Κυριακή, 20 Δεκεμβρίου 2009

ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΜΝΗΜΗ ΚΑΙ ΕΘΝΙΚΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ ΣΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΗΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗΣ

Κάθε χρόνο ο εορτασμός εθνικών επετείων και συγκεκριμένα της 25ης Μαρτίου, της Εθνικής μας Παλιγγενεσίας, μας φέρνει στο νου την ιερά μνήμη των ηρώων και των αγωνιστών. Μία σημαντική και μαρτυρική μορφή, την οποία στις ημέρες μας πρέπει ιδιαιτέρως να ενθυμούμεθα, είναι και ο Ρήγας Βελεστινλής. Εκτός από τον Θούριό του, που είναι το ευρύτερα γνωστό έργο του, ο Ρήγας μας άφησε και σπουδαία πολιτικά κείμενα, στα οποία συνδυάζονται η επαναστατική διάθεση, η φιλοπατρία, ο σεβασμός στην Ορθόδοξη Παράδοση, η πίστη στα ανθρώπινα δικαιώματα και οι δημοκρατικές ιδέες της εποχής εκείνης. Αξίζει να παραθέσουμε μία προτροπή του Ρήγα από το σχέδιο Συντάγματος, την "Νέα Πολιτική Διοίκηση", όπως την ωραματίσθηκε για να εφαρμοσθή σε μία ελεύθερη Ελλάδα. Γράφει στο άρθρο 22:

"Όλοι χωρίς εξαίρεσιν έχουν χρέος να ηξεύρουν γράμματα. Η Πατρίς έχει να καταστήση σχολεία εις όλα τα χωρία δια τα αρσενικά και θηλυκά παιδία. Εκ των γραμμάτων γεννάται η προκοπή, με την οποίαν λάμπουν τα ελεύθερα έθνη. Να εξηγούνται οι παλαιοί ιστορικοί συγγραφείς, εις δε τας μεγάλας πόλεις να παραδίδεται η γαλλική και ιταλική γλώσσα, η δε ελληνική να είναι απαραίτητος".

Βλέπουμε την έμφαση που δίνει ο Ρήγας στους ιστορικούς συγγραφείς, διότι προφανώς κατανοούσε ότι χωρίς γνώση Ιστορίας δεν μπορεί να καλλιεργηθή εθνική συνείδηση και αγωνιστικό φρόνημα.

Το μήνυμα του Ρήγα είναι λίαν επίκαιρο για την εποχή μας. Μέσω των εθνικών επετείων προσπαθούμε να διατηρήσουμε άσβεστη την εθνική μνήμη και να τονώσουμε. την εθνική συνείδηση του λαού μας. Ομιλίες, παρελάσεις, εκδηλώσεις σε σχολεία, ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές, άρθρα και άλλα μέσα χρησιμοποιούνται για τον σκοπό αυτό. Εξ άλλου η Εκκλησία μας, οι Ένοπλες Δυνάμεις και το εκπαιδευτικό μας σύστημα συντελούν με διαφόρους τρόπους στην διατήρηση της ιστορικής μνήμης και στην αφύπνιση των εθνικών αντανακλαστικών των Ελλήνων εντός και εκτός Ελλάδος. Όμως ακούονται τον τελευταίο καιρό και ωρισμένες φωνές, που επιχειρούν να μας πείσουν ότι όλα αυτά είναι ξεπερασμένα και άχρηστα διότι -λέγουν- έχουμε εισέλθει στην "εποχή της παγκοσμιοποιήσεως".

Πράγματι είναι γεγονός ότι στον οικονομικό, εμπορικό και επενδυτικό τομέα τα σύνορα πέφτουν συνεχώς. Η χρήση των ηλεκτρονικών υπολογιστών, τα διεθνή χρηματιστήρια, η αλληλεπίδραση μεταξύ των κεφαλαιαγορών, το Διαδίκτυο (Internet), η Ευρωπαϊκή Ένωση, όλα αυτά και πολλά άλλα συντελούν στην διευκόλυνση των συναλλαγών και δίδουν την εντύπωση ότι οπισθοχωρεί και εξασθενεί σημαντικά η δύναμη του έθνους, του εθνικού παράγοντος και του εθνικού κράτους. Καλό είναι, λοιπόν, να βάλουμε τα πράγματα στην θέση τους και να προσδιορίσουμε τις πραγματικές διαστάσεις του φαινομένου της παγκοσμιοποιήσεως.

Είναι έμφυτη η τάση σε μια μερίδα ανθρώπων να πιστεύουν ότι δια της αναπτύξεως των εμπορικών σχέσεων μεταξύ των κρατών θα σταματήσουν οι εχθρότητες και θα επικρατήση ειρήνη. Δεν πρόκειται για νέα αντίληψη. Ανιχνεύεται και σε προηγούμενες δεκαετίες. Το 1910 ο Άγγλος συγγραφεύς Νόρμαν Άγκελ (Βραβείο Νόμπελ Ειρήνης) στα έργα του προέβλεπε την επικράτηση της παγκοσμίου ειρήνης μέσω των διεθνών οικονομικών σχέσεων. Είχε πιστέψει ότι η παγκοσμιοποίηση είχε ήδη επικρατήσει και προφήτευε το τέλος των πολέμων και των εθνικών εγωϊσμών! Διεψεύσθη οικτρά. Παρά τις ανεπτυγμένες εμπορικές σχέσεις μεταξύ Αγγλίας, Γαλλίας, Γερμανίας και Αυστρουγγαρίας, το 1914 εξερράγη ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος. Το διεθνές εμπόριο δεν νίκησε τα εθνικά συμφέροντα.

Την ίδια αφελή προσήλωση -μέχρι θεοποιήσεως θα λέγαμε- στον πολιτικό ρόλο των εμπορικών σχέσεων επιδεικνύουν σήμερα και ωρισμένοι συμπατριώτες μας, ακόμη και κάτοχοι σημαντικών θέσεων. Μας έλεγαν ότι τα ελληνοαλβανικά προβλήματα θα λυθούν δια της επιχειρηματικής δραστηριότητος. Κάποιοι το πίστεψαν και είδαν τα εργοστάσιά τους να καίγωνται στην "εξέγερση των καλάσνικοφ" το 1997. Ενώ μάλιστα η Ελλάς συντηρεί περίπου 500.000 Αλβανούς εργαζομένους, η Αλβανία παρέδωσε τα δύο σημαντικώτερα λιμάνια της στην Τουρκία. Κάτι αντίστοιχο μας πρότειναν ωρισμένοι για τα Σκόπια: "Ανοίξτε μερικά μπακάλικα και οι ανιστόρητες διεκδικήσεις των ψευδομακεδόνων θα αμβλυνθούν"! Κι όμως μόλις άρχισαν οι ελληνικές επενδύνσεις στο γειτονικό μας κρατίδιο, τότε ο πρώην Υπουργός Εξωτερικών της Ελλάδος Θ. Πάγκαλος εδέχθη την δυσάρεστη έκπληξη περί δήθεν "μακεδονικής" μειονότητος στην Ελλάδα. Ας μην λησμονούμε και το πείραμα των ελληνοτουρκικών επιχειρηματικών σχέσεων. Μόλις ξέσπασε η υπόθεση Οτσαλάν, ο εκπρόσωπος των Τούρκων επιχειρηματιών μας δήλωσε ότι γι' αυτούς το εθνικό συμφέρον προηγείται του οικονομικού Βλέπουμε, λοιπόν, ότι οι εμπορικές συναλλαγές δεν καταργούν τα έθνη και τις εθνικές ιδιαιτερότητες.

Πιστεύω ακόμη ότι και ως προς τα πραγματικά οικονομικά στοιχεία υπάρχει μία διόγκωση ή μία παραπληροφόρηση. Παρά τις τάσεις για παγκοσμιοποίηση το εθνικό κράτος ανθίσταται σθεναρά. Σημειώνω χαρακτηριστικά ότι: Παρά την εφαρμογή της ελεύθερης διακινήσεως προσώπων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, εν τούτοις μόνον το 1% των εργαζομένων προέρχεται από άλλη χώρα-μέλος. Επίσης τα ευρωπαϊκά κεφάλαια, που είναι επενδεδυμένα σε άλλη χώρα, διαφορετική από την χώρα προελεύσεώς τους, αποτελούν μόνο το 2% των επενδύσεων εντός του ενιαίου ευρωπαϊκού χώρου. Στις ΗΠΑ και στην Ευρώπη ο συνολικός τζίρος (κύκλος εργασιών) των: εξαγωγικών επιχειρήσεων εκφράζει μόνο το 3% του συνολικού τζίρου των χωρών αυτών. Όσον αφορά δε τις ΗΠΑ, όπου καλλιεργείται ιδιαιτέρως η θεωρία της παγκοσμιοποιήσεως, ενδιαφέρει να γνωρίζουμε ότι το 90% των αμερικανικών κεφαλαίων είναι επενδυμένο σε μετοχές αμερικανικών συμφερόντων, άρα μόνο το 10% είναι... παγκοσμιοποιημένο.

Το έθνος, το εθνικό κράτος, η εθνική συνείδηση δεν πεθαίνουν τόσο εύκολα, όσο θα ήθελαν κάποιοι κήρυκες του διεθνισμού και υποστηρικτές ενός α-εθνικού χαρακτήρος για την χώρα μας. Το περίεργο, μπορώ να πω και εξοργιστικό, είναι ότι ωρισμένοι κονδυλοφόροι στην Ελλάδα προσπαθούν να μας πείσουν ότι για να είμαστε καλοί ... Ευρωπαίοι πρέπει να απεμπολήσουμε την ιστορική μας μνήμη και την εθνική μας συνείδηση. Τα γεγονότα τους διαψεύδουν, διότι αποδεικνύουν ότι σε όλες τις σοβαρές χώρες της Ευρώπης και του κόσμου η εθνική υπερηφάνεια και η αίσθηση του εθνικού συμφέροντος, αλλά και της εθνικής ιδιοπροσωπείας παραμένουν στοιχεία ισχυρότατα. Ας θυμηθούμε κάποια πρόσφατα γεγονότα:

Σε όλον τον ευρωπαϊκό χώρο παρατηρούμε την εμφάνιση ή επανεμφάνιση εθνικών κρατών. Τσεχία, Σλοβακία, Ουκρανία, Κροατία, Σλοβενία, ακόμη και τάσεις για Σκωτικό κράτος (!) και έπεται συνέχεια... Πού είναι η υποχώρηση του εθνικού παράγοντος; Ο Γάλλος Πρωθυπουργός Λιονέλ Ζοσπέν δήλωσε τον Ιανουάριο του 1999 ότι καλή μεν είναι η ευρωπαϊκή ιδέα, αλλά προηγείται η έννοια του έθνους και το μεγαλείο της Γαλλίας. Ο Γερμανός πρώην Διοικητής της Ομοσπονδιακής Τραπέζης Χάνς Τιτμάγιερ, όταν μιλούσε με τους άλλους Κεντρικούς Τραπεζίτες της Ευρώπης για το ΕΥΡΩ, παράλληλα έκανε κήρυγμα για τις γερμανικές εθνικές διεκδικήσεις προς ανατολάς! (βλ. το βιβλίο του Μπέρναρντ Κόνολλυ: Η σάπια καρδιά της Ευρώπης, εκδ. Λιβάνη). Η Μεγάλη Βρεταννία και η Γαλλία, καίτοι μέλη της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, αρνήθηκαν να εντάξουν το πυρηνικό τους οπλοστάσιο υπό ευρωπαϊκό έλεγχο, διότι πρόκειται για θέμα "υψίστου εθνικού συμφέροντος". Στην Ιταλία, στο κέντρο της πρωτεύουσας Ρώμης, υπάρχει μία σειρά χαρτών μεγάλου μεγέθους επάνω σε τοίχο, οι οποίοι παριστούν την γεωγραφική επέκταση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Στην χώρα μας δεν υπάρχουν πουθενά αντίστοιχοι χάρτες της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, ενώ στην Αθήνα δεν υπάρχει ούτε ένα άγαλμα του Μεγάλου Αλεξάνδρου!

Η δυναμική του εθνικού παράγοντος φαίνεται και από τα διαλυτικά φαινόμενα στο Βέλγιο. Ένα κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ενώσεως κιvδυνεύει να διαλυθή σε δύο κράτη λόγω των σοβαρών διαφορών μεταξύ Φλαμανδών (Ολλανδοφώνων) και Βαλλόνων (Γαλλοφώνων). Φαίνεται επίσης και στο επίπεδο των πολιτιστικών ιδιαιτεροτήτων. Η Ισπανία αντέδρασε σύσσωμη όταν οι Αρχές της Ευρωπαϊκής Ενώσεως της ζήτησαν να αλλάξη το αλφάβητό της -συγκεκριμένα μια περισπωμένη στο γράμμα Ν- για να προσαρμοσθή στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές, που κατασκευάζουν άλλες χώρες-μέλη. Για να δούμε δε τι γίνεται και εκτός Ευρώπης, ας πάμε στην Ιαπωνία, μία χώρα που θαυμάζουμε όλοι για την υψηλή τεχνολογία της. Όταν προτάθηκε προ δέκα ετών η κατάργηση των ιδεογραμμάτων και η εισαγωγή του λατινικού αλφαβήτου, οι Ιάπωνες ακαδημαϊκοί συνέστησαν ειδική επιτροπή μελέτης και κατέληξαν ότι: Ο κόπος που καταβάλλουν οι νεαροί μαθητές για να μάθουν τα ιδεογράμματα αποτελεί την βάση του Ιαπωνικού οικονομικού θαύματος! Διαπιστώνεται ότι όλοι σέβονται την εθνική τους γλώσσα και δεν σπεύδουν άκριτα να επιφέρουν αλλαγές, πλην των Ελλήνων, που καταργήσαμε τόνους και πνεύματα, χωρίς να προηγηθή σοβαρή μελέτη των συνεπειών!

Η ιστορική μνήμη, η εθνική και θρησκευτική ταυτότητα -ειδικά για μας τους Ορθοδόξους Έλληνες- η Παράδοση, η Γλώσσα, η έννοια του Έθνους και του εθνικού συμφέροντος αποτελούν στοιχεία απαραίτητα για την επιβίωσή μας. Παρά τις σειρήνες της παγκοσμιοποιήσεως όλοι οι λαοί προτάσσουν την εθνική τους ιδιαιτερότητα. Το Έθνος, ως έννοια, ως ιδέα, ως βίωμα, ως ζωντανή πραγματικότητα παραμένει πρωταρχικός παράγων της κοινωνικής και της διεθνούς εξελίξεως. Τα Έθνη δεν πέθαναν, όπως θα ήθελαν οι πάσης φύσεως διεθνιστές.

Ως Έλληνες έχουμε υποχρέωση να αντισταθούμε στις ισοπεδωτικές τάσεις του υλισμού, του ευδαιμονισμού και στις αρνητικές πλευρές της παγκοσμιοποιήσεως και ευρισκόμενοι στο κατώφλι της τρίτης χιλιετίας καλόν θα ήτο να θυμηθούμε τον Ηρόδοτο, ο οποίος μας διδάσκει τους παράγοντες διατηρήσεως της εθνικής συνειδήσεως και ταυτότητος. Το όμαιμον, το ομόγλωσσον, τα κοινά των Θεών ιδρύματα, το ομότροπον:

1) Το όμαιμον, η κοινή καταγωγή, υπήρξε ανέκαθεν ενωτικό στοιχείο του Ελληνισμού. Σήμερα οφείλουμε να καλλιεργήσουμε τον υγιή πατριωτισμό και την ιστορική μας συνείδηση, μακριά από κάθε τάση φυλετισμού και σωβινισμού, αλλά παράλληλα καταπολεμώντας κάθε αίσθημα εθνικής μειονεξίας και ηττοπαθείας.

2) Το ομόγλωσσον εκ πρώτης όψεως μας προβληματίζει, διότι η ελληνική γλώσσα είναι μοναχική μέσα στην ευρωπαϊκή οικογένεια. Δεν ανήκει σε κάποια από τις μεγάλες συνομοταξίες γλωσσών. Όμως οι πολιτικές αλλαγές στην Ανατολική Ευρώπη μας επιτρέπουν να αντικρίσουμε και να αξιοποιήσουμε μία νέα πραγματικότητα. Πολλά εκατομμύρια Ορθοδόξων της Αν. Ευρώπης, υποψήφια μέλη -νωρίτερα ή αργότερα- της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, χρησιμοποιούν το βυζαντινογενές κυριλλικό αλφάβητο. Ρώσοι, Ουκρανοί, Σέρβοι, Βούλγαροι κ.α. ανήκουν γλωσσικά μεν στην σλαβική οικογένεια, αλλά το αλφάβητό τους είναι ελληνογενές. Το σπουδαιότερο, όμως, μέλημά μας είναι εμείς οι ίδιοι οι Έλληνες να γνωρίζουμε καλά την γλώσσα μας και να διδασκώμαστε και τις παλαιότερες μορφές της. Χωρίς αίσθηση γλωσσικής συνέχειας, δεν οικοδομείται και η ιστορική συνέχεια.

3) Τα κοινά των Θεών ιδρύματα, δηλαδή η θρησκεία. Συνδετικό στοιχείο των Ελλήνων από τα προχριστιανικά χρόνια, πολύ δε περισσότερο μετά την διάδοση της Χριστιανικής Αληθείας. Σε δύσκολες στιγμές, όταν χανόταν ακόμη και η γλώσσα, η Ορθόδοξη Πίστη διεφύλαττε το εθνικό φρόνημα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα οι τουρκόφωνοι Καππαδόκες επί Τουρκοκρατίας. Έμειναν προσηλωμένοι στο Γένος, διότι δεν απώλεσαν την Ορθόδοξη Πίστη τους. Ο δε κορυφαίος Άγγλος Βυζαντινολόγος Σερ Στήβεν Ράνσιμαν παρατηρεί: Στην διάρκεια της Τουρκοκρατίας η εκκλησία κατώρ­ θωσε να επιβιώση και μαζί της επεβίωσε και ο ελληνικός λαός.

4) Το ομότροπον, τα κοινά ήθη και έθιμα. Πέραν των καθαρώς λαογραφικών στοιχείων η παράδοσή μας διασώζει ζωογόνα στοιχεία για την απάνθρωπη εποχή, στην οποία ζούμε. Ιδιαιτέρως επισημαίνω τον ρόλο του οικογενειακού θεσμού. Παρά την αύξηση των διαζυγίων η οικογένεια παραμένει η σπονδυλική στήλη της κοινωνίας μας και η διατήρηση του ρόλου της θα βοηθήση την αποφυγή ακραίων φαινομένων ηθικής και εθνικής παρακμής.

Θα προσπαθήσουμε. Πρέπει να προσπαθήσουμε. Δεν είναι πάντοτε εύκολο να αντισταθούμε στα αρνητικά φαινόμενα, με τα οποία ξεκινά η τρίτη χιλιετία. Όμως έχουμε οδηγό την ελληνορθόδοξη Παράδοση και την Ιστορία του Γένους μας, που μας διδάσκουν την ελπίδα και την αισιοδοξία. Θα καλλιεργήσουμε την ιστορική μνήμη και την εθνική μας συνείδηση και για την δική μας και για τις επόμενες γενεές. Και θα έχουμε ως σύμβουλό μας τον Κωστή Παλαμά, που μας διδάσκει:

Κι αν είναι πλήθος τ' άσχημα
κι αν είναι τ' άδεια αφέντες
φτάνει μια σκέψη, μια ψυχή
φτάνεις εσύ, εγώ φτάνω
να δώση νόημα στων πολλών την ύπαρξη ένας φτάνει.


Κι εμείς είμαστε πολύ περισσότεροι από ένας. Αρκεί να το πιστέψουμε.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΟΛΕΒΑΣ  
(Ανάτυπο από την ΙΑ' τόμο Επετηρίδος
Ιδρύματος Νεοελληνικών Σπουδών)

Σάββατο, 19 Δεκεμβρίου 2009

Χ. Γιανναράς: "Κόμμα με νοοτροπία ναζί"

Ο Χρήστος Γιανναράς στον ΣΚΑΪ 100,3 στις 19 Δεκεμβρίου 2008.

Διαβάστε το παρακάτω εκτεταμένο απόσπασμα ή ακούστε εδώ ΟΛΗ τη συζήτηση


"...Θα πρέπει να δούμε με ψυχραιμία τα όσα συμβαίνουν τις τελευταίες ημέρες στην Ελλάδα που δεν είναι τίποτε άλλο παρά η φυσική εξέλιξη, το φυσικό αποτέλεσμα πολύ συγκεκριμένων πρακτικών πολιτικών που εφαρμόστηκαν στην Ελλάδα. Έχουμε φτάσει σε ένα σημείο όπου είναι ολοφάνερο ότι υπάρχει τεράστιο χάσμα ανάμεσα στην κοινωνία και στο κράτος. Υπάρχει, όμως, και ένα τεράστιο κενό στο κράτος και στην πολιτική. Δηλαδή, είναι φανερό ότι από δεκαετίες τώρα η πολιτική δεν υπηρετεί το κράτος, δεν χρησιμοποιεί το κράτος για να υπηρετήσει την κοινωνία, αλλά συνιστά εντελώς συντεταγμένες οργανωμένες ομάδες συμφερόντων οι οποίες επιδιώκουν την εξουσία για σκοπούς φανερά ιδιοτελείς, γι' αυτό και δεν μπορούν να λυθούν τα κεντρικά προβλήματα του κοινωνικού βίου".
"Η υγεία, η παιδεία, το ασφαλιστικό, η δημόσια τάξη.......... ο εκβιασμός του κοινωνικού συνόλου από το λεγόμενο "κρατικό συνδικαλισμό", ο συνδικαλισμός του δημόσιου τομέα. Αυτά τα πολύ βασικά, τα πελώρια, τα στοιχειώδη προβλήματα η πολιτική επί δεκαετίες και με διαφορετικές κυβερνήσεις δεν μπορεί να τα λύσει. Από εκεί και πέρα τα πράγματα παίρνουν έναν χαρακτήρα ανεξέλεγκτο. Θα πρέπει να σας ομολογήσω ότι αυτό που με πανικοβάλλει στην κυριολεξία δεν είναι τα όσα συμβαίνουν, είναι τα όσα λέγονται".

"Αυτό που γίνεται αυτό τον καιρό στα τηλεοπτικά κανάλια, στον Τύπο και γενικά στον δημόσιο λόγο είναι εφιαλτικό. Τέτοια σύγχυση, τέτοιες παρανοήσεις, τέτοιες διαστροφές της πραγματικότητας, τέτοια τέλεια απουσία αξιολογικών ιεραρχήσεων…. Ας πάρουμε ένα παράδειγμα, πιθανώς το πιο κραυγαλέο: Το πανό που ανέβηκε στον βράχο της Ακρόπολης έχει πολύ μεγαλύτερη σημασία από τη συνολική καταστροφή της οικονομίας που συνέβη στα αστικά κέντρα με τις πυρπολήσεις των καταστημάτων, διότι δείχνει πλέον ότι είμαστε εθελόδουλοι. Είμαστε έτοιμοι να δεχτούμε μια κατοχή οποιασδήποτε ιδεολογικής μειονότητας η οποία κατορθώνει να απαντλήθεί με την βία. Θυμίζει μέρες του 1933 στην Γερμανία".

Θα είμαστε έρμαια πλέον δυναμικής μειοψηφίας, η οποία έχει αποδείξει ότι έχει συμπεριφορές Ναζί.
"Υπάρχει συγκεκριμένο πολιτικό κόμμα και συγκεκριμένη ιδεολογική παράταξη που συμπεριφέρεται στην Ελλάδα σήμερα με νοοτροπία Ναζί, πρέπει να το πούμε έξω από τα δόντια. Πέστε μου ποιος άλλος θα τολμούσε να κρεμάσει αφίσες στο Βράχο της Ακρόπολης, να μπει μέσα στον σταθμό της τηλεόρασης και να βγάλει πανό την ώρα των ειδήσεων; Δεν υπάρχει πια τίποτα, καμία αντίσταση κοινωνική σε αυτά τα φαινόμενα".

"… Η παραποίηση και η αλλοτρίωση της πραγματικότητας τρομάζει. Λέμε (και βάζουμε στο μυαλό των παιδιών) ότι πρόκειται για εξέγερση της νεολαίας, πράγματα που τα παιδιά ούτε υποψιάζονται να τα σκεφτούν… Διαβάζουν άραγε σήμερα τα παιδιά των 15 και 16 χρονών εφημερίδα; Έχουν ιδέα από τη διάλυση του πολιτικού συστήματος, την κατάρρευση του; Έχουν επίγνωση της πραγματικότητας που συντελείται εδώ και μερικά χρόνια στον Ελλαδικό δημόσιο χώρο; Αλλά επιτέλους εάν ήταν εξέγερση - που πραγματικά θα την ευχόμουν με όλη μου την καρδιά-, αυτή η εξέγερση θα πήγαινε πριν από κάθε τι άλλο στα γραφεία των κομμάτων και θα τα θρυμμάτιζε. Θα έμπαινε μέσα στην Βουλή και θα την θρυμμάτιζε, όχι στα μαγαζιά των ανθρώπων οι οποίοι δουλεύουν να βγάλουν το ψωμί τους. Δεν είπε ούτε ένας άνθρωπος ότι πίσω από κάθε τέτοιο μαγαζί υπάρχουν δύο, πέντε, δέκα, σαράντα άνθρωποι βιοπαλαιστές όχι ιδιοκτήτες. Οι εργαζόμενοι, οι υπάλληλοι χάνουν το ψωμί τους και δε μιλάει κανείς. Συνεπώς για ποια εξέγερση μιλάμε; Ας πούμε για περίπατο να κάνουμε το χαβαλέ μας! Γιατί αυτή η ευκολία να σπάσουμε το κάθε τι; Το αυτοκίνητο του φουκαριάρη, του μεροκαματιάρη που το απέκτησε ποιος ξέρει πως, να του το κάψουμε και να θρυμματίσουμε την βιτρίνα και να λεηλατήσουμε το εμπόρευμά του;"

" Λέω το αυτονόητο: Εάν λειτουργούσε κράτος, θα έπρεπε να προστατευτεί η περιουσία των πολιτών και η δημόσια τάξη. Αλλά δεν υπάρχει κράτος. Η ανικανότητα της κυβέρνησης είναι ανατριχιαστική. Αλλά ας μη μιλάμε μόνο για ανικανότητα. Γιατί η ανικανότητα είναι το άλλο μισό της ασυνειδησίας της λεγόμενης αντιπολίτευσης. Όταν μπροστά σε μια τέτοια κοινωνική κατάσταση η αντιπολίτευση δεν κοιτάει τίποτα άλλο, δεν μπορεί να συζητήσει τίποτα άλλο παρά μόνο την επανεκλογή της, ή την άνοδό της στην εξουσία έμμεσα με εκλογικές συνεργασίες. Όταν ακόμα και μέσα σε αυτή την κατάσταση τα μικρά κόμματα προβάλουν ως Αριστερά την πλέον αντικοινωνική και ριζικά αντικοινωνική πολιτική. Εγώ ξέρω- αν δεν έχω παραφρονήσει-, ότι Αριστερά σημαίνει κοινωνιοκεντρικές προτεραιότητες, αντίσταση στην ατομική αυθαιρεσία του κέρδους της ιδιοτέλειας, αντίσταση στην πλεονεξία των οργανωμένων συμφερόντων των συνδικάτων του συμφέροντος".

"Δεν είναι θέμα δεοντολογίας τι πρέπει να κάνει η Αριστερά. Πρέπει να κάνει αυτό που είπε ο κ. Κύρκος. Να πάψει να λέγεται Αριστερά. Δεν έχει δικαίωμα να χρησιμοποιεί αυτό το όνομα. Αριστερά σημαίνει μια ανιδιοτέλεια, ακραία ανιδιοτέλεια που έφερε τους ανθρώπους μέχρι να στηθούν στον τοίχο για τα ιδανικά τους. Αριστερά δεν σημαίνει η προστασία κάθε γκρουπούσκουλου, το οποίο οργανώνεται για να υπερασπίσει τα συμφέροντά του ή για να κάνει επιτέλους το χαβαλέ του ή το κομμάτι του. Αριστερά δεν σημαίνει να χαϊδεύουμε τα αυτιά της βίας. Εδώ πέρα πρόκειται για ένα φαινόμενο για το οποίο δεν φταινε κάποιοι περιθωριακοί, το φαινόμενο αυτό εμπνέεται από τις δηλώσεις των πολιτικών, συγκεκριμένων πολιτικών, συγκεκριμένων κομμάτων και η κοινή γνώμη δεν τα αποδοκιμάζει".

Πόσο χλευάστηκε η κατάργηση της ομοιόμορφης ενδυμασίας
"Σήμερα η πλειοψηφία των ανθρώπων αισθάνεται ότι έχει μεταβληθεί σε μειοψηφία, ότι βρίσκεται υπό κατοχή. Υπάρχουν δυναμικές μειοψηφίες οι οποίες επιβάλλουν την θέλησή τους με το έτσι θέλω. Δεν λειτουργεί πουθενά όρος και αρχή δημοκρατίας, να μπορεί να εκφραστεί ο κόσμος. Βέβαια αυτά είναι το αποτέλεσμα της κατάρρευσης των δυο μεγάλων κομμάτων, δηλαδή ενός πολιτικού αδιεξόδου εμφανέστατου και αν αυτή τη στιγμή η κυβερνητική παράταξη δεν αφυπνιστεί να θέσει θέμα αρχηγού, να δηλώσει την ανικανότητα που επέδειξε μέχρι τώρα η κυβέρνηση και να αναζητήσει εσωτερική της ανασυγκρότηση στον ένα χρόνο που της μένει τότε αυτή η μειονότητα που σήμερα εμφανίζεται σαν στρατός κατοχής θα αποτελέσει την μόνη πρόταση. Εάν καταρρεύσει η σημερινή κυβέρνηση, που έχει ήδη καταρρεύσει, χωρίς δυνατότητα εναλλακτική, εσωτερική μέσα από αυτό το κόμμα που κυβερνά όποιο και αν είναι ας είναι σάπιο, εάν δεν δείξει ικανότητες εσωτερικής ανασυγκρότησης θέτοντας θέμα αρχηγού, τότε το παιχνίδι είναι χαμένο για πολλές δεκαετίες".

"Και τα δύο μεγάλα κόμματα κατέστρεψαν την παιδεία αυτού του τόπου. Σε αυτά που συμβαίνουν σήμερα με τα σχολιαρόπαιδα τα 10χρονα που πετροβολάνε "μπάτσους, γουρούνια δολοφόνους", αυτό είναι η κατάληξη μιας συγκεκριμένης εκπαιδευτικής πολιτικής η οποία ξεκίνησε από πολύ συγκεκριμένα μέτρα δήθεν εκσυγχρονισμού της παιδείας και κατέληξε σε αυτό το μπάχαλο που ζούνε σήμερα τα σχολειά. Το σχολείο έχασε πλέον τον ασκητικό του χαρακτήρα. Έμαθε αυτά τα παιδιά ότι στο σχολειό δεν ετοιμάζεσαι να γίνεις πολίτης, δεν μετέχεις ως άσκηση σε μια κοινότητα όπου εκπαιδεύεσαι να μετάσχεις αύριο κρίσεως και αρχής, αλλά είσαι αυτόνομος πολίτης ήδη, είσαι μαθητικό κίνημα. Ποιος αναλαμβάνει την ευθύνη για το έγκλημα να βιάζεις και να ασελγείς τις ψυχές των παιδιών, διαστρέφοντας τη συνείδησή τους ότι από τα δέκα τους χρόνια είναι συνδικαλισμένα σε κίνημα; Αυτά είναι εγκλήματα κοινωνικά πελώρια, ανατριχιαστικά".

"Να σας θυμίσω πόσο χλευάστηκε η κατάργηση της ομοιόμορφης ενδυμασίας… Και δεν εννοώ βέβαια ούτε κουρέματα, ούτε στολές, ούτε πηλίκια. Εννοώ ένα ίδιο πουλόβερ και ένα ίδιο παντελόνι... Είναι η ισχυρότερη εμφάνιση δημοκρατίας μέσα στα σχολειά. Το κατάργησαν το ΠΑΣΟΚ και άρχισαν αμέσως τα παιδιά να συναγωνίζονται ποιο θα φορέσει το τάδε σινιέ ρούχο και το τάδε σινιέ παπούτσι...".

"...Σήμερα το πλήθος των γονιών, η συντριπτική πλειοψηφία των γονιών δεν μπορεί να μιλήσει για τα σχολειά. Μιλάνε οι συνδικαλισμένες μειονότητες και επιβάλλουν ετσιθεληκά. Το παιδί να νιώθει ότι το σχολειό είναι αντίπαλος, εχθρός και να κάνει κατάληψη στο σχολειό του, στον χώρο της ζωής του κάθε μέρα. Και αυτό το ίδιο παιδί βγαίνει και κλείνει, αποκλείει τους κεντρικούς δρόμους και εκβιάζει βασανιστικά τους πολίτες για να πετύχει το αίτημά του".

"Χρειαζόμαστε έναν Πούτιν. Χρειαζόμαστε έναν άνθρωπο ο οποίος να είναι ηγέτης και να βγει να μιλήσει με πόνο σε αυτό τον λαό. Να καταλάβει ο λαός ότι υπάρχει επιτέλους ένας άνθρωπος ο οποίος πονάει αυτό τον τόπο, ο οποίος θέλει να υπηρετήσει αυτό τον τόπο από όπου και αν είναι, από όπου και αν προέρχεται αλλά να είναι ανιδιοτελής και να επιστρατεύσει κοινωνικές δυνάμεις και να στήσει μια κυβέρνηση για να διακονήσει το λαό...".

Παρασκευή, 18 Δεκεμβρίου 2009

Όλα θύμιζαν ένα ξεπερασμένο παρελθόν

ΝΙΚΟΣ ΜΑΡΑΝΤΖΙΔΗΣ | Κυριακή 6 Δεκεμβρίου 2009
Αναδημοσίευση από το "Βήμα"


Κάθομαι μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή μου όπως περίπου ο μαθητής μπροστά στη λευκή του κόλλα λίγο πριν τελειώσει ο χρόνος της εξέτασης. Σκέφτομαι: Τι να απόμεινε άραγε από τον περσινό Δεκέμβρη; Η μοναδική απάντηση που μου έρχεται στο μυαλό είναι: Απολύτως τίποτε!

Τα γεγονότα που ξεκίνησαν με αφορμή τον τραγικό θάνατο του Αλέξη Γρηγορόπουλου οδήγησαν τότε μερικούς να προφητεύσουν μια «κοινωνική Δευτέρα Παρουσία» όπου όλοι οι αμαρτωλοί θα έπρεπε να μετανοήσουμε. Αρκετοί άλλοι νόμιζαν πως παρακολουθούσαν μια μεγάλη κοινωνική έκρηξη με μακροχρόνιες και απρόβλεπτες συνέπειες. Γελάστηκαν. Σε αρκετούς κόστισε σε αξιοπιστία. Ο ΣΥΡΙΖΑ, το πολιτικό μόρφωμα που νόμιζε πως βρήκε μια πολιτική ευκαιρία προς αξιοποίηση, έχασε σε πολιτική επιρροή και έκτοτε αντιμετωπίζει μια ισχυρή, πιθανόν διαλυτική, κρίση ταυτότητας.

Στην εξέγερση-φάρσα, που είχε τις αιτίες της στον κουτσαβακισμό κάποιων οργάνων της τάξης και στην ανικανότητα του κράτους από τη μια και στην κυρίαρχη «λαϊκο-δημοκρατική» κουλτούρα της Μεταπολίτευσης, που ευνοεί συστηματικά καλυμμένες υπό επαναστατικό μανδύα ανομικές συμπεριφορές, από την άλλη, συμμετείχαν τέσσερις κυρίως ομάδες: οι συνήθεις αναρχικοί/αριστεριστές, οι κινητοποιημένοι πενηντάρηδες της «καθεστωτικής Αριστεράς», οι μαθητές/φοιτητές και ένας αριθμός από μετανάστες.

Από τις τέσσερις αυτές ομάδες οι δύο πρώτες συμμετέχουν ανελλιπώς σε κάθε ανάλογη κοινωνική εκδήλωση τα τελευταία τριάντα χρόνια εκφράζοντας τον βίαιο ριζοσπαστισμό τους οι πρώτοι και τις ειρηνικές επαναστατικές ευαισθησίες τους οι δεύτεροι. Οι δύο αυτές ομάδες επιχείρησαν να επιβάλουν στις εξελίξεις την οργανωτική τους κουλτούρα: τη βίαιη και μάλλον απολιτική στάση τους οι πρώτοι, την υπερ-πολιτικοποιημένη, «λαϊκο-δημοκρατικών» καταβολών, και με πρόσβαση στους διαμορφωτές της κοινής γνώμης, κουλτούρα τους οι δεύτεροι. Οι πρώτοι, πολύ νεότεροι, ζούσαν τα γεγονότα με την ένταση αυτού που πενθεί ένα στενό του πρόσωπο. Εμπειρότεροι οι δεύτεροι, αντιμετώπιζαν την κατάσταση όπως οι μακρινοί συγγενείς το μνημόσυνο: με ελεγχόμενη συγκίνηση και με δεύτερες σκέψεις για την «κληρονομιά».

Οι μαθητές, πάλι, κουβαλώντας έναν συναισθηματισμό μαζί με μια αίσθηση του χαβαλέ- απολύτως φυσικά και τα δύο για την ηλικία τους-, με τις διαδηλώσεις και τις καταλήψεις έκαναν ένα ευχάριστο διάλειμμα από το βαρετό και μίζερο σχολείο. Εκτόνωσαν την εφηβική τους ορμή σε πετροπολέμους εναντίον αστυνομικών τμημάτων, συχνά με τις μαμάδες τους από πίσω, ιδιαίτερα εκεί στα κινητοποιημένα βόρεια προάστια.

Τέλος, υπήρξαν οι μετανάστες και οι άλλοι κοινωνικά αποκλεισμένοι που συμμετείχαν στην ουρά της πορείας πρωταγωνιστώντας στο πλιάτσικο. Ανθρωποι που πρόβαραν γυαλιά Gucci στους καθρέπτες των λεηλατημένων καταστημάτων την ώρα του χαλασμού. Φθόνος και λαχτάρα μαζί για την κοινωνία της αφθονίας που απλωνόταν επιδεικτικά μπροστά τους χωρίς να μπορούν να την αγγίξουν.

Ολοι οι παραπάνω σχημάτισαν ένα αμάλγαμα μέσα σε ένα τοπίο όπου κυριαρχούσαν ο θόρυβος και τα χρώματα. Αυτό εντυπωσίασε και τα media που ενίσχυσαν τον ναρκισσισμό των συμμετεχόντων στα επεισόδια δίνοντας την αίσθηση ότι συμμετέχουν σε ένα είδος ελληνικού Μάη του ΄68.

Παρά τις αγωνιώδεις, από κά ποιους, προσπάθειες να φανεί ότι τα γεγονότα άνοιγαν ένα παράθυρο στο μέλλον, στην πραγματικότητα όλα θύμιζαν ένα ξεπερασμένο παρελθόν. Προέκυψε μάλιστα μια κακή αντιγραφή των λαϊκο-δημοκρατικών ιδεοληψιών του ΄70 και του ΄80. Το σύνολο των αιτημάτων και των συνθημάτων ανέδυε το φοιτητικό κλίμα της Μεταπολίτευσης ενδεδυμένο με έναν φορτισμένο από την τραγωδία απολιτικό μελοδραματισμό. Ο Γρηγορόπουλος, εξάλλου, ως σύμβολο δεν ήταν ούτε ο Κουμής ούτε καν ο Καλτεζάς. Η «εξέγερση» του Δεκέμβρη δεν παρήγαγε ούτε μια καινούργια ιδέα, δεν γέννησε ούτε ένα νέο αίτημα, δεν υιοθέτησε νέα αισθητικά πρότυπα, δεν παρήγαγε έναν νέο πολιτικό λόγο. Ισως γι΄ αυτό θυμόμαστε ελάχιστα πράγματα, πέρα από τις σπασμένες τζαμαρίες και τις καμένες βιβλιοθήκες. Ισως για αυτό όταν θα ακούμε τη φράση «να κρατήσουμε ζωντανό τον Δεκέμβρη» θα καταλαβαίνουμε κυρίως πως κάποιες βιτρίνες θα σπάσουν ακόμη, κάποιοι καθηγητές θα γιαουρτωθούν ή θα ξυλοφορτωθούν, κάποιοι αστυνομικοί μπορεί να πέσουν νεκροί.

Αν έμεινε κάτι από τα γεγονότα, βρίσκεται στην ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση που οι υμνητές του Δεκέμβρη φαντάζονται. Βιώσαμε ως πολίτες την αξία του κράτους δικαίου. Συνειδητοποιήσαμε ότι το «επαναστατικό δίκαιο» είναι στην πράξη η εξύμνηση της αυθαιρεσίας και της εξαχρείωσης που οδηγεί στον εξευτελισμό του ατόμου και σε κάθε μορφής ολοκληρωτισμό. Κατανοήσαμε πως, όταν καταστρέφονται περιουσίες και απειλείται η ανθρώπινη ζωή, διαλύεται ο κοινωνικός ιστός και εκβαρβαριζόμαστε. Αντιληφθήκαμε ότι οι πολίτες οφείλουν να μην ανέχονται καμία έκφραση αυθαιρεσίας και τρομοκρατίας, όποιον ιδεολογικό μανδύα και αν φέρουν.

Ο Δεκέμβρης έκανε, για πρώτη φορά ίσως στη Μεταπολίτευση, τόσο πολλούς ανθρώπους από τον χώρο των γραμμάτων και της επιστήμης να σπάσουν το φράγμα της σιωπής και να αντισταθούν στο παραλήρημα της αυτοαποκαλούμενης επαναστατικής βίας. Μάλιστα κάποιοι από αυτούς το πλήρωσαν ήδη, με επιθέσεις και με απειλές ενάντια στη ζωή τους. Υπό το παραπάνω πρίσμα, αν κάτι έχει νόημα να μείνει από τον Δεκέμβρη είναι το: Ποτέ πια Δεκέμβρης!

Ο κ. Νίκος Μαραντζίδης είναι αναπληρωτής καθηγητής του Πανεπιστημίου Μακεδονίας.

...και τι δεν ήταν

ΣΤΑΘΗΣ Ν. ΚΑΛΥΒΑΣ | Κυριακή 6 Δεκεμβρίου 2009
Αναδημοσίευση από το "Βήμα"

Επειδή η αναζήτηση του τι ήταν η λεγόμενη «εξέγερση» του περασμένου Δεκεμβρίου είναι σύμφυτη με θεωρητικολογίες που έχουν μεγαλύτερη σχέση με τις επιθυμίες (ή και φαντασιώσεις) του κάθε σχολιαστή και λιγότερη με την πραγματικότητα, είναι ίσως πιο χρήσιμο να αντιστραφεί το ερώτημα: Τι δεν ήταν η «εξέγερση του Δεκέμβρη»;

Εδώ είναι απαραίτητη μια προκαταρκτική διευκρίνιση: ο λόγος που αποκαλούμε τα γεγονότα του περυσινού Δεκεμβρίου «εξέγερση» (και που ασχολούμαστε με αυτά) είναι επειδή ήταν βίαια. Αν οι διαμαρτυρίες για τον φόνο του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου ήταν ειρηνικές, αν περιορίζονταν στις ρουτινιάρικες και μίζερες καταλήψεις σχολείων και σε αποχές από μαθήματα, δεν θα είχαν προκαλέσει τη διεθνή προσοχή και δεν θα γράφαμε γι΄ αυτές σήμερα. Επομένως, όταν αναφερόμαστε στην «εξέγερση» και στους «εξεγερμένους», αναφερόμαστε πρωταρχικά στα γεγονότα και στα άτομα που συμμετείχαν στα βίαια επεισόδια.

Τι δεν ήταν, λοιπόν, η «εξέγερση του Δεκέμβρη»;

Δεν ήταν μια «εξέγερση» της νεολαίας. Τo σοκ που προκάλεσε ο φόνος του μαθητή ήταν ισχυρό αλλά η συντριπτική πλειονότητα των νέων δεν συμμετείχε στις διαδηλώσεις ούτε άλλωστε ταυτίστηκε με τις καταστροφές και με την ιδεολογία των ομάδων που πρωτοστάτησαν σε αυτές, όπως προκύπτει από τις σχετικές δημοσκοπήσεις. Η συμμετοχή άλλων ομάδων του πληθυσμού ήταν ακόμη πιο περιορισμένη και οι εύκολες γενικεύσεις περί «ασφυξίας» και «οργής» των Ελλήνων ως αιτίων της «εξέγερσης» είναι το λιγότερο υπερβολικές.

Δεν ήταν μαζική. Η συμμετοχή στις διαδηλώσεις δεν φαίνεται να ξεπέρασε τις 8.000 ενώ τα άτομα που συμμετείχαν στις καταστροφές δεν ήταν παραπάνω από μερικές εκατοντάδες, δυσανάλογα μικρός αριθμός σε σχέση με το μέγεθος των καταστροφών και το επικοινωνιακό τους αποτέλεσμα. Η έκταση των καταστροφών γίνεται κατανοητή μόνο αν ληφθεί υπόψη η «κατάσταση παθητικής άμυνας» στην οποία η τότε κυβέρνηση έθεσε την Αστυνομία, η απόφασή της, δηλαδή, να παραδώσει την πόλη στους εχθρούς της (μία από τις αποφάσεις για τις οποίες, άλλωστε, τιμωρήθηκε στις εκλογές).

Δεν ήταν αυθόρμητη. Αν και η προσέλευση στις διαδηλώσεις πολλών νέων, ιδιαίτερα μαθητών, ήταν αυθόρμητη, ο σκληρός πυρήνας που πρωτοστάτησε στις καταστροφές κάθε άλλο παρά αυθόρμητα έδρασε. Γνωρίζουμε πως ο συντονισμός μέσω Διαδικτύου και κινητών έπαιξε κρίσιμο ρόλο στην κλιμάκωση της βίας. Ταυτόχρονα η οργανωμένη βία λειτούργησε ως παράδειγμα για όσους είχαν πρωταρχικό τους κίνητρο το μπάχαλο και την καταστροφή.

Δεν εμπεριείχε ίχνος ρίσκου, αυτοθυσίαςή γενναιότητας. Η συμμετοχή στις καταστροφές ήταν ανέξοδη και εκ του ασφαλούς, μια κλασική περίπτωση «τζάμπα μαγκιάς» που ανθεί σε καθεστώς ανομίας.

Δεν ήταν αποτέλεσμα της διεθνούς οικονομικής κρίσης. Αντίθετα απ΄ ό,τι υποστήριξαν ξένοι κυρίως δημοσιογράφοι, τα αποτελέσματα της οικονομικής κρίσης δεν είχαν φθάσει ακόμη στην Ελλάδα. Τώρα που έφθασαν με καθυστέρηση δεν φαίνεται, παραδόξως, να παράγουν εξεγέρσεις.

Δεν ήταν προοίμιο ενός διεθνούς κύματος εξεγέρσεων, όπως φαντασιώθηκαν ορισμένοι που είδαν στην επανάσταση το νέο εξαγώγιμο προϊόν της χώρας. Κάποιες προσπάθειες μίμησης σε ορισμένες χώρες έπεσαν γρήγορα στο κενό. Η άποψη ότι η ελληνική εξαίρεση οφείλεται στο γεγονός πως η ελληνική νεολαία είναι η πιο δυστυχισμένη στον κόσμο (ναι, γράφτηκε κι αυτό!) είναι κάτι παραπάνω από ανόητη.

Δεν ήταν και τόσο πρωτόγνωρη. Η έκταση των καταστροφών ήταν πρωτοφανής και ο αριθμός των ατόμων που συμμετείχαν σε αυτές μεγαλύτερος απ΄ ό,τι συνήθως, αλλά το μοντέλο κινητοποίησης παρέπεμπε στις χρόνιες και επαναλαμβανόμενες κινητοποιήσεις που ταλανίζουν τη χώρα και που διακρίνονται από την ανεμπόδιστη δράση των διάφορων «αντιεξουσιαστικών» ομάδων, τη σχετική συμπάθεια με την οποία αντιμετωπίζονται από μερίδα των ΜΜΕ, του πολιτικού κόσμου αλλά και των λεγόμενων «ενοχικών μεσηλίκων», την πάγια βεντέτα τους με την Αστυνομία και την εκμετάλλευση του πανεπιστημιακού ασύλου. Το μοντέλο αυτό έχει ως συμβολικό θεμέλιο την τοτεμική λειτουργία της εξέγερσης του Πολυτεχνείου το 1973, που λειτουργεί ως ένα πρότυπο το οποίο η κάθε γενιά θα πρέπει να αναπαράγει αν θέλει να ενηλικιωθεί: κάθε γενιά και το Πολυτεχνείο της. Η Αννα Δαμιανίδη, η οποία συμμετείχε στην πραγματική εξέγερση του 1973, επεσήμανε τον παραλογισμό αυτόν: «Τρελαίνομαι όταν ακούω νέους να λένε πως είχαμε το προνόμιο της εξέγερσης. Θέλαμε να ζήσουμε, να χαρούμε τα νιάτα μας, τις ευρωπαϊκές κατακτήσεις. Να ζούμε όπως εσείς οι νέοι τώρα».

Δεν αμφισβήτησε τις κυρίαρχες νεοελληνικές αξίες. Αντίθετα, υπήρξε μια γνήσια έκφρασή τους: της αδιαφορίας, αν όχι του μίσους, για την περιουσία των άλλων και τη δημόσια ιδιοκτησία, της διεκδίκησης δικαιωμάτων δίχως υποχρεώσεις, της ταυτόχρονης απαίτησης για καλοπληρωμένες δουλειές και της αντίδρασης στις μεταρρυθμίσεις που θα τις παραγάγουν, της διαμαρτυρίας ενάντια στο κράτος αλλά και του ονείρου μιας κρατικοδίαιτης ζωής, της ημιμάθειας που εκφράζεται με έναν λόγο κούφιο, κοινότοπο και απόλυτο.

Δεν άφησε κάποιο ίχνος πίσω της. Οι εξεγέρσεις των μαύρων στις αμερικανικές πόλεις το 1968 ή των φοιτητών στο Παρίσι τον Μάη της ίδιας χρονιάς είχαν καταλυτικές συνέπειες. Η «εξέγερση» της Αθήνας δεν είχε καμία απολύτως πολιτική προέκταση, με εξαίρεση την εμφάνιση μιας νέας γενιάς τρομοκρατικών οργανώσεων και τη σχεδόν καθημερινή πρακτική του προπηλακισμού πνευματικών ανθρώπων. Θα αποκτήσει ενδεχομένως ιστορική σημασία αν αποδειχθεί ότι κατάφερε να αφυπνίσει την κοινωνία και να την κάνει να αντιληφθεί το κόστος που ενέχει η συντήρηση και αναπαραγωγή μιας ξεπερασμένης κουλτούρας στον κόρφο της οποίας παράγονται φαινόμενα όπως η «εξέγερση του Δεκέμβρη».

Ο κ. Στάθης Ν. Καλύβας είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Υale.

Χτυπάνε κόκκινο τα εθνικά μας θέματα

Η Ελλάδα υποχρεούται να αντιμετωπίσει ζωτικής σημασίας εθνικά θέματα και κατά το 2010 που θα αποδειχθεί έτος καμπής- στα πιο πολλά δίχως επιστροφή. Διότι ο κόμπος έχει φτάσει στο χτένι και ή ο κόμπος θα λυθεί ή το χτένι θα σπάσει. Το χτένι είναι η Ελλάδα όπως την γνώρισε η τελευταία γενεά της. Τον κόμπο συνθέτουν:

*O ωμός ιμπεριαλισμός της Τουρκίας στην Κύπρο, στο Αιγαίο και στην Θράκη,
*O «μακεδονισμός» των Σκοπίων ως μοχλός των Αμερικανών για τον περαιτέρω αναδασμό της βαλκανικής ενδοχώρας με επίκεντρο την ελληνική Μακεδονία,
*H πλήρης κατάρρευση του κρατικού μηχανισμού και
*H τραγική επιδείνωση της οικονομίας  με κορυφαία απειλή την αποσύνθεση της ελληνικής κοινωνίας.

Καθίσταται προφανές ότι:

1ον Όλα τα εθνικά θέματα συνδέονται αδιάλυτα μεταξύ τους, απειλούν την τελευταία αμυντική γραμμή του ελληνισμού και η τελική τροπή αυτών κρίνεται στην Ευρωπαϊκή ΄Ενωση και στην Ατλαντική Συμμαχία όπου ταυτόχρονα η χώρα μας έχει εναποθέσει την οικονομία της, κορυφαίους θεσμούς της και την ασφάλειά της σε απόλυτη αλληλεξάρτηση. Εν προκειμένω η εσωστρέφειά μας επικαλείται αποκλειστικά τα «δυνατά χαρτιά μας», δηλαδή απλώς την αρνησικυρία μας έναντι των εταίρων μας και των συμμάχων μας, αλλά δεν θέλει να συνειδητοποιήσει πόσα και πόσο ισχυρά πράγματι χαρτιά έχει έναντι της Ελλάδος η Ευρωπαϊκή ΄Ενωση και η Ατλαντική Συμμαχία ούτε τι ευρω-ατλαντικά συμφέροντα διακυβεύονται. Εξ άλλου, μόλις το 2010 τεθεί σε ισχύ η Συνθήκη της Λισαβόνας, παύει να ισχύει η ομοφωνία, άρα και η αρνησικυρία, στις περισσότερες σημαντικές αποφάσεις της Ε.Ε.

2ον Η εθνική -όχι μόνον η στρατιωτική- άμυνα είναι τόσο ισχυρή όσο ισχυρή είναι αντίστοιχα η εθνική οικονομία, η ελληνική κοινωνία και η κρατική μηχανή
.
3ον Η Ελλάδα βρίσκεται ουσιαστικά σε εμπόλεμη, κυριολεκτικά, κατάσταση. ΄Οσο περισσότερα μέτωπα ανοίγονται με επιθετικά αιτήματα στο εσωτερικό της χώρας τόσο περισσότερο αποδυναμώνεται περαιτέρω η εθνική άμυνά της. Και τούτο συμβαίνει αυτόματα, ανεξάρτητα από το δίκαιο ή μη των επί μέρους αιτημάτων.

4ον  Η συνόλη εθνική -και όχι μόνον πολιτική- ηγεσία, όπως και η δημοσιογραφία, δεν έχει εγγράψει στην συνείδηση του ελληνικού Λαού  ολοκληρωμένα την σκληρή αυτή πραγματικότητα με εγκυρότητα, πληρότητα και αμεσότητα. A la guerre, comme a la guerre, έλεγαν οι Γάλλοι. «Στον πόλεμο, όπως στον πόλεμο». Αν χαθεί, χάνουμε όλοι. Οι Έλληνες έχουν αποδείξει πως στον πόλεμο πάνε ομόθυμοι όλοι και νικούν.

5ον  Ο ελληνισμός διαθέτει ισχυρές αυτοφυείς δυνάμεις και εν δυνάμει στρατηγικές συμμαχίες που, ωστόσο, αδρανοποιεί το πολιτικο-γραφειοκρατικό σύστημα υποταγμένο πλήρως ακόμη στην Ολιγαρχία των μεγάλων οικονομικών συμφερόντων, των επαγγελματιών συνδικαλιστών  και των ισχυρών διαμορφωτών κοινής γνώμης.

Με τα δεδομένα αυτά δεν χωράει καμιά αμφιβολία ότι η ελληνική κυβέρνηση πρέπει να έχει συνεχή αποφασιστική υποστήριξη στο επιχειρησιακό πεδίο των σχεδιασμών και των μαχών. Τούτο μοιάζει  ουτοπικό, προς το παρόν, αλλά, ακόμη και αν επιτευχθεί, δεν αρκεί. Η υποστήριξη προϋποθέτει συνειδητή  εθνική συνεννόηση, η οποία θα μπορεί να πείσει, να αναδιατάξει, να εμπνεύσει και να οδηγήσει εμπρός όλες τις μάχιμες δυνάμεις του ΄Εθνους πανστρατιά. Γι’ αυτό, όμως, απαιτείται ένας κοινός καθαρός σκοπός. Μόνον έτσι κερδίζεται και, επί πλέον, αναδεικνύεται γονιμοποιός ένας πόλεμος, έστω ειρηνικός.

΄Ολα τα εθνικά θέματα αποτελούν την τελευταία αμυντική μας γραμμή, όπως προαναφέρθηκε. Συνεπώς, σκοπός των πρώτων κρισίμων μαχών είναι να μη διαρραγεί η εθνική άμυνα. Αυτός ο σκοπός, όμως, επ’ ουδενί μπορεί να είναι και ο κοινός σκοπός του πολέμου. Παρά την αναγκαιότητα του επιβεβλημένου αγώνα, ένας τέτοιος σκοπός είναι πολύ μικρός για να κινήσει πανστρατιά τον ελληνισμό και, προ παντός, για να τον δικαιώσει. Διότι είναι αρνητικός. Στην πολύ δύσκολη ακόμη περίπτωση νίκης, σκοπεύει στο «μη χειρότερα»: να μη επεκταθεί η Τουρκία, να μη αναγνωρισθούν τα Σκόπια με το καλλιτεχνικό τους ψευδώνυμο «Μακεδονία», να μη καταρρεύσει η οικονομία μαζί με τα ασφαλιστικά ταμεία και την κοινωνία, να μη προχωρήσει κι άλλο η διαφθορά κι η διάλυση της κρατικής μηχανής.

Ας πούμε ότι αποκρούσαμε αυτήν την πράγματι εθνική απειλή σε όλο το εύρος του Μετώπου. Ε, και έπειτα; ΄Επειτα, απλώς, ο εχθρός θα βρίσκεται πάντοτε προ των πυλών και ενίοτε ένδον των τειχών. Αργά η γρήγορα θα επανέλθει και κάποτε θα μας αλώσει. Μια τέτοια αμυντική, φανερά αρνητική, πολιτική απέναντι στα απειλητικά εθνική θέματα υποδηλώνει ιστορικά το Σύνδρομο της Αλώσεως. Η αποκομμένη και συνεχώς πολιορκουμένη Κωνσταντινούπολη δεν συζητούσε αν όφειλε να ανασυστήσει την Αυτοκρατορία αλλά μόνον αν ήταν «κρειττότερον ιδείν φακιόλιον Τούρκων βασιλεύον ή καλύπτραν παπικήν», δηλαδή άσπρος σκύλος-μαύρος σκύλος. Καλύτερα να βασιλεύει τούρκικο σαρίκι παρά καπέλο Καθολικών!

Γίνεται, συνεπώς, φανερό πως ο σκοπός του πολέμου δεν επιτρέπεται να περιορισθεί στο να περισωθεί απλώς η Ελλάδα έτσι όπως είναι. Σκοπός του πολέμου είναι να αναγεννηθεί η Ελλάδα, να αναδιοργανωθεί, να αναπτυχθεί, να καταστεί ισχυρή και να δύναται να ανταγωνισθεί. Τούτο προϋποθέτει, μεταξύ άλλων, κρατική μηχανή πραγματική, οικονομία παραγωγική, κοινωνία συνεκτική, δημογραφία δυναμική με τολμηρή μεταναστευτική πολιτική, ελληνική περιφέρεια ζωντανή, χώρα ανοικτή και εξωστρεφή.

Πολλά πράγματι τα ζητούμενα και πολυσχιδή. Προέχει κατ’ εξοχήν, όμως, να συζητηθούν και προ πάντων να επιλυθούν. Διότι «δει δη λύσεων και άνευ τούτων ουδέν εστί γενέσθαι». Πώς αλλιώς να γίνει; Οφείλουμε να εξοικονομήσουμε τον καιρόν γιατί «ήγγικεν η ώρα και νυν εστί». Σπαταλήσαμε άδικα πολλά χρόνια και ακόμη περισσότερα χρήματα, όταν τα είχαμε!

Βλέπεις, η ιστορική ζωή δεν είναι ποτέ τζάμπα ούτε  την εννοούν οι τζάμπα μάγκες. Και οι καιροί ου μαινετοί. Καιρός να συστρατευθούν πάντες οι δυνάμενοι φέρειν όπλα. Οι ΄Αλλοι στην Μύκονο, στο Βατοπέδι και στο «Ντα Κάπο»!...

Ν. Ι. Μέρτζος*



*Πρόεδρος της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών,
δημοσιογράφος και συγγραφέας, αναμορφωτής
της Κοινότητος Νυμφαίου Φλωρίνης.

Κυριακή, 06 Δεκεμβρίου 2009

Εθνικισμός - διεθνισμός: εισαγόμενοι

Tου Χρηστου Γιανναρά
news.kathimerini.gr

Ο εθνικισμός ήταν τυπικό γέννημα και καύχημα του Διαφωτισμού. Σήμερα, στην Ελλάδα της ημιμάθειας και της σύγχυσης, όσοι καμώνονται τον διαφωτιστή και τον προοδευτικό έχουν τη λέξη «εθνικιστής» για βρισιά, για ταπεινωτική προσβολή.

Οι Διαφωτιστές είχαν πιστέψει ότι μπορούσαν τη συνύπαρξη των ανθρώπων, τη συλλογικότητα, να τη βασίσουν όχι πια σε θρησκευτικά ιδεολογήματα, που στοίχισαν αίμα και φρίκη στην Ευρώπη, αλλά σε ορθολογικά εντοπισμένους παράγοντες συνοχής: κοινή καταγωγή, γλώσσα, Ιστορία, έθιμα. Δεν υποψιάστηκαν ποια συνοχή σχέσεων κοινωνίας ενδέχεται να εξασφαλίζει το σέβας του «ιερού», όταν δεν οριοθετείται ιδεολογικά το «ιερό» αλλά συνιστά κοινή «στάση» διαμορφωμένη από πείρα αιώνων: «Στάση» σεβασμού ή δέους για κάποιο «νόημα» της ύπαρξης και των υπαρκτών που λειτουργεί ως άξονας αναφοράς της ευθύνης - ελευθερίας του ανθρώπου και αιτιολογεί την ενεργητική του ετερότητα, επιτρέπει ελπίδα νίκης καταπάνω στο εφήμερο.

Πάντως, ο εθνικισμός του Διαφωτισμού αποδείχθηκε, όπως όλα τα ανθρώπινα, δίκοπος: αφορμή περισσότερων ελευθεριών για το άτομο και πρόξενος ακόμα περισσότερης φρίκης. Για μας τους Ελληνες ήταν και η χαριστική βολή για το ιστορικό μας τέλος: Μας οδήγησε στην ξιπασμένη παραίτηση από την αρχοντιά του κοσμοπολίτη, από τη συνείδηση προτεραιότητας του πολιτισμού, μας βύθισε στη μειονεξία και κακομοιριά του Βαλκάνιου επαρχιώτη, στην ανίατη καθυστέρηση. Οσες αντιστάσεις εμφανίστηκαν (Μακρυγιάννης, Ζαμπέλιος, Παπαδιαμάντης, Ιων Δραγούμης, η Γενιά του ’30) –εκδοχές για την ελληνικότητα ως ενεργό πρόταση «νοήματος», δηλαδή πολιτισμού δίχως εθνικά σύνορα– απέτυχαν ιστορικά, το αποδείχνει η θεσμική συγκρότηση και λειτουργία του ελλαδικού κράτους.

Σήμερα πια εγχωρίως έχει αντιστραφεί ακόμα και η σημασία των λέξεων: Διαφωτιστής στην Ελλάδα θεωρείται ο διεθνιστής και ο εθνικισμός της ευρωπαϊκής Νεωτερικότητας λογαριάζεται οπισθοδρόμηση, αναχρονισμός. Αυτό μάλλον οφείλεται στην παγκόσμια αποκλειστικότητα που έχουν οι Ελλαδίτες να παντρεύουν τα αντιφατικά και ασυμβίβαστα: τον Διαφωτισμό με τον Μαρξισμό. Να βλέπουν τη συλλογικόητα μόνο σαν διαφοροποίηση τάξεων και πάλη των τάξεων, τον πολιτισμό σαν «εποικοδόμημα» στη «βάση» των παραγωγικών και ανταλλακτικών σχέσεων.

Ο,τι ξεφεύγει από το μανιχαϊστικό δίπολο εθνικισμού και ιστορικο-υλιστικού διεθνισμού, η εμμονή στην ελληνικότητα ως κοσμοπολίτικη πρόταση πολιτισμού (πρόταση τρόπου και νοήματος του βίου: κοινής ιεαράρχησης αναγκών) ταξινομείται αμέσως προκρούστεια στο απεχθέστερο είδος εθνικισμού: Σημαίνει σκοταδισμό, αναχρονισμό, οπισθοδρόμηση, αντίδραση στην πρόοδο, συγγένεια ιδεολογική με τον Εθνικοσοσιαλισμό και δι’ αυτού με τον Φασισμό. Οι δογματικοί παλαιοημερολογίτες του Περισσού, θαυμαστές του τείχους που χώριζε στο Βερολίνο τον «παράδεισο» του ολοκληρωτισμού από την «κόλαση» του φιλελευθερισμού, συγκαταλέγονται στις «προοδευτικές δυνάμεις», ενώ η Γενιά του ’30 (ο Ζήσιμος Λορεντζάτος, λ.χ., για την «Αυγή») είναι αποφώλιος εθνικιστής με όλα τα σχετλιαστικά ομόσημα.

Γι’ αυτό και δεν παράγεται πια πολιτική στην Ελλάδα, μόνο αναμασήματα μεταπρατικής κενολογίας για διαιώνιση της τεταρτοκοσμικής καφρίλας. Δεν τολμάει πολιτικός λόγος να ζητήσει λ.χ. περισσότερα Αρχαία Ελληνικά στο σχολειό, Αρχαία Ελληνικά από το Δημοτικό, αφού η στέρεα δομή τους επιτρέπει να διδάσκεται η γλώσσα ως λογική συνεπιφέροντας και τη διδασκαλία των μαθηματικών ως γλώσσας – θα χλευαστεί αμέσως η πρόταση σαν «εθνικισμός». Δεν νοιάζονται τα μαρξιστοδιαφωτιστικά υβρίδια για καλλιέργεια της σκέψης και της κρίσης, μάχονται φαντάσματα. Ετσι, είτε η Ν.Δ. κυβερνάει είτε το ΠΑΣΟΚ, η παιδεία στην Ελλάδα είναι στεγανά απολιτική, πειθαρχημένη στον στόχο να ετοιμάζει πειθήνιους οπαδούς για τα κομματικά ποιμνιοστάσια, όχι υπεύθυνους πολίτες.

Απολιτικός είναι και ο συνδικαλισμός στην Ελλάδα, δουλεύει αποκλειστικά για τις κομματικές μαφίες και το χρυσοπληρωμένο κηφηναρειό των εργατοπατέρων, πάντα στραγγαλίζοντας τη ζωή στην απολυτοποίηση της οικονομικής δοσοληψίας. Ο πολιτικός λόγος που θα θύμιζε πανάρχαιους εθισμούς των Ελλήνων στην προτεραιότητα της δημιουργίας και όχι του εκβιαστικού επισιτισμού, θα απαιτούσε τη συμμετοχική δημιουργικότητα ως όρο της μισθωτής εργασίας, ένας τέτοιος λόγος θα στιγματιζόταν «εθνικιστικός» για να εξοντωθεί καίρια.

Δεν τολμάει ο Μακεδόνας να υπερασπίσει την ελληνικότητα του ονόματος της Μακεδονίας, ο Θρακιώτης να υπερασπίσει τη γη του, ο Καστελοριζιός την ελληνικότητα του αρχιπελάγους. Θα απειληθούν και αυτοί με κατάταξη στους «εθνικιστές». Αδύνατο να συζητηθούν στη σημερινή Ελλάδα όροι αξιοπρέπειας στην άσκηση εξωτερικής πολιτικής, όροι στρατηγικής σωφροσύνης στην οργάνωση της άμυνας, προϋποθέσεις αυτοπροστασίας του πολίτη από τη χυδαιότητα του χαμηλής στάθμης τουρισμού, απαιτήσεις προστασίας της γλώσσας από τη βάναυση αγραμματοσύνη, και χίλια ανάλογα, χωρίς να κυριαρχήσουν οι χαρακτηρισμοί ή οι υπόνοιες για «εθνικισμό», «σοβινισμό», «ακροδεξιά σύνδρομα». Στην Ελλάδα δεν παράγεται πια πολιτική, γιατί είναι τυραννικά κυρίαρχος ο μονόδρομος της αλογίας των κλισέ, η συμπλεγματική παράνοια των δογματισμών.

Ούτε και μπορεί άλλος να μας υποκαταστήσει τους Ελληνες στις ευθύνες μας – όπως μας έχουν θέσει υπό ταπεινωτική επιτροπεία στα οικονομικά οι Ευρωπαίοι, έτσι κάποιοι διεθνείς οργανισμοί να επιτροπεύουν τη διαχείριση της πολιτιστικής μας παράδοσης που είναι πανανθρώπινο θησαύρισμα, όχι μόνο δικό μας. Θα ήταν απαραίτητο, αλλά δεν γίνεται. Δεν μπορεί άλλος να μας υποκαταστήσει στη διάσωση ζωντανής συνέχειας της ελληνικής γλώσσας, στην ανάγκη προτεραιότητας του κοινωνείν, προτεραιότητας της μεταφυσικής αναζήτησης, όχι του θρησκευτικού ατομοκεντρισμού. Κάποια διεθνής επιτροπεία θα μπορούσε να είχε αποσοβήσει τη νεοπλουτίστικη βλαχαδερή βλασφημία του Μουσείου που υψώσαμε απέναντι από τον ιερό βράχο της Αρκόπολης ή τις βάναυσες επεμβάσεις στο Κούριον της Κύπρου. Αλλά στην αλλοτρίωση των ουσιωδών θα παραμείνουμε αυτόχειρες.
Ούτε τον Διαφωτισμό αφομοιώσαμε ούτε την ελληνικότητα διασώσαμε. Θωρακισμένοι με τον φανατισμό της αλογίας αντιμαχόμαστε ψευδαισθήσεις.

Για ποιους λόγους δεν πρέπει να μπει η Τουρκία στην ΕΕ

Aπό χρόνια έχει δρομολογηθεί μια όχι συνηθισμένη διαδικασία, που αναφέρεται ως «ενταξιακή πορεία» της Τουρκίας, με στόχο την ένταξη της χώρας αυτής στην Ευρωπαϊκή Ένωση, χωρίς δέσμευση για θετική κατάληξη. Το ζήτημα που θα μας απασχολήσει εδώ είναι εάν η ένταξη στην ΕΕ της Τουρκίας ως πλήρους μέλους δημιουργεί θεσμικού χαρακτήρα προβλήματα στο όλο σύστημα οργάνωσης και λειτουργίας της.

Το σύνθετο αυτό πρόβλημα δεν φαίνεται, επίσημα τουλάχιστον, να συζητείται. Αν σκεφθεί, όμως, κανείς λογικά, δεν μπορεί παρά να υποθέσει ότι βρίσκεται ως πρόβλημα στο μυαλό των πολιτικών ηγεσιών της Ένωσης.

Τι εννοούμε «θεσμικού χαρακτήρα προβλήματα» που θα δημιουργήσει η τυχόν ένταξη της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση; Εξαρχής διευκρινίζομε ότι τα προβλήματα αυτά δεν αναφέρονται στη διαφορά θρησκεύματος που υπάρχει μεταξύ των χριστιανικών λαών της ΕΕ και του ισλαμικού λαού της Τουρκίας, ούτε σε άλλες πολιτισμικές διαφορές. Δεν έχουν, επίσης, καμιά σχέση με παλιές εθνικιστικές θεωρίες και θρησκευτικές και άλλου είδους ρατσιστικές αντιλήψεις, που οδηγούν σε διακρίσεις και καταπιέσεις κοινωνικών ομάδων και μειονοτήτων σε καταπιέσεις, οι οποίες σε άλλες εποχές έφθαναν μέχρι και σε γενοκτονίες.

Όλα αυτά ασφαλώς, που κατάφωρα παραβιάζουν κάθε ιδέα δημοκρατίας και δικαιωμάτων του ανθρώπου, δεν μπορεί να έχουν θέση στη σύγχρονη πολιτική σκέψη. Τα προβλήματα, επίσης, που θέτομε σ’ αυτό το άρθρο δεν έχουν σχέση με την «πολυπολιτισμικότητα», που επικαλούνται οι υποστηρικτές της ένταξης της Τουρκίας στην ΕΕ. Αν και το ζήτημα αυτό, όπως διατυπώνεται, είναι πολύ αόριστο και αβασάνιστο για ένα πολιτειακό ή πολιτικό σύστημα με περιορισμένο σχετικά γεωγραφικό χώρο και με αυστηρή εσωτερική νομιμότητα, όπως η ΕΕ, ωστόσο εμείς εδώ δεν αποκηρύσσομε την «πολυπολιτισμικότητα», εφόσον η ίδια δεν στραγγαλίζεται από μια σκληρή και ομοιογενή νομιμότητα. Θέτομε εδώ ακριβώς αυτό που προστατεύει την πολυπολιτισμικότητα στο επίπεδο εφαρμογής των θεσμών.

Η ΕΕ αποτελεί το μόνο οργανισμό υπερεθνικής εξουσίας στον πλανήτη που έχει προχωρήσει σε οργάνωση εξουσιών, τέτοια που να πλησιάζει σήμερα την οργάνωση ομοσπονδίας κρατών ή ομοσπονδιακού κράτους, τείνοντας συνεχώς προς αυτή την ολοκλήρωση. Θεμέλια της δομής και οργάνωσής της ήταν εξαρχής δύο βασικές αρχές, που ίσχυαν ανέκαθεν για όλες τις ομοσπονδίες κρατών: α) Η υψηλού βαθμού ομοιογένεια των λαών και κρατών-μελών ως προς την ευρύτερη κοινωνική, πολιτική και θεσμική αντίληψη του ρόλου του κράτους, ως προς την πολιτική πρακτική της δημοκρατίας και ως προς την πρακτική εφαρμογής των βασικών αρχών νομιμότητας. β) Η αποδοχή από όλα τα κράτη-μέλη της απαραίτητης μορφής εξισορρόπησης δυνάμεων ως προς τη συμμετοχή τους στα κεντρικά όργανα λήψης των αποφάσεων. Η συμμετοχή αυτή στηρίζεται στην αρχή της αναλογικότητας, με βάση το μέγεθος των κρατών-μελών.

Δεν είναι ανάγκη να είναι κανείς ειδικός για να αντιληφθεί ότι η ένταξη ως πλήρους μέλους ενός κράτους με τόσο μεγάλο λαό όπως η Τουρκία θα ανατρέψει άρδην το συσχετισμό των πολιτικών δυνάμεων

Η ΕΕ αποτελεί σήμερα πολιτειακή οντότητα με καταστατικό χάρτη τις ενοποιημένες συνθήκες και εντός ολίγου το ενιαίο «Σύνταγμα της Ευρώπης» (τη Συνταγματική Συνθήκη). Ασκεί αυτοδύναμα κυρίαρχη κεντρική εξουσία, με βάση τα κυριαρχικά δικαιώματα που της παραχώρησαν τα κράτη-μέλη της. Ο καταστατικός της χάρτης δεσμεύει όλα τα κράτη-μέλη και έχει αυξημένη τυπική ισχύ απέναντι ακόμη και στα συντάγματά τους. Το δίκαιο της ΕΕ ισχύει και στο εσωτερικό των κρατών-μελών και υπερέχει σε ισχύ από το εθνικό δίκαιο. Οι πολίτες των κρατών-μελών είναι και πολίτες της ΕΕ. Τέλος, τουλάχιστον το 85-90% της οικονομικής, της δημοσιονομικής και της κοινωνικής ζωής και πολιτικής ρυθμίζεται στις Βρυξέλλες. Αυτό το είχε επισημάνει ο Delors ήδη από το 1988. Επιπλέον δε, η Ένωση έχει χτίσει εδώ και δεκαετίες, και χτίζει συνεχώς μέσω της υπερεθνικής νομοθετικής, εκτελεστικής και δικαστικής εξουσίας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, μια ενιαία, πυκνή και γρανιτένια νομιμότητα, που επιβάλλεται στα κράτη-μέλη με ανυποχώρητη αυστηρότητα. Πρέπει δε να υπογραμμιστεί ότι η ενιαία αυτή νομιμότητα στηρίζεται στην ομοιογένεια νομιμότητας που υπάρχει σε όλα τα κράτη-μέλη.

Για να γίνουν πιο σαφή τα προβλήματα που θα δημιουργήσει η τυχόν ένταξη της Τουρκίας στην ΕΕ, ας δούμε μερικά βασικά παραδείγματα από την πραγματικότητα λειτουργίας των δύο συστημάτων, από την πρακτική εφαρμογής των αρχών της δημοκρατίας και από την αντίληψη νομιμότητας που ισχύουν στις έννομες τάξεις της Ένωσης και του τουρκικού κράτους.

Πρώτο παράδειγμα
Όπως ήδη σημειώσαμε, τα βασικά όργανα της ΕΕ οργανώθηκαν και λειτουργούν συλλογικά, σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας που έχει βάση το μέγεθος των λαών των κρατών-μελών. Έχει συγκροτηθεί, δηλαδή, και λειτουργεί το όλο σύστημα εξουσίας της Ένωσης στη βάση μιας συμφωνημένης από όλα τα κράτη-μέλη ποσοτικής ή ποσοστιαίας συμμετοχής σ’ αυτό, που διασφαλίζει την επίσης αποδεκτή από όλα ισορροπία δυνάμεων. Το σύστημα αυτό είναι θεσμοθετημένο και λειτουργεί από χρόνια χωρίς τριβές, παρά τη διαφορά ισχύος μεταξύ των μελών. Από την οργανωτική δομή της Ένωσης, προκύπτει αβίαστα ότι δεν υπολογίστηκαν για το σύστημα αυτό λαοί του μεγέθους της Τουρκίας.

Δεν είναι ανάγκη να είναι κανείς ειδικός για να αντιληφθεί ότι η ένταξη ως πλήρους μέλους ενός κράτους με τόσο μεγάλο λαό όπως η Τουρκία θα ανατρέψει άρδην το συσχετισμό των πολιτικών δυνάμεων στο όλο σύστημα εξουσίας της Ένωσης και θα μεταβληθεί ριζικά το status εξουσίας των παλαιών μελών. Η αρχή της αναλογικότητας, που έχει γίνει αποδεκτή από όλους, θα ανατραπεί. Για να μην γίνει αυτό, θα πρέπει να αλλάξει ολόκληρο το θεσμικό σύστημα συμμετοχής των κρατών-μελών στα κεντρικά όργανα εξουσίας της Ένωσης. Θα πρέπει, δηλαδή, να ανασυγκροτηθεί εξαρχής η ΕΕ, με αναδιανομή των εξουσιών στα κράτη-μέλη.

Αλλά και σ’ αυτή την περίπτωση, πώς θα παραβιαστεί η αρχή της αναλογικότητας εις βάρος της Τουρκίας; Αυτά όλα θα έχουν, ασφαλώς, απρόβλεπτες συνέπειες: Διαμόρφωση διαλυτικών και διχαστικών τάσεων, δημιουργία νέων εστιών εσωτερικής και διεθνούς εξάρτησης της Ευρώπης κ.ά. Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς ότι αυτά μπορεί να γίνουν εύκολα αποδεκτά όχι μόνο από τις σημερινές μεγάλες δυνάμεις της Ένωσης, αλλά και από τα μικρά κράτη-μέλη.

Δεύτερο παράδειγμα
Είναι γνωστό σε όλους ότι από την εποχή της Γαλλικής Επανάστασης και τα είκοσι επτά της ΕΕ, οι θεσμοί τους, το δίκαιό τους, η ερμηνεία και η εφαρμογή των νόμων τους, η έννοια των δικαιωμάτων του ανθρώπου και του πολίτη στην εφαρμογή τους, η αντίληψη των σχέσεων των φύλων, η αντίληψη της οικογένειας και της εκπαίδευσης, οι σχέσεις κράτους και θρησκείας και ολόκληρο το σύστημα νομιμότητας και θεσμών είναι σε όλη τους την έκταση και την ουσία κοσμικά. Πλήρως κοσμικό είναι και το σύστημα νομιμότητας της όλης ΕΕ, αφού, όπως είπαμε, διαπλάστηκε πάνω στις βάσεις των κρατών-μελών του. Αυτή η ομοιογένεια στην αντίληψη του δικαίου και των αρχών της δημοκρατίας δεν μπορεί να υπάρξει εύκολα και χωρίς τριβές, αν ενταχθεί Τουρκία στην ΕΕ. Η επίδραση της θρησκείας στη λειτουργία της δημοκρατίας και στο όλο πολιτικό σύστημα, καθώς και στο σύστημα προστασίας των δικαιωμάτων στο κοινωνικό και το πολιτικό επίπεδο είναι πολύ ισχυρή στη γειτονική χώρα. Παρά τον σχετικά υψηλό βαθμό κοσμικότητας του τουρκικού ισλαμισμού, ή του νεοοθωμανισμού, οι συγκρούσεις μεταξύ κοσμικής και θρησκευτικής αντίληψης ως προς τη λειτουργία των θεσμών και την ερμηνεία του δικαίου στην πράξη θα είναι συνεχείς και καθημερινές. Η νομοθετική και η εν γένει ρυθμιστική πρακτική της Ένωσης και η νομολογία του Δικαστηρίου της θα είναι συνεχώς αντιμέτωπες με βαθιές συγκρούσεις σε όλα τα επίπεδα του κοινωνικού βίου. Και στις δύο πλευρές θα δημιουργείται συνεχώς καταπίεση συνείδησης: Καταπίεση κοσμικής συνείδησης νομιμότητας στην ΕΕ και καταπίεση θρησκευτικής και ηθικής συνείδησης στην τουρκική κοινωνία. Η καταπίεση αυτή θα έχει, ασφαλώς, αντικοινωνικές και αντιδημοκρατικές διαστάσεις – κάτι που δεν συμβιβάζεται με τη σύγχρονη αντίληψη της δημοκρατικής κοινωνίας που επιδιώκουν η Ένωση και οι λαοί της. Πρέπει δε να επισημάνομε και τον κίνδυνο οι θρησκευτικές αξιώσεις του τουρκικού μωαμεθανισμού να αναζωπυρώσουν και να τροφοδοτήσουν στις άλλες χώρες της ΕΕ αντίστοιχες θρησκευτικές αξιώσεις των Εκκλησιών και των θρησκευόμενων οπαδών των τριών χριστιανικών δογμάτων που επικρατούν σ’ αυτές, με αλυσιδωτή επέκταση σε όλες τις θρησκευτικές μειονότητες και ομάδες των ευρωπαϊκών λαών. Η αρχή της απαγόρευσης θρησκευτικών διακρίσεων θα ισχύσει, με τον τρόπο αυτό, προς αντίστροφη κατεύθυνση από εκείνη που έχει ο βασικός σκοπός της.

Τρίτο παράδειγμα
Η βαθιά πολιτική διάσταση μεταξύ του τουρκικού κράτους και του κουρδικού έθνους αποτελεί πολιτικό φαινόμενο, ανάλογο του οποίου δεν έχει αντιμετωπίσει μέχρι σήμερα το πολιτικό και το νομικό σύστημα της ΕΕ. Η πολιτική αυτή διάσταση ασφαλώς θα αποτελεί εστία και πηγή πολιτικών και νομικών προβλημάτων, τα οποία δεν θα είναι αμελητέα. Μέσω αυτού του προβλήματος, θα εισέλθει και θα δημιουργηθεί ένας νέος τομέας εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής στην ΕΕ με πολλά ακανθώδη ζητήματα. Το σημαντικότερο είναι ότι η εξωτερική πολιτική της Ένωσης θα εμπλακεί άμεσα με ένα από τα πολυπλοκότερα σε συγκρούσεις συμφερόντων πρόβλημα της διεθνούς πολιτικής σκακιέρας.



Τέταρτο παράδειγμα
Τα περισσότερα κράτη του κόσμου έχουν δημοκρατικά συντάγματα, αλλά δεν έχουν όλα δημοκρατία. Από αυτά που μπορεί να θεωρηθούν ότι έχουν δημοκρατία –με την έννοια εδώ της «αστικής δημοκρατίας» που ισχύει στην ΕΕ και στο Συμβούλιο της Ευρώπης– ορισμένα δεν έχουν πλήρη και αδιαμφισβήτητη εφαρμογή των θεσμών της και του δημοκρατικού συντάγματος. Σε αυτές τις περιπτώσεις λέμε ότι υπάρχει ένας βαθμός «εικονικότητας» του συντάγματος. Υπάρχει, δηλαδή, σημαντική απόσταση ανάμεσα στις τυπικές διακηρύξεις και εγγυήσεις του συνταγματικού κειμένου και στην εφαρμογή τους στην πράξη. Με τα κριτήρια της «φιλελεύθερης αστικής δημοκρατίας» (χωρίς να λαμβάνομε εδώ υπόψη μας τα μεγάλα δημοκρατικά της ελλείμματα και τα σημεία της βαθιάς της κοινωνικοπολιτικής κρίσης) τα συντάγματα των κρατών-μελών της ΕΕ θεωρούνται ότι έχουν την πληρέστερη εφαρμογή των συνταγματικών τους αρχών και εγγυήσεων στην πράξη μεταξύ των δημοκρατιών του κόσμου. Αυτό δεν συμβαίνει και με την Τουρκική Δημοκρατία, η οποία παρουσιάζει σε πολλά σημεία έλλειμμα εφαρμογής του Συντάγματός της. Η διάσταση αυτή μεταξύ της συνταγματικής πραγματικότητας και γενικότερα της πραγματικότητας νομιμότητας που υπάρχει μεταξύ της Τουρκίας από το ένα μέρος και από το άλλο της ΕΕ, ως ενότητας και των κρατών-μελών της χωριστά, θα δημιουργήσει συγκρούσεις νομιμότητας ανάλογες με αυτές που επισημάναμε αμέσως πιο πάνω. Οι θέσεις της νομολογίας του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, σε πολλές περιπτώσεις του καθημερινού βίου που θα αφορούν την αντίληψη δημοκρατίας, ελευθερίας, ισότητας και δικαιωμάτων του ανθρώπου, δεν θα ανταποκρίνονται στη συνείδηση του μεγαλύτερου μέρους του τουρκικού λαού. Αντίθετα, θα δημιουργούν καταπιέσεις, που θα έχουν και πολιτικές συνέπειες για την ΕΕ.

Από τα λίγα αυτά παραδείγματα –υπάρχουν ασφαλώς και άλλα–, γίνεται φανερό ότι η αρχή της σχετικής ομοιογένειας, που υπάρχει σήμερα στη θεσμική συγκρότηση και λειτουργία της ΕΕ και είναι πια εδραιωμένη και αναγκαία για την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, θα διαταραχθεί βαθύτατα από την τυχόν ένταξη σ’ αυτή της Τουρκίας ως πλήρους μέλους. Η καταστατική δομή και το ευρωπαϊκό κεκτημένο, που αποτελούν τα θεμέλια και τον πυρήνα της θεσμικής ισχύος της Ένωσης, θα έχουν να αντιμετωπίσουν σοβαρούς κλονισμούς και αναθεωρήσεις. Η ευρωπαϊκή νομιμότητα, που αποτελεί σήμερα το ισχυρότερο όπλο συνοχής της Ένωσης, θα υποστεί σοβαρή αποδυνάμωση. Γι’ αυτό, είναι απορίας άξιο πώς άρχισε καν «η ενταξιακή πορεία» της γειτονικής χώρας, πώς συνεχίζεται και πώς στηρίζεται από ορισμένα κράτη-μέλη, στα οποία ανήκουν η Ελλάδα και η Κύπρος. Είναι, ασφαλώς, γνωστοί οι λόγοι ειδικών συμφερόντων, που προβάλλονται για τη στήριξη της ένταξης. Πιθανόν όλοι να γνωρίζουν, τόσο οι σχεδιαστές αυτής της ενταξιακής πορείας, όσο και οι υποστηρικτές της, ότι πρόκειται για ένα διπλωματικά αναγκαίο ιντερμέτζο, που θα ακολουθήσει η τελική ειδική σχέση της Τουρκίας με την Ένωση. Αυτό, πάντως, που πρέπει να επισημανθεί ως κατακλείδα είναι ότι η ουσία και η ισχύς της ΕΕ βρίσκονται στα θεσμικά της θεμέλια. Αυτό αποτελεί την πρώτη πολιτική της Ένωσης.


Πειραιάς, Νοέμβριος 2009

του Γιώργου Ι. Κασιμάτη*
* Ο Γιώργος Ι. Κασιμάτης είναι Ομότιμος Καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών.