαρά εκτός Ελλάδος.Ούτε τη χώρα, ούτε την πολιτική της…

Τους τελευταίους μήνες, ο Κώστας Καραμανλής έκανε μια τακτική υποχώρηση, για να ξεμπλοκάρει το ζήτημα: Αποδέχθηκε, κατ’ αρχήν, σύνθετη ονομασία με γεωγραφικό προσδιορισμό, για όλες τις χρήσεις (erga omnes).Όμως, το χάσμα δεν γεφυρώθηκε, γιατί ακόμα κι αν κάποιοι στα Σκόπια θα δέχονταν αλλαγή στο «συνταγματικό» όνομα της χώρας τους, δεν δέχονται εύκολα «γεωγραφικό προσδιορισμό» και δεν δέχονται με τίποτε ενιαίο όνομα για όλες τις χρήσεις.
Έτσι η ελληνική «υποχώρηση» δεν στοίχισε στην Ελλάδα, αφού δεν οδήγησε σε οδυνηρό συμβιβασμό, αλλά κατέδειξε την αδιαλλαξία της άλλης πλευράς. Και άρχισε να βρίσκει «κατανόηση» απ’ έξω.
Το σημαντικότερο όμως, είναι ότι ένωσε ξανά τους Έλληνες: Εκεί που είχαμε μια γραμμή που δεν τη στήριζε η ελίτ της χώρας και δεν την εγκατέλειπε η πλειονότητα της κοινωνίας, σήμερα έχουμε μια γραμμή, που την στηρίζει ο ελληνικός λαός, την αποδέχεται το μεγαλύτερο μέρος της πολιτικής ελίτ κι αρχίζει να βρίσκει στήριξη στο εξωτερικό, ενώ – για πρώτη φορά – φέρνει σε δύσκολη θέση τα ίδια τα Σκόπια.
Παρ’ όλα αυτά ένα σημαντικό μέρος της ελληνικής ελίτ επιμένει: Να αναγνωρίσουμε τα Σκόπια ως «Μακεδονία» (έστω κι ως «Νέα Μακεδονία»), να τελειώνουμε. Κι όποιος δεν συμφωνεί, είναι «αθεράπευτος εθνικιστής».


Πώς συνυπάρχουν εθνικιστική αλαζονεία και υποχωρητισμός

- Βασικό τους επιχείρημα ότι τα Σκόπια – με ή χωρίς αλυτρωτισμό – «είναι πολύ μικρά για να βλάψουν την Ελλάδα».
- Δεύτερο επιχείρημα, ότι μπορούμε εύκολα να τους αλώσουμε με οικονομική διείσδυση και να τους κάνουμε δικό μας «παραμάγαζο».
- Τρίτο επιχείρημα, ότι αν δεν βοηθήσουμε να σταθεροποιηθούν τα Σκόπια και προχωρήσει η διάλυσή τους, τότε θα δημιουργηθεί η «Μεγάλη Αλβανία» και η «Μεγάλη Βουλγαρία», που πραγματικά θα αποτελούν απειλή για την Ελλάδα.
- Τέταρτον επιχείρημα, ότι η Ελλάδα χρειάζεται, οπωσδήποτε αυτό «μαξιλαράκι» στα βόρεια σύνορά της, που την εξασφαλίζει από βορράν.

Αυτή εξακολουθεί να υποστηρίζει σημαντικό μέρους της ελληνικής ελίτ. Που θεωρεί «τυφλωμένους εθνικιστές», όσους διαφωνούν μαζί της.
Κι όμως, κατ’ εξοχήν εθνικιστική είναι η δική της λογική:
– Είναι εθνικιστική, γιατί δείχνει απόλυτη περιφρόνηση σε ένα λαό που είναι μικρότερος, επειδή είναι μικρότερος.
– Είναι εθνικιστική, γιατί διακηρύσσει, με περισσή αλαζονεία, ότι μπορεί να αλλοιώσει τη συνείδηση ενός λαού – έστω και τη ψευδή συνείδησή του – με… «δέκα αλυσίδες σουπερμάρκετ».
– Είναι εθνικιστική, διότι καλλιεργεί φοβικά σύνδρομα κατά άλλων λαών της περιοχής: των Αλβανών και των Βουλγάρων. Που ακόμα κι αν έπαιρναν μέρος της επικράτειας των Σκοπίων, θα γίνονταν μεγαλύτερες, αλλά δεν θα γίνονταν «μεγάλες» και που καμία τους δεν θα μπορούσε να απειλήσει την Ελλάδα, η οποία θα εξακολουθούσε να είναι πολύ μεγαλύτερη – πληθυσμιακά και εδαφικά – πολύ πλουσιότερη, πολύ πιο μπροστά και πολύ ισχυρότερη.

Με τα Σκόπια το θέμα είναι διαφορετικό. Εκείνο που αποτελεί απειλεί για την Ελλάδα δεν είναι η «Μεγάλη Μακεδονία» που οραματίζονται, αλλά, αυτός καθαυτός ο αλυτρωτισμός τους. Γιατί ο αλυτρωτισμός είναι αποσταθεροποιητικός. Και μπορεί αποδειχθεί «μεταδοτική νόσος».

Ο Μακεδονισμός είναι επικίνδυνος, γιατί φαλκιδεύει τις αληθινές εθνικές ταυτότητες των διαφορετικών πληθυσμών της FYROM – και γι’ αυτό λειτουργεί καταπιεστικά στο εσωτερικό και επιθετικά προς τα έξω. Έτσι δημιουργεί μια μόνιμη εστία τοπικής αστάθειας και περιφερειακής αποσταθεροποίησης.

Μια τέτοια εστία κρίσεων δεν χρειάζεται να είναι μεγάλη και ισχυρή για να είναι επικίνδυνη. Εδώ δεν μετράει η δύναμη του συγκεκριμένου κρατιδίου, αλλά η αποσταθεροποιητική δυναμική του και οι εξελίξεις στις οποίες μπορεί να συμπαρασύρει όλους τους άλλους…
Η Ελλάδα χρειάζεται στα βόρια σύνορά της σταθερά εθνικά κράτη, με λυμένα τα μεταξύ τους προβλήματα και ενταγμένα στους Ευρωατλαντικούς θεσμούς.
Κράτη που θα είναι σταθερά όχι γιατί μπήκαν στους Ευρωατλαντικούς θεσμούς. Το αντίθετο: θα έχουν μπει στην Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΝΑΤΟ επειδή έλυσαν, προηγουμένως, όλα τα μεταξύ τους προβλήματα και μπορούν, πλέον, να μεταστραφούν σε προτεραιότητες ανάπτυξης και συνεργασίας.
Η σταθεροποίηση των Βαλκανίων δεν χρειάζεται «μαξιλαράκια», που καταπιέζουν τους εθνικούς τους πληθυσμούς και υποκινούν προς εξέγερσιν υπαρκτές και ανύπαρκτες μειονότητες των γειτόνων τους, ενώ φοβούνται τον ίδιο το διαμελισμό τους από τους ίδιους τους πληθυσμούς τους που αλληθωρίζουν όλο και περισσότερο προς γειτονικές «μητέρες πατρίδες». Τέτοιοι γείτονες μοιάζουν περισσότερο με «ωρολογιακές βόμβες» παρά με «προστατευτικά μαξιλάρια».
Όλα αυτά μέγα μέρος του ελληνικής πολιτικής ελίτ δεν μπορεί να τα καταλάβει.


Τι δεν καταλαβαίνουν…

Τους μιλάς για περιφερειακή σταθερότητα και σε λένε… «εθνικιστή». Την ίδια ώρα, οι ίδιοι βλέπουν με απόλυτη αλαζονεία τα «μικρά Σκόπια» κι ισχυρίζονται ότι μπορούν να τα «απορροφήσουν» φτιάχνοντας… σουπερμάρκετ!
Τους δείχνεις τον αλυτρωτισμό των Σκοπίων και σου απαντούν ότι καλλιεργείς εθνικιστικές φοβίες. Την ίδια στιγμή, οι ίδιοι μιλάνε για την… απειλή της «Μεγάλης Αλβανίας» και της «Μεγάλης Βουλγαρίας»…
Τους εξηγείς ότι, μόνο αν ικανοποιηθούν τα δίκαια αιτήματα εθνικής ολοκλήρωσης όλων των λαών της Βαλκανικής και μόνο αν αναχαιτιστούν όλες οι εθνικιστικές υπερβολές τους, θα υπάρξει μακροχρόνια σταθερότητα, ευημερία και η Ειρήνη στα Βαλκάνια. Και σου απαντούν ότι θέλεις αλλαγές συνόρων. Την ίδια στιγμή, οι ίδιοι σπεύδουν να αναγνωρίσουν όλες τις αλλαγές συνόρων που επιβάλλονται στην περιοχή…
Τους εξηγείς ότι τα Σκόπια δεν αναζητούν γεωγραφικό προσδιορισμό, αλλά εθνική ταυτότητα. Και σου απαντούν, ότι έχουν δικαίωμα στον αυτοπροσδιορισμό τους.
Τους παρατηρείς ότι το «δικαίωμα» των Σκοπιανών στον αυτοπροσδιορισμό παραβιάζει το αντίστοιχο δικαίωμα τριών γειτονικών λαών στον αυτοπροσδιορισμό.
Τους εξηγείς ότι κάθε λαός μπορεί να παράγει τους εθνικούς μύθους του για να υπάρξει, αλλά κανείς λαός δεν μπορεί να εφεύρει μιαν «εθνική μυθολογία», που καταπιέζει την αληθινές εθνικές ταυτότητες των πληθυσμών του και ταυτόχρονα αμφισβητεί τις εθνικές ταυτότητες όλων των γειτόνων του.
Και σου απαντούν ότι είσαι «εθνικιστής»…
Οι ίδιοι άνθρωποι που είναι έτοιμοι να συνθηκολογήσουν με τον πιο ακραίο και παραληρηματικό εθνικισμό των Σκοπίων, αποκαλούν «εθνικιστές» όσους μέσα στην Ελλάδα αρνούνται να νομιμοποιήσουν αυτόν τον εθνικισμό…
Τους εξηγείς ότι αναγνωρίζοντας τα Σκόπια ως «Μακεδονία» μονιμοποιούμε την αστάθεια και νομιμοποιούμε την μακροχρόνια αποσταθεροποίηση.
Και σου απαντούν ότι πρέπει να τα αναγνωρίσουμε, όπως-όπως, να τελειώνουμε.
Δεν θέλουν να λύσουν το πρόβλημα. Θέλουν να το «κουκουλώσουν» όπως-όπως…


«Επιλοχίες σε «στρατόπεδο νεοσυλλέκτων»

Συμπεριφέρονται ως «διορισμένοι τοπάρχες» μιας απομακρυσμένης επαρχίας, με μόνη ευθύνη να πειθαρχήσουν τους ανήσυχους «ιθαγενείς». Έτοιμοι να υπερασπιστούν τα «αυτοκρατορικά» συμφέροντα στα οποία νιώθουν «υπόλογοι», κι όχι τα εθνικά συμφέροντα του λαού που τους εξέλεξε.
Πρόκειται για ένα περίεργο εθνικισμό, που δεν έχει εθνικές-ελληνικές αναφορές, πάσχει από τις γραφειοκρατικές ιδεοληψίες μιας ευρωπαϊκής νομενκλατούρας.
Περιφρονεί τις εθνικές ταυτότητες όλων των ευρωπαϊκών λαών, και οραματίζεται να τις βάλει στη μηχανή του κιμά και να τις «ομογενοποιήσει» σε ένα απέραντο «χυλό».Φαντάζονται την Ευρώπη σαν ένα τεράστιο «στρατόπεδο νεοσυλλέκτων», όπου οι λαοί θα απεκδυθούν απ’ όλα τα στοιχεία των εθνικών τους ταυτοτήτων και θα φορέσουν την ομοιόμορφη στολή αγγαρείας της «ευρωπαϊκής ομοιομορφίας».
Μεγάλο μέρος της δικής μας ελίτ, ένιωθε επί χρόνια ως «επιλοχίας» σε αυτό το «στρατόπεδο νεοσυλλέκτων», αντιμετωπίζοντας με την ίδια περιφρόνηση όλες τις εθνικές ταυτότητες: και όσων βρίσκονται εντός της Ένωσης και αρνούνταν να τις αποβάλουν, και όσων δεν μπήκαν ακόμα.
Οι άνθρωποι αυτοί πιστεύουν ότι όσοι μπουν στο «στρατόπεδο νεοσυλλέκτων», θα μάθουν να εκτελούν παραγγέλματα και θα ξεχάσουν τις «κακές συνήθειες» που είχαν πριν μπουν.
Νιώθουν βαθύτατα προσβεβλημένοι όταν οι «ιθαγενείς-νεοσύλλεκτοι», που βρίσκονται στη «δικαιοδοσία» τους αρνούνται να εκτελέσουν παραγγέλματα, υπερασπίζονται ακόμα τα εθνικά τους συμφέροντα και τις εθνικές τους ταυτότητες.
Εμφορούνται από «αυτοκρατορική» αλαζονεία προς τους μικρούς, κι έχουν προσχωρήσει σε ένα γραφειοκρατικό-αντιδημοκρατικό «ευρωπαϊσμό».
Είναι εθνικιστές χωρίς έθνος και επιθυμούν μιαν Ευρώπη χωρίς Ευρωπαίους.
Οραματίζονται μια «ευρωπαϊκή αυτοκρατορία», χωρίς έθνη και χωρίς δημοκρατία. Που δεν υπάρχει σήμερα και που οι πρώτοι που την απεχθάνονται είναι οι ίδιοι οι Ευρωπαίοι.
Μιλάνε για «εκσυγχρονισμό» και ονειρεύονται την παλινόρθωση της… «Ιεράς Συμμαχίας», που έτρεμε τις εθνικές και δημοκρατικές-εξεγέρσεις των ευρωπαϊκών λαών. Οι οποίοι και την κατεδάφισαν.
Καταγγέλλουν τον εθνικισμό, αλλά στην πραγματικότητα φοβούνται τη δημοκρατία.
Είναι περίεργα υβρίδια, τοπικές «αποφύσεις» μιας ευρω-γραφειοκρατίας, που χάνει ήδη όλες τις μάχες στην Ευρώπη.
Που προδίδει το ευρωπαϊκό ιδεώδες και ήδη παραμερίζεται.
Η Ενωμένη Ευρώπη θα προχωρήσει και θα υπάρξει χωρίς τέτοιους γραφειοκράτες.Θα προχωρήσει και θα υπάρξει ως σύγκλιση εθνικών συμφερόντων, όχι ως κατάργησή τους. Κι ως σύγκλιση εθνικών ταυτοτήτων, όχι ως ισοπέδωσή τους.
Σε όλες τις Ευρωπαϊκές χώρες, ήδη διεξάγεται μια μάχη ενάντια σε τέτοιου είδους γραφειοκράτες. Στην Ελλάδα η μάχη αυτή διεξάγεται με αφορμή του Σκοπιανό (και όχι μόνο).
Σε όλες τις Ευρωπαϊκές χώρες αναδεικνύονται εθνικές ηγεσίες που αποβλέπουν σε μιαν Ευρώπη που ενώνει, δεν ισοπεδώνει.
Που φέρνει τους λαούς της Ευρώπης πιο κοντά μεταξύ τους, όχι πιο μακριά από την παράδοσή τους.
Που τους μαθαίνει να εμπιστεύονται ο ένας τον άλλο, όχι να μισούν τον εαυτό τους.
Μια Ενωμένη Ευρώπη, που λειτουργεί ως καταλύτης ασφάλειας, ανάπτυξης και ευημερίας για όλους τους Ευρωπαίους, όχι ως μηχανή του κιμά για τους λαούς της.
Επί τόσα χρόνια, μια ελληνική ελίτ πολιτευόταν με εθνικιστική αλαζονεία απέναντι στους γύρω λαούς και με αυτοκρατορική περιφρόνηση απέναντι στις ανησυχίες, τα αιτήματα και τα συμφέροντα του ελληνικού λαού.
Δεν οραματιζόταν την Ευρώπη των λαών, αλλά την Ευρώπη της γραφειοκρατίας, ερήμην των λαών.
Μια τέτοια ελίτ, δεν έχασε καμία ευκαιρία να στιγματίσει όσους Έλληνες διαφωνούσαν μαζί της ως «εθνικιστές», «ακροδεξιούς», «αναχρονιστές» και «αντι-ευρωπαϊστές».
Ενώ η ίδια έδειχνε μικρομέγαλη εθνικιστική μεγαλαυχία, ολοκληρωτική νοοτροπία, αυτοκρατορικά πλέγματα του 18ου αιώνα.
Κι από Ευρώπη, όπως αποδείχθηκε, ήταν «μακριά νυχτωμένη».
Σήμερα βλέπει να χάνεται το έδαφος κάτω από τα πόδια της, υποχωρεί και παραμερίζεται.
Ενώ τα ιδεολογήματά της χάνουν έδαφος παντού.
Στην υπόλοιπη Ευρώπη, πρωτίστως, αλλά και στην Ελλάδα εσχάτως…

Ο εθνομηδενισμός είναι ο εσωτερικός εχθρός

Γράφει ο Νίκος Χιδίρογλου
Εφημερίδα "Εν Πειραιεί", 27-10-2009, σελ 7

Οι μισαλλόδοξοι αριστεριστές στη χώρα μας, εκπροσωπούν μόλις το 4% και αυτό, παρά την προκλητική αβάντα από τα μέσα μαζικής επικοινωνίας και το διεθνιστικό κερδοσκοπικό κεφάλαιο. Οι τύποι αυτοί, απαντώνται κυρίως στα αστικά κέντρα. Αλλού, θα τους έπαιρναν με τις κλωτσιές και όχι άδικα. Φυσικά, στο προαναφερόμενο νούμερο δεν συμπεριλαμβάνεται η κομμουνιστική αριστερά που εκφράζεται από το ΚΚΕ. Αυτοί λειτουργούν αλλιώς, καθώς πήραν το σκληρό μάθημά τους μισό αιώνα πριν, στις κορυφογραμμές του Γράμμου. Φυσικά, ο Περισσός μυρίζει γενικώς μούχλα, παρωχημένο διεθνισμό και σταλινικό ολοκληρωτισμό και απωθεί τον πολύ κόσμο. Τα χρόνια πέρασαν και οι Έλληνες άλλαξαν παραστάσεις.

Μια απαραίτητη διευκρίνιση, πριν συνεχίσουμε: εθνομηδενιστές, υπάρχουν και στο λεγόμενο «φιλελεύθερο» χώρο (όχι «δεξιό», μη μαγαρίσουμε τη λέξη). Τα έχουν βρει μια χαρά με τους αριστεριστές οι νεοφιλελεύθεροι, στο πεδίο της «φιλελευροποίησης» των κοινωνικών σχέσεων. Επιθυμούν όλοι τους τον εθνικό & θρησκευτικό αποχρωματισμό της χώρας μας και τη μετατροπή της σε πολυεθνικό σκουπιδοτενεκέ. Ιδεολογικοπολιτική παρτούζα! Γουστάρουν παρακμιακές καταστάσεις όλοι αυτοί οι πονηροί και πολιτικά metro sexual τύποι.

Φωνακλάδες και νταήδες…

Είναι λίγοι λοιπόν οι αριστεριστές, αλλά φωνάζουν πολύ. Χτυπούν τις κατσαρόλες με τις κουτάλες σε κάθε ευκαιρία. Αν και δεν τον συμπαθούν καθόλου, έχουν υιοθετήσει τη ρήση του Νίτσε: «για να σε ακούσει κανείς, πρέπει να του σπάσεις τα αυτιά». Ο επικοινωνιακός σαματάς είναι η προσφιλής τακτική τους. Φυσικά, καταφεύγουν στη βία και στα μπάχαλα χωρίς καμία αναστολή, αφού συνειδητοποίησαν ότι η απέναντι πλευρά δεν λειτουργεί με ανάλογο τρόπο και δεν αμύνεται καν… Σκότωσαν λοιπόν τους αντίπαλους ιδεολογικά εκδότες, αφήνοντας τη Δεξιά χωρίς φωνή και χωρίς καμία πρόσβαση στα μέσα μαζικής επικοινωνίας. Τους αριστεριστές φονιάδες τους αποκάλεσαν «παλικάρια» και ακόμα και σήμερα, δημοσιεύουν με προθυμία τις προκηρύξεις, «σκοτώνοντας» τα θύματα ξανά και ξανά και πληγώνοντας τις οικογένειές τους. Επίσης, κατέλαβαν πραξικοπηματικά όλα τα επιτελικά πόστα, φωνασκώντας, φιμώνοντας, σπιλώνοντας, εκμηδενίζοντας και εκμαυλίζοντας. Καμαρίλα ΚΝΕ και Ρήγα, λογική εξαρχειώτικων καταγωγίων, ηθική ανεξιθρησκία. Επέβαλαν στερεότυπα και αρνήθηκαν να συνδιαλαγούν, σταλινιστές γαρ, με την κοινωνία, προκαλώντας τη κατάμουτρα. Κι όμως, αν τους κοιτάξεις στα μάτια, βλέπεις πόσο θρασύδειλοι είναι. Σκέτες ύαινες…

Όσοι «αντιδραστικοί» στάθηκαν ρητορικά απέναντι στους αριστεριστές και στις συναφείς πολιτικές υποδιαιρέσεις, πλήρωσαν ακριβά και ακόμα πληρώνουν. Άλλοι με τη ζωή τους, άλλοι με την υπόληψή τους, άλλοι με τη δουλειά τους, άλλοι με λογής-λογής αντίποινα. «Κανιβαλίστηκαν» στην κυριολεξία. Είδαν πανύψηλα τείχη να ορθώνονται μπροστά τους. Για πολιορκία όμως, ούτε λόγος… Ο φόβος είναι ενδημικό φαινόμενο στις τάξεις της Δεξιάς. Τις τρέμουν τις ύαινες. Ρωτείστε τον «φιλελεύθερο» κύριο που ξεστόμισε την αλήστου μνήμης φράση «η αστυνομία αμυνόμενη και προπηλακιζόμενη», να σας πει.

Θεσμοθετούν την απείθεια

Το ΠΑΣΟΚ από την πλευρά του έπεσε στην παγίδα και υπέκυψε στο νταβατζιλίκι της επαπειλούμενης πολιτικής βίας, εν όψει της 6ης Δεκέμβρη. Συνδιαλέγεται με εξτρεμιστές, εξευτελίζει και ευνουχίζει την αστυνομία για πάρτη τους, ζητώντας… συγνώμη από τον ΣΥΡΙΖΑ! Καταργεί το ιδιώνυμο, παροτρύνοντας όσους έχουν κάθε λόγο να κρύβουν το πρόσωπό τους, να το κάνουν. Οι αριστεριστές δεν πτοούνται, απαντούν με μπαράζ επιθέσεων με γκαζάκια. Δεν συγχωρούν την εξάρθρωση της 17Ν, δεν συγχωρούν ότι κάποιοι έβαλαν τότε τους Αμερικανούς στο παιχνίδι και τώρα τους γλείφουν. Και δείχνουν ότι όντως επιθυμούν να μετατρέψουν την Αθήνα σε Καμπούλ…

Τα τελευταία συμβάντα, είναι χαρακτηριστικά του πως αντιλαμβάνονται ο κ. Χρυσοχοΐδης, αλλά και ο «γκαουλάιτερ» του Μαξίμου που του «κότσαραν» στο υπουργείο, τα πράγματα. Ο τελευταίος, πήγε και επισκέφθηκε στη Μυτιλήνη στρατόπεδο κράτησης λαθρομεταναστών μετά από «εξέγερση» (που ακολούθησε εμφάνιση στο χώρο «αντιρατσιστικών» οργανώσεων) και εκτελώντας το εθνομηδενιστικό του καθήκον (όπως τότε που υπέγραψε εκείνη την τροπολογία), ζήτησε επίσης «συγνώμη» από αυτούς που εισήλθαν παράνομα στη χώρα! Ο Βούγιας βέβαια, «δικαιολογείται». Είναι μεταγραφή από την ανανεωτική αριστερά και έχει ο άνθρωπος τις ιδεολογικές αγκυλώσεις του.

Φυσικά, καταργείται και το διάταγμα Παυλόπουλου, που προέβλεπε εξάμηνη κράτηση και απέλαση. Ελεύθεροι ανάμεσά μας να εγκληματούν κατά το δοκούν. Ελεύθεροι και να εισέρχονται πλέον στη χώρα μας, άνευ επιπτώσεων. Ήδη με συνεισφορά που αγγίζει το 50% των ποινικών αδικημάτων που τελούνται…

Οι Έλληνες να μεταναστεύουν…

Εθνομηδενιστικά «μεγαλεία» ζει η χώρα. Λοιπόν, έχουμε και λέμε: κουκούλα μπορείτε κύριοι της ριζοσπαστικής αριστεράς να φοράτε άφοβα. Αν συλληφθείτε, θα σας ζητήσει συγνώμη ο ίδιος ο υπουργός. Χλιδή και αυτή, έτσι; Κάτι ακούσαμε όμως για «αμνηστεύσεις» των φονιάδων της 17Ν και δεν θέλουμε να το πιστέψουμε… Πάμε παρακάτω: ελλείψει ψηφοφόρων, μιας και το ΠΑΣΟΚ δεν πήρε κάτι παραπάνω από το 2004, η Ιπποκράτους «φτιάχνει» άλλους. Σκοπεύει να νομιμοποιήσει αβέρτα λαθρομετανάστες. Στην ουρά του εκλογικού σας τμήματος, όπου θα σπεύσετε τον Οκτώβριο του 2010 να ψηφίσετε για δήμαρχο, θα στέκει πλάι σας ο φίλτατος και συμπαθέστατος Χασάν. Θα συνοδεύεται δε από τη γυναίκα του που θα φοράει τη μαντίλα. Πιθανόν ο Χασάν να έχει και «άποψη». Αυτή που θα του εμφυτεύσουν σε Ιπποκράτους και Κουμουνδούρου. Πολυπολιτισμικότητα…

Τι κι αν εσείς γεννηθήκατε στην πόλη όπου ψηφίζετε, μεγαλώσατε εκεί, βαφτιστήκατε εκεί και βαφτίσατε και τα παιδιά σας, γαλουχηθήκατε εκεί με τις αξίες του Ελληνισμού, παντρευτήκατε σε μια από τις εκκλησιές της, θάψατε και κλάψατε στο κοιμητήριό της τα αγαπημένα σας πρόσωπα, ερωτευτήκατε στις γωνιές των δρόμων της και αποφοιτήσατε από τα σχολεία της; Ο Χασάν έχει και αυτός «δικαιώματα». Τα ίδια ακριβώς με εσάς. Θα μπορεί να νέμεται ανενόχλητος τις υποδομές που έφτιαξαν με τόσο κόπο οι πρόγονοί μας. Κι ας μην έχει συνεισφέρει στην κατασκευή τους. Κι ας μπήκε παράνομα στη χώρα. Προσέξτε εδώ: μια λέξη διαμαρτυρίας να εκστομίσετε και θα χαρακτηριστείτε «ρατσιστής»… Έτσι απλά. Οι «προοδευτικοί» καραδοκούν να σας σπιλώσουν.

Το μενού είναι πλούσιο

Όμως, έρχονται και άλλα. Αφού καταργήθηκαν υπουργεία που κατοχύρωναν εθνικά συμφέροντα (Βλέπε Μακεδονίας-Θράκης και Αιγαίου), αφού αφαιρέθηκε το «εθνικής» (θεωρείται από τους αριστεριστές του ΠΑΣΟΚ αδόκιμος όρος) σχεδόν από παντού (βλέπε Παιδείας, θα πανηγυρίζει η Ρεπούση), αφού άνθρωποι με «ρευστή» εθνική συνείδηση αλλά και φίλα προσκείμενοι στο τουρκικό προξενείο της Κομοτηνής, καταλαμβάνουν θέσεις-κλειδιά στο «Κίνημα» και διορίζονται υφυπουργοί, αφού «ομοσπονδοποιείται» η χώρα με το νέο Καποδίστρια, αφού μεταλλάσσεται δημογραφικά, έπεται και συνέχεια.

Αλήθεια, πως σας φάνηκε αυτό με τις «μητέρες πατρίδες» από την Κωνσταντινούπολη; Ίσα και όμοια οι θύτες με τα θύματα και άφεση αμαρτιών για τον Αττίλα. Που πήγε το ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ; Το έφαγε η μαρμάγκα, δεν είναι φαίνεται «πολιτικά ορθό». Φοβερή εθνομηδενιστική παρέα ο Γιώργος Παπανδρέου με τον Δημήτρη Χριστόφια (που αφελληνίζει συστηματικά την Κύπρο) και το Νίκο Αναστασιάδη (πεφωτισμένο δήθεν «δεξιό», λουλούδι του νεοταξίτικου μπαξέ). Νέα Τάξη Πραγμάτων καλημέρα. Και που είστε ακόμα. Ακούστηκαν και περίεργα για «οδικούς χάρτες» (είναι πάντως ευρηματικοί οι τύποι του ΠΑΣΟΚ) για να βγει η Τουρκία από τη γωνία, για συνομιλίες μεταξύ Σκοπίων και ΕΕ, χωρίς να τίθεται το θέμα της ονομασίας και πολλά άλλα. Αναπληρωτής υπουργός μας των Εξωτερικών εξάλλου, είναι ένας εκ των συντακτών του Σχεδίου Ανάν… Αυτά ήθελε ο κόσμος;

Ζητείται Δεξιά

Και ζητείται μάλιστα άμεσα. Εθνοκεντρική Δεξιά που να γυαλίζει το μάτι της, να έχει άντερα. Εθνοκεντρική Δεξιά με λογική κινηματική και ριζοσπαστική, που θα κατέβει στο πεζοδρόμιο. Που θα αντιπολιτευθεί, θα πιέσει, θα τους γονατίσει, θα μιλήσει με το λαό, ο οποίος παρακολουθεί απορημένος να προδίδονται οι προσδοκίες του σε όλα τα επίπεδα μέσα σε μέρες. Ο λαός που βλέπει τα παιδιά των stage να πετιούνται στο δρόμο, καθώς είναι «γαλάζια» και δεν έχουν κατά ΠΑΣΟΚ δικαίωμα στη ζωή και στην εργασία. Ο λαός που βλέπει τη «φάρσα» με τα βιογραφικά να έχει (άδοξο) τέλος. Η περίπτωση Δημήτραινα, είναι χαρακτηριστική της νοοτροπίας του ΠΑΣΟΚ. Δεν θα κάτσουν για πολύ…

Ο ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ ΩΣ ΕΘΝΟΣ ΚΟΣΜΟΣΥΣΤΗΜΑ

Γιώργος Κοντογιώργης
αναδημοσίευση από τον www.myriobiblos.gr
Ομιλία στο Ίδρυμα Μείζονος Πολιτισμού, 19 Οκτωβρίου 2005

Στις 27 Μαρτίου 1995 η εφημερίδα Ελευθεροτυπία, δημοσίευσε συνέντευξη του Ερικ Χομπσμπάουμ, στην οποία διατύπωνε με σαφήνεια τις απόψεις του για το ζήτημα του έθνους και συγκεκριμένα για την περίπτωση του ελληνικού έθνους.

Βασική υπόθεση του Ε.Χ. ήταν ότι η έννοια του έθνους και συνακόλουθα της εθνικής ταυτότητας «αποτελεί σχετικά σύγχρονο δημιούργημα και μία κοινωνική οντότητα μόνο στο βαθμό που παίρνει τη μορφή του σύγχρονου εδαφικά προσδιορισμένου κράτους, δηλαδή του «εθνικού κράτους». «Όλα τα έθνη είναι σχετικά πρόσφατα και σχετικά τεχνητά δημιουργήματα. Αυτό ισχύει και για το ελληνικό έθνος που δεν υπήρχε πριν από τον 19ο αιώνα». Η έννοια του «ελληνικού έθνους» δεν αποτελεί σε τελική ανάλυση παρά δημιούργημα του νεοελληνικού κράτους-έθνους. Επομένως, τα έθνη που ισχυρίζονται ότι προϋπήρξαν του «κράτους-έθνους έχουν μία ψευδή αντίληψη του ιστορικού παρελθόντος».

Λίγες μέρες αργότερα διατύπωνα από το ίδιο βήμα τις αντιρρήσεις μου στο επιχείρημα του βρετανού ιστορικού, επισημαίνοντας ότι ήταν ανιστόρητο, βαθιά δογματικό και κυρίως αντιδραστικό στη λογική του. Επομένως ήταν από κάθε άποψη επιστημονικά απαράδεκτο. Τους ισχυρισμούς αυτούς δεν τους διατύπωνε ο Ε. Χ. για πρώτη φορά ούτε ήταν πρωτότυποι. Ο ίδιος είχε ήδη αποφανθεί σε άλλα έργα του για την έννοια του έθνους αλλά και για το ελληνικό έθνος ειδικότερα. Συγχρόνως, το επιχείρημά του εγγράφεται στις γενικότερες παραδοχές της νεοτερικότητας για το έθνος και βεβαίως για την ιστορική εξέλιξη.

Η παρέμβασή μου ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων από τους καθ’ ημάς ιστορικούς που διακινούν το δόγμα της νεοτερικότητας. Κοινό γνώρισμα των αντιδράσεων αυτών αποτέλεσε η ύβρις. Ποιος είναι αυτός ο «σαχλαμάρας» έλεγε γνωστός ιστορικός που αποτολμά να αμφισβητήσει τον Ε. Χ. (1).

Οι αντιδράσεις αυτές οδήγησαν ωστόσο – όταν καταλάγιασε ο κουρνιαχτός – σε μία ενδιαφέρουσα συζήτηση για το έθνος, η οποία ακόμη και σήμερα καλά κρατεί. Με την πάροδο του χρόνου αποκρυσταλλώθηκε η διαμόρφωση δύο βασικά σχολών σκέψης: η μία, που ευαγγελίζεται με ευλάβεια το δόγμα της νεοτερικότητας και προσεγγίζει την ελληνική περίπτωση δίκην παρακολουθήματος των ευρωπαϊκών εξελίξεων και συνακόλουθα ως περιφέρειας.

Η σχολή αυτή, ανεξαρτήτως των επιμέρους διαφοροποιήσεών της (2), αποδέχεται ότι το έθνος αποτελεί τεχνητή κατασκευή ή αναλόγως φαντασιακή πρόσληψη, ένα είδος εμφυτεύματος στο μυαλό των ανθρώπων, και βασικά δημιούργημα του νεότερου κράτους. Ως εκ τούτου, το ελληνικό έθνος εγγράφεται στην προοπτική αυτή: δεν υπήρχε ελληνικό έθνος πριν από το νεοελληνικό κράτος. Το κράτος αυτό δημιούργησε το ελληνικό έθνος.

Η άλλη σχολή σκέψης που δίδαξε ο Νίκος Σβορώνος με το έργο του(3), επιχειρεί να αποδείξει εμπειρικά ότι οι καταβολές του ελληνικού έθνους ανάγονται σε έναν προγενέστερο χρόνο, που τοποθετείται μεταξύ του 11ου και του 15ου βυζαντινού αιώνα. Επομένως, δεν αποτελεί πρόσφατη κατασκευή ούτε υποπροϊόν της νεοτερικότητας.

Με την παρέμβαση αυτή, η οποία αποτελεί προέκταση και ολοκλήρωση του επιχειρήματος που διατύπωσα ιδίως το 1995, προτίθεμαι να σας προτείνω ένα διαφορετικό σχήμα προσέγγισης του έθνους, του οποίου τα θεμελιώδη στοιχεία αντλούνται από την ελληνική εμπειρία, και στο πλαίσιο αυτό της έννοιας της ελληνικής ταυτότητας. Το σχήμα αυτό τοποθετείται στον αντίποδα του νεοτερικού επιχειρήματος, όχι μόνον ως προς την ερμηνεία του ελληνικού παραδείγματος αλλά και κυρίως ως προς τη λογική του βάση. Διαφοροποιείται επίσης από το επιχείρημα Σβορώνου στο μέτρο που ενώ δεν αμφισβητεί την αξία του εμπειρικού του συμπεράσματος διαπιστώνει ότι αυτό επενδύεται εξαρχής, δηλαδή πριν από τον 19ο αιώνα, με το εθνοκρατικό πρόσημο της νεοτερικότητας.

Ο Σβορώνος διαφοροποιείται ως προς το χρόνο και τους όρους συγκρότησης του ελληνικού έθνους με το διατακτικό της νεοτερικότητας. Διαφωνεί επομένως ότι στην ελληνική περίπτωση το κράτος δημιούργησε το έθνος. Συμφωνεί όμως μαζί της ως προς την πρόσληψη της έννοιας έθνος. Εξου και αποδέχεται τη διαχωριστική γραμμή που εισάγει η νεοτερικότητα για τον ελληνισμό, μη αποδεχόμενος την ύπαρξη (ελληνικού) έθνους πριν από την εθνογενετική χρονοθέτηση που του αναγνωρίζει.

Η υπόθεση μου λαμβάνει ως προϋπόθεση ότι η ελληνική ταυτότητα αποτελεί μία σταθερά που συγκροτείται ήδη κατά τους κρητομυκηναϊκούς χρόνους και εξελίσσεται μεταλλασσόμενη αδιάκοπα έως τη σύγχρονη εποχή. Για να γίνει κατανοητή η προσέγγιση αυτή της ελληνικής ταυτότητας πρέπει να ανατρέξουμε για λίγο στη φύση της ελληνικής κοινωνίας. Κεντρική υπόθεση εργασίας αποτελεί η παραδοχή ότι ο ελληνισμός συγκροτήθηκε πολιτικά ως κοσμοσύστημα, με γνώμονα τη θεμελιώδη κοινωνία της μικρής κλίμακας της πόλης και εντέλει σε ανθρωποκεντρικές βάσεις.

Τα τρία αυτά γνωρίσματα δηλώνουν τα εξής: Το πρώτο, ότι ο ελληνικός κόσμος αποτέλεσε όχι μία πολιτειακή κοινωνία αλλά πολλές, μερικές εκατοντάδες που κάλυψαν την περίμετρο της Μεσογείου και κατά καιρούς σε βάθος τη ζωτική του ενδοχώρα.Το δεύτερο, ότι ως θεμελιώδης κοινωνία επελέγη η πόλις και ότι συνεπώς η πόλις συγκρότησε τον πολιτικό πυρήνα του κράτους στο περιβάλλον του οποίου αναπτύχθηκε ο κοινωνικός ιστός. Κατά τούτο στην ελληνική περίπτωση βρισκόμαστε μπροστά σε ένα εθνοτικό γεγονός συγκροτημένο σε πολλές αυτόνομες πολιτειακά κοινωνίες, όσες και οι πόλεις-κράτη.Το τρίτο, ότι η φύση των ελληνικών κοινωνιών έχει να επιδείξει ένα καταστατικό διακριτικό πρόσημο, την ανθρωποκεντρική ελευθερία (4).

Ώστε, για πρώτη φορά στη γνωστή ιστορία της ανθρωπότητας δημιουργείται πλάι στη δεσποτεία, ένα ανθρωποκεντρικό κοσμοσύστημα. Με τον όρο αυτόν εννοώ ένα σύνολο κοινωνιών που συνέχεται με κοινές ορίζουσες (πχ την ελευθερία) και θεμέλια. Το κοσμοσύστημα αυτό είναι μοναδικό επίσης και κατά το ότι συγκροτήθηκε στο περιβάλλον μιας συγκεκριμένης εθνοτικής οντότητας. Αποκαλούμε επομένως το ανθρωποκεντρικό κοσμοσύστημα μικρής κλίμακας ελληνικό, διότι ο ελληνισμός το δημιούργησε και το ενσάρκωσε καθόλη την ιστορική του διαδρομή έως το τέλος του. Το γεγονός ότι καθοδόν ενσωματώθηκαν σ’αυτό και άλλες εθνοτικές ή ευρύτερες πολιτισμικές οντότητες δεν αναιρεί την ουσία του πράγματος. Έλληνας εθεωρείτο από κάποια στιγμή ο μετέχων του ανθρωποκεντρισμού και της παιδείας του.

Το ελληνικό ή ανθρωποκεντρικό κοσμοσύστημα μικρής κλίμακας θα μετεξελιχθεί στο τέλος και θα μεταλλαχθεί στο νεότερο ανθρωποκεντρικό κοσμοσύστημα μεγάλης κλίμακας. Κατά τούτο, μπορούμε να δεχθούμε ότι το ελληνικό κοσμοσύστημα έχει το ανάλογό του στο νεότερο ανθρωποκεντρικό κοσμοσύστημα και όχι φυσικά σε μία από τις συστατικές του κοινωνίες, δηλαδή το έθνος κράτος.

Ο χρονικός ορίζοντας του ελληνικού κοσμοσυστήματος τοποθετείται μεταξύ των κρητο-μυκηναϊκών χρόνων και των παρυφών του 20ου αιώνα. Στο διάστημα αυτό διένυσε μία ολοκληρωμένη εξελικτική διαδρομή, της οποίας τα αποτυπώματα παρουσιάζουν ένα εξαιρετικό ενδιαφέρον. Η ανθρωποκεντρική ολοκλήρωση του ελληνικού κοσμοσυστήματος - τα στάδια που διήλθε - αποτελούν εντέλει το μείζον διαφοροποιό γνώρισμα σε σχέση με το νεότερο κοσμοσύστημα, το οποίο μόλις διανύει την πρώιμη φάση της ανθρωποκεντρικής του οικοδόμησης.

Η πρωτο-ανθρωποκεντρική φάση που διέρχεται ο νεότερος κόσμος βρίσκεται ακριβώς πίσω από τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει η σύγχρονη επιστήμη να κατανοήσει φαινόμενα του παρόντος αλλά και εκείνα του παρελθόντος στο μέτρο που την υπερβαίνουν.

Ένα από αυτά – θα έλεγα εντούτοις όχι το σπουδαιότερο – αφορά στο ζήτημα του έθνους.

Πυρήνας της προβληματικής μου για το έθνος είναι ότι αποτελεί, όπως κάθε ταυτοτική αναφορά, μία έννοια άρρηκτα συνδεδεμένη με το ανθρωποκεντρικό γεγονός και πιο συγκεκριμένα με τη συγκρότηση του κοινωνικού ανθρώπου με όρους ελευθερίας. Ο άνθρωπος διαλογίζεται για το «είναι» του, για την ύπαρξή του, για την κοινωνική του υπόσταση, για τον «άλλον», μόνον από τη στιγμή που βιώνει ένα καθεστώς ατομικής κατ’ ελάχιστον ελευθερίας.

Η επισήμανση αυτή δεν υπονοεί ότι στις μη ανθρωποκεντρικές κοινωνίες (π.χ. στις δεσποτικές ή φεουδαλικές) δεν συντρέχουν πολιτισμικές ή άλλες διαφοροποιήσεις. Δηλώνει απλώς ότι εκεί η έννοια της κοινωνίας συνέχεται ταυτολογικά με το πεδίο της ιδιοκτησίας του δεσπότη. Κατά τούτο, ο δουλοπάροικος δεν διαθέτει ιδίαν ταυτότητα, το «είναι» του ανάγεται στην ταυτότητα του δεσπότη.

Η θεμελιώδης αυτή παρατήρηση θα ήταν από μόνη της ικανή να αναιρέσει τον ισχυρισμό της νεοτερικότητας ότι δεν υπήρξε ελληνικό έθνος πριν από το νεοελληνικό κράτος. Οπωσδήποτε, εξηγεί γιατί η εθνογένεση στο νεότερο κόσμο, με αφετηρία την Ευρώπη, εστιάζεται μόλις στις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα. Εξηγεί επίσης το περιεχόμενο που έλαβε και ιδίως την «κατασκευή» του από το εδαφικό κράτος. Αποκρύπτει ωστόσο ότι η εμμονή του κράτους να ενσαρκώσει το έθνος συνομολογούσε αφενός την ανυπαρξία μιας εδραίας ανθρωποκεντρικά και επομένως χειράφετης κοινωνίας και αφετέρου την αγωνία του να υπερβεί, μεταξύ των άλλων, τους μείζονες πολιτειακούς πατριωτισμούς των πόλεων που σταδιοδρομούσαν ήδη είτε ως ανθρωποκεντρικοί θύλακες στο περιβάλλον της ευρωπαϊκής δεσποτείας είτε ως ανεξάρτητες θεμελιώδεις κοινωνίες.

Σε κάθε περίπτωση, η πείσμων επιλογή της νεοτερικής επιστήμης να αναγνωρίσει τη συνάφεια της ταυτότητας –εν προκειμένω του έθνους – με το ανθρωποκεντρικό γεγονός, αν δεν είναι αποτέλεσμα άγνοιας, όπως ελπίζεται, θα μπορούσε να οφείλεται στην άρνησή της να συνομολογήσει ότι το ελληνικό έθνος προϋπήρξε του κράτους, δεν κατασκευάσθηκε από αυτό. Υπό μία γενικότερη έννοια, η παραδοχή αυτή θα υποχρέωνε τη νεοτερικότητα να αναγνωρίσει ότι η πολιτική έκφραση του έθνους δια του κράτους, όχι μόνον δεν αποτελεί μονόδρομο, αλλά και, όπως διατυπώνεται, μαρτυρεί την εξαιρετικά πρώιμη ανθρωποκεντρική ανάπτυξη του σύγχρονου κόσμου. Θα την υποχρέωνε επίσης να αποδεχθεί ότι ο ελληνισμός στη νεότερη εποχή δεν υπήρξε περιφέρεια της νεοτερικότητας, αλλά προηγήθηκε ως προς τα συστατικά γνωρίσματα που την συνέχουν (πχ η ελευθερία).

Όντως, η συγκρότηση των ελληνικών κοινωνιών με όρους ανθρωποκεντρικού κοσμοσυστήματος θα εγείρει αναπόφευκτα ερωτήματα σχετικά με τη συλλογική τους ταυτότητα. Μπορούμε να συμφωνήσουμε εξαρχής ότι η έννοια της συλλογικής ταυτότητας στον ελληνικό κόσμο θα οικοδομηθεί σε περισσότερα επίπεδα :α) στο καθόλα εθνικό, που ανάγεται στο περιεχόμενο του ελληνικού κοσμοσυστήματος.β) στο «φυλετικό», δηλαδή στα «εθνοτικά» ή πολιτισμικά υποσύνολα του ελληνισμού.γ) στη θεμελιώδη κοινωνία της πόλης και επίσης στα μερικότερα (τοπικά ή κλαδικά) πολιτειακά μορφώματα στο εσωτερικό της.δ) στο επίπεδο της κοινωνικο-πολιτικής και ιδεολογικής αναγνωρισιμότητας των ομάδων.

Το έθνος-κοσμοσύστημα, στο μέτρο που εμπεριέχει και στεγάζει όλες αυτές τις ταυτοτικές παραμέτρους, αποτελεί έννοια γένους σε σύγκριση με το έθνος κράτος, το οποίο εγγράφεται ως έννοια είδους, δηλαδή ως ειδικότερη εκδήλωση της συλλογικής ταυτότητας στο περιβάλλον του νεότερου εθνοκεντρικού κοσμοσυστήματος. Από την άλλη, η εθνοκεντρική συγκρότηση των κοινωνιών του κράτους μεγάλης κλίμακας στερεί το σύνολο κοσμοσύστημα από μια ταυτοτική σημειολογία που να αναφέρεται σ’ αυτό.

Κατά τούτο, στο ελληνικό έθνος κοσμοσύστημα, διαπιστώνεται μία σαφής διάκριση μεταξύ των πολιτικών εκδηλώσεων του έθνους και της πολιτειακής ταυτότητας των κοινωνιών του. Εξ ου και το ελληνικό έθνος δεν συγκροτεί μία ενιαία πολιτειακή κοινωνία ούτε συναντάται ταυτολογικά με μια και μοναδική θεμελιώδη πολιτική κοινωνία. Ως έθνος-κοσμοσύστημα, ο ελληνισμός διαθέτει πολιτική συνείδηση και δρα πολιτικά με όρους συνέργειας των πόλεων-κρατών ή αργότερα μέσω της κοσμοπολιτείας του. Το έθνος εν προκειμένω αποτελεί πολιτική έννοια όχι διότι εξισώνεται με ένα συγκεκριμένο κράτος και ιστορείται δι αυτού – όπως το θέλει η νεοτερικότητα – αλλά επειδή συγκροτεί μία συνείδηση «κοινωνίας», δυνάμει του ανήκειν σε έναν ανθρωποκεντρικά δομημένο κοινό πολιτισμικό χώρο.

Η έννοια του έθνους-κοσμοσυστήματος διαμορφώνεται ήδη κατά τους μυκηναϊκούς χρόνους. Η ταυτοτική πολυσημία του μυκηναϊκού κόσμου δεν θα εμποδίσει την ενεργό πολιτική του συνάρθρωση, η οποία θα εκδηλωθεί, μεταξύ των άλλων, με την κορυφαία συνέργεια της τρωικής εκστρατείας.

Το κοινό πολιτισμικό υπόβαθρο των ελληνικών κοινωνιών της μυκηναϊκής εποχής, όπως αυτό αποτυπώθηκε στη μυθολογία και στα ομηρικά έπη, θα αποτελέσει τον καταλύτη για τις εθνικές αναζητήσεις της μετα-μυκηναϊκής περιόδου. Η ποίηση, ο πεζός λόγος, οι τραγωδίες, το σύνολο της μετέπειτα ελληνικής γραμματείας επανέρχονται διαρκώς στην κοινή κρητομυκηναϊκή κληρονομιά. Γεγονός που μαρτυρεί ότι οι θεμελιώδεις παράμετροι της ελληνικής ταυτότητας θα διαμορφωθούν, πολύ πριν γενικευθεί αργότερα με την είσοδο των Δωριέων στο προσκήνιο, ο προσδιοριστικός όρος του «Έλληνα». Ο Αριστοτέλης μας πληροφορεί ότι οι όροι Γραικός και Έλλην εντοπίζονται «περί την Ελλάδα την αρχαίαν», η οποία ευρίσκετο «περί την Δωδώνη και τον Αχελώον….». Μάλιστα επισημαίνει ότι οι εκεί κάτοικοι τότε μεν εκαλούντο «Γραικοί νύν δ’Ελληνες».

Η ελληνική κοσμοσυστημική ταυτότητα αναδεικνύεται μέσα από δύο σαφώς προσδιορισμένες εκδηλώσεις: η μία, αφορά στα κοινά πολιτισμικά δρώμενα. Η άλλη, στην αντιπαραβολή της με τον «άλλον», τους βαρβάρους. Τα ιερά, ιδίως τα Μαντεία – της Δωδώνης κατά τους μυκηναϊκούς χρόνους, των Δελφών κατά τους κλασικούς χρόνους κλπ. – αποτελούν ένα θεμελιώδες σημείο συνάντησης των Ελλήνων. Θα προσθέσουμε σ’ αυτά τους πανελλήνιους αγώνες και τις αμφικτιονίες, όπως εκείνη των Δελφών, οι οποίες επιφύλασσαν τη συμμετοχή μόνον στις πόλεις κράτη. Το ζήτημα της συμμετοχής του βασιλιά της Μακεδονίας Αλεξάνδρου στους ολυμπιακούς αγώνες, μόλις μετά τα Μηδικά, δημιούργησε πολιτικό ζήτημα, το οποίο εντούτοις επιλύθηκε με το επιχείρημα της καταγωγής του βασιλικού αυτού οίκου από το δωρικό γένος. Με πολιτικούς όρους επίσης επετεύχθη αργότερα, τον 4ο αιώνα, η συμμετοχή του Φιλίππου στην Αμφικτιονία των Δελφών.

Το ζήτημα αυτό εγείρει, όπως είναι φανερό, ένα μείζον ερώτημα που αφορά στο εύρος του ελληνικού έθνους-κοσμοσυστήματος. Περιλαμβάνει μόνον τις πόλεις κράτη και περαιτέρω είναι ή όχι Έλληνες οι Μακεδόνες ή οι Ηπειρώτες, δηλαδή οι Έλληνες πέραν των πόλεων? Το ζήτημα αυτό φαίνεται ότι απασχόλησε τους αρχαίους, όχι όμως υπό την έννοια που προσεγγίζεται σήμερα.

Όντως, η έννοια της Ελλάδας εκλήθη να αποδώσει δύο αρκούντως διαφορετικά πράγματα και τα δύο με σαφώς πολιτικό περιεχόμενο: πρώτον, τη γεωγραφική περιοχή νοτίως του Πηνειού και της Αμβρακίας, η οποία συνέπιπτε με τη μήτρα των πόλεων-κρατών. Δεύτερον, το σύνολο έθνος των Ελλήνων.

Ήδη, ο Ησίοδος θεωρεί τους Μακεδόνες συστατική παράμετρο του πολιτισμικού κεκτημένου της ελληνικής κοσμογονίας. Ο Μακεδνός και ο Μάγνης, γεννήτορες των Μακεδόνων και των Μαγνήτων, Ελλήνων αντιστοίχως, ήσαν αμφιθαλείς αδελφοί. Ο Στράβων διακρίνει μεν σαφώς την Ελλάδα των πόλεων από τη Μακεδονία. Η Μακεδονία όμως (και η Ήπειρος) ταξινομούνται ως μέρη της «Ελλάδος πάσης». «Εστι μεν ουν Ελλάς και η Μακεδονία» θα πει αλλού, ενώ αναφερόμενος στην κατεχόμενη περιοχή της από τους βαρβάρους Θράκες αποφαίνεται ρητώς ότι και αυτή είναι μέρος «της…Ελλάδος αναντιλέκτως». Ο Πολύβιος οριοθετεί την «Ελλάδα πάσαν» έως την Ιλλυρίδα και την «Θράκην τινά» ενώ επανειλημμένα αναφέρεται «στη Μακεδονία και την άλλην Ελλάδα». Διαλογιζόμενος με όρους έθνους-κοσμοσυστήματος, αποφαίνεται ότι η ιστορία των Μακεδόνων και εν γένει των Ελλήνων πέραν της μητροπολιτικής Ελλάδας, αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του Ελληνισμού: «πολλώ σεμνότερον ην και δικαιότερον εν τη περί της Ελλάδος υποθέσει τα πεπραγμένα Φιλίππου συμπεριλαβείν ήπερ εν τη Φιλίππου τα της Ελλάδος».

Ο διάλογος για το έθνος-κοσμοσύστημα θα επανέλθει στο προσκήνιο κατά τους κλασικούς χρόνους αφενός λόγω της εκτατικής λειτουργίας των Περσών και αφετέρου εξαιτίας της παρέμβασης των Μακεδόνων στα ελληνικά πράγματα. Στην τελευταία περίπτωση ο στοχασμός για το έθνος-κοσμοσύστημα θα ενταθεί εξ αιτίας της προβληματικής που θα αναπτυχθεί για την υπέρβαση του αδιεξόδου που συνείχε το σύστημα των πόλεων-κρατών στο τέλος του πελοποννησιακού πολέμου.

Η δυναμική συνάντηση των ελληνικών κοινωνιών με τους βαρβάρους θα οδηγήσει στην αποσαφήνιση του ιδιαίτερου χαρακτήρα του ελληνικού κόσμου. Ο Ηρόδοτος θα διατυπώσει έναν ολοκληρωμένο ορισμό του έθνους, προβάλλοντας ως σημείο σύνθεσης την καταγωγή και τις κοινές πολιτισμικές παραδοχές. Θα καταγράψει ως στοιχεία της ελληνικής αυτοσυνειδησίας το όμαιμον, το ομόγλωσσον, τα κοινά των θεών ιδρύματα, τας κοινάς θυσίας, τα ομότροπα ήθη. Ο ορισμός του Ηροδότου είναι εξόχως πολιτικός. Έχει όμως κατά νουν την κοσμοσυστημική πραγματικότητα της εποχής του και επομένως μίαν ανάλογη προς αυτήν πολιτική αναφορά του έθνους.

Τα περσικά, πέραν του εθνικού συμβολισμού που εμπεριείχε η έννοια του Έλληνα, θα ενσωματώσουν την κοσμοσυστημική αντίθεσή του με τους βαρβάρους. Το ελληνικό έθνος είναι ανθρωποκεντρικό, εν αντιθέσει προς τους βαρβάρους που ενσαρκώνουν το δεσποτικό κοσμοσύστημα. Ο Σιμωνίδης, στο επίγραμμά του είναι σαφής : «Οι Αθηναίοι πολέμησαν για λογαριασμό των Ελλήνων στο Μαραθώνα». Ο Αισχύλος στους Πέρσες εξυμνεί τη ναυμαχία της Σαλαμίνας υπό το πρίσμα του ανθρωποκεντρικού έθνους-κοσμοσυστήματος: «εμπρός παιδιά της Ελλάδας…ελευθερώστε την πατρίδα, ελευθερώστε τα παιδιά, τις γυναίκες, τα ιερά των πατρώων θεών, τους τάφους των προγόνων…..».

Εν αντιθέσει προς τα τρωικά, όπου ο εθνικός συμβολισμός προβάλλει ένα ζήτημα τιμής για τους Αχαιούς Έλληνες, στα Περσικά το εθνικό πρόταγμα αντλεί την προβληματική του από καθαρά ανθρωποκεντρικές προτεραιότητες (όπως η ελευθερία). Όμως και στις δύο περιπτώσεις οι Έλληνες μάχονται για τις κοινές τους αξίες.

Η απώθηση της εξωτερικής απειλής θα προκαλέσει μία σχετική υποχώρηση του εθνικού πατριωτισμού υπέρ του πατριωτισμού των πόλεων και μάλιστα, συν τω χρόνω, στην ολοκληρωτική επικράτηση του πολιτειακού ή ιδεολογικού πατριωτισμού. Επικράτηση, η οποία όμως δεν θα απομειώσει από τη συνείδηση των Ελλήνων την έννοια του έθνους-κοσμοσυστήματος (Θουκυδίδης κλπ.).

Δεν είναι του παρόντος να σταθούμε στους λόγους της εξέλιξης αυτής. Επισημαίνουμε απλώς ότι συνδέεται με το αδιέξοδο της κρατοκεντρικής φάσης που διήρχετο τότε το ελληνικό κοσμοσύστημα.

Η είσοδος των Μακεδόνων στο προσκήνιο του ελληνικού κοσμοσυστήματος, ακολούθησε έναν σημαίνοντα κύκλο προβληματισμού και επεξεργασιών για την υπέρβαση της κρίσης με άξονα αναφοράς το έθνος-κοσμοσύστημα. Γι αυτό και έμελλε να ενεργοποιήσει το διάλογο για την εθνική ταυτότητα, για την αρμόζουσα ισορροπία μεταξύ του εθνικού πατριωτισμού και των επιμέρους πατριωτισμών, και εντέλει για τον τρόπο που όφειλε εφεξής να μορφοποιηθεί η πολιτική έκφραση του έθνους-κοσμοσυστήματος.

Έχει ενδιαφέρον να προσεχθεί ότι οι θιασώτες της αποκατάστασης της ισορροπίας αυτής θα επιζητήσουν λύσεις, οι οποίες, μολονότι θα πάνε πέραν του συστήματος των πόλεων εν τούτοις σε καμιά περίπτωση δεν θα εισηγηθούν την υπέρβασή τους. Ο Αριστοτέλης θα προκρίνει ως προς αυτό την επεξεργασία μιας νέας πολιτικής εγχάραξης του εθνικού πατριωτισμού, ο οποίος θα συνδυάζει το κρατοκεντρικό κεκτημένο (τις πόλεις) – την προϋπόθεση της ανθρωποκεντρικής κοινωνίας – με την οικουμενική του φιλοδοξία. Την ιδέα ακριβώς αυτήν θα πραγματώσει ο μαθητής του Αλέξανδρος με το πρόταγμα της οικουμενικής κοσμόπολης.

Με τη μετάβαση στην οικουμένη για πρώτη φορά η ελληνική εθνική αυτότητα αποσυνδέεται από την πολιτική συγκυρία και αποκτά ένα πολιτειακό κέλυφος, το οποίο υπέρκειται της πόλεως και συγχρόνως συμβάλλεται μαζί της εν είδη συμπολιτείας. Η κοσμόπολις επομένως δεν καταργεί τις επιμέρους ταυτότητες των ελληνικών κοινωνιών. Δημιουργεί όμως μία νέα ισορροπία μεταξύ τους και ιδίως μεταξύ αυτών - των ταυτοτήτων που ανάγονται στις πόλεις - και της εθνικής ταυτότητας.

Επιπλέον, στο περιβάλλον της κοσμόπολης, ο πολίτης προικίζεται με νέες ελευθερίες, οι οποίες συνδέονται ευθέως με το περιεχόμενο του έθνους-κοσμοσυστήματος. Διατηρεί την ιδιότητα του πολίτη της πόλεως, αποκτά όμως δικαίωμα επιλογής πόλεως στην οικουμένη και ταυτόχρονα, ως εκ της ιδιότητάς του αυτής, προικίζεται με την ιδιότητα του κοσμοπολίτη. Κοσμοπολίτης είναι ο πολίτης του έθνους -κοσμοσυστήματος, που στεγάζεται πολιτειακά στην κοσμόπολη.

Μία άλλη εξέλιξη που συνδέεται με τη μετάβαση στην οικουμένη και την ενσωμάτωση στο ελληνικό κοσμοσύστημα βαρβαρικών πληθυσμών αφορά στη σχετική αποσύνδεση της καταγωγής από την έννοια του έθνους. Εφεξής η ελληνικότητα υποδηλώνει μάλλον το ελληνικό ανθρωποκεντρικό κεκτημένο και την αντίστοιχη παιδεία που το ενσαρκώνει. Η υπέρβαση της «καταγωγικής» συνάφειας του έθνους είχε ήδη προετοιμασθεί στους πνευματικούς κύκλους των πόλεων-κρατών. Ο Ισοκράτης, στον Πανηγυρικό του διδάσκει ότι «το των Ελλήνων όνομα» αναγνωρίζεται όχι πια από το γένος, από την «κοινή φύση της καταγωγής» αλλά από την ανθρωποκεντρική φύση της ελληνικής παιδείας. Ώστε, εφεξής, Έλλην δεν είναι μόνον ο έλκων την καταγωγή από το γένος των Ελλήνων αλλά και ο μετέχων της ελληνικής ανθρωποκεντρικής παιδείας.

Η νέα αυτή εκδοχή του έθνους-κοσμοσυστήματος, θα συνοδεύσει τον ελληνισμό καθόλη τη διάρκεια της οικουμένης μέχρι και τον 19ο αιώνα. Αν και κατά την περίοδο της ρωμαϊκής πολιτικής κυριαρχίας η οικουμενική κοσμόπολη θα αποξενωθεί των εθνικών χαρακτηριστικών της, ο ελληνισμός δεν θα πάψει να στοχάζεται με όρους έθνους-κοσμοσυστήματος. Η περίπτωση του Πολύβιου, μολονότι δεν είναι μοναδική, αποτελεί ένα εξόχως ενδιαφέρον παράδειγμα.

Η προβληματική για το έθνος-κοσμοσύστημα θα επανέλθει στο προσκήνιο με την άνοδο του χριστιανισμού, όταν η νέα θρησκεία θα ορθωθεί ουσιαστικά όχι κατά της ρωμαϊκής εξουσίας αλλά κατά των Ελλήνων. Ο ελληνισμός με την υιοθεσία του χριστιανισμού βρέθηκε αντιμέτωπος με μια θρησκεία η οποία δεν έμοιαζε οικεία με τον ελληνικό ανθρωποκεντρισμό. Η αντίθεση δεν ήταν προφανώς εθνική με τη σημερινή έννοια του όρου. Αφορούσε στη συμβατότητα της νέας θρησκείας με την ελληνική ανθρωποκεντρική παιδεία και συγκεκριμένα στην ανθρωποκεντρική ή μη θέαση του θείου και της ζωής. Ο Πορφύριος, ένας παλαιστίνιος νεοπλατωνικός φιλόσοφος, που έγραψε πλήθος έργων «υπέρ της των Ελλήνων ελευθερίας» και κατά των χριστιανών, θα αποφανθεί για τον Ωριγένη: Έλλην εν Έλλησι παιδευθείς λόγοις προς το βάρβαρον εξώκειλε τόλμημα».

Η οικουμενική κοσμόπολη θα ενσαρκώσει την ελληνική εκδοχή του έθνους-κοσμοσυστήματος κατεξοχήν στο Βυζάντιο. Ο χριστιανισμός θα αποτελέσει εντέλει αντικείμενο οικειοποίησης από τις ελληνικές κοινωνίες και, όπως ακριβώς η ιδέα της Ρώμης, θα εγγραφεί ως συστατικό στοιχείο της ταυτότητάς τους. Το ειδικό βάρος των δύο αυτών ταυτοτικών «αναφορών» στη συνολική σύνθεση του έθνους- κοσμοσυστήματος θα διαφοροποιηθεί στο χρόνο. Όμως, συνεκτική σταθερά της σύνθεσης αυτής θα αποτελέσει η ελληνικότητα, που τροφοδοτούσε η γλώσσα και στην οποία ανάγονται η παιδεία και ο εν γένει ανθρωποκεντρικός τρόπος του βίου. Στη ρωμαϊκή πολιτειακή ταυτότητα του Βυζαντίου, στην ίδια την έννοια της ρωμιοσύνης υπολανθάνει το περιεχόμενο της ελληνικότητας, όπως ακριβώς και στην έννοια της ελληνικής εκδοχής του χριστιανισμού. Το γεγονός αυτό γίνεται ιδιαίτερα αισθητό στην προσέγγιση των βυζαντινών από τους «άλλους», οι οποίοι, είτε τους αποκαλούν απλώς Έλληνες (οι Δυτικοί) είτε Ρούμ (οι Άραβες) είτε Γιουνάν (οι Ασιάτες), τους αναγνωρίζουν στην ελληνική τους ταυτότητα.

Ομοίως, οι βυζαντινοί, στην επικοινωνία τους με τους «άλλους» δεν παραλείπουν να υποσημειώνουν την καταγωγική τους σχέση με τους αρχαίους Έλληνες και την ελληνικότητα της παιδείας τους. «Εξ ημών αι επιστήμαι….» θα αντιτάξει στους Άραβες ο Κωνσταντίνος, ο μετέπειτα εκπολιτιστής των Σλάβων. Η Άννα Κομνηνή σεμνύνεται για την ελληνική της παιδεία και αναφέρεται στον «αγράμματον Έλληνα ορθώς ελληνίζοντα» ενώ για τον Νικήτα Χωνιάτη οι βυζαντινοί είναι Έλληνες. Θα σταματήσει την ιστορία του στην άλωση της Πόλης από τους σταυροφόρους, με την επισήμανση: «Πώς αν είην εγώ το βέλτιστον χρήμα, την ιστορίαν, το κάλλιστον εύρημα των Ελλήνων, βαρβαρικαίς καθ’ Ελλήνων πράξεσι χαριζόμενος».

Το ελληνικό υπόβαθρο του έθνους-κοσμοσυστήματος στο Βυζάντιο είναι περισσότερο εμφανές στις λαϊκές αναπαραστάσεις. Ο Διγενής Ακρίτας προασπίζεται εν ταυτώ την ελληνική χριστιανική οικουμένη. Μάλιστα, η προβολή του ως ήρωα γίνεται με τους όρους της επενδεδυμένης με χριστιανικό πρόσημο ελληνικής δε στην ουσία της θρησκείας, όπως ακριβώς συμβαίνει και με τους ήρωες του συνόλου της δημοτικής ιδεολογίας.

Η τελευταία φάση και αναλαμπή του βίου του ελληνισμού ως έθνους-κοσμοσυστήματος, εστιάζεται στην περίοδο της οθωμανοκρατίας. Στο πλαίσιο του ιστορικού συμβιβασμού, στον οποίο υποχρεώθηκε με την κατάκτηση ο ελληνισμός, θα επιχειρήσει να εκφρασθεί συνολικά μέσω της Μεγάλης Εκκλησίας, η οποία περισσότερο από θρησκευτικός θεσμός, θα συμπεριφερθεί ως πολιτειακό υποκατάστατο της οικουμενικής κοσμόπολης. Καταλυτικός ως προς αυτό θα αποδειχθεί ο ρόλος του Φαναρίου, της άρχουσας ελληνικής τάξης της Πόλης, η οποία διαμόρφωνε πράγματι τις μείζονες επιλογές του πατριαρχείου. Εντούτοις, η ύπαρξη, η σταδιοδρομία και η συνοχή του ελληνικού έθνους-κοσμοσυστήματος αποκρυσταλλώνονται στις ανθρωποκεντρικές του σταθερές, οι οποίες διέρχονται θεμελιωδώς από το σύστημα των πόλεων (ή κοινών).

Έχει ενδιαφέρον να προσεχθεί ότι η νεότερη ιστοριογραφία αποφάσισε δια μιας να εγγράψει την άλωση της δυτικής Ρώμης και την περιέλευση της Εσπερίας στο δεσποτικό κοσμοσύστημα (ο Μεσαίωνας), ως καθολικό φαινόμενο. Με βάση την υπόθεση αυτή ο σύνολος κόσμος περιήλθε από τη στιγμή της άλωσης της δυτικής Ρώμης στη φεουδαρχία.

Η απόφαση αυτή υπήρξε κοσμοϊστορική ως προς τον τρόπο πρόσληψης του ελληνισμού, αλλά και της ιστορικής εξέλιξης του κόσμου γενικότερα. Το Βυζάντιο, μολονότι συνέχισε απαράλλακτα όπως πριν τον ανθρωποκεντρικό του βίο, κατεγράφη ως Μεσαίωνας, δηλαδή ως μέρος του δεσποτικού κοσμοσυστήματος. Το τέλος του συστήματος των πόλεων (ή κοινών) τοποθετείται στο τέλος της δυτικής Ρώμης (4ος αι.) ενώ τα ομόλογα φαινόμενα της οθωμανοκρατίας ορίζονται εφεξής ως κοινότητες.

Όταν πριν από πολλά χρόνια διατύπωσα σε πολύ γνωστό βυζαντινολόγο την άποψη ότι το Βυζάντιο δεν μπορεί να κατανοηθεί παρά μόνον υπό το πρίσμα του συστήματος των πόλεων (ή κοινών), μου αντέτεινε με έκπληξη: Μα υπήρχαν κοινά στο Βυζάντιο; Ποιος το λέει αυτό; Όντως, ουδείς το υποστηρίζει. Κανένας όμως δεν μπήκε στον κόπο να αποδείξει εάν, πότε και γιατί εξέλειπαν. Αρκούσε η υπόθεση ότι αφού καταλύθηκαν στη Δύση, με την κατάρρευση της Ρώμης, δεν θα μπορούσε να έχουν διατηρηθεί πέραν αυτής. Αν λοιπόν αποδεχθούμε την ύπαρξη των κοινών στο Βυζάντιο και μάλιστα στην οθωμανοκρατία, τότε αναντιρρήτως το ελληνικό ή ανθρωποκεντρικό κοσμοσύστημα μικρής κλίμακας και η ομόλογη αναφορά στο έθνος-κοσμοσύστημα, επιβεβαιώνει την ύπαρξή του έως τις παρυφές του 20ου αιώνα.

Έχω καταδείξει αλλού, ότι η διαφορά μεταξύ πόλεως (ή κοινού) και κοινότητας είναι ουσιώδης: το κοινό/πόλις αποτελεί τη θεμελιώδη κοινωνία του ελληνικού κοσμοσυστήματος. Η κοινότης είναι το ελληνικό κοινό/πόλις που μετακενώθηκε πέραν των Άλπεων και οδήγησε την ευρωπαϊκή μετάβαση από τη δεσποτεία στον ανθρωποκεντρισμό. Πλην της Ιταλικής χερσονήσου, δεν αποτέλεσε την θεμελιώδη κοινωνία αλλά οργανικό μέρος του φέουδου. Στο μέτρο που κλήθηκε να λειτουργήσει σε ένα πρωτο-ανθρωποκεντρικό περιβάλλον ήταν φυσικό να προσαρμοσθεί στο διατακτικό του. Εξου και, ανεξαρτήτως της σημασίας της για την ανθρωποκεντρική μετάβαση της δυτικο-ευρωπαϊκής κοινωνίας, συγκρινόμενη με το ελληνικό κοινό/πόλη της ίδιας περιόδου αποδίδει την «τριτοκοσμική» του εκφορά.

Το εντυπωσιακό στα κοινά της οθωμανοκρατίας είναι ότι οι πολιτείες τους αναπαράγουν με ομοθετικό τρόπο τις πολιτείες της κλασικής εποχής – εν οις και τη δημοκρατία – καθώς και το κεκτημένο των ελευθεριών που ολοκληρώθηκε με την είσοδο στο Βυζάντιο. Αναφέρομαι στη μετάβαση διαδοχικά, από την «κοινωνία της εργασίας» και την «κοινωνία της σχόλης» στην «εταιρική κοινωνία» στην οποία η σχέση εργασίας και κεφαλαίου (το σύστημα της οικονομίας εν γένει) διαχωρίζεται από την ιδιοκτησία και συγκροτείται στη βάση της εταιρικής πολιτείας. Η μετάβαση αυτή είναι υπόλογη επίσης της απαξίωσης της «ώνιας δουλείας» (5).

Στα κοινά διακτινώνεται ο ιστός της οικουμενικής αστικής τάξης, της εταιρικής εργασίας, της εκκλησίας, του εκπαιδευτικού συστήματος, της κίνησης των ιδεών, των λαϊκών πολιτισμικών αναφορών (το δημοτικό τραγούδι κλπ.), του αξιακού υπόβαθρου που συνέχεται με την ελευθερία κ.α. Το σύστημα των κοινών και μάλιστα το ανθρωποκεντρικό υπόβαθρο των ελληνικών κοινωνιών θα υπονομεύσει τελικά την οθωμανική δεσποτεία επειδή ακριβώς δεν θα μπορέσει να μεταλλαχθεί. Η ιδέα του έθνους-κοσμοσυστήματος θα υπαγορεύσει το περιεχόμενο του προτάγματος της ελληνικής παλιγγενεσίας, το οποίο, το σύνολο των κοινωνικών στρωμάτων, θα επιζητήσουν να στεγασθεί στο σχήμα της οικουμενικής κοσμόπολης.

Ώστε, το πρόταγμα της ελληνικής παλιγγενεσίας δεν είναι εθνοκεντρικό, με την έννοια που θα προβληθεί αργότερα από τον ευρωπαϊκό κόσμο. Δεν επιδιώκει να οικοδομήσει ένα κράτος-έθνος. Οι φαναριώτες, ο κλήρος, η αστική τάξη, σύσσωμη η διανόηση, διαλογίζονται με αφετηρία το πολυ-πολεοτικό, πολυ-πολιτειακό ταυτοτικό σχήμα και το ανθρωποκεντρικό κεκτημένο που αποδίδει η έννοια του έθνους-κοσμοσυστήματος. Στο πλαίσιο αυτό, ζητούμενο θα αποτελέσει όχι η μετάβαση από τη φεουδαρχία στον ανθρωποκεντρισμό και η εξ υπαρχής συγκρότηση της έννοιας του έθνους αλλά η απόσειση της οθωμανικής δεσποτείας ώστε να αποκαθαρθεί ο ελληνικός ανθρωποκεντρισμός, καθόλα υπαρκτός και κυρίαρχος, από τις αγκυλώσεις της οθωμανικής πολιτικής κυριαρχίας.

Το κλίμα ακριβώς αυτό εξηγεί ουσιαστικά την έναρξη της Επανάστασης από τη Μολδοβλαχία, κυρίως όμως τη μοναδικότητα του τρόπου της επαναστατικής πράξης στις περιοχές όπου επιβίωσε, δηλαδή στην Πελοπόννησο, στη Στερεά και στα νησιά του Αιγαίου. Η επανάσταση στις περιοχές αυτές οργανώθηκε και λειτούργησε με γνώμονα το σύστημα των κοινών. Το εσωτερικό της πρόβλημα μπορεί να ερμηνευθεί μόνον ως αποτέλεσμα της συνάντησης του εθνικού με τους ποικίλους όσους επιμέρους πατριωτισμούς (πολεοτικούς, πολιτειακούς, συμπολιτειακούς/περιφερειακούς, κλπ.). Οι συνταγματικοί χάρτες της περιόδου του αγώνα υπολείπονται μεν των δημοκρατικών κοινών της οθωμανοκρατίας, εμπνέονται όμως σε ό,τι αφορά το ανθρωποκεντρικό τους πρόσημο (τις προτεραιότητες, την πρόσληψη των θεσμών, το υπόβαθρο της ελευθερίας κ.ά.) και ως προς τη δομή του πολιτειακού συστήματος, ολοκληρωτικά από τη λογική του ελληνικού ή ανθρωποκεντρικού κοσμοσυστήματος μικρής κλίμακας.

Η επισήμανση αυτή κάνει φανερό ότι ανάμεσα στο ευρωπαϊκό και στο ελληνικό «εθνικό» πρόταγμα, καταγράφεται μία χαοτική ασυμβατότητα. Το πρόβλημα δεν είναι, όπως επιχειρείται να εμφανισθεί, η μη ύπαρξη έθνους πριν από το κράτος, όπως στη δεσποτική Εσπερία, αλλά η σταδιοδρομία ενός ελληνικού κόσμου, με υπόβαθρο τις προδιαγραφές του ανθρωποκεντρικού κοσμοσυστήματος μικρής κλίμακας, ο οποίος είναι εξ αυτού του λόγου βαθιά δημοκρατικός και επιπλέον εγκολπώνεται σταθερά την ιδέα του «οικουμενικού έθνους». Το μεν είχε ως ζητούμενο την ανθρωποκεντρική πρωτο-οικοδόμηση στο περιβάλλον της θεμελιώδους κοινωνίας του κράτους και συνακόλουθα την εξυπαρχής συγκρότηση της συλλογικής ταυτότητας του έθνους. Το δε, είχε ως σημείο εκκίνησης τη μετα-κρατοκεντρική ή οικουμενική ανθρωποκεντρική ταυτότητα που έθετε ως στόχο την απώθηση του δεσπότη/κατακτητή.

Οι διαφορετικές αφετηρίες ως προς τη φύση των κοινωνιών, προανήγγειλαν θεμελιωδώς διαφορετικές προτεραιότητες ή επιλογές. Συγχρόνως όμως ορισμένες εκδηλώσεις της νέας αυτής πρωτο-ανθρωποκεντρικής δυναμικής που διαμορφώνονταν στη δυτική Ευρώπη αντιμετωπίζονταν ήδη με περίσκεψη από την ελληνική οικουμένη. Αναφέρω ορισμένες από αυτές: η αρχή της πολιτικής κυριαρχίας του κράτους εμπεριείχε την πρόνοια του προστατευτισμού και άρα αντέκειτο στην οικουμενική λογική της ελληνικής αστικής τάξης (και της εκκλησίας). Ομοίως, η αρχή των εθνοτήτων και περαιτέρω της εθνικής ομοιογένειας αντέβαιναν προφανώς την έννοια του οικουμενικού έθνους-κοσμοσυστήματος και το κοσμοπολιτειακό του πρόταγμα. Η αναπόφευκτη επιστροφή της φυλετικής πρόσληψης του έθνους - γνώρισμα της πρωτο-ανθρωποκεντρικής οικοδόμησης - έμελλε να παγιδεύσει την ελληνική πολιτισμική αναφορά (Φαλμεράγερ) και να τροφοδοτήσει αργότερα τους βαλκανικούς εθνικισμούς. Τέλος, το πρωτο-ανθρωποκεντρικό δόγμα ένα κράτος, ένα ενιαίο και κυρίαρχο πολιτικό σύστημα, μία ενιαία και ομοιογενής κοινωνία, έβαλε ευθέως κατά των ανθρωποκεντρικών θεμελίων (ιδίως της καθολικής των ελευθερίας) του ελληνικού κόσμου, καθώς τον εγκαλούσε να οπισθοδρομήσει προκειμένου να εναρμονισθεί με τον πρωτο-ανθρωποκεντρικό βηματισμό της Εσπερίας.

Συγχρόνως όμως έθετε υπό απειλή την ίδια την εθνική ύπαρξη του ελληνισμού. Πρώτον, διότι επαγγέλετο την ανασύνθεση του ζωτικού οικουμενικού του χώρου με γνώμονα την κρατική δεσποτεία (ή επί το καλλιεπέστερον απόλυτη μοναρχία) και στο βάθος το κυρίαρχο (δηλαδή το πρωτο-ανθρωποκεντρικό) έθνος-κράτος. Δεύτερον, επειδή έθετε υπό ριζική αμφισβήτηση το ταυτοτικό του υπόβαθρο και περαιτέρω τις κοσμοσυστημικές βάσεις που διασφάλιζαν την υπεροχή του.

Παρακάμπτω το μείζον ζήτημα εάν ήταν εφικτή η πραγματοποίηση του προτάγματος της ελληνικής παλιγγενεσίας με όρους οικουμενικής κοσμόπολης, καθώς θα μας εμπλέξει σε άλλης τάξεως ερωτήματα, όπως για παράδειγμα γιατί αντί να εντοπισθεί η θεμελιώδης διαφορά μεταξύ κοινού/πόλεως και κοινότητας εξομοιώθηκε το ελληνικό κοινό με την κοινότητα, για πιο λόγο το ανθρωποκεντρικό κεκτημένο (η καθολική ελευθερία, τα ομόλογα συστήματα κλπ.) που εμπεριείχε το κοινό/πόλις δεν μεταστεγάσθηκε στο κράτος-έθνος.

Θα σταθώ στην επισήμανση ότι η ελληνική περίπτωση αποτελεί ένα διαφορετικό παράδειγμα μετάβασης στο κράτος-έθνος. Η αποδοχή της υπόθεσης αυτής συνεπάγεται μία ριζική αναθεώρηση της ιστορίας και της περιοδολογησής της, η οποία θα έθετε την ευρωπαϊκή εξέλιξη σε μία εξαιρετικά δυσμενή θέση. Εξ ου και η αγωνιώδης προσπάθεια να καταγραφεί το Βυζάντιο και ο οθωμανοκρατούμενος ελληνισμός ως φεουδαλικός ή να ταξινομηθούν οι νεοελληνικές δυσμορφίες ή ιδιαιτερότητες ως υπόλογες του διαφορετικού δρόμου που ακολούθησε ο προεπαναστατικός ελληνισμός, σε σχέση με τη Δυτική Ευρώπη. Έτσι, η ευρωπαϊκή και η ελληνική διανόηση θα εκφράσουν τη βαθιά τους λύπη επειδή ο ελληνικός κόσμος δεν πέρασε από την Αναγέννηση και το Διαφωτισμό, υπονοώντας βασικά ότι θα είχαν προτιμήσει να είχε βυθισθεί στη φεουδαρχία, όπως η Δύση. Την πνευματική απογείωση που σημειώνεται στον ελληνικό ζωτικό χώρο μετά το πρώτο σοκ της κατάκτησης θα την αποκαλέσουν Διαφωτισμό, προκειμένου να την εμφανίσουν ως παραρτηματική στο δυτικο-ευρωπαϊκό Διαφωτισμό. Όμως η διαφορά τους είναι κεφαλαιώδης: στη μία περίπτωση η διανόηση μοχθεί για την οικοδόμηση των γνωσιολογικών και διανοητικών προϋποθέσεων του μετα-φεουδαλικού ελεύθερου ανθρώπου που μόλις είχαν συναντήσει. Του «νέου ανθρώπου», όπως τον αποκάλεσαν, προκειμένου να τεκμηριώσουν την άποψη περί της πρωτόγνωρης μοναδικότητάς του. Στην άλλη, επρόκειτο απλώς για την ανάκαμψη του ήδη ανθρωποκεντρικού ελληνισμού. Ανάλογες ερμηνείες θα δοθούν και σε παρεκκλίνοντα προς την ευρωπαϊκή ορθότητα φαινόμενα του νεοελληνικού κράτους. Αναφέρω ενδεικτικά την εισαγωγή εξ αρχής της καθολικής ψήφου (1821), όταν την ίδια περίοδο (1832) στη Μ.Βρετανία μόλις το 7% διέθετε το δικαίωμα ψήφου, την επικράτηση των πολυσυλλεκτικών και πάντως μη ταξικών ή ιδεολογικών κομμάτων και πολλά άλλα, τα οποία θα αποδοθούν στον περιφερειακό και υστερημένο χαρακτήρα της ελληνικής κοινωνίας, μολονότι έναν έως ενάμιση αιώνα αργότερα θα εισαχθούν και στις ευρωπαϊκές κοινωνίες.

Οι περιπέτειες της μετάλλαξης της εθνικής ιδεολογίας από κοσμοσυστημική σε κρατική θα αποκρυσταλλωθούν εντούτοις στο κλίμα μιας αντιπαλότητας που θα έχει ως πρόσημο την εθνική ολοκλήρωση. Για τους θιασώτες του νεοελληνικού κράτους, αιτία της κακοδαιμονίας, των δυσμορφιών του πολιτικού συστήματος, της μη ανταποκρισιμότητας του κράτους στις προσδοκίες της ελληνικής κοινωνίας, της ουσιαστικής αποτυχίας της εθνικής ολοκλήρωσης ήταν η τουρκοκρατία και οι επιβιώσεις της. Η αγωνιώδης αυτή προσπάθεια να ενοχοποιηθεί το παρελθόν κάνει εντούτοις ολοένα και περισσότερο επίκαιρο ερωτήματα όπως: πώς εξηγείται η επίζηλη θέση του τουρκοκρατούμενου ελληνισμού και η μετέπειτα έκπτωσή του υπό το κράτος έθνος; Ήταν όντως ασύμβατοι οι θεσμοί στους οποίους βασίσθηκε η ελληνική αυτή απογείωση με το μετέπειτα κράτος έθνος; Πώς εξηγείται άραγε η πρωτοφανής ανυπαρξία συγκροτημένης πολιτικής για την εθνική ολοκλήρωση που διακρίνει το νεοελληνικό κράτος, με την εξαίρεση των εξω-ελλαδικών Καποδίστρια και Βενιζέλου; Να υποθέσουμε άραγε ότι η άρχουσα τάξη του νεο-ελληνικού κράτους αισθάνθηκε ασφαλής μέσα στην παραρτηματική πρόσδεσή του στο άρμα των Δυνάμεων;

Οπωσδήποτε θα πρέπει να δεχθούμε ότι η άρχουσα τάξη του νεοελληνικού κράτους, όχι μόνον δεν είχε καμία οργανική συνάφεια (οικονομική, κοινωνική, πολιτισμική κλπ) με την άρχουσα τάξη του οικουμενικού ελληνισμού, την οποία προσέγγιζε με προφανές αίσθημα μειονεξίας, αλλά και διέκρινε σ’ αυτήν έναν μείζονα κίνδυνο για την ύπαρξή της. Η αντιμετώπιση του κράτους ως λάφυρου της γηγενούς άρχουσας τάξης η οποία το ιδιοποιήθηκε με όχημα την «κομματοκρατία» απέκλειε επομένως τη συνάντησή του με τον οικουμενικό ελληνισμό ακόμη και στη βάση του εθνοκεντρικού προτάγματος. Η εθνική ολοκλήρωση στο περιβάλλον ενός κράτους έθνους που θα στέγαζε τον ευρύτερο ελληνικό ζωτικό χώρο και μάλιστα τα μείζονα αστικά κέντρα του ελληνισμού, στη γηγενή άρχουσα τάξη θα προσήκε η θέση του απλού περιθωρίου.

Η συζήτηση για το έθνος και ιδίως για το ελληνικό έθνος δεν είναι ρητορική. Σε ότι αφορά τον ελληνικό κόσμο παραμένει προς διερεύνηση το ερώτημα γιατί ακυρώθηκε η μετάβαση στο έθνος- κοσμοσύστημα και περαιτέρω γιατί η μετάβαση από το έθνος-κοσμοσύστημα στο έθνος-κράτος έγινε με τόσο επώδυνους όρους, έτσι ώστε να ματαιωθεί τελικά η εθνική ολοκλήρωση. Εξίσου σημαντικό είναι το ζήτημα της δυσκολίας που συναντάει η ελληνική κοινωνία να εναρμονίσει το βηματισμό της με τις λειτουργίες του κράτους-έθνους. Η νεοτερικότητα, όπως είδαμε, έχει αποφανθεί ότι για το ζήτημα αυτό υπόλογη είναι η κοινωνία όχι το κράτος. Κριτήριο εντούτοις για την απόφανση αυτή αποτελεί η αξιωματική ταύτιση της προόδου με τον δυτικο-ευρωπαϊκό κανόνα. Είναι προοδευτικό ότι είναι ευρωπαϊκό.

Θα συνομολογούσα ότι η διαβεβαίωση αυτή είναι ισχυρή σε ότι αφορά το σχήμα της μετάβασης της Ευρώπης από τη φεουδαρχία στον ανθρωποκεντρισμό. Στο σχήμα αυτό ο εγκιβωτισμός της κοινωνίας στην ιδιωτική σφαίρα (η έννοια της κοινωνίας ιδιώτη) και η πρόσδεση του κράτους/συστήματος στο σκοπό του έθνους, αποτέλεσε καταστατική πρόοδο σε σύγκριση με την ιδιοκτησιακή αντίληψη της πολιτικής που δέσποζε στο καθεστώς της απόλυτης μοναρχίας. Τι θα λέγαμε όμως για μία κοινωνία, όπως η ελληνική, που είχε εθισθεί να αντιλαμβάνεται τον εαυτό της ως εντολέα κι όχι ως ιδιώτη, που εννοεί επομένως να έχει λόγο για τα πεπραγμένα των φορέων της πολιτικής και κατ΄ επέκταση του έθνους;

Η νεοτερική σκέψη δεν αποδέχεται το έθνος να έχει προϋπάρξει του κράτους και μάλιστα το έθνος να δημιουργήσει το κράτος. Δεν αποδέχεται επίσης την πολιτική συσχέτιση της κοινωνίας με το έθνος. Το κυρίαρχο κράτος ενσαρκώνει το κυρίαρχο έθνος και προβάλλει ως μοναδικός και αυθεντικός εκφραστής της βούλησής του. Η τοποθέτηση αυτή δεν είναι άδολη υστεροβουλίας. Υπονοεί ότι δεν είναι νοητή η ύπαρξη του έθνους, όχι μόνον χωρίς την ενσάρκωσή του από το κράτος αλλά και χωρίς το συγκεκριμένο πολιτικό σύστημα, το οποίο επίσης ενσαρκώνεται από το κράτος, εγκιβωτίζοντας την κοινωνία στην ιδιωτική σφαίρα.

Η υπόθεση αυτή που αφήνει να εννοηθεί ότι το έθνος είναι νεοτερικό εφεύρημα, ισχυρίζεται συνάμα ότι η σχέση έθνους-κράτους-λαού είναι στατική, με την έννοια ότι δεν είναι εξελίξιμη. Ως τέτοια δεν είναι απλώς αντιδραστική. Είναι και αυθαίρετη.

Διαπιστώσαμε ήδη ότι η έννοια της (συλλογικής ή ατομικής) ταυτότητας και επομένως του έθνους είναι συμφυές γνώρισμα της ανθρωποκεντρικής κοινωνίας. Το ελληνικό έθνος-κοσμοσύστημα διδάσκει επίσης ότι η έννοια «έθνος» είναι θεμελιωδώς πολιτισμική ενώ η πολιτική της εκφορά πολυσήμαντη. Συναρτάται δηλαδή με τον χαρακτήρα και το στάδιο που διέρχεται το ανθρωποκεντρικό κοσμοσύστημα. Κατά τούτο, μεταλλάσσεται αποκτά διαφορετικό περιεχόμενο (ως προς τα στοιχεία ή τη βαρύτητα των στοιχείων που το συνέχουν) και διαφορετικές πολιτικές εκφράσεις, ανάλογα με το ανάπτυγμα του ανθρωποκεντρικού κοσμοσυστήματος. Το ανθρωποκεντρικό ανάπτυγμα και, συνακόλουθα, το ανάπτυγμα της ελευθερίας, θα προσδιορίσει τη φύση του πολιτικού συστήματος και εκείθεν τις εκδηλώσεις ή συνάφειες του έθνους με τους συντελεστές της πολιτικής. Κι όχι το αντίθετο. Εάν επομένως το έθνος θα το εκφράσει το κράτος ή η κοινωνία ή έστω συνδυασμός τους θα προκύψει από την ανθρωποκεντρική φάση που διέρχεται μια εποχή κι όχι από τις εμμονές της νεοτερικής διανόησης.

Η παρατήρηση αυτή αποκαλύπτει ότι το ερώτημα αν το κράτος δημιούργησε το έθνος ή αντίθετο είναι τουλάχιστον παραπλανητικό. Το ελληνικό έθνος-κοσμοσύστημα δημιούργησε το ελληνικό έθνος-κράτος διότι απλούστατα το ανθρωποκεντρικό κοσμοσύστημα που οικοδόμησε ο ελληνισμός και μέσω του οποίου σφυρηλατήθηκε και βιώθηκε η συλλογική του ταυτότητα μέχρι τέλους, προηγήθηκε του νεότερου εθνοκεντρικού ανθρωποκεντρισμού. Στη φάση της οικοδόμησης του ανθρωποκεντρικού κοσμοσυστήματος μεγάλης κλίμακας, το κράτος για να υπερβεί τις φεουδαλικές και πολεοτικές ταυτότητες ώστε να συγκροτήσει τη δική του θεμελιώδη κοινωνία, διέκρινε στην έννοια του έθνους το συνεκτικό γινόμενο της συλλογικότητας. Την έννοια αυτή την παρέλαβε, όπως και πλείστες άλλες, από τον γνωσιολογικό ταμιευτήρα του ελληνικού κοσμοσυστήματος. Τα ανωτέρω κάνουν κατάδηλο ότι η πρωτοτυπία της νεοτερικότητας εξαντλείται στο γεγονός της ταύτισης του κράτους με το έθνος, στη συγκεκριμένη συγκυρία, κι όχι στη γένεση της έννοιας του έθνους αυτής καθεαυτής. Θα έλεγα μάλιστα ότι η εμμονή της νεοτερικότητας να μεταλλαχθεί από πρώιμη, μεταφεουδαλική ανθρωποκεντρική φάση σε ιδεολογία και μάλιστα σε επιστήμη με καθολική αξίωση, βρίσκεται πίσω από το εγχείρημά της να ταυτίσει την έννοια «έθνος» με το πολιτικό της σύστημα. Εν προκειμένω, με ένα προ-αντιπροσωπευτικό πολιτικό σύστημα, που εξομοιώνεται με το κράτος και περιάγει την κοινωνία στο καθεστώς του ιδιώτη. Η εμμονή αυτή αποκαλύπτει προφανώς τη βαθιά αντιδραστική μετάλλαξη της νεοτερικότητας.

Οι σημερινές εξελίξεις στο ζήτημα της σχέσης έθνους και κράτους, μαρτυρούν πόσα έχει να διδαχθεί η νεοτερικότητα από την κοσμοσυστημική πρόσληψη του ελληνισμού. Σε κάθε περίπτωση, η πρόσληψη του ελληνισμού ως έθνους-κοσμοσυστήματος, υποδεικνύει ότι το έθνος δεν ιστορείται μονοσήμαντα δια του κράτους. Έχει αυτοτελή πολιτική ύπαρξη, στην οποίαν ενδεχομένως εμπλέκεται και το κράτος. Ο τρόπος και το εύρος της πολιτικής λειτουργίας του έθνους – της εθνότητας εν τέλει που έχει συνείδηση της συλλογικής και συνακόλουθα της πολιτικής της ύπαρξης – διαφέρει τόσο σε συνάρτηση με την κλίμακα του ανθρωποκεντρικού κοσμοσυστήματος όσο και με το φάσμα της εξέλιξής του. Ο ελληνισμός ενσάρκωσε, όπως είδαμε, το ανθρωποκεντρικό κοσμοσύστημα και γι αυτό συγκρότησε κατά την εικόνα του την έννοια της συλλογικής του αναφοράς, δηλαδή ως έθνος- κοσμοσύστημα. Οι εθνότητες που ενσωματώθηκαν με το χρόνο στο ανθρωποκεντρικό κοσμοσύστημα μικρής κλίμακας είτε υιοθέτησαν συγχρόνως το ελληνικό ταυτοτικό ιδίωμα εκλαμβάνοντάς το ως περίπου αυτονόητη συνέπεια της ανθρωποκεντρικής τους υποστασιοποίησης είτε λειτουργώντας ανταγωνιστικά επιχείρησαν να το υποκαταστήσουν (πχ οι Ρωμαίοι, οι Άραβες κλπ). Στην πρώτη περίπτωση, η εθνοτική ιδιαιτερότητα συνήθως δεν εξέλειπε, η λειτουργία της όμως διήρχετο από τις πολιτειακές συσσωματώσεις της μικρής κοσμοσυστημικής κλίμακας (τα κοινά ή τις συμπολιτειακές τους διεργασίες). Στη δεύτερη περίπτωση, το ζήτημα ετίθετο με όρους πολιτικής ηγεμονίας του συνόλου ή μέρους του ανθρωποκεντρικού κοσμοσυστήματος.

Οπωσδήποτε, το διακύβευμα του έθνους-κοσμοσυστήματος υποδεικνύει την κατεύθυνση μέσω της οποίας πρέπει να συζητηθεί το ζήτημα της συνέχειας του ελληνισμού. Η γλώσσα, οι πολιτισμικές σταθερές, αποτελούν συμπτώματα, όπως ακριβώς και η συνείδηση της ελληνικής ταυτότητας. Διατηρήθηκαν στο βάθος του χρόνου επειδή ο ελληνισμός διατήρησε εν είδη σταθεράς τον ανθρωποκεντρικό του χαρακτήρα και μάλιστα με γνώμονα την ταύτισή του με το ανθρωποκεντρικό κοσμοσύστημα μικρής κλίμακας, υπό την κρατοκεντρική ή την κοσμοπολιτειακή και εν πολλοίς οικουμενική του εκφορά.

Εάν ο ελληνισμός είχε περιέλθει όπως η λατινική Εσπερία στο δεσποτικό κοσμοσύστημα, θα είχε συμβεί ότι και εκεί. Ούτε η γλώσσα θα είχε διατηρήσει την ενότητά της ούτε ειδικότερα τα σημαινόμενα των όρων της. Εάν διατηρήθηκαν συνεπώς οι όροι πολιτική, πολιτεία, δίκαιο, δικαιοσύνη, οικονομία, κοινωνία, ελευθερία και πλείστοι όσοι συναφείς ή αναγόμενοι στην έννοια του έθνους κοσμοσύστημα (το γένος κλπ) είναι γιατί υπηρετούσαν μία ανθρωποκεντρική πραγματικότητα. Όχι για μουσειακούς λόγους.

Όμως και στο πλαίσιο του εθνοκεντρικού ή ανθρωποκεντρικού κοσμοσυστήματος μικρής κλίμακας τα πράγματα δεν έχουν τη μονοσήμαντη χροιά που επιχειρεί να τους προσδώσει η ιδεολογία της νεοτερικότητας. Η σταδιακή αποξένωση του κράτους από την πολιτική του κυριαρχία είναι βασικά υπόλογη εσωτερικών εξελίξεων οι οποίες έχουν ως υπομόχλιο την αμφισβήτηση του στρατωνισμού του κοινωνικού σώματος στη λογική της ταυτοτικής ομογενοποίησης, της ατομικής ιδιώτευσης και της αγελαίας συλλογικότητας. Στο πλαίσιο αυτό, το κυρίαρχο έθνος βρίσκεται αντιμέτωπο με τη δεδηλωμένη βούληση του εθνοτικού «άλλου» να αναγνωρισθεί το πολιτισμικό του ιδίωμα και συνεπώς να υποστασιοποιηθεί πολιτικά ή να μετάσχει ισότιμα στη διαμόρφωση του λεγόμενου δημοσίου χώρου. Το αίτημα αυτό συνεπάγεται την πολυ-πολιτειακή συγκρότηση του κράτους και περαιτέρω το διαζύγιό του από την εκλεκτική του συνάφεια με ένα και μοναδικό έθνος.

Ώστε, όσο εξελίσσεται η διαδικασία της αποξένωσης του κράτους από την πολιτική του κυριαρχία τόσο το πολιτικό σύστημα αυτονομείται από αυτό και αποδίδεται ανάλογα στις συντεταγμένες πολιτειακά συλλογικότητες και στο κοινωνικό σώμα εν συνόλω. Το επιχείρημα της πολυ-πολιτισμικότητας δεν μπορεί παρά να οδηγήσει μεσοπρόθεσμα στην πολυ-πολιτειακή συγκρότηση του κράτους. Εξέλιξη ωστόσο που είναι συνάλληλη, αλλ’ όχι ταυτόσημη, με τη διερώτηση για τη φύση του πολιτικού συστήματος, που υπαινίχθηκα ανωτέρω, και συνακόλουθα για την προοπτική της ανασυγκρότησής του με πρόσημο την ενσάρκωσή του από το κράτος. Να υποθέσουμε άραγε, όπως ρητά υποδεικνύει ο Ε. Χόμπσμπάουμ ότι το τέλος του έθνους θα επέλθει με τη μετάβαση από το προ-αντιπροσωπευτικό πολιτικό σύστημα που βιώνει ο κόσμος σήμερα, στην αντιπροσωπευτική πολιτεία και μάλιστα στη δημοκρατία;

Τα ανωτέρω ολίγα κάνουν φανερό ότι η συζήτηση για το έθνος, η επιλογή της μιας ή της άλλης εκδοχής για το περιεχόμενό του, για την πολιτική του έκφραση και συγκρότηση, για το αν προϋπήρξε του νεοτερικού κράτους ή όχι, έχει κεφαλαιώδη σημασία. Αφορά τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε και περιοδολογούμε το παρελθόν, τον τρόπο που συλλαμβάνουμε και αξιολογούμε το παρόν, το πρίσμα υπό το οποίο προσεγγίζουμε το μέλλον. Εξου και η εμμονή της νεοτερικής διανόησης, ιδίως της ελληνικής, να οριοθετήσει περιοριστικά, δηλαδή διατεταγμένα και δογματικά το διάλογο, προκειμένου να αποτρέψει τη διείσδυση επιχειρημάτων που θα αντιμετώπιζαν τον κόσμο υπό το πρίσμα όχι της ισχύος και της συντήρησης αλλά της ελευθερίας και της προόδου.

Σημειώσεις
1. Για την ακρίβεια τις υποθέσεις μου τις είχα διατυπώσει παλαιότερα ενώ το 1992 τις είχα συμπεριλάβει στο βιβλίο μου Histoire de la Grèce που είχε δημοσιεύσει ο μεγάλος παρισινός εκδοτικός οίκος Hatier. Μάλιστα και τότε το επιχείρημά μου για τον ελληνισμό είχε συγκεντρώσει τα πυρά ορισμένων ιστορικών της καθαρής νεοτερικότητας, ενώ ιστορικίζων τις αναφερόμενος στις ερμηνείας του ελληνισμού αναφέρθηκε και στη «σχολή του Hatier». Προφανώς, για λόγους που ο ίδιος γνωρίζει, απέφυγε να αναφέρει το όνομά μου, κρυπτόμενος πίσω από τον εκδοτικό οίκο.
2. Η σχετική βιβλιογραφία είναι εξαιρετικά πλούσια. Οι διαφοροποιήσεις της όμως ιδωμένες υπό το πρίσμα της κοσμοσυστημικής ερμηνείας του ιστορικού γίγνεσθαι αφορούν σε απειροελάχιστα ζητήματα. Πλην του Έρικ Χομπσμπάουμ βλέπε εντελώς ενδεικτικά Μπ. Άντερσον, Φαντασιακές κοινότητες. Στοχασμοί για τις απαρχές και τη διάδοση του εθνικισμού, Αθήνα, 1997. Ε. Γέλνερ, Έθνη και εθνικισμός, Αθήνα, 1992. Α. Σμιθ, Εθνική ταυτότητα, Αθήνα, 2000. κλπ
3. Ενδεικτικά, Νίκος Σβορώνος, Το ελληνικό έθνος. Γένεση και διαμόρφωση του Νέου Ελληνισμού, Αθήνα, 2004. του ιδίου, Επισκόπηση της νεοελληνικής ιστορίας, Αθήνα, 1976. και Ανάλεκτa νεοελληνικής ιστορίας και ιστοριογραφίας, Αθήνα, 1982.
4. Η έννοια της ελευθερίας εν προκειμένω αποτελεί το συστατικό υπόβαθρο της θεμελιώδους κοινωνίας, το δε ανάπτυγμά της συνέχεται με την τυπολογία της.
5. Περισσότερα για τα ζητήματα αυτά στο έργο μου, Πολίτης και Πόλις. Έννοια και τυπολογία της πολιτειότητας, Αθήνα, Παπαζήσης, 2003.

Τετάρτη, 28 Οκτωβρίου 2009

Εθνική στρατηγική και εξωτερική πολιτική

Η χάραξη εθνικής στρατηγικής αναφέρεται στη σύνδεση μέσων και πόρων για την επίτευξη συγκεκριμένων στόχων, που έχουν εκ ων προτέρων αξιολογηθεί ως αξίες που οφείλουν να προστατευθούν. Ονομαστικά αλλά και ουσιαστικά απαιτεί την εκπόνηση ενός μακροπρόθεσμου σχεδιασμού και την αξιολόγηση της στάσης πολλών εμπλεκόμενων παραγόντων.

Η Ελλάδα αντιμετωπίζει σήμερα μία σειρά προκλήσεις σε περιφερειακό επίπεδο, οι οποίες ωστόσο σχετίζονται με δεδομένα του διεθνούς συστήματος και τη δράση ισχυρών παικτών. Πλείστες επιλογές έχουν γίνει υπό το βάρος πιέσεων εξωγενών παραγόντων.

Επιπλέον, πολλές εξ αυτών έχουν διαμορφωθεί εντός ενός ατομοκεντρικού πλαισίου. Η θεσμική διάσταση χάραξης εξωτερικής πολιτικής έχει υποβαθμιστεί δραματικά και αυτό συνιστά μία ιδιαιτερότητα αλλά και διακριτό χαρακτηριστικό λιγότερο ανεπτυγμένων χωρών, οι οποίες πλήρωσαν το βάρος των επιλογών τους.

Επί της ουσίας, αυτό που υπογραμμίζεται εδώ είναι ότι: πρώτον, οι όποιες μεταβολές σε επίπεδο μακροστρατηγικού σχεδιασμού θα πρέπει να διαμορφώνονται με βάση προκαθορισμένους στόχους διατυπωμένους μέσα από μία θεσμική και ορθολογική διαδικασία. Οι ηγεσίες δεν μπορούν να λειτουργούν με γνώμονα προσωπικά ιδεολογικά πρότυπα απλά και μόνο διότι δεν εκπροσωπούν τον εαυτό τους αλλά κράτη και συλλογικότητες σε ένα διεθνές ανταγωνιστικό περιβάλλον, όπου καταγράφονται ασυμβατότητες στόχων και επιλογών στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής.

Είναι σημαντικό να παραθέσουμε μία σειρά ορισμών της εξωτερικής πολιτικής, προκειμένου να καταστεί σαφές ότι αυτή δεν συνιστά μία προσωποπαγή διαδικασία.

Εξωτερική πολιτική είναι α. "το σύνολο των αξιολογήσεων πολλαπλών κέντρων χάραξης πολιτικής” "η από κοινού λήψη απόφασης από μέρους πολλαπλών παραγόντων", β. “η προσπάθεια ενός οργανωμένου κοινωνικού συνόλου να ελέγξει το εξωτερικό του περιβάλλον με την αξιοποίηση των ευνοϊκών και τη μεταβολή των δυσμενών για αυτό καταστάσεων προς το καλύτερο”, γ. “η πολιτική που ακολουθεί ένα κράτος στη διεθνή σφαίρα για να πετύχει την εκπλήρωση εθνικών στόχων”. Οι παραπάνω ενδεικτικοί ορισμοί δίνουν έμφαση στη χάραξη εξωτερικής πολιτικής μέσα από ένα συλλογικό, θεσμικό πλαίσιο και συγκεκριμενοποιούν τους στόχους που θέτει, αναδεικνύοντας με ενάργεια την ιεράρχηση στόχων και τις προτεραιότητες μία ηγεσίας. Επιπλέον, η εξωτερική πολιτική αναλύει “τη δράση των υπεύθυνων κρατικών παραγόντων στον εξωτερικό τομέα, τους σκοπούς προς τους οποίους η δράση αυτή αποβλέπει, τα μέσα που χρησιμοποιεί και τα αποτελέσματα στα οποία καταλήγει”.

Δεύτερον, η όποια οριακή ή θεμελιώδης μεταβολή σε επίπεδο επιλογών θα πρέπει να δικαιολογείται με βάση αξιολογητικές προσεγγίσεις έναντι της συμπεριφοράς τρίτων παικτών εντός ενός πλαισίου που χαρακτηρίζεται από αμοιβαιότητα. Συνεπώς, η διάσταση εντός της οποίας θα πρέπει να αξιολογηθεί μία μεταβολή πολιτικής δεν μπορεί να είναι μονή αλλά πολύπλευρη. Υπό αυτό το πρίσμα απαιτείται να αξιολογηθεί διεξοδικά η νέα ελληνική εξωτερική πολιτική που υιοθετήθηκε από το 1996 μέχρι σήμερα, προκειμένου να προσδιοριστεί το αν οι στόχοι επιτεύχθηκαν και αν αυτό βοήθησε στην επίλυση συγκεκριμένων προβλημάτων στο πεδίο της ασφάλειας. Ειδικά για την Ελλάδα αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, αφού η χώρα αποτελεί το μοναδικό κράτος μέλος της Ε.Ε., του οποίου απειλούνται κυριαρχικά δικαιώματα.

Τρίτον, οι επιλογές ισχυρών παικτών απαιτείται να λαμβάνονται υπόψη, αφού η ισχύς και όχι κανόνες δικαίου είναι αυτή που προσδιορίζει τις αντικειμενικές και σχετικές δυνατότητες προώθησης πολιτικών επιλογών. Ωστόσο, αυτές δεν μπορούν να υπαγορεύουν πολιτικές όταν διακυβεύονται ζητήματα που αφορούν την επιβίωση και την κρατική κυριαρχία.

Οι ηγεσίες έρχονται και παρέρχονται, αλλά τα συμφέροντα των κρατών παραμένουν και υφίστανται σε διαχρονική βάση. Η επισήμανση υπογραμμίζει το εφήμερο των ηγεσιών, των διαχειριστών της τύχης μίας συλλογικότητας, σε αντίθεση με τη διαχρονικότητα των εθνικών συμφερόντων. Η αποδοχή ύπαρξης εθνικών συμφερόντων δεν παραπέμπει σε μία συγκρουσιακή πολιτική αλλά στην αναγνώριση της ετερότητας και πολυμορφίας τους διεθνούς συστήματος, και στις διαφορετικές προτιμήσεις που διαμορφώνονται με κριτήριο την εξυπηρέτηση μίας συλλογικότητας. Η επιλογή μίας συγκεκριμένης πολιτικής παραπέμπει στην απόρριψη εναλλακτικών προτάσεων που δεν μεγιστοποιούν τα οφέλη.
Η Ελλάδα δρα σε έναν διεθνή πολιτικό στίβο που χαρακτηρίζεται από τις διαχρονικά ετεροβαρείς σχέσεις Ε.Ε. - ΗΠΑ, τη θεσμική, οικονομική και στρατιωτική ισχύ των ΗΠΑ, που τους επιτρέπει να θέτουν ad hoc κανόνες δικαίου και να δρουν μονομερώς, τη θεσμική και ιδεολογική αδυναμία της Ε.Ε. να λειτουργήσει ως ένας μηχανισμός αυτοδικίας έναντι των κρατών μελών της που απειλούνται, τον κυρίαρχο ρόλο της Ατλαντικής Συμμαχίας για την ευρωπαϊκή ασφάλεια, το διεμβολιτικό ρόλο των ΗΠΑ στη Νοτιοανατολική Ευρώπη και τη στοχοποίηση όσων εκτιμάται ότι διευκολύνουν τη ρωσική διείσδυση στην περιοχή και τέλος την αδυναμία ή/και απροθυμία της Ε.Ε. να μεταβάλει την επεκτατική τουρκική πολιτική έναντι της Ελλάδας.

Ωστόσο, τα παραπάνω δεν περιγράφουν μία στατικής υφής διαδικασία και πλαίσιο δράσης. Στόχοι της χάραξης εξωτερικής πολιτικής είναι να αξιοποιεί ευκαιρίες, να διαμορφώνει μέσα από μία προκαθορισμένη θεσμική διαδικασία επιλογές και να τις στηρίζει όχι αποσπασματικά αλλά στο πλαίσιο μιας εθνικής στρατηγικής, η οποία να εξυπηρετεί, αν αυτό είναι δυνατόν, και στόχους τρίτων.

Οι διαχρονικές προτεραιότητες της Ελλάδας αφορούν την κλιμακούμενη ποιοτικά και ποσοτικά τουρκική επιθετικότητα, τα προβλήματα περιφερειακής σταθερότητας, την αποσταθεροποιητική δράση εξωσυστημικών δρώντων, τη διαβαλκανική συνεργασία, την περιφερειακή ανάπτυξη και τα ενδημικά προβλήματα που αντιμετωπίζει η περιοχή.

Τα προβλήματα αυτά δεν μπορεί να αντιμετωπίζονται ως εφήμερα συμπτώματα αλλά ως εγγενή χαρακτηριστικά, συνεπώς συνιστούν μία κανονικότητα οπότε η μέχρι σήμερα αδυναμία επίλυσής τους δεν παραπέμπει υποχρεωτικά σε απώλειες ευκαιριών.


Του Γιώργου Βοσκόπουλου*
* Ο Γιώργος Βοσκόπουλος είναι επίκουρος καθηγητής του Πανεπιστημίου Μακεδονίας
Οκτ 28, 2009
MAKTHES.GR-ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ

Αρχίσανε τα εθνομηδενιστικά όργανα!

Τετάρτη, 21 Οκτώβριος 2009 13:44

Εμείς σας είχαμε προειδοποιήσει! Το «πράσινο» εθνομηδενιστικό παραλήρημα ξεκίνησε, όπως και η μετάλλαξη της ελληνικής κοινωνίας σε πολυεθνικό σκουπιδοτενεκέ. Εύγε κ. υπουργέ! Και εξηγούμαστε: μπορούμε πολλά να καταλάβουμε. Μπορούμε να αντιληφθούμε τα αίτια της πρόσληψης στα αστυνομικά τμήματα μεταναστών. Καλώς ή κακώς πήξαμε στους μετανάστες και υπάρχουν τεράστιες ανάγκες στην επικοινωνία των γηγενών με τους αλλοδαπούς. Όμως, κάποια άλλα «παράξενα» κ. Χρυσοχοΐδη, δεν τα καταλάβαμε εμείς οι ταπεινοί υπήκοοι αυτής της χώρας. Να σας πούμε την αλήθεια, μείναμε κάγκελο με αυτά που ακούσαμε! Σύγχυση προτεραιοτήτων; Ίσως εσείς, εν ευθέτω χρόνω, να μας τα εξηγήσετε… Αφού παραλάβετε το «βραβείο πολιτικής ορθότητας και θετικών διακρίσεων», από τις οργανώσεις της εξτρεμιστικής άκρας αριστεράς! Μην ανησυχείτε, θα θεσμοθετηθεί πάραυτα, ειδικά για σας!

Μπόλικες γέφυρες λοιπόν στην εξωκοινοβουλευτική αριστερά είδαμε. Μπόλικες! Τόσο πολύ φοβάστε την 6η Δεκεμβρίου κ. υπουργέ; Φυσικά, δεν πρέπει η Αθήνα να γίνει «Καμπούλ»… Γι’ αυτό, γη και ύδωρ στους αντιεξουσιαστές. Ακούσαμε όμως και για την τιμωρία όσων ένστολων «υποθάλπουν φασιστικά στοιχεία». Αυτή όμως είναι η προτεραιότητα; Μήπως μας περνάτε για ιθαγενείς κ. Χρυσοχοΐδη; Χωρίς καμία διάθεση να υπερασπιστούμε τους πάσης φύσεως περιθωριακούς, αναρωτιόμαστε: τα «φασιστικά στοιχεία» έκαψαν την Αθήνα; Τα «φασιστικά στοιχεία» δολοφόνησαν τον αστυνομικό που φρουρούσε τη μάρτυρα σε δίκη τρομοκρατίας; Τα φασιστικά στοιχεία πυροβόλησαν το νεαρό αστυνομικό έξω από το υπουργείο Πολιτισμού; Τεράστια απειλή τελικά αυτά τα «φασιστικά στοιχεία»… Μεταξύ μας, λίγο εικονική. Για να έχουν «κάποιοι» κάτι να παίζουν…. Αλλά αναρωτιόμαστε: προσπαθείτε να κατευνάσετε αυτούς τους «κάποιους»;

Πάλι οι αστυνομικοί λοιπόν, στο στόχαστρο, από την προϊσταμένη τους πολιτική αρχή, που επιδεικνύει τις ιδεολογικοπολιτικές της αγκυλώσεις. Πάμε παρακάτω: ποιοι είναι αυτοί οι τύποι με την επωνυμία «Ενωμένοι ενάντια στο ρατσισμό και τη φασιστική απειλή», με τους οποίους συναντηθήκατε; Θεσμικό όργανο; Αλήθεια, θα μιλήσετε με τις οικογένειες των θυμάτων της αριστερής τρομοκρατίας, όπως κάνατε, προς τιμήν σας, στο παρελθόν, τότε που εξαρθρώθηκε η 17Ν; Για ποια «φασιστική απειλή» γίνεται αυτός ο ντόρος; Οι Γερμανοί ξανάρχονται; Τι είναι αυτά; Εντάξει, να το δείτε και το θέμα της «συνεργασίας αστυνομικών με φασίστες και τη Χρυσή Αυγή και το θέμα της αδράνειας της αστυνομίας στα τεκταινόμενα από τους φασίστες στην περιοχή του Αγίου Παντελεήμονα». Αλλά αυτή είναι η προτεραιότητά σας;

«Φασίστες» είναι οι κάτοικοι που υπερασπίζονται την περιοχή τους κ. υπουργέ; Δηλαδή, για να καταλάβουμε, όποιος αντιστέκεται στην υποβάθμιση της περιοχής του από ορδές παράνομων τριτοκοσμικών, είναι φασίστας; Ας τα βλέπουν όσοι ψήφισαν το κόμμα σας, το ΠΑΣΟΚ υπενθυμίζουμε, στην Α’ Αθηνών. Αλήθεια, τους κατοίκους ποιος θα τους προστατέψει από την κλιμακούμενη εγκληματικότητα; Ο τίτλος του υπουργείου σας είναι «προστασίας του πολίτη» ή «προστασίας του λαθρομετανάστη»; Για λογαριασμό ποίου λειτουργείτε; Γιατί βάζετε τους Έλληνες πολίτες, οι οποίοι δοκιμάζονται, σε δεύτερη μοίρα; Πότε περπατήσατε για τελευταία φορά στα στενά πίσω από την Ομόνοια; Πότε κ. υπουργέ;

Οι καινούριοι σας φίλοι, οι μη κυβερνητικές οργανώσεις που δεν εκπροσωπούν απολύτως κανέναν, αλλά αποτελούν εκφράσεις γκρουπούσκουλων της εθνομηδενιστικής άκρας αριστεράς, τα έβαλαν με την ευρωπαϊκή δύναμη FRONTEX. Α ναι, και με τα «στρατόπεδα συγκέντρωσης τύπου Παγανής» (ήμαρτον!). Μάλιστα. Φυσικά, όλοι αυτοί μάλλον ζουν σε ήσυχες γειτονιές… Πάντως όχι στην Ομόνοια, για να βιώσουν από κοντά τον τρόμο, τα τσεκουρώματα μεταξύ Σομαλών και Μαροκινών ή το πλιάτσικο στα καταστήματα των Ελλήνων εμπόρων της περιοχής. Πλάκα έχει! Αυτοί οι άγνωστοι τύποι που δεχθήκατε και δημοσιοποιήσατε τη συνάντηση μαζί τους, σας ζήτησαν να πάρετε και… «ξεκάθαρη θέση» στο θέμα των «στρατοπέδων συγκέντρωσης» (για το όνομα, η ναζιστική Γερμανία είμαστε;)! Όλα τα περιμέναμε, αλλά να μπείτε υπό την επιτροπεία της άκρας αριστεράς κ. υπουργέ και από τόσο νωρίς…

Τέλος, αληθινά δεν ξέρουμε τι θα προκύψει σε σχέση με αυτό το Ειδικό Γραφείο Καταγγελιών, που θα συσταθεί με τη συνεργασία με το Συνήγορο του Πολίτη. Υποθέτουμε ότι αυτό θα κρατά σε ομηρία κάθε αστυνομικό, που με το φόβο της καταγγελίας, απλά θα αδρανεί… Όπως ακριβώς ήθελαν οι εξτρεμιστικές παραφυάδες που απαρτίζουν τον ΣΥΡΙΖΑ (αλήθεια, γιατί δεν τους ενσωματώνετε στο ΠΑΣΟΚ να τελειώνετε;). Σε λίγο, οι πολίτες θα αναρωτιούνται ποιον ψήφισαν στην πραγματικότητα. Το αποτέλεσμα όλων αυτών; Η αύξηση της εγκληματικότητας, η ανασφάλεια, η απογοήτευση και η κατάρρευση της κοινωνικής συνοχής. Και μη χειρότερα! ΠΑΣΟΚ καλημέρα, Ελλάδα καληνύχτα!

Νίκος Χιδίρογλου

Ο εθνομηδενισμός μας παρασύρει στον γκρεμό

Δευτέρα, 26 Οκτώβριος 2009 16:51

«Ένα έθνος μπορεί να επιζήσει από τους ανόητους και ακόμα και τους φιλόδοξούς του. Αλλά δεν μπορεί να επιζήσει από την προδοσία στο εσωτερικό του. Ένας εχθρός προ των πυλών είναι λιγότερο τρομερός γιατί είναι γνωστός και κρατά την σημαία του υψωμένη… Ο προδότης δεν φαίνεται καθόλου ως προδότης: Μιλά με εκφράσεις γνωστές στα θύματά του και φορά τα πρόσωπά τους και τα ενδύματά τους, απευθύνεται στη μικροψυχία που βρίσκεται βαθιά στις ψυχές όλων των ανθρώπων. Σαπίζει την ψυχή ενός έθνους, εργάζεται κρυφά και άγνωστος στη νύχτα για να υπονομεύσει τους στυλοβάτες της πόλης, μολύνει το πολιτικό σώμα έτσι ώστε να μην μπορεί πλέον να αντισταθεί».

Κικέρων

Ο τρόμος ήρθε

Το παραπάνω, αποτελεί απόσταγμα της σκέψης ενός σπουδαίου Ρωμαίου φιλόσοφου. Σας θυμίζει τίποτα; Σε όσους το αναφέρω, χαμογελούν με νόημα. Εμένα πάντως, μου θυμίζει την μεταλλαγμένη ελληνική αριστερά, που έχει βαλθεί να ξεπαστρέψει το έθνος και τη χώρα. Οι μέρες είναι πολύ πονηρές… Και όλοι οι Έλληνες πατριώτες, άσχετα αν το κρύβουν ή δεν μιλούν, παρακολουθούν με τρόμο μια κυβέρνηση που ψηφίστηκε από τους πολίτες, να αποδομεί μέσα σε λίγα 24ωρα ό,τι χτίστηκε στην πάροδο του χρόνου, με πολύ, πάρα πολύ κόπο. Και δεν είναι θέμα ανικανότητας ή πολιτικής αδεξιότητας. Είναι θέμα… ιδεολογίας! Αυτή έχει όνομα: εθνομηδενισμός. Κίνδυνος-θάνατος για την εθνική μας επιβίωση! Κάποιοι θεωρούν ότι με μια μονοκοντυλιά, μπορούν να διαγράψουν την ιστορία, τα ήθη και τα έθιμα, την εθνική ιδιοπροσωπία των λαών της Ευρώπης. Και προχωρούν στην εφαρμογή των απόψεών τους, απούσας της αντιπολίτευσης, αξιωματικής (αυτή τώρα έχει «θέματα») και ελάσσονος.

Κυρίαρχη τάση, καλά χρηματοδοτούμενη

Το ΠΑΣΟΚ ξεκίνησε λάθος, λένε κάποιοι. Κάνουν λάθος. Βάσει των ιδεοληψιών της ηγεσίας του, ξεκίνησε μια χαρά. Καταργήθηκαν τα υπουργεία Μακεδονίας-Θράκης και Αιγαίου, η Εμπορική Ναυτιλία «υποβαθμίστηκε» (φαίνεται ότι η ναυτιλία για το ΠΑΣΟΚ αποτελεί δευτερεύων θέμα), τοποθετήθηκε σε θέση-κλειδί υφυπουργός με «ρευστή» εθνική συνείδηση και παρτίδες με ύποπτα στοιχεία, ενώ στο «Κίνημα» τις θέσεις-κλειδιά καταλαμβάνουν άνθρωποι που «συνδέονται» με το τουρκικό προξενείο της Κομοτηνής. Την ίδια ώρα απονευρώνονται τα Σώματα Ασφαλείας, που καθίστανται «όμηροι» των αριστεριστών και της «προοδευτικότητας» του κάθε πρώην στελέχους του ΣΥΡΙΖΑ, που κατέλαβε θέση υφυπουργού. Ευνούχοι αστυνομικοί, έργο ΠΑΣΟΚ. Κατάργηση της κουκούλας, διαρροές για αμνήστευση φονιάδων και βάλε…

Περιπέτειες και πολλή ομίχλη

Στα εθνικά μας θέματα, μπαίνουμε σε περιπέτειες. Η απαράδεκτη «πολιτικά ορθή» δήλωση του Γιώργου Παπανδρέου από την Κωνσταντινούπολη («πρέπει να απελευθερώσουμε την Κύπρο από εξαρτήσεις από τις μητέρες-πατρίδες»), που ουσιαστικά εξίσωσε θύματα και θύτες και προσέβαλε βαθύτατα τον κυπριακό Ελληνισμό, αναδεικνύει τις προθέσεις της νέας πολιτικής ηγεσίας της χώρας: ξεπούλημα και υπονόμευση του εθνικού κορμού σε όλα τα επίπεδα. Όσο για τα Σκόπια: αν θυμηθούμε τις προεκλογικές τοποθετήσεις κάποιων στελεχών (πήραν τα υπουργεία που δεν ήθελαν…), τότε δεν μένει παρά να μεταναστεύσουμε. Γιατί αν μείνουμε εδώ, μάλλον θα κινδυνεύσουμε… Για την Τουρκία, κάποιοι στο ΥΠΕΞ εφηύραν «οδικό χάρτη», ώστε αυτή να πέσει στα «μαλακά» τον Δεκέμβριο. Επίσης, απενεργοποιείται το Προεδρικό Διάταγμα Παυλόπουλου που προέβλεπε την κράτηση όσων εισέρχονταν παράνομα στη χώρα… Θα μας ρημάξουν στην κυριολεξία, ατιμώρητοι (γιατί για το ΠΑΣΟΚ & ΣΥΡΙΖΑ, δεν είναι «πολιτικά ορθό» να κατηγορούνται, να συλλαμβάνονται ή να καταδικάζονται αριστεριστές, αντιεξουσιαστές και λαθρομετανάστες).

Τι μας περιμένει;

Μην τρέφετε αυταπάτες: η ζωή στην Ελλάδα, σε λίγο καιρό θα γίνει πάρα πολύ δύσκολη. Για όλους μας. Ρωτείστε τους κατοίκους της ευρύτερης περιοχής της Ομόνοιας και του Αγίου Παντελεήμονα και εκείνοι θα σας πουν… Εγώ θα ήθελα να ρωτήσω το εξής τους εθνομηδενιστές «εγκέφαλους» του ΠΑΣΟΚ, που κόπτονται υποκριτικά για «δικαιώματα»: σε λίγα χρόνια, πόσο εύκολο θα είναι να ζήσουν μια ανύπαντρη μητέρα, σε μια περιοχή όπου θα διαβιούν (δεν λέμε γκέτο, μην μας πούνε και κακούς…) μουσουλμάνοι μετανάστες; Πόσο εύκολο θα είναι να περάσει από εκεί μια γυναίκα με μίνι ή ντεκολτέ; Θα επιδεικνύουν οι μουσουλμάνοι, την ίδια ανοχή που επιδεικνύουν οι χριστιανοί; Θα ανεχθούμε στην ελληνική επικράτεια κλειτεριδοκτομές; Θα ανεχθούμε την πολυγαμία; Και αν πλακώσει και η Αλ Κάιντα και μας κουβαλήσει την Τζιχάντ και τη Σαρία, τι θα μας πουν τότε οι θιασώτες της πολυπολιτισμικότητας;

Θυμούνται πολλοί την Οριάνα Φαλάτσι…

Οι αριστεροί θέλουν να χρησιμοποιήσουν (γιατί απέτυχαν αλλιώς) ως πολιορκητικό κριό για να αλώσουν τα τείχη του εθνικού κορμού, τους μετανάστες. Και δη τους μουσουλμάνους, οι οποίοι μισούν παθολογικά τη Δύση. Τώρα, τους δίνουν ψήφο… Και μας λέει η Φαλάτσι στο βιβλίο της «Οργή και Περηφάνια» (Γκοβόστης, Αθήνα 2003: «Ο πολιτισμός μας θα εξαφανιστεί και θα καταλήξουμε να έχουμε τζαμιά αντί για καμπαναριά, να φοράμε μπούρκα αντί για μίνι φούστες, να πίνουμε γάλα καμήλας αντί για το συνηθισμένο ποτηράκι μας…» Φωνάζει η Φαλάτσι για τους μετανάστες που χρησιμοποιεί ως «στρατό» και η ιταλική αριστερά: «Ζουν στην καρδιά μιας κοινωνίας που τους φιλοξενεί χωρίς να διερωτάται για τη διαφορετική νοοτροπία τους, χωρίς να τιμωρεί τον σκοταδιστικό φανατισμό τους. Μια κοινωνία που τους δέχεται χάρη στο ανεκτικό πνεύμα της δημοκρατίας της, στην ανοιχτόμυαλη κι απεριόριστη επιείκειά της, στη χριστιανική συμπόνια της, στις φιλελεύθερες αρχές της και στους πολιτισμένους νόμους της». Και επικαλείται τη ρήση ενός εκπροσώπου του Ισλάμ, στη διάρκεια διαθρησκευτικής συνόδου στο Βατικανό, το 1999: «Μέσω της δημοκρατίας σας θα σας κυριεύσουμε, μέσω της θρησκείας μας θα σας επιβληθούμε». Η Φαλάτσι κλείνει με ένα εύλογο ερώτημα, για τον Δούρειο Ίππο της αριστεράς και του Ισλάμ, τους μετανάστες: «αν πράγματι είναι τόσο φτωχοί, όσο ισχυρίζονται οι προστάτες και οι υποστηρικτές τους, τότε ποιος τους δίνει λεφτά για να έρθουν; Πού βρίσκουν τις πέντε ή δέκα χιλιάδες δολάρια το άτομο για να πληρώσουν το ταξίδι τους; Μήπως, τελικά, τα χρήματα αυτά τα χορηγεί κάποιος Οσάμα Μπιν Λάντεν, με σκοπό να ενισχύσει τους εποικισμούς της Αντίστροφης Σταυροφορίας και να οργανώσει με όσο το δυνατόν καλύτερο τρόπο τη Μουσουλμανική τρομοκρατία;»

Η αριστερά θα «καεί» και αυτή…

Είναι καιρός η ελληνική αριστερά να σταματήσει να παίζει παιχνίδια με τη φωτιά. Γιατί, όταν αρχίσουν οι (κατευθυνόμενες) εντάσεις, τότε θα την πληρώσουν και αυτοί. Οι γυναίκες τους, οι περιουσίες τους, η ελευθερία τους. Φυσικά, λόγω δογματικής βλακείας και μισαλλοδοξίας και στην προσπάθειά τους να αλλοιώσουν την εθνολογική σύνθεση της χώρας, στηρίζουν πολιτικές «θετικών διακρίσεων» και «ενσωμάτωσης». Απαίδευτοι, αμόρφωτοι και φανατικοί, δεν έχουν ακόμα συνειδητοποιήσει τι είναι Ισλάμ. Όταν το καταλάβουν, θα είναι δυστυχώς πάρα πολύ αργά. Ο εποικισμός, θα μας έχει καταβάλλει… Μαζί και το Ισλάμ.

Νίκος Χιδίρογλου

Σάββατο, 17 Οκτωβρίου 2009

ΠΑΤΡΙΩΤΙΣΜΟΣ: Η άγνωστη πλευρά του εκσυγχρονισμού

Τι σχέση έχει σήμερα ο εκσυγχρονισμός με τον πατριωτισμό;

Το ερώτημα μοιάζει παράδοξο και πολλούς μπορεί να τους αιφνιδιάζει. Ας γίνουμε, λοιπόν, πιο συγκεκριμένοι:

Ο εκσυγχρονισμός είναι ένα αίτημα ανταγωνιστικότητας της Ελλάδας μέσα σε ένα ανταγωνιστικό διεθνές περιβάλλον. Οι νόμοι της παγκόσμιας αγοράς είναι αδυσώπητοι και δεν επιτρέπουν την επιβίωση οικονομιών που δεν εκπληρούν όρους οικονομικής ανταγωνιστικότητας. Δηλαδή, χώρες που δεν παράγουν φθηνά και καλά προϊόντα, και σε τομείς που έχουν ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα, θα χρεοκοπούν οικονομικά και θα περιθωριοποιούνται πολιτικά. Μια χώρα για να είναι ισχυρή κι ευημερούσα, πρέπει να είναι οικονομικά ανταγωνιστική.

Η πρόταση αυτή, όμως, ισχύει και αντίστροφα:

Για να είναι μια χώρα οικονομικά ισχυρή, πρέπει να είναι πολιτικά συνεκτική, εξωτερικά ασφαλής, εσωτερικά σταθερή, διεθνώς υπολογίσιμη.

Μια χώρα της οποίας η κοινωνία δεν είναι συνεκτική, δεν μπορεί να είναι και οικονομικά ανταγωνιστική.

Μια χώρα που απειλείται εξωτερικά και νιώθει ανασφαλής, δεν μπορεί να αποτελέσει κέντρο υγιών επενδυτικών δραστηριοτήτων.

Μια χώρα της οποίας ο κοινωνικός ιστός διαρρηγνύεται, γίνεται εσωτερικά ασταθής, η παρανομία κερδίζει έδαφος, κι αυτό μακροπρόθεσμα δεν ενθαρρύνει τις υγιείς οικονομικές δραστηριότητες - ενθαρρύνει μόνον τον εύκολο πλουτισμό μέσω της “γκρίζας οικονομίας”. Τέλος, οι επιχειρηματίες μιας χώρας που δεν είναι διεθνώς υπολογίσιμη, μειονεκτούν σοβαρά έναντι των ξένων ανταγωνιστών τους, ιδιαίτερα στις υπερώριες δραστηριότητές τους. Διότι το διεθνές κύρος είναι μια αφανής “εξωτερική οικονομία” (externality). Προσδίδει πρόσθετο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα στους επιχειρηματίες της χώρας που διαθέτει κύρος και εκτόπισμα ισχύος - σε βάρος επιχειρηματιών από χώρες που δεν διαθέτουν κύρος και ισχύ.

Όλα αυτά τα πολιτικά στοιχεία -η συνεκτικότητα, η ασφάλεια, η σταθερότητα, το διεθνές κύρος και εκτόπισμα- συναποτελούν το απόθεμα “εθνικής ισχύος”, εμπεδώνουν την εθνική συνείδηση και αναπαράγονται συνεχώς, τόσο στο πραγματικό όσο και στο συμβολικό πεδίο ως εθνική ταυτότητα.

Πατριωτισμός σημαίνει...

Ο πατριωτισμός παραπέμπει στη συλλογική συνείδηση και τα ανακλαστικά που διατηρούν κι αναπαράγουν την εθνική ταυτότητα μιας χώρας.


Ο πατριωτισμός, ασφαλώς μπορεί να καταλήξει και στην εθνικιστική υπερβολή.

Οπως συμβαίνει με όλες τις ιδεολογίες, άλλωστε: και η δημοκρατία μπορεί να καταλήξει στο λαϊκισμό, και τα αιτήματα κοινωνικής δικαιοσύνης και σοσιαλισμού μπορούν να καταλήξουν στις ακρότητες του σταλινισμού, και η θρησκεία της Αγάπης κάποτε κατέληξε στις αθλιότητες της Ιεράς Εξέτασης και στις γενοκτονίες των “Κονκισταντόρες”, και το μετριοπαθές Ισλάμ της ανοχής μπορεί να καταλήξει στο σκοταδισμό του φονταμενταλισμού, και η Επανάσταση των φιλελεύθερων ιδανικών στη Γαλλία οδηγήθηκε στην τρομοκρατία της γκιλοτίνας. Στο όνομα όλων των μεγάλων ιδεών έχουν, κατά καιρούς, διαπραχθεί τα πιο φοβερά εγκλήματα. Και στο όνομα της Δημοκρατίας, και στο όνομα της Ελευθερίας, και στο όνομα της Αγάπης - ασφαλώς και στο όνομα της Πατρίδας. Αυτό όμως δεν είναι λόγος για να καταργήσουμε την Ελευθερία, τη Δικαιοσύνη, την Αγάπη - ούτε βέβαια και την Πατρίδα.

Άλλωστε, στην περίπτωσή μας, πρόβλημα τέτοιας πατριωτικής υπερβολής πρακτικώς δεν τίθεται, διότι η Ελλάδα δεν ζητάει τίποτε από κανέναν άλλο λαό. Άλλοι λαοί ζητούν από την Ελλάδα...

* Μια χώρα όπου ο πατριωτισμός χαλαρώνει, χάνει το συνεκτικό της ιστό. Δεν υπάρχει κοινό σημείο αναφοράς για όλους, δεν υπάρχει συναίνεση, οργιάζουν οι συντεχνίες και τα “διαπλεκόμενα”. Αμβλύνονται οι θεσμικές ισορροπίες του πολιτεύματος, και ακυρώνεται η δημοκρατία. Η εθνική συλλογικότητα είναι το κοινό πλαίσιο αναφοράς του δημοκρατικού παιγνιδιού. Όταν πάψει να υπάρχει κοινό πλαίσιο αναφοράς, τότε και το δημοκρατικό παιγνίδι εκφυλίζεται σε φατριαστικά φαινόμενα.

* Σε μια χώρα όπου χαλαρώνει ο πατριωτισμός, είναι εξαιρετικά δύσκολο να γίνουν μεταρρυθμίσεις και να αλλάξουν χρόνιες νοσηρές συμπεριφορές. Οι μεταρρυθμίσεις γίνονται εν ονόματι του δημοσίου συμφέροντος και του μέλλοντος της χώρας. Μια χώρα όπου έχει ατονήσει ο πατριωτισμός, δεν δίνει δεκάρα για το δημόσιο συμφέρον και για το συλλογικό της μέλλον. Για να αλλάξουν οι νοσηρές συμπεριφορές ενός λαού, πρέπει να πιστέψει σε κάτι ανώτερο, υπέρτερο και διαχρονικότερο από το εφήμερο και από το ατομικό βόλεμα. Αν αυτό το ανώτερο, συλλογικότερο και διαχρονικότερο δεν είναι κάποια μορφή πατριωτισμού, τι άλλο θα μπορούσε να είναι;


Συλλογικότητα, ολοκληρωτισμός, δημοκρατία


Από την άλλη πλευρά, ο άκρατος ατομισμός χωρίς όρια, χωρίς περιορισμούς και χωρίς κοινωνική ευθύνη, εκφυλίζεται σε απόλυτη αυθαιρεσία και σε φατριαστικά φαινόμενα.

Τα ατομικά δικαιώματα εξισορροπούνται από την ατομική ευθύνη έναντι του συνόλου. Οι εξουσίες εξισορροπούνται από άλλες εξουσίες, από τις οποίες ελέγχονται. Η σύγχρονη δημοκρατία δεν καταργεί το ατομικό προς όφελος του συλλογικού, αλλά δεν καταργεί και το συλλογικό εν ονόματι του ατομικού - εξισορροπεί τα ατομικό μέσα στο συλλογικό, εξισορροπεί τα δικαιώματα με τις υποχρεώσεις, εξισορροπεί τις εξουσίες μεταξύ τους. Η λέξη-κλειδί στη σύγχρονη δημοκρατία είναι η ισορροπία. Ισορροπία του μέτρου...


Όπου ανατρέπεται η ισορροπία του μέτρου, κλυδωνίζεται και η δημοκρατία. Κι όταν ο πατριωτισμός χαλαρώνει -και μαζί του ακυρώνεται η συλλογική ταυτότητα μιας κοινωνίας- τότε ανατρέπεται και η ισορροπία ανάμεσα στο ατομικό και το συλλογικό - και εκφυλίζεται η ίδια η δημοκρατία. Ο πατριωτισμός είναι απαραίτητο συστατικό μιας σύγχρονης δημοκρατίας. Γι’ αυτό και οι σύγχρονες δημοκρατίες αναπτύχθηκαν μόνο μέσα σε εθνικά κράτη. Γι’ αυτό και υπερεθνικές ενώσεις με ολοκληρωτικά καθεστώτα (όπως η πάλαι ποτέ ΕΣΣΔ, η ενιαία Γιουγκοσλαβία και η Τσεχοσλοβακία) όταν πήγαν να εκδημοκρατιστούν, διαμελίστηκαν στις εθνικές τους “συνιστώσες”.


Και οι Ηνωμένες Πολιτείες, η παλαιότερη και σταθερότερη σύγχρονη δημοκρατία στον κόσμο, χρειάστηκε να περάσει έναν αιματηρότατο εμφύλιο πόλεμο για να λύσει το πρόβλημα αν θα είναι ένα έθνος με πολλαπλή φυλετική σύνθεση είτε πολλά έθνη με χαλαρή κοινοπολιτειακή ένωση. Κι επικράτησε η άποψη ότι θα είναι ένα έθνος. Πολυφυλετικό, αλλά ενιαίο. Κι είναι χαρακτηριστικό ότι στις ΗΠΑ ο πολυπολιτισμικός χαρακτήρας της διάρθρωσης και της παιδείας τους είναι ένα ιδεολογικό εργαλείο για τη διαμόρφωση ενιαίας εθνικής συνείδησης σε έναν πολυφυλετικό πληθυσμό. Οι Aμερικανοί εθνοτικά -δηλαδή από άποψη εθνικής καταγωγής- είναι “πολυσυλλεκτικοί”. Αλλά εθνικά -δηλαδή από άποψη συνείδησης και ταυτότητας- είναι απολύτως ομοιογενείς. Όποιος δεν νιώθει “Αμερικανός”, δεν χωράει. Αυτό είναι σύμβαση για την ισορροπία και την ενότητα του πολιτεύματος.
Και την τηρούν αυτή τη σύμβαση ως “κόρην οφθαλμού”.



Δύο διακριτά πεδία διεθνούς ανταγωνισμού


Είδαμε ότι ο πατριωτισμός είναι απαραίτητος για τη λειτουργία της δημοκρατίας, για τη λειτουργία της αγοράς, για τις μεταρρυθμίσεις και για τις αλλαγές νοσηρών νοοτροπιών ενός πληθυσμού.


Σε έναν κόσμο όπου κυριαρχούν τάσεις παγκοσμιοποίησης, πρέπει να προσθέσουμε ότι ο πατριωτισμός μιας χώρας είναι όρος απαραίτητος για να επιβιώσει στον παγκόσμιο ανταγωνισμό.


Παράλληλα με τον ανταγωνισμό στις διεθνείς αγορές, υπάρχει και ο ανταγωνισμός ισχύος στις διεθνείς σχέσεις. Αν μια χώρα δεν μπορεί να διεκδικήσει διεθνείς ρόλους, θα περιθωριοποιηθεί. Αν περιθωριοποιηθεί γεωπολιτικά, το πιθανότερο είναι να μην μπορέσει να αξιοποιήσει και τα ανταγωνιστικά της πλεονεκτήματα, να μην καταφέρει να αξιοποιήσει πόρους, αγορές και διεθνείς δρόμους επικοινωνίας και εμπορίου.


Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η σημερινή Βρετανία: Το οικονομικό της υπόδειγμα είναι σήμερα πιο αποτελεσματικό απ’ ό,τι το μοντέλο της Γερμανίας ή της Γαλλίας.


Έχει μικρότερη ανεργία, μικρότερο έλλειμμα, προσελκύει περισσότερα ξένα επενδυτικά κεφάλαια, κι έχει δημιουργήσει τα τελευταία χρόνια περισσότερες θέσεις εργασίας απ’ ό,τι η Γερμανία και η Γαλλία μαζί! Αλλά καθώς βρίσκεται σε σχετική απομόνωση μέσα στην Ευρώπη, όπου ηγεμονεύει ο γαλλογερμανικός άξονας, η θέση της είναι αποδυναμωμένη απέναντι στους δύο εταίρους της. Η οικονομική υπεροχή της Βρετανίας δεν κατάφερε να εξισορροπήσει την πολιτική της απομόνωση. Η πολιτική αδυναμία της αχρήστευσε μέρος της οικονομικής της ευρρωστίας.

Ένα αντίθετο παράδειγμα είναι η Τουρκία. Πρόκειται για μια χώρα με υψηλό πληθωρισμό (16 φορές μεγαλύτερο του ελληνικού), μεγάλα ελλείμματα (διπλάσια από τα ελληνικά), χαμηλό σχετικά κατά κεφαλήν εισόδημα (το 30% του ελληνικού), εξαιρετικά αδύναμο νόμισμα (σε αντίθεση με τη “σκληρή” ελληνική δραχμή), ανύπαρκτη σχεδόν δανειοληπτική ικανότητα (ενώ η αντίστοιχη ελληνική βελτιώνεται συνεχώς τα τελευταία χρόνια) και χωρίς ενεργειακούς πόρους. Παρ’ όλα αυτά, καταφέρνει, λόγω της πολιτικής ισχύος που ασκεί επιτυχώς, να θεωρείται ως “πολύτιμος εταίρος” από πολλές δυτικές χώρες. Που φτάνουν στο σημείο, πολλές φορές, να υποβαθμίζουν τα ελληνικά συμφέροντα και να παραβλέπουν την προκλητική συμεριφορά της Τουρκίας έναντι της Ελλάδος.


Αυτό δεν συμβαίνει διότι η Τουρκία είναι μεγαλύτερη πληθυσμιακά, ούτε λόγω της στρατηγικής της θέσης. Διότι και η Ουκρανία έχει μέγεθος αντίστοιχο προς αυτό της Τουρκίας και θέση εξίσου σημαντική, αλλά δεν της προσφέρουν αντίστοιχη στήριξη. Αλλωστε, και η Αίγυπτος ήταν πολλαπλασίως μεγαλύτερη και γεωγραφικά σπουδαιότερη του Ισραήλ, αλλά τελικώς οι Δυτικοί το Ισραήλ στήριξαν.


Η Τουρκία υιοθετεί σταθερά πολιτική ισχύος, μετατρέπει την ισχύ της σε διεθνές κύρος, και το κύρος αυτό προσπαθεί να το μετατρέψει σε οικονομικό πλεονέκτημα. Εν ονόματι του κύρους και της ισχύος της, εκβιάζει να ανοίξει αγορές για τα προϊόντα της, να πάρει ευνοϊκές πιστώσεις, να εξασφαλίσει ευνοϊκές εμπορικές ποσοστώσεις, να εισαγάγει σύγχρονη τεχνολογία για την αμυντική της βιομηχανία, να ελέγξει τους δρόμους του πετρελαίου από την Κασπία κ.λπ.


Συμπληρωματικά, όχι υποκατάστατα


Το πεδίο της οικονομίας και το πεδίο της ισχύος, είναι δύο διαφορετικά πεδία διεθνούς ανταγωνισμού. Επικαλύπτονται, αλληλοτροφοδοτούνται, οι επιδόσεις μιας χώρας στο ένα από αυτά έχουν επιπτώσεις στο άλλο, αλλά δεν ταυτίζονται - διατηρούν βαθμούς αυτονομίας μεταξύ τους.


Η οικονομική ανταγωνιστικότητα μιας χώρας δεν μπορεί να υποκαταστήσει την ανταγωνιστικότητά της στο πεδίο της ισχύος. Και αντιστρόφως, βέβαια: Η ισχύς μιας χώρας από στρατιωτική και πολιτική άποψη, δεν μπορεί να υποκαταστήσει την ανάγκη οικονομικής ανταγωνιστικότητας. Το μυστικό είναι να χρησιμοποιεί κάθε χώρα τα όποια πλεονεκτήματά της για να κερδίζει τόσο στη διεθνή αγορά όσο και στο πεδίο των διεθνών ανταγωνισμών ισχύος. Πραγματικά ανταγωνιστική μακροπρόθεσμα είναι μια χώρα όταν αναπτύσσεται ισόρροπα και στους δύο αυτούς τομείς. Και συχνά χώρες με οικονομική ανταγωνιστικότητα θυσιάζουν μέρος της οικονομικής ισχύος τους για να αποκτήσουν διεθνές εκτόπισμα.


Χαρακτηριστικό παράδειγμα η Γερμανία: Επί εποχής Ψυχρού Πολέμου ήταν εξαιρετικά ανισόρροπα αναπτυγμένη: ήταν οικονομικός γίγαντας, άλλα ταυτόχρονα ήταν πολιτικός νάνος. Μόλις της δόθηκε η ευκαιρία, προχώρησε στην -περίπου “πραξικοπηματική- ένωση με το ανατολικό της τμήμα, υπέστη τεράστια οικονομική επιβάρυνση, αναγκάστηκε να υψώσει τα επιτόκιά της, πέρασε μια σοβαρή ύφεση, η ανεργία της εκτοξεύθηκε στα ύψη, το νομισματικό σύστημα της Ευρώπης ξεχαρβαλώθηκε προσωρινά εξαιτίας των υψηλών γερμανικών επιτοκίων που προκάλεσε η “βιαστική” ενσωμάτωση της Ανατολικής Γερμανίας στη Δυτική, τα γερμανικά προϊόντα έχασαν και σε ανταγωνιστικότητα και σε διεθνείς αγορές, αλλά η Ένωση πέτυχε να δώσει στη Γερμανία διεθνές εκτόπισμα αντίστοιχο προς το οικονομικό της μέγεθος.


Για την ακρίβεια, η Γερμανία “θυσίασε” κάτι από αυτό που διέθετε σε αφθονία (οικονομική ισχύ) για να κερδίσει κάτι από αυτό που της έλειπε δραματικά μέχρι τότε (πολιτική ισχύ, κύρος και εκτόπισμα). Κατέστη προσωρινώς λιγότερο ανταγωνιστική στο πεδίο της διεθνούς οικονομίας, για να μπορέσει να γίνει μακροπρόθεσμα πολύ πιο ανταγωνιστική στο πεδίο της διεθνούς ισχύος. Κι αυτό, γιατί οι Γερμανοί αντιλαμβάνονται, όπως το αντιλαμβάνονται όλοι οι σύγχρονοι λαοί, ότι μακροπρόθεσμα μια χώρα ή θα είναι ανταγωνιστική παντού ή δεν θα είναι πουθενά.

Αυτοπεποίθηση, αυτοσεβασμός και ανάπτυξη

Τώρα το ερώτημα που θέσαμε αρχικά, δεν μοιάζει και τόσο παράδοξο: ο πατριωτισμός είναι “η άλλη όψη” και το απαραίτητο συμπλήρωμα του οικονομικού και κοινωνικού εκσυγχρονισμού. Ένας λαός πρέπει να μάθει να πιστεύει στις δυνάμεις του για να παράγει αποδοτικά, για να κερδίζει μάχες ανταγωνιστικότητας στη διεθνή αγορά, για να αυξάνει την ευημερία του και το βιοτικό του επίπεδο. Ένας λαός, όμως, που υποχρεώνεται να υποχωρεί σε όλα τα μέτωπα, έναντι όλων των αντιπάλων σε κάθε περίπτωση -να υποχωρεί άνευ όρων κι άνευ ορίων- δεν πρόκειται ποτέ να πιστέψει στον εαυτό του.

Επομένως, είτε θα προσπαθήσουμε να καλλιεργήσουμε νοοτροπίες ανταγωνιστικότητας παντού είτε δεν θα τις καλλιεργήσουμε πουθενά. Δεν μπορεί να καλλιεργούμε μοιρολατρία, ηττοπάθεια και παθητικότητα στα εθνικά θέματα και “πνεύμα ανταγωνιστικότητας” στην παραγωγική δραστηριότητα. Δεν μπορεί να περιμένουμε ότι ο ελληνικός λαός θα αποκτήσει πνεύμα νικητή στο οικονομικό πεδίο, όταν του καλλιεργούμε την ηττοπάθεια και την υποχωρητικότητα σε όλα τα εθνικά μέτωπα.

Τελικά, ο πατριωτισμός είναι η απαραίτητη εκείνη πολιτισμική συνιστώσα που θα μας επιτρέψει να αγαπήσουμε τον τόπο μας και τους ανθρώπους του, να αγαπήσουμε το περιβάλλον του, να ξανα-ανακαλύψουμε την πολιτική χωρίς τις παλαιές χίμαιρες, να μάθουμε να σεβόμαστε ο ένας τον άλλο, αλλά και να μάθουμε να σεβόμαστε τους γειτονικούς λαούς. Γιατί μόνον όποιος σέβεται τον εαυτό του, σέβεται και τους γύρω του. Και μόνον όποιος νιώθει ασφαλής, μαθαίνει να εμπιστεύεται και τους γύρω του. Τελικά, ο πατριωτισμός είναι προϋπόθεση δημοκρατίας, ανόρθωσης, εσωτερικού εκσυγχρονισμού, οικονομικής ανταγωνιστικότητας και ειρήνης.

Χρύσανθος Λαζαρίδης Περιοδικό Στρατηγική