Σάββατο, 28 Νοεμβρίου 2009

ΠΡΟΤΑΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΘΝΙΚΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ

Εισαγωγή

Στην σημερινή εισήγηση με θέμα «Πρόταση για την Εθνική Στρατηγική» θα αποφύγουμε πολυάριθμους ορισμούς και θεωρητικές απόψεις και προσεγγίσεις που αναφέρονται από έγκριτους αναλυτές και θα επιδιώξουμε να προσεγγίσουμε το θέμα πρακτικά για την ελληνική πραγματικότητα. Βεβαίως όπου είναι απαραίτητο θα αναφέρουμε τον ανάλογο δόκιμο ορισμό ώστε να στηρίξουμε την εισήγησή μας και τις τελικές προτάσεις πάνω σε στέρεες βάσεις.

Το περίγραμμα της εισήγησης φαίνεται στην προβολή.

Η ύπαρξη της Εθνικής Στρατηγικής ως επισήμου εγγράφου της Ελληνικής Πολιτείας, που να ενεργοποιεί κατά συντονισμένο τρόπο το σύνολο των συστατικών στοιχείων δια την προάσπιση και προαγωγή των εθνικών συμφερόντων, υπό οποιεσδήποτε συνθήκες, είναι επιβεβλημένη, εάν ληφθούν υπόψη οι απειλές κατά της ασφαλείας της Ελλάδος αλλά και οι συνθήκες ανταγωνισμού μεταξύ όλων των χωρών τόσο στο γειτονικό περιβάλλον όσο και σε παγκόσμιο επίπεδο.

Το Σύνταγμα και οι νόμοι καθορίζουν το θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας του κράτους ενώ η Εθνική Στρατηγική υπό ολοκληρωμένη μορφή αποτελεί την συνισταμένη για την ακολουθητέα κατεύθυνση της χώρας σε εθνικό πλαίσιο.

Στην χώρα μας δεν υπάρχει εκφρασμένη, ολοκληρωμένα, Εθνική Στρατηγική, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η Κυβέρνηση, τα Υπουργεία και οι Κρατικοί Φορείς δεν θέτουν στόχους. Όμως οι στόχοι αυτοί εάν δεν ενταχθούν σε ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο δεν είναι δυνατόν να φέρουν το βέλτιστο αποτέλεσμα. Εμείς σήμερα θα επιχειρήσουμε να εκφράσουμε τις απόψεις μας για μια ολοκληρωμένη Εθνική Στρατηγική.

Στην παρούσα εισήγηση θα αναλυθούν οι παράγοντες που διαμορφώνουν την Εθνική Στρατηγική και θα παρουσιασθούν οι προτάσεις για το περιεχόμενό της και την ακολουθητέα μεθοδολογία


Ορισμός της Εθνικής Στρατηγικής

Ανάγοντας στην πολιτικο-στρατιωτική σφαίρα λειτουργίας της Πολιτείας τον όρο «Στρατηγική», ο οποίος προέρχεται από την στρατιωτική ορολογία, μπορούμε να ορίσουμε την Εθνική Στρατηγική ως :

«Ένα ευρύ σχέδιο ενεργείας ή δράσεως δια την βέλτιστη χρησιμοποίηση της εθνικής ισχύος, προς επίτευξη των Εθνικών Αντικειμενικών Σκοπών εν τη υποστηρίξει των Εθνικών Συμφερόντων».

Παραθέτουμε στο σημείο αυτό και τους ορισμούς των Εθνικών Συμφερόντων και των Εθνικών Αντικειμενικών Σκοπών (τους οποίους θα αναλύσουμε στη συνέχεια) προκειμένου να δούμε την αλληλοσύνδεση αλλά και να είναι πιο κατανοητός ο ορισμός της Εθνικής Στρατηγικής :

Ως «Εθνικά Συμφέροντα νοούνται οι πλέον σημαντικές ανάγκες της συντεταγμένης Πολιτείας».

Ενώ ως «Εθνικοί Αντικειμενικοί Σκοποί νοούνται οι υπό της Πολιτείας τιθέμενοι θεμελιώδεις εκείνοι Στόχοι η επίτευξη των οποίων είναι απαραίτητη δια την προάσπιση και προαγωγή των Εθνικών Συμφερόντων».

Η Εθνική Στρατηγική απαρτίζεται από τρεις συστατικές στρατηγικές : την Πολιτική Στρατηγική η οποία έχει εφαρμογή τόσο σε διεθνή όσο και εσωτερικά θέματα, την Οικονομική Στρατηγική και την Στρατιωτική Στρατηγική. Κάθε μία από τις επί μέρους αυτές Στρατηγικές πέραν των συστατικών στοιχείων επηρεάζει αμέσως ή εμμέσως και την εθνική ασφάλεια.

Οι βασικοί παράγοντες που διαμορφώνουν την Εθνική Στρατηγική είναι : τα Εθνικά Συμφέροντα, οι Εθνικοί Αντικειμενικοί Σκοποί, ο Περιβάλλων χώρος (δηλαδή η γεωστρατηγική θέση της χώρας και το επιχειρησιακό περιβάλλον), η Ασφάλεια που περιλαμβάνει και την Απειλή, οι Διεθνείς Σχέσεις/Συμμαχίες και η Εθνική Ισχύς που αποτελεί το σύνολο των δυνατοτήτων του Έθνους με κύρια συνιστώσα τις Ένοπλες Δυνάμεις.

Θα αναφερθούμε στους παράγοντες αυτούς (με εξαίρεση τον περιβάλλοντα χώρο και τις διεθνείς σχέσεις που ανεπτύχθησαν από προηγούμενους ομιλητές) και θα καταλήξουμε στα Εθνικά Συμφέροντα ώστε να περιγράψουμε τους κατά την εκτίμησή μας Εθνικούς Αντικειμενικούς Σκοπούς και να καταλήξουμε στις τελικές μας προτάσεις ως προς την ακολουθητέα μεθοδολογία.

Απειλή

Θα αναφερθούμε περιληπτικά στις εκτιμώμενες απειλές κατά των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας μας και στην αντιμετώπιση αυτών. Οι εκτιμώμενες απειλές διακρίνονται σε προερχόμενες εκ κρατικών οντοτήτων και εκ μη κρατικών οντοτήτων που είναι οι ασύμμετρες απειλές με κυριότερη την τρομοκρατία.

Οι απειλές εκ κρατικών οντοτήτων προέρχονται από κράτη του εγγύς προς την Ελλάδα γεωγραφικού περιβάλλοντος και δύνανται να είναι πολιτικής ή/και στρατιωτικής μορφής.

Οι απειλές Πολιτικής Μορφής είναι μακρόπνοες και συνεχείς, σχετίζονται δε με την υπό των ομόρων κρατών συγκεκαλυμμένη ή φανερή επιδίωξη, ως ιδανικού, την υπό κατάλληλες πολιτικές συνθήκες επίτευξη βαθμιαίως και χωρίς πόλεμο αντικειμενικών σκοπών, που σχετίζονται με την επαύξηση της παρούσης επικρατείας των, δια τη δημιουργία μεγάλων κρατών, όπως «Μεγάλη Βουλγαρία» υπό της Βουλγαρίας, «Μεγάλη Αλβανία» υπό της Αλβανίας, «Μεγάλη Μακεδονία» υπό της ΠΓΔΜ, και την αναθεωρητική επιστροφή σε παλαιά εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας υπό της Τουρκίας.

Στο πεδίο εγρηγόρσεως προς προάσπιση της εθνικής ασφαλείας και παγίων ζωτικών συμφερόντων μας, κρίνεται ως μη περιττή και ως μη ανεδαφική η συγκρατημένη επισήμανση για ανάγκη ή σκοπιμότητα της παρακολουθήσεως εκ του σύνεγγυς πιθανών κινδύνων μελλοντικής εκδηλώσεως ανθελληνικών κινήσεων στο πλαίσιο παγίων αλυτρωτικών διεκδικήσεων εις βάρος μας εκ των ομόρων βορείων γειτόνων μας. Και  ενώ η κοινή γνώμη δεν σπουδαιολογεί τις με διαφόρους τρόπους εκδηλούμενες διεκδικήσεις της Αλβανίας και της FYROM και φαίνεται να μην τις λαμβάνει υπ΄όψιν λόγω της ασημάντου, επί του παρόντος, ισχύος των Ενόπλων Δυνάμεών τους, δεν θα πρέπει να διαφεύγουν της προσοχής μας και οι αλυτρωτικές διεκδικήσεις εις βάρος μας εκ μέρους της μέχρι στιγμής ηρέμου Βουλγαρίας. Όσον παράδοξος ή έωλος μπορεί να ηχήσει η επισήμανση αυτή στους εντόπιους ή διεθνείς παρατηρητές θα πρέπει να τους υπομνησθεί η διπλωματικώς άκομψη αλλά και σκαιά δήλωση του Βουλγάρου Προέδρου Ζέλεφ το 1992 που απαντώντας σε σχετική και τότε επίκαιρη ερώτηση, είπε ότι είναι πολύ φυσικό να λάβει η χώρα του από ελληνικό έδαφος ό,τι της πρέπει ή της ανήκει σε περίπτωση ελληνοτουρκικής πολεμικής συρράξεως. Η σοβαρότης της δηλώσεως υπογραμμίζεται ιδιαιτέρως από την ιδιότητα του εκφέροντος αυτήν δηλαδή από τον εκλεγμένο αρχηγό του γειτονικού κράτους, με το οποίο βρεθήκαμε σε θανάσιμους ανταγωνισμούς στο παρελθόν και όχι από κάποιον πολυπράγμωνα δημοσιογράφο ή κάποιον άλλο κρατικό λειτουργό ή έστω πνευματικά ιδρύματα που σημειωτέον έχουν εκφράσει παρόμοιες απόψεις τόσο στη Βουλγαρία αλλά και στην Αλβανία και την FYROM.

Δια την αντιμετώπιση των απειλών Πολιτικής Μορφής είναι αναγκαία η εγρήγορση  του πολιτικού και του πνευματικού κόσμου, όπως και του Λαού της Ελλάδος και του ανά την Υδρόγειο Ελληνισμού, ώστε με την κατάλληλη και συντονισμένη πολιτική, διπλωματική, πνευματική και κοινωνική δράση στους οργανισμούς, που συμμετέχει η Ελλάδα και όπου αλλού είναι αναγκαίον, να γίνονται αντιληπτές εν τη εκδηλώσει τους, να αντικρούονται αποτελεσματικώς και να ανατρέπονται οι προσπάθειες επιβουλής της ακεραιότητας, της ιστορίας και της πολιτιστικής κληρονομιάς της Ελλάδος. Προς τούτο, είναι αναγκαίος ένας συντονισμός από κεντρική υπηρεσία καταλλήλως οργανωμένη, η οποία εκτιμάται, ότι πρέπει να ευρίσκεται στο Υπουργείο Εξωτερικών της Ελλάδος.

Οι απειλές Στρατιωτικής Μορφής στην παρούσα περίοδο προέρχονται αποκλειστικώς από την Τουρκία και στρέφονται τόσον κατά της Ελλάδος όσον και της Κυπριακής Δημοκρατίας. Παρά την βελτίωση των ελληνοτουρκικών σχέσεων και της επιδιώξεως της Τουρκίας να ενταχθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση (Ε.Ε.), η απειλητική πολιτική αυτής έναντι της Ελλάδος και της Κύπρου, όπως στην πράξη καθημερινώς διαπιστώνεται, δεν έχει αλλάξει και οι επιδιώξεις εις βάρος των χωρών τούτων θα συνεχισθούν ανεξαρτήτως της ενταξιακής της πορείας προς την Ε.Ε.

Επομένως, μέχρις ότου οι ελληνοτουρκικές σχέσεις φθάσουν σε μόνιμο εγκάρδιο επίπεδο και υπάρξουν επίσημες γραπτές και επαληθεύσιμες συμφωνίες δια τυχόν αμοιβαίες μειώσεις των στρατιωτικών εξοπλισμών, η Ελλάδα επιβάλλεται, άνευ εφησυχασμού, να λαμβάνει όλα τα απαραίτητα μέτρα, δια την αντιμετώπιση της Τουρκικής στρατιωτικής απειλής.

Ειδικότερα, δεδομένης της διαρκώς αυξανόμενης συνολικής Τουρκικής υπεροχής σε αριθμούς ως προς το προσωπικό και το κύριο πολεμικό υλικό, επιβάλλεται, όπως, δια την αποτελεσματική αντιμετώπιση της Τουρκικής στρατιωτικής απειλής, οι προσπάθειες μετασχηματισμού των Ελληνικών Ε.Δ. επικεντρωθούν στην επίτευξη ποιοτικής υπεροχής - και όπου είναι δυνατόν ισοπλίας ή και τοπικής εν χρόνω αριθμητικής υπεροχής σε κύριο πολεμικό υλικό, στα επί μέρους θέατρα ενδεχομένων επιχειρήσεων (ξηράς, θαλάσσης, αέρος) - με την εκμετάλλευση όλων των παραγόντων, που είναι δυνατόν να την εξασφαλίσουν, ιδιαιτέρως δε των νέων προηγμένων στρατιωτικών τεχνολογιών, οι οποίες συνδέονται με την αποκαλούμενη «Επανάσταση στις Στρατιωτικές Υποθέσεις» (Revolution in Military Affairs (RMA)).

Πέραν των παραδοσιακών απειλών, από την δεκαετία του '70, παρουσιάσθηκαν στο διεθνές σκηνικό οι Υπερεθνικές (Τransnational) ή οι Ασύμμετρες Απειλές που πρέπει να λαμβάνονται υπ΄όψιν για την ασφάλεια κάθε χώρας και βέβαια και της Ελλάδος και που περιλαμβάνουν την τρομοκρατία, το οργανωμένο έγκλημα, την λαθρομετανάστευση, τα ναρκωτικά, το λαθρεμπόριο αγαθών και όπλων, τη δημιουργία και διακίνηση όπλων μαζικής καταστροφής, την εξάπλωση επικινδύνων τεχνολογιών και άλλες συναφείς του είδους εγκληματικές πράξεις που διενεργούνται σε διεθνές επίπεδο και εκφεύγουν των διαστάσεων του κοινού εγκλήματος.

Η Ελλάδα ως Κράτος Δικαίου και Χώρα Μέλος των Ηνωμένων Εθνών, του Βορειο-Ατλαντικού Συμφώνου και της Ευρωπαϊκής Ενώσεως επιβάλλεται να καταπολεμά αποτελεσματικώς τις Ασύμμετρες Απειλές στο πλαίσιο του ΟΗΕ, του ΝΑΤΟ και της Ε.Ε. και με προβλέψεις και ενέργειες που επιβάλλουν οι ιδιαιτερότητες της γεωγραφικής θέσεως της χώρας μας και το εκτεταμένο των ηπειρωτικών και θαλασσίων συνόρων.

Συμπερασματικά, η εθνική ασφάλεια απαιτεί την απόκτηση στρατιωτικών κυρίως ικανοτήτων για την αντιμετώπιση της παραδοσιακής απειλής και πολιτικοστρατιωτικών μέτρων/ικανοτήτων για την αντιμετώπιση των πολιτικών και των ασύμμετρων απειλών.


Εθνική Ισχύς

Η Εθνική Ισχύς αποτελεί όπλο στα χέρια της Εξωτερικής Πολιτικής, γιατί όπως επιγραμματικά αναφέρει ο Θουκυδίδης κατά ελεύθερη μετάφραση του Ελ. Βενιζέλου «Ο ισχυρός επιβάλλει ότι του επιτρέπει η δύναμίς του και ο ασθενής παραχωρεί ότι του επιβάλλει η αδυναμία του».

Την Εθνική Ισχύ αποτελεί το σύνολο των δυνατοτήτων του Έθνους ή το δυναμικό που προκύπτει από τους διαθέσιμους πολιτικούς, οικονομικούς, στρατιωτικούς, γεωγραφικούς, κοινωνικούς, επιστημονικούς και τεχνολογικούς πόρους του καθώς και η πολιτισμική κληρονομιά με κυρία συνιστώσα αυτής της θρησκεία.

Συγκεκριμένα την Εθνική Ισχύ αποτελούν οι εξής βασικοί παράγοντες :
•          Θεσμοί.
•          Ένοπλες Δυνάμεις.
•          Γεωγραφία.
•          Φυσικοί Πόροι.
•          Βιομηχανία.
•          Εμπόριο.
•          Οικονομία.
•          Πληθυσμός.
•          Επιστήμη και Τεχνολογία.
•          Εθνικός Χαρακτήρας.
•          Πολιτισμική κληρονομιά - Θρησκεία - Ομογένεια.
•          Ηθικό.
•          Ηγεσία.

Η ηγεσία, ο εθνικός χαρακτήρας καθώς και το ηθικό του πληθυσμού και των Ενόπλων Δυνάμεων, είναι παράγοντες από τους οποίους επηρεάζεται η εθνική θέληση προασπίσεως και επιτεύξεως των εθνικών συμφερόντων ασφαλείας και αποτελούν τους ενοποιητικούς παράγοντες της Εθνικής Ισχύος

Θα παραλείψουμε να αναφερθούμε λεπτομερέστερα στους λοιπούς παράγοντες και θα αναφερθούμε μόνο στην γεωγραφία, την θρησκεία και την ομογένεια που έχουν ιδιαίτερη σημασία και δρουν πολλαπλασιαστικώς στην Ισχύ της χώρας μας

Η γεωγραφία, που περιλαμβάνει την γεωπολιτική και την γεωστρατηγική διάσταση, αναδεικνύεται για την Ελλάδα σε σημείο σημαντικής ισχύος αφού η χώρα μας αποτελεί τον συνδετικό κρίκο των χωρών της περιοχής, με τις δυνατότητες του ελέγχου των βασικών γραμμών επικοινωνιών και επεμβάσεως μέσω αυτών σε περιοχές κρίσεων συγχρόνως με τις πολιτισμικές και θρησκευτικές παραδόσεις της χώρας μας αλλά και τις οικονομικές και κοινωνικές δυνατότητες που έχει στην σύγχρονη παγκόσμια κοινωνία.

Μέσα στον κυκεώνα διεθνών προβλημάτων και κινδύνων, η οξύτης των οποίων αυξάνεται, η Ελλάς, μικρός αλλά ιστορικός τόπος, με σταθερή και πρότυπη δημοκρατία τα τελευταία 32 χρόνια, με συγκεκριμένης εμβέλειας οικονομικές δυνατότητες, με δυναμική εμπορική ναυτιλία και στόλο εκ των πρώτων του κόσμου, με πολυπληθές και διακρινόμενο ομογενειακό στοιχείο ανά τις σπουδαιότερες χώρες του πλανήτου, μπορεί να διαδραματίσει αποφασιστικό ρόλο στα δρώμενα της περιοχής της αλλά και ευρύτερα, υπό την ιδιότητά της ως σταθερού και πιστού μέλους, ήδη από 54 ετών, της βορειοατλαντικής συμμαχίας και ως ισοτίμου μέλους από 25 ήδη ετών της Ευρωπαϊκής Ενώσεως και μέλους της Ευρωζώνης. Οι ιδιότητές της αυτές την καθιστούν εκ των πραγμάτων την πλέον σημαντική χώρα της Βαλκανικής περιοχής, τα κράτη της οποίας πολλά επιθυμούν και δύνανται να αναμένουν από πολυσχιδή ελληνική στήριξη τόσο στον πολιτικό όσο και στον οικονομικό τομέα, μέσω ιδίως του Συμφώνου Σταθερότητος και του «Εθνικού Σχεδίου Οικονομικής Ανασυγκροτήσεως των Βαλκανίων».

Σημαντικό μέσον επιρροής μας στις βόρειες γειτονικές χώρες πρέπει να αποτελεί η συνεχής εξαγωγή πολιτιστικών εκδηλώσεων, τομεύς στον οποίο διαθέτουμε υλικό εν αφθονία.
Χώρα με άνετες προσβάσεις και φιλικές σχέσεις με όλα τα μέλη της διεθνούς κοινότητος και ιδίως εντός του ευαίσθητου αραβικού χώρου, μπορεί και πρέπει να αναλάβει συνετές και καλώς μελετημένες πρωτοβουλίες με σκοπό την εκτόνωση σημερινών εκρηκτικών καταστάσεων και αδιεξόδων προκαλουμένων από την αιματηρή και επί 58 χρόνια συνεχιζόμενη αραβοϊσραηλινή διένεξη.

Με ευέλικτες, όχι αναγκαστικά πολυπληθείς, πειθαρχημένες, καλώς εκπαιδευμένες και με όπλα τελευταίας τεχνολογίας εφοδιασμένες Ένοπλες Δυνάμεις, η Ελλάς δεν πρέπει να απουσιάζει - επ΄ωφελεία των γειτόνων της - από διεθνείς ειρηνευτικές επιχειρήσεις, ιδίως υπό την αιγίδα του ΟΗΕ, ή και από ειδικές επιχειρήσεις παρομοίας φύσεως που τυγχάνουν ομόφωνης εγκρίσεως από ΝΑΤΟ και Ε.Ε.

Δεν θα εστερείτο χρησιμότητος για τα γενικά συμφέροντά μας να αναφερθεί στο σημείο αυτό ότι ανεξαρτήτως αστοχιών και οπωσδήποτε κατακριτέων σφαλμάτων σε ποικίλα όσα διεθνή θέματα, διαπράττει η Ουάσιγκτον (η οποία βέβαια υπερασπίζει τα υπ΄αυτής καθοριζόμενα εθνικά συμφέροντα που επεκτείνονται σε όλη την υδρόγειο) η Ελλάδα αποφεύγει κατά το δυνατόν να πρωτοστατεί ή να παίζει ρόλο πρωταγωνιστού σε αντιπαραγωγικά τυφλό και ως εκ τούτου επικίνδυνο, από πλευράς πιθανών μακροπροθέσμων έστω συνεπειών, αντιαμερικανισμό.

Υφιστάμενα ή ειδικώς δημιουργούμενα νέα Προγράμματα - Υπουργείου Εξωτερικών ή άλλων αρμοδίων φορέων και υπηρεσιών - παροχής αναπτυξιακής ή ανθρωπιστικής βοηθείας προς χειμαζόμενες χώρες του κόσμου, θα πρέπει οπωσδήποτε να συνεχισθούν άνευ περικοπών ή περιορισμών. Η δια του τρόπου αυτού παρουσία μας σε διάφορες περιοχές της γης είναι πλέον ή απαραίτητη, ενώ η χώρα μας θα συγκεντρώνει εύσημα, εκτίμηση, λαϊκή ευγνωμοσύνη και αναγνώριση ρόλου.
Σημαντικό εξ άλλου απόθεμα γοήτρου προσδίδει στη χώρα μας η ιστορική ταύτισή της με την Οικουμενική Ορθοδοξία, η στενή επαφή της με το Οικουμενικό και με τα λοιπά Πατριαρχεία ως και η συναφής παροχή προς αυτά κάθε δυνατής οικονομικής ενισχύσεως και παντοειδούς συνδρομής.

Τέλος, παραμένει πολλαπλώς σκόπιμη και χρήσιμη η συνεχής στενή συνεργασία και επαφή του εθνικού κέντρου με την ανά τον κόσμο Ομογένεια, η προς αυτήν κάθε δυνατή στήριξη, με αμοιβαία ωφέλεια, για διατήρηση ελληνικότητος, γλώσσης στο μέτρο του δυνατού, ηθών, παραδόσεων και εθίμων.

Πολύτιμες προς τούτο υπηρεσίες, και δη στον τομέα προβολής και στηρίξεώς μας σε δίκαια εθνικά θέματα, μπορεί να παρέχει το υπάρχον ΣΑΕ (Συμβούλιο Αποδήμου Ελληνισμού), κατάλληλα όμως επανδρωμένο και οργανωμένο.

Αυτή η οπωσδήποτε προοδευμένη, με εργασία και θυσίες του λαού της, Ελλάδα της σήμερον, και μέχρις ότου ενσωματωθούν όλοι οι γείτονές της στην ΕΕ, είναι πάντως υποχρεωμένη και ταγμένη από την θέση της και την ιστορία της να επαγρυπνεί διαρκώς, άπαξ και δεν προνοείται ούτε υπάρχει νομοθετημένη από ΝΑΤΟ ή ΕΕ εξασφάλιση από τυχόν επίθεση προερχομένη από εταίρο της ίδιας συμμαχίας. Είναι υποχρεωμένη να οικοδομεί στρατιωτική ετοιμότητα και να διατηρεί ετοιμοπόλεμες ένοπλες δυνάμεις εφόσον δεν έχει εκλείψει ο εξ ανατολών κίνδυνος ή εφόσον δεν μπορούν καθόλου να αποκλεισθούν αναφλέξεις βορείως των συνόρων της.

Ο μειωτικός χαρακτηρισμός των Βαλκανίων ως «πυριτιδαποθήκης της Ευρώπης» εξακολουθεί ατυχώς να ισχύει. Τον επιβεβαίωσαν οι τραγικές συγκρούσεις και ολοκαυτώματα απαράδεκτα για την εποχή μας, από το 1990 και εντεύθεν, με το Κοσσυφοπέδιο να αποτελεί πάντα ωρολογιακή βόμβα με άγνωστο χρόνο εκρήξεως. Οι πληγές του μεγαλοϊδεατισμού, του τυφλού εθνικισμού, του θρησκευτικού φανατισμού και των φονικών εθνοτικών συγκρούσεων (Κόσσοβο, Βοσνία, FYROM, Πρέσεβο), δεν έπαυσαν να υπάρχουν. Ο νομοτελειακός βαθμιαίος εξευρωπαϊσμός όλων, από απόψεως νοοτροπίας, ίσως να αποτελέσει την λύση.

Στις παρυφές του προπεριγραφέντος ανήσυχου κόσμου, η δική μας χώρα μοιάζει με όαση ειρήνης, δημιουργίας και προόδου. Έχοντας εγκαταλείψει πρόσκαιρες ευτυχώς απόπειρες τριτοκοσμικών περιπλανήσεων επανέκαμψε στην φυσιολογική ρίζα της και στις καίριας σημασίας - για την σημερινή αξιόλογη εξέλιξή της - επιλογές του 1952 και του 1981, έχοντας ενεργό ρόλο και παρουσία στα ευρωπαϊκά δρώμενα, δίνοντας αξιοπρεπή αγώνα για περιφρούρηση των δικαιωμάτων και κεκτημένων της εντός στρατιωτικών, πολιτικών και οικονομικών συμμαχιών, χωρίς να παραβλέπει φυσικά προβλήματα ή ανησυχίες για την εξέλιξη ορισμένων εξ αυτών.

Ιδιαιτέρας προσοχής πρέπει να τύχουν το δημογραφικό, η υπογεννητικότης, η ανεξέλεγκτη είσοδος λαθρομεταναστών, η ερήμωση της υπαίθρου και δη των παραμεθορίων περιοχών, η καταπολέμηση της ανεργίας που μαστίζει ιδίως τους νέους και  η αντιμετώπιση των ελλειμμάτων.

Ειδικά στις σχέσεις με τους γείτονές μας - παρά την επιφανειακή ομαλή πορεία των - θα πρέπει να είμεθα προετοιμασμένοι ότι θα βρούμε μπροστά μας ακανθώδη ζητήματα όπως : Τσάμηδες και αξιώσεις των για αποζημιώσεις και επανεγκατάσταση στη Θεσπρωτία, βλαχικό, σλαβόφωνοι νομών Καστοριάς, Φλώρινας, Πέλλης, μουσουλμάνοι Δυτικής Θράκης.
Ψύχραιμη πολιτική στάση και σκέψη, συγκροτημένη και πειστική επιχειρηματολογία, διακομματική συνεργασία και προ πάντων εθνική ομοψυχία και εθνική ισχύς, θα βοηθήσουν τη χώρα για αποτελεσματική αντιμετώπιση των κρισίμων αυτών προβλημάτων.

Εθνικά Συμφέροντα

Ως Εθνικά Συμφέροντα νοούνται οι πλέον σημαντικές ανάγκες και επιδιώξεις της συντεταγμένης πολιτείας. Τέτοια συμφέροντα εξυπηρετούν γενικώς το δημόσιο συμφέρον και συνδέονται με την μόνιμη ωφέλεια ή χρησιμότητα, που έχει στο σύνολο του πληθυσμού κάθε συντεταγμένης πολιτείας η ικανοποίηση ή η προάσπιση ορισμένων αγαθών, όπως π.χ. η υγεία, η εθνική άμυνα, η οικονομική ανάπτυξη, η έννομη τάξη, η εσωτερική ασφάλεια και η προστασία του περιβάλλοντος.

Αναλόγως της σημαντικότητάς τους τα Εθνικά Συμφέροντα κατατάσσονται στις ακόλουθες κατηγορίες :

•          Επιβιώσεως / Ασφαλείας
Πρόκειται περί θεμελιωδών δια την επιβίωση του Έθνους συμφερόντων, δια την προάσπιση και την προαγωγή των οποίων η Πολιτεία είναι αποφασισμένη να χρησιμοποιήσει την πολεμική ισχύ των Ενόπλων Δυνάμεών της.
Τέτοια συμφέροντα εκτιμώνται ότι είναι :
Ø      Η διαφύλαξη της ακεραιότητας της Ελληνικής Επικράτειας.
Ø      Η εξασφάλιση της ελευθερίας των Ελλήνων.
Ø      Η εξασφάλιση της πολιτικής ανεξαρτησίας της Ελλάδος.
Ø      Η επιβίωση του ελληνικού πληθυσμού από επιθέσεις με όπλα μαζικής καταστροφής και
Ø      Η επιβίωση του Κυπριακού κράτους ως ενιαίας οντότητας.

•      Ζωτικά Συμφέροντα
Πρόκειται περί ουσιωδών δια την πρόοδο του Λαού και την αξιοπιστία της Χώρας συμφερόντων, δια την προάσπιση των οποίων η Πολιτεία ενδέχεται, εφ΄όσον θα απαιτείτο, να χρησιμοποιήσει την πολεμική ισχύ των Ενόπλων Δυνάμεών της.
Τέτοια συμφέροντα εκτιμώνται ότι είναι :
Ø        Η εξασφάλιση των νομίμων δικαιωμάτων της Ελλάδος στις θαλάσσιες περιοχές του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου και
Ø        Η προστασία των ελληνικών μειονοτήτων σε γειτονικές προς την Ελλάδα χώρες.

•      Μείζονα Συμφέροντα
Πρόκειται για λίαν σημαντικά δια την πρόοδο του Ελληνισμού και της Ανθρωπότητας συμφέροντα, δια την προάσπιση των οποίων η Πολιτεία θα καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια, χωρίς όμως την χρησιμοποίηση της πολεμικής ισχύος των Ενόπλων Δυνάμεών της.
Τέτοια συμφέροντα εκτιμώνται ότι είναι :
Ø      Η ευημερία του Ελληνικού Λαού.
Ø      Η προάσπιση των ανθρωπίνων αξιών και αρχών.
Ø      Η στήριξη της Ορθοδοξίας.
Ø      Η συνδρομή προς ευρισκομένους σε κίνδυνο Έλληνες υπηκόους στο εξωτερικό.
Ø      Η στήριξη της Ελληνικής ποντοπόρου Εμπορικής Ναυτιλίας.
Ø      Η στήριξη του Ελληνισμού της διασποράς.
Ø      Η προστασία του περιβάλλοντος και
Ø      Η παροχή, στο πλαίσιο του ΟΗΕ, της δυναμένης να παρασχεθεί από την Ελλάδα ανθρωπιστικής βοηθείας σε πτωχές χώρες, προς αντιμετώπιση σοβαρών εκτάκτων καταστάσεων από φυσικά φαινόμενα, λοιμούς, επιδημίες και ένοπλες εμφύλιες ή εθνικές συγκρούσεις.

Εθνικοί Αντικειμενικοί Σκοποί (ή Στόχοι )
     Θεωρούνται οι υπό της Πολιτείας τιθέμενοι θεμελιώδεις εκείνοι αντικειμενικοί σκοποί (ή στόχοι), η επίτευξη των οποίων είναι απαραίτητη δια την προάσπιση και προαγωγή των εθνικών συμφερόντων. Διακρίνονται σε Πολιτικούς, σε Οικονομικούς και σε Εθνικής Ασφαλείας/Άμυνας.

Πολιτικοί Αντικειμενικοί Σκοποί (ή Στόχοι)
Στην παρούσα περίοδο θα πρέπει να θεωρούνται :
•        Η σταθερά προώθηση των εθνικών θέσεων στους Διεθνείς Οργανισμούς.
•        Η συμβολή στη δημιουργία καταλλήλου περιβάλλοντος στην ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων, δια την εμπέδωση και διατήρηση της ειρήνης και ασφαλείας.
•        Η δίκαιη και βιώσιμη λύση του Κυπριακού.
•        Η επίλυση του εκκρεμούντος ζητήματος της οριστικής ονομασίας του κράτους της Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας (ΠΓΔΜ).
•        Η επίλυση του εκκρεμούντος ζητήματος του καθορισμού της υφαλοκρηπίδας στο Αιγαίο Πέλαγος σύμφωνα με το ισχύον Διεθνές Δίκαιον της Θαλάσσης και
•        Η αποτελεσματική αντιμετώπιση του δημογραφικού προβλήματος της Ελλάδος.

Οικονομικοί Αντικειμενικοί Σκοποί (ή Στόχοι)
Στην παρούσα περίοδο θα πρέπει να θεωρούνται :
•        Η διαρκής αύξηση του Ακαθαρίστου Εθνικού Προϊόντος (ΑΕΠ), εις τρόπον ώστε τούτο να φθάσει και να υπερβεί τον μέσον όρο του ΑΕΠ των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.) μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα.
•        Η διαρκής μείωση της ανεργίας.
•        Η διαρκής δραστική μείωση του εξωτερικού χρέους της Ελλάδος.
•        Η διαρκής μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος και
•        Η δικαιότερη κατανομή του εθνικού εισοδήματος προς αύξηση της συνοχής της Ελληνικής Κοινωνίας.

Στόχοι ή Αντικειμενικοί Σκοποί Εθνικής Ασφαλείας / Αμύνης

Στην παρούσα περίοδο θα πρέπει να θεωρούνται :
•        Η ύπαρξη και διατήρηση επαρκούς αποτελεσματικής αμυντικής ικανότητας, δια την αποτροπή ενεργείας οποιασδήποτε χώρας ή χωρών του εγγύς προς την Ελλάδα γεωγραφικού περιβάλλοντος, που θα αποσκοπούσε στο να αμφισβητηθούν τα κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας και να απειληθεί η εδαφική της ακεραιότητα γενικώς και στις ευαίσθητες περιοχές αυτής ιδιαιτέρως, διασφάλιση δε της εδαφικής της ακεραιότητας και της εθνικής ασφαλείας σε περίπτωση που η αποτροπή αυτή δεν θα επιτυγχάνετο.
•        Η ύπαρξη ικανότητας διατηρήσεως ανοικτών των θαλασσίων γραμμών συγκοινωνιών ανεφοδιασμού της χώρας στην Μεσόγειο και τις Ελληνικές Θάλασσες σε περίπτωση εμπλοκής της Ελλάδος σε εχθροπραξίες.
•        Η εφαρμογή των δια την καταπολέμηση των ασύμμετρων απειλών και κυρίως της διεθνούς τρομοκρατίας προβλέψεων του ΟΗΕ, της Ευρωπαϊκής Ενώσεως και της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας με σκοπό την πρόληψη ενδεχομένων ενεργειών της διεθνούς τρομοκρατίας εναντίον της χώρας μας ή μέσω αυτής και
•        Η ετοιμότητα ανταποκρίσεως της Ελλάδος ως πλήρους μέλους της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας και της Ευρωπαϊκής Ενώσεως με την συμμετοχή στρατιωτικών δυνάμεων εκτός της ελληνικής επικράτειας στο πλαίσιο αναλαμβανόμενων υπό των οργανισμών τούτων επιχειρήσεων ανθρωπιστικού χαρακτήρα και διατηρήσεως ή επιβολής της ειρήνης και ασφαλείας.


Σκέψεις και Προτάσεις επί της Διαμορφώσεως της Εθνικής Στρατηγικής – Μεθοδολογία

Την βάση και ταυτοχρόνως αφετηρία δια την διαμόρφωση της Εθνικής Στρατηγικής, αλλά και την περαιτέρω αμυντική προπαρασκευή της Χώρας αποτελεί η εκτίμηση της απειλής δια το παρόν και το μέλλον (π.χ. 30 έτη). Η περιγραφή της απειλής μπορεί να συντελεσθεί με όρους δυνατοτήτων, προθέσεων και περιστάσεων. Οι δυνατότητες σχετίζονται με την φυσική ικανότητα του ενδεχομένου εχθρού να επιβάλει την θέλησή του σε άλλες χώρες και μπορούν να μετρηθούν από δημογραφικής, γεωγραφικής, οικονομικής, ιστορικής/ψυχολογικής/κοινωνιολογικής/διοικητικής και στρατιωτικής πλευράς. Οι προθέσεις αφορούν στο τι σχεδιάζει να πράξει ο ενδεχόμενος εχθρός και δια τον προσδιορισμό τους είναι αναγκαία η εξέταση των συμφερόντων, των αντικειμενικών σκοπών και της στρατηγικής τούτου. Τέλος οι περιστάσεις αφορούν στις παρουσιαζόμενες στον ενδεχόμενο εχθρό ευκαιρίες δράσεως.

Λόγω του πλήθους, αλλά και του εύρους των θεμάτων, που είναι αναγκαίο να εξετασθούν, στην εκτίμηση της απειλής, αυτή πρέπει να εκτελείται από Μικτό Διϋπουργικό Όργανο εκ των ΥΕΘΑ και ΥΠΕΞ με κατάλληλη συμμετοχή και άλλων αρμοδίων Κρατικών Υπηρεσιών κατά περίπτωση.

Διαθέτοντας τα δεδομένα της απειλής, η Στρατιωτική Ηγεσία της Χώρας πρέπει μέσω μιας διεργασίας αντικειμενικής συγκρίσεως των στοιχείων της απειλής με τα αντίστοιχα στοιχεία της εθνικής ισχύος να εκτιμήσει το κατά πόσον οι Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις είναι σε θέση να εφαρμόζουν την Εθνική Στρατιωτική Στρατηγική, όταν ευρίσκονται αντιμέτωπες με την αναμενόμενη απειλή. Ταυτοχρόνως πρέπει να γίνεται και εκτίμηση του σχετιζομένου κινδύνου λόγω αδυναμιών στις διαθέσιμες δικές μας δυνάμεις, όπως και στα εν εξελίξει προγράμματα εξοπλισμού/εκσυγχρονισμού, της δομής και υποδομής των Ε.Δ. Μία συντομευμένη έκδοση της εκτιμήσεως καταστάσεως αυτής πρέπει να παρουσιάζεται από τον Υπουργό Εθνικής Αμύνης σε ειδική κλειστή συνεδρίαση της Βουλής κάθε έτος πριν από την έγκριση του Προϋπολογισμού.

Ακολούθως το ΚΥΣΕΑ λαμβάνοντας υπ΄όψη την ανωτέρω εκτίμηση καταστάσεως, όπως και τα δεδομένα της απειλής, της εθνικής ισχύος και των συμμαχιών και χρησιμοποιώντας ειδικό προς τούτο όργανο, εκδίδει και διαβιβάζει στα αρμόδια Υπουργεία μια κατευθυντήρια οδηγία, η οποία περιέχει τις προς αυτά επί μέρους κατευθύνσεις δια την περαιτέρω σύνταξη της Πολιτικής Στρατηγικής, της Οικονομικής Στρατηγικής και της Στρατιωτικής Στρατηγικής [1] .

Η έκδοση της Εθνικής Στρατηγικής θα δεσμεύει κάθε Κυβέρνηση και θα εξασφαλίζει την συνέχεια και συνέπεια της συμπεριφοράς της Πολιτείας τόσο στο εσωτερικό όσο και στις εξωτερικές σχέσεις.

Σημαντικό σημείο για την διατύπωση της  Εθνικής Στρατηγικής όσο και την εν συνεχεία απαιτουμένη αναθεώρησή της, οσάκις προκύπτουν μεταβολές των δεδομένων, είναι η θεσμοθέτηση και κατάλληλη σύνθεση ενός Οργάνου που θα μπορεί να συντονίζει τις αναγκαίες ενέργειες. Η μελέτη της δομής, της οργανώσεως, της αποστολής και των αρμοδιοτήτων του Οργάνου αυτού, νομίζουμε ότι είναι το πρώτο βήμα για τη διαμόρφωση, σύμφωνα με σκέψεις παρόμοιες που είπαμε ή άλλες που θα ακουσθούν, της Εθνικής Στρατηγικής.

[1] Οι προτάσεις δια τις επιμέρους αυτές Στρατηγικές ανεπτύχθησαν προφορικώς και δύνανται να διατεθούν σε περιορισμένη διανομή. Οι προτάσεις στηρίζουν ευθέως τους επιμέρους Εθνικούς Αντικειμενικούς Σκοπούς.



Του Αντιναυάρχου ε.α. Γ. Δεμέστιχα Π.Ν.

Τετάρτη, 25 Νοεμβρίου 2009

Ιδεολογίες και εθνική στρατηγική

του Παναγιώτη Κονδύλη
Αναδημοσίευση από το Βήμα (4-1-1998)

Αφότου ήλθε στο προσκήνιο το Κυπριακό ως σήμερα ­ δηλαδή επί μισόν αιώνα ­ όχι λίγες ήττες επεσώρευσε στην Ελλάδα η πανθολογούμενη άλλωστε ανυπαρξία μιας μακροπρόθεσμης εθνικής στρατηγικής αποδεκτής από τον κύριο κορμό του πολιτικού κόσμου και επεξεργασμένης χάρη στη σύμπραξη πολιτικών, διπλωματών στρατιωτικών και επιστημόνων. Εχοντας την εμπειρία τούτη δεν χρειάζεται να διαθέτει κανείς το προφητικό χάρισμα για να προβλέψει ότι στο μέλλον πολλά θα εξαρτηθούν από το αν θα πραγματοποιηθεί τώρα ό,τι δεν έγινε στο παρελθόν. Δύο παράγοντες επέδρασαν, και εξακολουθούν να επιδρούν, αρνητικότατα: η λειτουργία του πολιτικού συστήματος και η εμπλοκή σε ιδεολογήματα. Ο πολιτικός κόσμος δεν βρέθηκε στο ύψος των περιστάσεων όχι μόνον γιατί οι α ή β εκπρόσωποί του έλαβαν συχνά τις α ή β εσφαλμένες αποφάσεις στο α ή β ζήτημα, αλλά και επειδή στο σύνολό του δεν κατάφερε να δημιουργήσει ένα πάγιο και αθόρυβο θεσμικό πλαίσιο ικανό να εξουδετερώνει κατά το δυνατόν τους πειρασμούς κομματικής εκμετάλλευσης των εθνικών θεμάτων. Η ανικανότητα προς αυτοσυγκράτηση είναι κατ’ εξοχήν γνώρισμα εφηβικής ανωριμότητας. Και το γεγονός ότι ο ένας επιρρίπτει την ευθύνη στον άλλον αποδεικνύει απλώς ότι ενέχονται όλοι.

Η επιρροή ιδεολογημάτων σε θέματα εθνικής στρατηγικής ανάγεται γενικότατα στο ότι το νεοελληνικό κρατίδιο αναγκάσθηκε εξ αρχής να αντισταθμίσει την ιστορική του καχεξία με υπεραυτάρεσκους μύθους. Γίναμε έτσι λαός που τέρπεται παράγοντας λήρους και χορταίνει καταναλίσκοντας ανεμώλια έπη. Η αιτιολογία όμως δεν αποτελεί δικαιολογία, ούτε ενδείκνυται ως πραξεολογία. Αντίθετα: επιβιώνει όποιος αντιστέκεται στους ίδιους του τους μύθους και καταποντίζεται όποιος τους πιστεύει μέχρις εσχάτων. Στη σημερινή συγκυρία, δύο αντιτιθέμενα ιδεολογήματα παρακωλύουν, κοντά στη λειτουργία του πολιτικού συστήματος, την κατάστρωση και την εφαρμογή μιας νηφάλιας εθνικής στρατηγικής: ασαφή και αποδυναμούμενα στοιχεία ενός γηγενούς εθνικισμού και εξίσου ασαφή, αλλά ενισχυόμενα αναμασήματα ενός ξενόφερτου ειρηνισμού και οικουμενισμού. Οι εθνικιστικές απόψεις, των οποίων η επικράτηση σε διάφορες φάσεις του Κυπριακού και του Μακεδονικού έβλαψε ουσιαστικά τη χώρα, τείνουν π.χ. να εξηγούν τη διαμάχη Ελλάδας και Τουρκίας με το ιστορικό παρελθόν και με φυλετικούς ή πολιτισμικούς παράγοντες, αποδίδοντας τη συμπεριφορά της δεύτερης στον «ασιατικό» και «βάρβαρο» χαρακτήρα της, τον οποίο αντιπαραθέτουν στον «ελληνικό πολιτισμό» και στην «τρισχιλιετή ιστορία» του. Αρκεί μια υπόθεση για να δούμε πόσο αστήρικτα είναι όλα αυτά. Αν η ομόδοξή μας Σερβία είχε 60 εκατ. κατοίκους και ηγεμόνευε στα Βαλκάνια, ζητώντας να κατεβεί στη Θεσσαλονίκη, και η Τουρκία είχε 20 ή 30 εκατ. κατοίκους και αισθανόταν να απειλείται εξίσου από τη σερβική επέκταση, τότε η Ελλάδα και η Τουρκία θα ήσαν εγκάρδιοι φίλοι και σύμμαχοι. Οι γεωπολιτικές παράμετροι και τα εθνικά συμφέροντα καθορίζουν την εξωτερική πολιτική ­ όχι το παρελθόν, ούτε η φυλή και ο πολιτισμός. Η φυλετική και πολιτισμική υποτίμηση της Τουρκίας ενέχει τον κίνδυνο της στρατηγικής της υποτίμησης, αφού συνεπάγεται ότι η δήθεν ανώτερη ελληνική ποιότητα μπορεί να εξουδετερώσει την τουρκική ποσότητα· είναι βέβαια γνωστό πώς τιμωρείται η στρατηγική υποτίμηση του αντιπάλου όταν, π.χ., παρασύρει στην κήρυξη ενός πολέμου. Η αύξουσα γενική υπεροχή της Τουρκίας τα τελευταία χρόνια έχει εξαναγκάσει την εθνικιστική υπεροψία πολλών Ελλήνων να χαμηλώσει αισθητά τους τόνους της. Ωστόσο στο σύνολό της η ελληνική πλευρά δεν έχει ακόμη συνειδητοποιήσει το μέγεθος και τις συνέπειες της πληθυσμιακής και οικονομικής ανόδου της Τουρκίας, και μάλιστα της βαθμιαίας μετατροπής της σε βιομηχανική δύναμη.


Οι ειρηνιστές και οικουμενιστές ή «ευρωπαϊστές» έχουν τον δικό τους τρόπο για να παρακάμπτουν τις οδυνηρές πραγματικότητες και την ψύχραιμη στρατηγική τους ανάλυση. Οι ίδιοι φαντάζονται ότι είναι πιο ρεαλιστές, αφού ξεπέρασαν τους «εθνικούς αταβισμούς» και συμπορεύονται με τη νέα παγκόσμια κατάσταση, όπου τάχα το εμπόριο και ο διάλογος θα αντικαταστήσουν τον πόλεμο. Οι θέσεις όμως αυτές διόλου δεν είναι ρεαλιστικότερες από τις πομφόλυγες του εθνικισμού, συνιστούν απλώς την αντίστροφη ιδεολογία, και μάλιστα μιαν ιδεολογία διόλου πρωτότυπη, αφού δεν περιέχει παρά κοινοτοπίες του καπιταλιστικού φιλελευθερισμού διατυπωμένες πριν από 300 χρόνια και διαψευσμένες επανειλημμένα έκτοτε. Οντας ιδεολογία, εκπληρώνουν και τις ψυχολογικές λειτουργίες της ιδεολογίας, δηλαδή επιτρέπουν σε «προοδευτικούς» διανοούμενους ελαφρών βαρών και σε αστείους δημοσιογραφίσκους να αναβαθμίζουν το μικρό τους εγώ εμφανιζόμενοι ως εκπρόσωποι υψηλών ιδεωδών· συνάμα υποθάλπουν σε μικρομεσαίους πολιτικούς την ανακουφιστική ψευδαίσθηση ότι μπορούν να συρρικνώσουν την πολιτική σε διαχείριση και διάλογο, αποτινάζοντας από τους ισχνούς ώμους τους το βάρος έσχατων ιστορικών ευθυνών. Τέτοιοι διανοούμενοι και τέτοιοι πολιτικοί επιχειρηματολογούν σε ζητήματα εθνικής στρατηγικής κάνοντας το μοιραίο λάθος να προεξοφλούν γενικότερες εξελίξεις που διόλου δεν είναι βέβαιες και που, έστω και αν ευοδωθούν, βρίσκονται ακόμη στην αρχή τους και επιφυλάσσουν πολλά απρόοπτα. Μιλούν και πράττουν, λοιπόν, σαν να υπήρχε ήδη μια ενιαία Ευρώπη, σαν να υπήρχε ήδη ένας ενιαίος κόσμος και σαν να μην ήταν δυνατόν να αντιστραφούν οι τάσεις· ιδιαίτερα ως προς την ενιαία Ευρώπη σφάλλουν ταυτίζοντας προκαταβολικά τα συμφέροντά της με τα συμφέροντα των Ελλήνων. Οταν προεξοφλούνται αισιόδοξα οι γενικότερες εξελίξεις, τότε οι στρατηγικές συζητήσεις δεν μπορούν να προχωρήσουν σε βάθος. Γι’ αυτό και πλείστοι όσοι ειρηνιστές και οικουμενιστές εκφράζουν ανοιχτά την εχθρότητά τους απέναντι σε τέτοιες συζητήσεις, ιδίως όταν υπεισέρχονται σε στρατιωτικά θέματα και πολεμικά ενδεχόμενα. Νομίζουν ότι λύνουν προβλήματα μόνο και μόνο επειδή εκστρατεύουν εναντίον του «εθνικιστικού φανατισμού». Η συχνότατα όμως μισαλλόδοξη συμπεριφορά τους αποδεικνύει για μιαν επιπλέον φορά ότι ο φανατισμός εναντίον του φανατισμού μπορεί να είναι ακόμη πιο στενοκέφαλος από τον απλό φανατισμό.

Καμία ουσιαστική στρατηγική συζήτηση δεν είναι δυνατή αν δεν αφήσει στην άκρη τόσο τα εθνικιστικά όσο και τα ειρηνιστικά ιδεολογήματα· στόχος της είναι ακριβώς η υπέρβασή τους. Η εθνική στρατηγική δεν είναι ούτε «δεξιά», ούτε «αριστερή», ούτε «εθνικιστική», ούτε «διεθνιστική». Είναι τα πάντα, ανάλογα με τις επιταγές της συγκεκριμένης κατάστασης. Αλίμονο στη χώρα και στην πολιτική της ηγεσία αν ερμηνεύει τη συγκεκριμένη κατάσταση με βάση «δεξιές» ή «αριστερές» προτιμήσεις, αντί να προσαρμόζει τις προτιμήσεις στην κατά το δυνατόν ψυχρή ερμηνεία της συγκεκριμένης κατάστασης. Κάθε εθνική στρατηγική, εφόσον περιορίζεται στον σχεδιασμό των εκάστοτε επιθυμητών εξελίξεων, είναι καταδικασμένη σε μονομέρεια και δυσκαμψία, δηλαδή σε πρακτικό αδιέξοδο. Λόγος της ύπαρξής της είναι η κάλυψη όλων των ενδεχομένων, των περισσότερο και των λιγότερο πιθανών, των περισσότερο και των λιγότερο ευχάριστων. Και το φάσμα των ενδεχομένων το καταγράφει η υπεύθυνη ηγεσία ακούγοντας χωρίς προκαταλήψεις όλο το φάσμα των απόψεων και των προτάσεων, από οποιονδήποτε και αν προέρχονται. Οπως διάφοροι «ελληνοκεντρικοί» οφείλουν να μάθουν ότι η «Δύση» δεν είναι μόνον η «τεχνική» και η «λατρεία της ύλης», στην οποία αυτή αντιτάσσουν με υπεραπλουστευτική ευκολία το «πνεύμα» και την «ψυχή» της «ορθόδοξης Ανατολής», έτσι και όσοι επείγονται να «εξευρωπαϊσθούν» καλά θα έκαναν να μην αυταπατώνται ταυτίζοντας τη Δύση με τη δυτική προπαγάνδα («ορθολογισμός», «διάλογος», «ανθρώπινα δικαιώματα» κτλ. κτλ.). Θα ωφελούσαν την Ελλάδα περισσότερο αν, π.χ., μιμούνταν τον τρόπο με τον οποίο διεξάγονται οι στρατηγικές συζητήσεις στη Γαλλία, στην Αγγλία ή στις ΗΠΑ. Τα πάντα, ακόμη και τα πιο απίθανα σενάρια πολέμου, γίνονται εδώ αντικείμενο εξέτασης και στάθμισης, και το κύριο μέλημα των αναλυτών δεν είναι να εκφράσουν τα ιδεολογικά τους γούστα (λες και δεν υπάρχει σοβαρότερο πράγμα στον κόσμο από αυτά), παρά να εξονυχίσουν δεδομένα και δυνατότητες προκειμένου να διευκολύνουν την υπεύθυνη ηγεσία στο έργο της. Η προσπάθεια επιβολής ιδεολογικής λογοκρισίας στις στρατηγικές συζητήσεις, όσο και αν καλύπτεται πίσω από υψιπετείς ηθικολογίες, δεν αποτελεί μόνον ένδειξη πνευματικού επαρχιωτισμού. Προπαντός βλάπτει τον τόπο.

Υπάρχουν αντικειμενικοί λόγοι για τους οποίους η εθνική μας στρατηγική είναι σήμερα υποχρεωμένη να έχει προ οφθαλμών ένα ευρύτατο φάσμα πιθανών εξελίξεων, που αρχίζει από τον συμβιβασμό, έστω και με απώλειες, και τελειώνει στον πόλεμο. Αναφέρομαι ιδιαίτερα στις σχέσεις με την Τουρκία. Η διαφορά του γεωπολιτικού δυναμικού ανάμεσα στις δύο χώρες αυξάνεται συνεχώς υπέρ της Τουρκίας, και σε 20-30 χρόνια θα είναι αβάσταχτη για την ελληνική πλευρά. Στην προοπτική αυτή μου φαίνεται προφανές ότι ένας συμβιβασμός θα αποτελούσε για την Ελλάδα το μικρότερο κακό, ακόμη και αν παραχωρούσε κάτι από ό,τι θεωρεί αυτή τη στιγμή κυριαρχικό της δικαίωμα. Ασφαλώς οι εθνικιστές θα αγανακτήσουν με μια τέτοια σκέψη, οφείλουν όμως να αναλογισθούν δύο πράγματα: ότι αργότερα η διαπραγματευτική θέση της χώρας θα είναι χειρότερη και ότι οι ολιγωρίες ή τα σφάλματα των περασμένων δεκαετιών έχουν το πικρό τους τίμημα. Αυτά όμως διόλου δεν σημαίνουν ότι οι ειρηνιστές δικαιούνται να θριαμβολογούν εκ των προτέρων. Γιατί για να συναφθεί ένας τέτοιος συμβιβασμός απαιτείται η βεβαιότητα ότι αυτός θα είναι τελειωτικός, ότι δηλαδή η άλλη πλευρά δεν θα τον χρησιμοποιήσει ως εφαλτήριο νέων αξιώσεων, οπότε σε λίγα χρόνια ή λίγους μήνες θα επιδεινωνόταν η κατάσταση σε σχέση με πριν. Οσοι προτείνουν σήμερα διάφορους συμβιβασμούς έχουν υπό γενικότατη έννοια δίκιο με βάση τα μακροπολιτικά δεδομένα (αν και οι ίδιοι λιγότερο σκέφτονται αυτά τα τελευταία και περισσότερο ελαύνονται από την επιθυμία να φανούν «πολιτισμένοι» άνθρωποι), κανείς τους όμως δεν μπορεί να εγγυηθεί πολιτικά τη βιωσιμότητα του συμβιβασμού. Και κάτι ακόμη παραβλέπουν οι ειρηνιστές: καθώς θεωρούν αφελώς τον συμβιβασμό υπαγόρευση της «λογικής» και της «ηθικής» και όχι ενός άτεγκτου συσχετισμού δυνάμεων, υποτιμούν τη σημασία της στρατιωτικής – αποτρεπτικής ισχύος ακριβώς για τη σύναψη ενός ευπρεπούς συμβιβασμού. Και οι εθνικιστές όμως, οι πατριώτες κτλ., που δεν κάνουν το λάθος να υποτιμούν την αποτρεπτική ισχύ, διέπραξαν για λόγους κομματικής ψηφοθηρίας κάτι εξαιρετικά επιζήμιο: ενίσχυσαν επί δύο δεκαετίες την οικονομική πολιτική του παρασιτικού καταναλωτισμού, με αποτέλεσμα τη γενικότερη εξάρτηση της δανειοτρεφούς χώρας και την υπονόμευση της αμυντικής της προσπάθειας. Ετσι, αν οι πρώτοι ωραιοποιούν τη σημερινή αδυναμία της Ελλάδας με ειρηνιστικά και αντιεθνικιστικά προπετάσματα, οι δεύτεροι, υποκύπτοντας στη λογική των πελατειακών σχέσεων και διαιωνίζοντας τις δυσλειτουργίες του πολιτικού συστήματος, αφαιρούν το ουσιαστικό περιεχόμενο από τις θέσεις τους. Και όπως οι δεύτεροι οφείλουν να κατανοήσουν έμπρακτα, και όχι απλώς ρητορικά, ότι μόνον η εκλογίκευση της οικονομίας σε παραγωγική βάση, δηλαδή η εξοικονόμηση και επένδυση πόρων χάρη στην υπέρβαση του παρασιτικού καταναλωτισμού και του πελατειακού συστήματος, μπορεί να στηρίξει την άμυνα της χώρας, έτσι και οι πρώτοι, όταν αντιτάσσονται με πάθος ιεροκηρύκων στα εξοπλιστικά προγράμματα, οφείλουν να αντιληφθούν ότι είναι πρακτικά το ίδιο είτε έχεις ένοπλες δυνάμεις με ανεπαρκή και απαρχαιωμένο οπλισμό είτε δεν έχεις καθόλου. Αν οι ειρηνιστές ήσαν συνεπείς, θα έπρεπε να ζητούν ρητά τη διάλυση των ενόπλων δυνάμεων, αφού έτσι κι αλλιώς αποκλείουν τον πόλεμο και πιστεύουν στην παντοδυναμία του «διαλόγου μεταξύ λογικών ανθρώπων». Είναι προφανές γιατί δεν τολμούν να το κάμουν: ακόμη και οι ηθικολόγοι φοβούνται τις λεμονόκουπες. Σε μια πραγματιστική αντίληψη, οι ένοπλες δυνάμεις μπορεί να είναι τόσο μέσο ειρήνης, δηλαδή αποτροπής, όσο και μέσο πολέμου. Μακάρι να είναι το πρώτο. Αλλά, είτε είναι το πρώτο είτε είναι το δεύτερο, απαιτείται η ίδια αρτιότητα. Και αρτιότητα δεν σημαίνει, όπως φαντάζονται πολλοί, να ξοδεύεις και να κατέχεις όσα ο αντίπαλος. Σημαίνει την ικανότητα ενός αποφασιστικού πλήγματος, έστω και από τη θέση του ασθενεστέρου. Μόνον όποιος διαθέτει την ικανότητα αυτή δεν φοβάται τον διάλογο σήμερα και δεν θα φοβηθεί αύριο να προχωρήσει σε διεθνώς εγγυημένους και πάγιους συμβιβασμούς. Αντίθετα, όσο πιο αδύνατος είναι κανείς τόσο περισσότερο πανικοβάλλεται στην ιδέα αδήριτων συμβιβασμών, φοβούμενος, και δίκαια, ότι αυτή θα είναι η αρχή του τέλους.

Τα παραπάνω δεν εισηγούνται κάποια λύση, αλλά ένα πλαίσιο και μια διαδικασία για την εύρεσή της. Επαναλαμβάνω: η χώρα μας βρίσκεται σήμερα μπροστά σε ένα ευρύ φάσμα ενδεχομένων, και το νόημα μιας στρατηγικής συζήτησης είναι η στάθμιση όλων των υπέρ και των κατά, με γνώμονα τη συγκεκριμένη κατάσταση και όχι «εθνικιστικές» ή «ειρηνιστικές» συμπάθειες. Θέλησα να δείξω, με όση συντομία επέβαλλε ο διαθέσιμος χώρος, ότι και τα δύο αυτά ιδεολογήματα ενέχουν αντιφάσεις και εσφαλμένες ερμηνείες. Το χειρότερο που θα μπορούσε να πάθει σήμερα ο τόπος θα ήταν να υποκαταστήσει τη σοβαρή στρατηγική συζήτηση με αντεγκλήσεις μεταξύ εθνικιστών και ειρηνιστών ή «ευρωπαϊστών», με κυνήγι μαγισσών και με πνευματική τρομοκρατία προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση. Φοβούμαι όμως εντονότατα ότι αυτό ακριβώς θα συμβεί. Γιατί όπως ο Κύριος μωραίνει ον βούλεται απολέσαι, έτσι και ένας λαός χάνει την ικανότητα της στρατηγικής σκέψης ακριβώς όταν τη χρειάζεται περισσότερο.

«Εκπαίδευση και Ετερότητα»


Ο κ. Αθανάσιος Ε. Γκότοβος, καθηγητής Παιδαγωγικής στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, απαντά στη βιβλιοκριτική της κ. Άννας Φραγκουδάκη με τίτλο «Μετανάστες σαν αδέσποτα σκυλιά» («ΤΑ ΝΕΑ», 6.6.2009) για το βιβλίο του «Εκπαίδευση και Ετερότητα»:

«Στο άρθρο διαστρεβλώνονται και παραμορφώνονται συστηματικά επιστημονικές θέσεις που περιέχονται στο βιβλίο μου με τίτλο "Εκπαίδευση και Ετερότητα" (Εκδ. Μεταίχμιο, Αθήνα 2002), ενώ ταυτόχρονα γίνονται ακραίοι απαξιωτικοί και συκοφαντικοί χαρακτηρισμοί για το πρόσωπό μου. Η αρθρογράφος φτάνει, μάλιστα, στο απίστευτο σημείο να αποσπά λέξεις από το κειμενικό τους περιβάλλον και να αποδίδει σ΄ αυτές πολύ διαφορετικό περιεχόμενο από εκείνο που έχουν αρχικά. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η λέξη "αδέσποτη", η οποία χρησιμοποιείται στο βιβλίο μου όχι για πρόσωπα (μετανάστες), αλλά για τη διαδικασία εισόδου των πρώτων οικονομικών μεταναστών στη χώρα στις αρχές της δεκαετίας του ΄90. Έτσι ενώ εγώ γράφω "Απρόσκλητοι και αδήλωτοι μετανάστες και πρόσφυγες εισρέουν τα τελευταία δέκα χρόνια σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες, σε καμία όμως δεν παρατηρείται το πλήθος και η αναλογία μεταναστών/λαθρομεταναστών που παρατηρείται στην Ελλάδα. Το γεγονός αυτό της ανορθόδοξης και αδέσποτης μαζικής εισόδου μεταναστών στη χώρα έχει σημαντικές επιπτώσεις όχι μόνο στην κοινωνία και την οικονομία, αλλά και στην εκπαίδευση" (σελ. 4).

η κ. Φραγκουδάκη κατασκευάζει ερμηνεία "Μολονότι οι πιο πολλές από τις θέσεις αυτές είναι κοινές στις ακροδεξιές μειοψηφίες που στην Ελλάδα και την Ευρώπη ζητούν μεταξύ άλλων τον εκδιωγμό των μεταναστών, δεν ξέρω να υπήρξε άλλος έως τώρα που να χρησιμοποίησε το επίθετο "αδέσποτος" για τους μετανάστες. Το επίθετο αρμόζει στους σκύλους και αυτό κανένας, όσο ακραίες θέσεις και αν είχε, δεν τόλμησε ποτέ να το πει, πόσω μάλλον να το γράψει και μάλιστα σε "επιστημονικό" βιβλίο".

και τιτλοφορεί το άρθρο της ανάλογα: "Μετανάστες, σαν αδέσποτα σκυλιά".

Δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω αν η συγκεκριμένη "ανάγνωση" των θέσεων και του προσώπου μου (η έκφραση "η ανεξήγητη ιδεολογική μετάλλαξη ενός παιδαγωγού δημοκράτη..." που χρησιμοποιεί στο άρθρο της η συγγραφέας είναι χαρακτηριστική) είναι προϊόν άγνοιας ή εφαρμογής της γνωστής μεθόδου, το αποτέλεσμα ωστόσο παραμένει το ίδιο: ακραία διαστρέβλωση.

Είναι προφανές ότι επιστημονικός διάλογος με τη συγγραφέα του κειμένου αυτού- που ενώ γνωρίζει ότι το βιβλίο "Εκπαίδευση και Ετερότητα" κυκλοφορεί από το 2002, αποφάσισε να ασχοληθεί με το περιεχόμενό του μέσα από τις στήλες μιας εφημερίδας επτά χρόνια μετά- κάτω από αυτές τις συνθήκες δεν μπορεί να γίνει. Άλλωστε ο επιστημονικός διάλογος γύρω από τη Διαπολιτισμική Παιδαγωγική προϋποθέτει, εκτός από την κοσμιότητα, και συγκεκριμένες γνώσεις πάνω στο αντικείμενο. Γι΄ αυτό και δεν πρόκειται να ασχοληθώ με τέτοιου είδους στοχευμένες "αναγνώσεις" των επιστημονικών μου απόψεων ούτε εδώ, ούτε πουθενά αλλού. Ένα σχόλιο, όμως, για το "περιβάλλον" και τη συγκυρία της εκπομπής του μηνύματος που περιέχει το συκοφαντικό κείμενο, είναι απαραίτητο, δυστυχώς.

Η Άννα Φραγκουδάκη ήταν στο παρελθόν πιο ανεκτική απέναντι στη διατύπωση επιστημονικών θέσεων που κινούνταν εκτός "ιδεολογικής γραμμής". Μετά την πρόσφατη στροφή της στο πεδίο της Διαπολιτισμικής Παιδαγωγικής παραδόξως δίνει την εντύπωση ότι δεν μπορεί να αντέξει το ορθολογικό επιχείρημα του "άλλου", όταν αυτό δεν είναι συμβατό με τις ιδεολογικές της προτιμήσεις. Ή μήπως η ουσία είναι τελικά αλλού; Πιθανόν. Γιατί βλέποντας, υποθέτω, την ιδεολογική μου "μετάλλαξη" η νέα διοίκηση που προέκυψε από τις εκλογές του 2004 φρόντισε εγκαίρως να με απαλλάξει από τα καθήκοντά μου στο Ινστιτούτο Παιδείας Ομογενών και Διαπολιτισμικής Εκπαίδευσης (ΙΠΟΔΕ) αλλά και στο Κέντρο Εκπαιδευτικής Έρευνας. Προφανώς δεν ήθελε να έχει εκεί κάποιον που δεν ανήκει στο "Δημοκρατικό Στρατόπεδο" και ο οποίος με τις "ακροδεξιές" του θέσεις θα αποτελούσε, ως μέλος ενός συμβουλευτικού οργάνου, εμπόδιο εν όψει της επικείμενης εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης που η "νέα διακυβέρνηση" προωθούσε στον τομέα της Διαπολιτισμικής Παιδαγωγικής εν γένει και ειδικότερα στην εκπαίδευση των Μουσουλμανοπαίδων. Διακόπηκε, μάλιστα, τότε με απόφαση του υπουργείου Παιδείας η διαδικασία αξιολόγησης των αποτελεσμάτων των "καινοτομιών" Διαπολιτισμικής Εκπαίδευσης, μαζί και του Προγράμματος Μουσουλμανοπαίδων που είχε ξεκινήσει νωρίτερα το ΙΠΟΔΕ. Έτσι ίσως εξηγείται και γιατί η "νέα διακυβέρνηση" εμπιστεύτηκε την υλοποίηση της εκπαιδευτικής της πολιτικής στο πεδίο της μουσουλμανικής μειονότητας σε διανοουμένους του "Δημοκρατικού Στρατοπέδου".

Το πράγμα είναι μάλλον απλό: με τις θέσεις της Άννας Φραγκουδάκη σε ζητήματα Διαπολιτισμικής Παιδαγωγικής- με τις οποίες όπως φαίνεται τα υπουργεία Παιδείας από το 1997 μέχρι το 2008 συνέπλεαν- διαφωνώ, όπως πάντα, και ουδέποτε το κράτησα μυστικό ούτε από την ίδια, ούτε από την επιστημονική κοινότητα. Και διαφωνώ όχι μόνον ιδεολογικά, αλλά πρωτίστως επιστημονικά. Φοβούμαι πως δεν είμαι ο μόνος. Συνιστώ πάντως ψυχραιμία, καθώς η εποχή των ιδεολογικών εκκαθαρίσεων μέσω του στιγματισμού κάποιου και της ταξινόμησής του στην κατηγορία του "αντιδραστικού μιάσματος" γα να πάψει να μπερδεύεται στα πόδια μας, έχει παρέλθει. Η απόπειρα επιβολής μιας δήθεν "αυθεντικής" ερμηνείας των ιδεών που περιέχονται στο βιβλίο μου "Εκπαίδευση και Ετερότητα" μέσω της συστηματικής παραμόρφωσής τους, συνιστά απροκάλυπτη ιδεολογική βία και είναι, δυστυχώς, πράξη ελάχιστα ακαδημαϊκή. Εκφράζω τη λύπη μου γι΄ αυτό και ελπίζω η απόπειρα να σκοντάψει στην κριτική σκέψη των αναγνωστών τόσο του βιβλίου μου, όσο και του κειμένου της κ. Φραγκουδάκη. Όσο για την προστασία των φοιτητών από "ακροδεξιές" θέσεις, είναι μάλλον περιττή στην εποχή μας. Μπαίνοντας στο Διαδίκτυο και διαβάζοντας το άρθρο της εκλεκτής συναδέλφου στα "ΝΕΑ" οι φοιτητές μπορούν να πάρουν τα απαραίτητα αντισώματα για να αποκτήσουν ανοσία απέναντι στη "μοναρχοφασιστική αντίδραση".

Οι ζηλωτές της νέας πολιτικής ορθότητας αργά ή γρήγορα θα εμφανίζονταν επιθετικά στο προσκήνιο σε μια κοινωνία ιδεολογικά παράλυτη και σε ένα κράτος με κομματικό σύστημα αυτο-εξυπηρετικό και ανίκανο να συλλάβει και να πραγματώσει ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις. Το ότι όμως ορισμένοι θα παλινδρομούσαν στον εμφυλιοπολεμικό λόγο γα την υπεράσπιση των θέσεων και των υποθέσεών τους, λίγοι το περίμεναν. Και όμως, το Στρατόπεδο της Πολιτικής Ορθότητας είναι γεγονός, και η συμβολή του στη διαμόρφωση της εκπαιδευτικής πολιτικής μιας διανεμητικού ήθους και αδιάφορης για το εκπαιδευτικό αποτέλεσμα διοίκησης είναι διαχρονική.

Σημεία των καιρών...».

9 Ιουνίου 2009
www.tanea.gr

Τρίτη, 24 Νοεμβρίου 2009

Συζητήσεις για το Έθνος.


Στη Γαλλία με πρωτοβουλία του Πρωθυπουργού Νικολά Σαρκοζί έχει ξεκινήσει μία μεγάλη δημόσια διαβούλευση. Στόχος της είναι η αναζήτηση και καταγραφή της εθνικής ταυτότητας των Γάλλων. Την οργάνωση ανέλαβε ο Ερίκ Μπεσόν, Υπουργός Μετανάστευσης και Εθνικής Ταυτότητας και ο διάλογος θα ολοκληρωθεί μέχρι το Μάρτιο. Οι Γάλλοι πολίτες καλούνται να τοποθετηθούν επί θεμάτων όπως η γαλλική γλώσσα, η σημαία, ο εθνικός ύμνος, οι σχέσεις Κράτους-Εκκλησία, η παραδοσιακή αγροτική ζωή κ.α.
Αντιθέτως στη χώρα μας ορισμένες θορυβώδεις μειοψηφίες προσπαθούν να επιβάλουν την άποψη ότι η αναφορά στο Έθνος και στην εθνική ταυτότητα είναι αναχρονισμός. Μερικοί επικαλούνται την Ευρώπη ως πρόσχημα, αλλά στα επίσημα κείμενά της η Ευρ. Ένωση δεσμεύεται να διαφυλάξει την εθνική ταυτότητα των λαών της. Άλλοι επικαλούνται τον νεοφιλελευθερισμό, αλλά λησμονούν ότι ο θεμελιωτής του οικονομικού φιλελευθερισμού, ο Άνταμ Σμιθ έγραψε βιβλίο για τον πλούτο των Εθνών! Κάποιοι άλλοι εμμένουν στον μαρξισμό, αλλά δεν μπορούν να εξηγήσουν πώς μετά από δεκαετίες κομμουνισμού το εθνικό συναίσθημα παρέμεινε ισχυρό και αλώβητο στους Ρώσους, στους Ουκρανούς, στους Γεωργιανούς, στους Σέρβους, στους Κροάτες κ.α. Και άλλοι επιχειρούν να ταυτίσουν την εθνική συνείδηση με τον ακραίο εθνικισμό αλλοιώνοντας την Ιστορία μας και εξοβελίζοντας τον εθνικό ποιητή Διονύσιο Σολωμό από τα σχολικά βιβλία.
Στη διαχρονική πορεία του Ελληνισμού τα θεμελιώδη στοιχεία του Έθνους έχουν καταγραφεί από μεγάλες προσωπικότητες. Από τον Ηρόδοτο που έγραφε για το όμαιμον, το ομόγλωττον, τα κοινά των θεών ιδρύματα και τα ομότροπα ήθη, μέχρι τον Ιωάννη Καποδίστρια, ο οποίος εξηγούσε σε ξένους διπλωμάτες ότι τα χαρακτηριστικά των Ελλήνων είναι η Ορθοδοξία και η ελληνική γλώσσα. Αξίζει και σήμερα να αξιοποιηθούν αυτά τα στοιχεία σε σύνδεση πάντα με τα προβλήματα και τις πραγματικότητες της εποχής μας. Δεν είναι λογικό στη Γαλλία να συζητούν δημοσίως για το Έθνος και στην Ελλάδα να καταργούμε τη λέξη «Εθνικής» από το Υπουργείο Παιδείας.
Όσοι δεν πιστεύουν στο Έθνος και στις αξίες του δεν βοηθούν ούτε την πρόοδο ούτε τη δημοκρατία. Η κατάρρευση των αυτοκρατοριών και η δημιουργία εθνικών κρατών συνδέθηκε με τα δημοκρατικά ιδεώδη. Μόνο αν επιβιώσουν οι εθνικοί πολιτισμοί η Ευρώπη θα έχει μέλλον.

Κωνσταντίνος Χολέβας
24η Νοεμβρίου 2009
www.diktyo21.gr

Κυριακή, 22 Νοεμβρίου 2009

Ποιοί είναι οι «ψεύτες» και οι «επικίνδυνοι» για το μεταναστευτικό;

του Γιάννη Κολοβού
Παρασκευή, 20 Νοεμβρίου 2009


Απελπιστική μονομέρεια χαρακτήριζε το άρθρο των καθηγητριών κυριών Λυμπεράκη και Τριανταφυλλίδου για την μετανάστευση προς την Ελλάδα, το οποίο δημοσιεύθηκε προσφάτως στο «Βήμα» (Βήμα Ιδεών, Αύγουστος 2009). Αναφερόμενες στον ετήσιο αριθμό συλληφθέντων για παράνομη είσοδο και παραμονή στην χώρα (146.337 κατά το 2008) μας παρέθεσαν κάποια επιχειρήματα και υποθέσεις που, κατά την άποψή τους, έδειχναν ότι ο πραγματικός αριθμός των παρανόμως εισερχομένων στην χώρα μας είναι μικρότερος. Απέφυγαν όμως να αναφέρουν άλλες εκτιμήσεις και υποθέσεις που θα αύξαναν (ενδεχομένως κατά πολύ) τον αριθμό αυτό, όπως για παράδειγμα το ότι υπάρχει ένας άγνωστος αριθμός παρανόμων μεταναστών που εισέρχεται στην χώρα χωρίς να συλληφθεί ούτε στα σύνορα ούτε στην ενδοχώρα και επομένως δεν καταμετράται. Ενδεικτικό του γεγονότος ότι ο υπολογισμός του αριθμού των παρανόμων μεταναστών είναι δύσκολος και βασίζεται σε σημαντικό βαθμό σε υποθέσεις είναι το ότι το Ινστιτούτο Μεταναστευτικής Πολιτικής κάνει λόγο για 250.000 παράνομους μετανάστες στην χώρα μας ενώ ο αρμόδιος αναπληρωτής υπουργός Εσωτερικών κ. Χρήστος Μαρκογιαννάκης θεωρεί ότι αυτοί μπορεί να φθάνουν και τις 700.000. Επίσης, οι κυρίες Λυμπεράκη και Τριανταφυλλίδου στάθηκαν μόνο στον αριθμό των συλληφθέντων κατά το 2008 και δεν είδαν την σωρευτική διόγκωση του προβλήματος καθώς στους συλληφθέντες του 2008 θα πρέπει να προστεθούν και οι 112.364 συλληφθέντες του 2007, οι 95.239 συλληφθέντες του 2006, οι συλληφθέντες της φετινής χρονιάς και ούτω καθ’ εξής.


Κατόπιν, οι κυρίες Λυμπεράκη και Τριανταφυλλίδου εξαπέλυσαν έναν καταιγισμό εν πολλοίς εικαζόμενων θετικών οικονομικών συνεπειών για την χώρα μας λόγω της μετανάστευσης. Όμως και αυτή η αναφορά ήταν μονόπλευρη, γενικόλογη και χωρίς να στοιχειοθετείται – έγινε μόνο μία αναφορά σε (μη-κατονομαζόμενες) «εκτιμήσεις του ΔΝΤ». Και πάλι οι κυρίες Λυμπεράκη και Τριανταφυλλίδου απέφυγαν να αναφερθούν στις αρνητικές οικονομικές επιπτώσεις του φαινομένου όπως η μείωση των μισθών σε κλάδους όπου εισήλθαν μετανάστες, η αναδιανομή του εισοδήματος σε βάρος των ασθενέστερων εισοδηματικά στρωμάτων και η μείωση του κατά κεφαλήν ΑΕγχΠ. Απέφυγαν επίσης να αναφερθούν και στο τεράστιο κόστος που έχει επωμισθεί η χώρα μας εξ’ αιτίας της μετανάστευσης (ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, νοσηλεία, κόστος εκπαίδευσης των παιδιών των μεταναστών, κόστος αστυνόμευσης, κόστος φύλαξης, διοικητικά κόστη κλπ).

Πάντως, με το σκεπτικό των κυριών Λυμπεράκη και Τριανταφυλλίδου η Ελλάδα, έχοντας μία πανθομολογουμένως ανύπαρκτη μεταναστευτική πολιτική, πέτυχε τέτοια μεγιστοποίηση του οφέλους την οποία δεν είχαν άλλες χώρες με πιο συγκροτημένη μεταναστευτική πολιτική και πιο αποτελεσματικό κρατικό μηχανισμό (όπως οι ΗΠΑ και η Βρετανία). Ο καθηγητής του Πανεπιστημίου του Harvard George J. Borjas, ειδικός σε θέματα Οικονομικής της Μετανάστευσης, αναφερόμενος στις ΗΠΑ, επισημαίνει ότι «το αποτέλεσμα του ισολογισμού [της μετανάστευσης] δεν είναι ούτε συντριπτικά θετικό ούτε συντριπτικά αρνητικό – και ένας εχέφρων άνθρωπος θα συμπέραινε πιθανότατα ότι βρίσκεται πολύ κοντά στο μηδέν» (Borjas George “Heaven’s Door: Immigration policy and the American economy”, Princeton University Press, Princeton, New Jersey 1999, σελ. 126).  Στην Βρετανία πρόσφατη σχετική έκθεση της Διακομματικής Επιτροπής Οικονομικών Υποθέσεων της Βουλής των Λόρδων υπογραμμίζει ότι «Το γενικό μας συμπέρασμα είναι ότι τα οικονομικά οφέλη της θετικής καθαρής μετανάστευσης είναι μικρά ή ασήμαντα» (House of Lords Select Committee on Economic Affairs, 1st Report of Session 2007-08 “The Economic Impact of Immigration, Volume I: Report”, 1 April 2008, London: The Stationery Office, σελ. 52). Όταν, λοιπόν, σε χώρες  όπως οι ΗΠΑ και η Βρετανία γίνεται λόγος για πενιχρά ή αμελητέα οικονομικά οφέλη από την μετανάστευση, θα πρέπει να μας προβληματίσει η αντίστοιχη ανερμάτιστη θριαμβολογία των συγγραφέων του άρθρου.

Εκεί όμως που οι κυρίες Λυμπεράκη και Τριανταφυλλίδου πραγματικά ξεπέρασαν τον ίδιο τους τον εαυτό ήταν στο σημείο όπου τόνισαν ότι «όποιος ισχυρίζεται ότι γνωρίζει [πόσους μετανάστες αντέχουν η οικονομία και η κοινωνία μας] λέει ψέματα και είναι επικίνδυνος»! Με το σκεπτικό τους αυτό έβγαλαν ως «ψεύτες» και «επικίνδυνους» ολόκληρο το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο το οποίο τον Οκτώβριο του 2008 επικύρωσε το Ευρωπαϊκό Σύμφωνο για την Μετανάστευση και το Άσυλο όπου ξεκάθαρα αναφέρεται ότι η μεταναστευτική πολιτική θα πρέπει να λαμβάνει υπ’ όψιν της «την χωρητικότητα υποδοχής της Ευρώπης από πλευράς της αγοράς εργασίας της, της κατοικίας, και των υπηρεσιών υγείας, εκπαίδευσης και κοινωνικών υπηρεσιών» (σελ. 3). Μάλιστα, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο υπογραμμίζει ότι η νόμιμη μετανάστευση θα πρέπει «να λαμβάνει υπ’ όψιν της τις προτεραιότητες, τις ανάγκες και τις χωρητικότητες υποδοχής που καθορίζονται από κάθε Κράτος-Μέλος» (σελ. 4). Άρα, κατά τις κυρίες Λυμπεράκη και Τριανταφυλλίδου, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο προτείνει να «μετρηθεί» κάτι που κατ’ εκείνες δεν μετριέται! Όμως, υπάρχουν χώρες που εδώ και πολλά χρόνια προβαίνουν σε εκτιμήσεις των αναγκών της οικονομίας τους σε εργατικό δυναμικό (πόσοι, σε ποιους κλάδους, για πόσο χρονικό διάστημα). Χαρακτηριστικό παράδειγμα η Βρετανία, όπου αυτόν τον ρόλο έχει η Migration Advisory Committee υπό τον καθηγητή του London School of Economics David Metcalf. Προφανώς, με το σκεπτικό των κυριών Λυμπεράκη και Τριανταφυλλίδου, είναι και εκείνος ένας ψεύτης και επικίνδυνος, όπως και όλη η Επιτροπή την οποία διευθύνει! Αναφορικά με την «χωρητικότητα» της κοινωνίας, αυτή καταδεικνύεται από την πορεία των δεικτών ενσωμάτωσης (οικονομικής, κοινωνικής, πολιτισμικής, εκπαιδευτικής, πολιτικής κλπ) των νομίμων μεταναστών καθώς και από την εξέλιξη των στάσεων του φιλοξενούντος πληθυσμού απέναντί τους. Επειδή η επίτευξη της κοινωνικής ενσωμάτωσης είναι αρκετά δύσκολη και γίνεται σε βάθος χρόνου, απαιτείται η εγκατάσταση μεταναστών να είναι ελεγχόμενη και σε σχετικά μικρούς αριθμούς.

Πάντως, η ελληνική κοινή γνώμη δεν συμμερίζεται την ελαφρότητα με την οποία αντιμετωπίζουν το θέμα οι κυρίες καθηγήτριες. Πρόσφατη δημοσκόπηση έδειξε ότι το 93% των Ελλήνων θεωρεί ότι η χώρα έχει φθάσει στα όριά της αναφορικά με την εισροή μεταναστών ενώ το 72% επιθυμεί μία αυστηρότερη μεταναστευτική πολιτική (Καθημερινή, 5/7/2009).

ΥΓ: Το άρθρο βασίζεται στην επιστολή-απάντηση την οποία απέστειλε ο γράφων στο «Βήμα Ιδεών» κατά τα μέσα Αυγούστου και η οποία δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί.

* Ο Γιάννης Κολοβός είναι επικοινωνιολόγος. Το τελευταίο του βιβλίο με τίτλο «Το τέλος μίας ουτοπίας: η κατάρρευση των πολυπολιτισμικών κοινωνιών στην Δυτική Ευρώπη» κυκλοφόρησε το 2008 από τις Εκδόσεις Πελασγός.


Η επιστολή του Γ. Κολοβού στο "Βήμα Ιδεών" δημοσιεύθηκε στο τεύχος Νοεμβρίου συνοδευόμενο από απάντηση της καθηγήτριας κας Τριανταφυλλίδου.

Το σχετικό link είναι:.vimaideon.gr

Σάββατο, 21 Νοεμβρίου 2009

Το πολιτικώς ορθό, ο πολιτιστικός μαρξισμός και τα νέα σχολικά βιβλία

Θεόδωρος Ορέστης Γ. Σκαπινάκης
Δικηγόρος και Μεταπτυχιακός φοιτητής της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών
Αντίβαρο, Μάιος 2007

Από πού προέρχονται όλα αυτά τα ωστικά κύματα κριτικής που έχουν ως σκοπό την αποδόμηση της Ιστορίας; Σε ποιες ράγες ‘τρέχει’ αυτή η αμφισβήτηση; Ξαφνικά ο ελληνικός λαός πληροφορείται από μερίδα πανεπιστημιακών ‘ειδικών’ ότι η ιστορική του μνήμη είναι κάλπικη. Ο λαός μαθαίνει ότι τα σχολικά βιβλία είναι γεμάτα από εθνικιστικούς και θρησκευτικούς μύθους, από δοξασίες επικίνδυνες, διότι μάς διεγείρουν στην σύγκρουση και τον πόλεμο με τους γειτονικούς λαούς. Κάθε κοινωνικό κακό αποδίδεται στην εθνικιστική αντιεπιστημονικότητα και συντηρητική φαυλότητα των παλαιών βιβλίων. Οι Έλληνες καλούνται να αποδεχθούν το ‘στρογγύλεμα’ της ιστορικής αλήθειας, να γίνουν πιο ‘επιστημονικοί’ με την Ιστορία τους, να υποφέρουν σιωπηλά την απόκρυψη γεγονότων για το καλό των διεθνών σχέσεων της Χώρας. Οι ήρωες και οι αγωνιστές αναθεωρούνται σε επικίνδυνους βαρβάρους και εγκληματίες, γιατί τάχα, όπως δεν έδιναν σημασία για την δική τους ζωή, έτσι δεν εκτιμούσαν και τις ζωές που αφαιρούσαν. Τα πολεμικά κατορθώματα (από)καθηλώνονται, γιατί προτείνουν έναν ιδανικό επικίνδυνο για την σημερινή ειρήνη. Οι Έλληνες καλούνται να γίνουν πιο προσεκτικοί με το ποιους έχουν σε υπόληψη, ενώ παραινούνται να αναγνωρίσουν αξία σε νέες προσωπικότητες, που είχε σκεπάσει η (sic!) ‘συντηρητική’ ιδεολογία του παρελθόντος. Δεν είναι εποχή για ήρωες (αυτός ο ανθρωπολογικός τύπος είναι επικίνδυνος!), δεν είναι εποχή για Εκκλησίες (αυτές ήσαν πάντοτε αρνητικές για την κοινωνία!), δεν είναι εποχή για Έλληνες (ο πολυπολιτισμός είναι πιο μοντέρνος και ωφέλιμος!).

Για να καθιερωθεί και να δικαιολογηθεί πειστικά το νέο ιδεολογικό καθεστώς του πολιτικώς ορθού χρειάζεται την δική του αφήγηση, να ανασκευαστεί το ιστορικό παρελθόν, ώστε να δικαιολογεί ως φυσιολογική εξέλιξη την επιχειρούμενη τωρινή αλλαγή πορείας. Για να διευκολυνθεί το ‘εθνοαπολυμαντικό’ έργο πρέπει η αναγκαία πλειοψηφία να πεισθεί είτε ότι το παρελθόν ήταν γενικά κακό και σήμερα πρέπει να αλλάξει, λόγω νεοτέρων συνθηκών, είτε ότι το παρελθόν ήταν διαφορετικό απ’ ό,τι νομίζαμε και συνεπώς ζούμε σε αντίφαση προς την αληθινή ιστορική πραγματικότητα, που μόλις προσφάτως διεκόπη λόγω της (sic!) ανορθόδοξης επιβολής παραγόντων, όπως η Εκκλησία και η ζοφερή Επταετία! Δηλ. προτείνεται αφ’ ενός επανάσταση ενάντια στο κακό παρελθόν αφ’ ετέρου επανάσταση υπέρ του καλού παρελθόντος που απλώς είχαμε λησμονήσει δίκην ‘συντηρητικής’ συνωμοσίας. Στην πρώτη περίπτωση-μέθοδο ο πολύς κόσμος αντιδρά απότομα στην νέα αφήγηση και τους ‘λειτουργούς’ της, γιατί δεν δέχεται εύκολα να στιγματίζεται σκόπιμα το παρελθόν του, στην δεύτερη ευγνωμονεί τους ‘χειραφέτες’ του που τού θύμισαν τον δήθεν πραγματικό εαυτό του. Αμφότερες δοκιμάστηκαν στο ίδιο σχολικό βιβλίο Ιστορίας: Η πρώτη μέθοδος εφαρμόστηκε με το δήθεν γεγονός ότι «στην προκυμαία της Σμύρνης οι Έλληνες απλώς συνωστίζονταν». Το εγχείρημα στέφθηκε με αποτυχία. Οι ‘αφηγητές’ δεν είχαν προβλέψει τόση αντίδραση. Η προϊούσα αλαζονεία τους, λόγω ανεμπόδιστης μέχρι πρότινος ‘προέλασης’ στα Μ.Μ.Ε., τούς εμπόδισε να αφουγκραστούν το γεγονός ότι μερικοί ακόμη θυμούνται. Ο δεύτερος τρόπος ήταν π.χ. η προβολή της γυναίκας στην ελληνική ιστορία: ο ιδιότυπος αναχρονισμός και η υπερανάδειξη του γυναικείου παράγοντα με συγκρίσεις ακατάλληλες, όπως ότι ανάμεσα στους 6 μεγαλύτερους Έλληνες λογοτέχνες του 19ου αιώνα συγκαταλέγονται η Ελισάβετ Μαρτινέγκου και η Καλλιρόη Παρρέν τυγχάνει σαφώς ευμενέστερης υποδοχής από το κοινό, γιατί κολακεύει τον μισό ελληνικό λαό. Η ‘ποσόστωση’ στην Ιστορία πιάνει τόπο, γιατί κανείς δεν θα τολμήσει να αντιδράσει ενάντια στα συμφέροντα του 51% των πολιτών. Το έμμεσο ψέμα εν προκειμένω είναι ακαταμάχητο. Η συγγραφική ομάδα εδώ πιάνει τον παλμό της ελληνικής κοινωνίας: το πολιτικώς ορθό είναι η πιο ταχέως αναπτυσσόμενη ιδεολογία στις ημέρες μας, επιβάλλεται άλλως τε από το ίδιο το κράτος διά των ποσοστώσεων (θετική δράση).

Η ιδεολογία του ‘πολιτικώς ορθού’ είναι μια αρρωστημένη εφαρμογή ενός (πολιτιστικού) μαρξισμού. Οι μεταξύ τους ομοιότητες είναι προφανείς: α) Και οι δύο είναι ολοκληρωτικές ιδεολογίες άλλοτε ήπιες (παρακώλυση της ακαδημαϊκής καριέρας του ‘αντιφρονούντα’ και εφαρμογή οργανωμένης ιδεολογικής τρομοκρατίας) άλλοτε σκληρότερες (‘δολοφονία χαρακτήρων’ μετ’ επιτάσεως της ιδεολογικής τρομοκρατίας και επιβολή ποινών, ακόμη και φυλάκισης, όπως επιβλήθηκε π.χ. στον Βρετανό ιστορικό David Irving για την άρνηση του Ολοκαυτώματος). β) Και οι δύο είναι υπέρ της μονοσήμαντης ερμηνείας/εξήγησης της Ιστορίας, δηλ. ένας μόνος παράγοντας είναι ικανό εργαλείο για την ερμηνεία της κακοδαιμονίας μας (βλ. καπιταλιστική καταπίεση της εργατικής τάξης από τους εκάστοτε δυνατούς, το obiter dictum της οποίας εν Ελλάδι είναι ότι η ελληνοχριστιανική παράδοση δεν μάς επιτρέπει να εκσυγχρονιστούμε). γ) Κάποιες ομάδες θεωρούνται a priori ‘καλές’ και κάποιες άλλες ‘κακές’. Τον ρόλο του ‘καλού’ τελευταία μονοπωλούν οι πάσης φύσεως μειονότητες, ενώ τον ρόλο του ‘κακού’ η ‘ελληνοχριστιανική’ πλειοψηφία, η οποία ενοχοποιείται σε τακτική βάση για να μην διανοηθεί να αντιδράσει. Οι αγιοποιημένες μειονότητες απασχολούν περισσότερο τις ακαδημαϊκές πένες, γίνονται πιο σημαντικές, κριτήριο πολιτισμού της κοινωνίας: τα δικαιώματα των ομοφυλοφίλων στο γάμο και την υιοθεσία τέκνων, τα δικαιώματα των μουσουλμάνων ως Τούρκων, των ανύπαρκτων σλαβοφώνων ‘Μακεδόνων’, των ‘αδύναμων’ γυναικών (αλήθεια που έγκειται η ‘μειονεξία’ της σύγχρονης γυναίκας;) και των (λαθρο)μεταναστών λαμβάνουν μέρος σε έναν ιδιότυπο πλειοδοτικό πλειστηριασμό με αποτέλεσμα τα δικαιώματά τους να υπεραναπτύσσονται δι’ ενός κυριολεκτικά γελοιοποιητικού ‘ξεχειλώματος’ (βλ. π.χ. πρόσφατο νόμο για την σεξουαλική παρενόχληση, ο οποίος μεταθέτει το βάρος απόδειξης στον εναγόμενο!) δ) Και οι δύο χρησιμοποιούν την τακτική της απαλλοτρίωσης των δικαιωμάτων του άλλου για να υπερισχύσουν: η επιβολή του μεγαλύτερου μέτρου ανισότητας που επινοήθηκε ποτέ, η ποσόστωση, είναι ακριβώς αυτό. Τα δικαιώματα του αξιότερου απαλλοτριώνονται χωρίς αποζημίωση υπέρ των μειονεκτούντων, χωρίς, ωστόσο, να είναι υπαρκτή πάντοτε αυτή η μειονεξία. Με τον ίδιο τρόπο π.χ. που κάποτε η ιδιότητα του μέλους της πλειοψηφίας παρείχε προνόμια άνευ άλλου τινός παραβιάζοντας την ισότητα, τώρα τα παρέχει η ιδιότητα ως μέλους μιας μειοψηφίας. Με άλλοθι την ισότητα επιβάλλεται η πολιτικώς ορθή ανισότητα και στρεβλώνεται το περιβάλλον αξιοκρατίας και υγιούς ανταγωνισμού για την επίτευξη αμφίβολων αποτελεσμάτων στον τομέα της πολιτισμικής και κοινωνικής προόδου.

Αυτοί που πολεμούν για τα δικαιώματα του ανθρώπου ενάντια στην κρατική επέμβαση, αυτοί οι ίδιοι στις ημέρες μας έχουν καταλάβει, συνήθως με ύποπτο τρόπο μάλιστα, θέσεις στην κρατική μηχανή για να επιβάλλουν ‘δημοκρατικά’ τις δικές τους απόψεις, την ιδεολογία τους. Είναι το κλασικό σύμπτωμα του ‘εθνοσωτήρα’ που με την ανάληψη της εξουσίας μεταμορφώνεται σε τύραννο στην θέση του προκατόχου του τυράννου. Οι ισχυρότεροι εκπρόσωποι της νέας τάσης είναι νεόκοποι καθηγητές που έχουν αναπτύξει ισχυρότατους δεσμούς με ‘άρχοντες των ΜΜΕ’ και χρηματοδότες του εξωτερικού (βλ. πρόσφατο παράδειγμα του CDRSEE, το οποίο χρηματοδοτείται από πλειάδα συμφερόντων, όπως το Υπουργείο Εξωτερικών των Η.Π.Α., ο Οργανισμός των Η.Π.Α. για τη Διεθνή Ανάπτυξη, το Υπουργείο Εξωτερικών της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, το Σύμφωνο Σταθερότητας για τη Νοτιοανατολική Ευρώπη κ.ά).

Η πολιτικώς ορθή ιστοριογραφία, η ‘light’ ή ‘pink clouds’ Ιστορία δεν πρόκειται να επιτύχει τον διακηρυγμένο καλοπροαίρετο σκοπό της: την συναδέλφωση των λαών, γιατί υποθάλπει το συστατικό κάθε δηλητηριασμένης σχέσης με ελάχιστες πιθανότητες ευτυχούς τέλους: το ψέμα με την μορφή του εξωραϊσμού και της παράλειψης, που όταν κάποτε ανακαλύπτεται –και αυτό η Ιστορία διδάσκει ότι είναι αναπόδραστο- το συναίσθημα της διάψευσης βλάπτει θανάσιμα ό,τι κτίσθηκε. Η μεταγενέστερη αποκάλυψη της αλήθειας θα ξυπνήσει ακραία αντανακλαστικά και κοινωνικές συγκρούσεις που θα μπορούσαν να αποφευχθούν απλώς τηρώντας το αυτονόητο: κρατώντας το σύστημα της εξωθεσμικά χρηματοδοτούμενης ιδεολογίας έξω από το εκπαιδευτικό μας σύστημα.

****
Πρωτοδημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Πολιτικά Θέματα» με τον τίτλο «Ο μαρξισμός ξανάρχεται με πολιτιστική προβιά», τ. 1566, σελ. 32-35, 23.04.2007.

Μεσαίος χώρος: το ιδεολόγημα της (εκλογικής) συμφοράς

Η ΝΔ υπέστη συντριπτική ήττα, από την οποία θα δυσκολευτεί να ανανήψει. Τελεία και παύλα. Η ήττα αυτή δεν προήλθε μόνο από τα σκάνδαλα, υπαρκτά ή ανύπαρκτα, που έπληξαν τη δημόσια εικόνα της ή τις λάθος επιλογές που ακολούθησαν την αποκάλυψή τους (βλέπε συνέντευξη στη ΔΕΘ τον Σεπτέμβριο του 2008), αλλά και από την πεπατημένη που ακολούθησε η ΝΔ από το 2004 μέχρι σήμερα: η «γαλάζια» παράταξη, δεν προσπάθησε να μετουσιώσει την θέση ισχύος που απέκτησε μετά τις εκλογές του 2004, για να εμπεδώσει καθεστώς πολιτικής κυριαρχίας.

Φυσικά, κανείς δεν τους είπε ότι η πολιτική κυριαρχία, είναι αποτέλεσμα της ιδεολογικής. Κανείς δεν τους είπε ότι θα έπρεπε να αποσπάσουν όχι μόνο την (ούτως ή άλλως προσωρινή) συναίνεση των ψηφοφόρων, αλλά και την ενεργή συμμετοχή τους στα πολιτικά δρώμενα. Κοινώς, οι «εγκέφαλοι» της Ρηγίλλης δεν προσπάθησαν καθόλου να μπολιάσουν την κοινωνία με τις αξίες της ΝΔ, αλλά αναλώθηκαν (ελέω του πρώην αριστερού και εντελώς παρείσακτου στη ΝΔ, Θοδωρή Ρουσόπουλου) σε επικοινωνιακά τεχνάσματα (ενίοτε επιτυχημένα, αλλά ακόμα και τότε χωρίς κανένα βάθος), προϊόντα μιας διαχειριστικής και συνάμα καιροσκοπικής λογικής, «γαρνιρισμένα» με ψευδαισθήσεις και αυταπάτες πολιτικής παντοδυναμίας.

Τα πρόσωπα

Ο πρωθυπουργός επέδειξε αδικαιολόγητη εμμονή με κάποιους συνεργάτες του, φορείς των «ιδεών» του «μεσαίου χώρου», χωρίς τα συνεχή παθήματα δεν μεταβάλλουν τις απόψεις του. Ένας εξ αυτών, ο πρώην εχθρός του Γιώργος Σουφλιάς, άνθρωπος με προσβάσεις σε ισχυρούς ανθρώπους που ποτέ δεν άφησαν τη ΝΔ στην ησυχία της, αναγκάστηκε προ ημερών να παραιτηθεί, λόγω της γενικευμένης κατακραυγής στο εσωτερικό της ΝΔ εναντίον του. Αν αναλογιστεί κανείς ότι ο πρώην πρωθυπουργός τον είχε διαγράψει τον Φεβρουάριο του 1998 από το κόμμα, τότε είναι να τρελαίνεται... Ο Γιώργος Σουφλιάς ήταν εκ των εισηγητών της καταστροφικής υποψηφιότητας Τζανετάκου το 2002, που οδήγησε τη ΝΔ στα πρόθυρα της νευρικής κρίσης, δίνοντας μια καταπληκτική πάσα στον Γιώργο Καρατζαφέρη, που καιροφυλακτούσε στα δεξιά της.

Ανάλογη ήταν και η αντιμετώπιση του πρωθυπουργού προς τη Μαριέττα Γιαννάκου, η οποία ζημίωσε πολλαπλά την παράταξη με το τρισάθλιο, βέβηλο και αντεθνικό βιβλίο ιστορίας της ΣΤ’ δημοτικού, το οποίο η νυν ευρωβουλευτής, υπερασπίστηκε με σθένος, πληγώνοντας την παράταξη (σημειώνουμε ότι η πρώην υπουργός είχε ταχθεί υπέρ του εθνοκτόνου σχεδίου Ανάν, ενώ είχε στηρίξει και την υποψηφιότητα Τζανετάκου για την υπερνομαρχία Αθηνών). Και εκεί καθυστερημένη παρέμβαση κατόπιν εορτής. Όπως και μια ανεξήγητη απόπειρα πολιτικής ανάνηψης της πρώην υπουργού με την τοποθέτησή της ως επικεφαλής του ευρωψηφοδελτίου της ΝΔ, τη στιγμή που λιγότερο από δύο χρόνια πριν, οι συντηρητικοί ψηφοφόροι της Αθήνας είχαν εκφράσει την αγανάκτησή τους προς το πρόσωπό της, αφήνοντάς την και μάλιστα σε εκλογές νικηφόρες για τη ΝΔ, εκτός βουλής.

Ο μεσαίος χώρος που... δεν υπάρχει!

Τι σημαίνει «μεσαίος χώρος»; Πρόκειται, σύμφωνα με στελέχη της ΝΔ, για έναν ενδιάμεσο χώρο, που στεγάζεται κάπου εκεί στο παλιό κέντρο, χωρίς όμως σε καμία περίπτωση να κουβαλά τα σκληρά ιδεολογικά χαρακτηριστικά που χαρακτήριζαν τα προ της μεταπολίτευσης κεντρώα κόμματα. Σε αυτόν τον χώρο λοιπόν, φέρονται να κατοικοεδρεύουν μετριοπαθείς πολίτες. Λοιπόν, τέτοιο πράγμα δεν υπάρχει! Πρόκειται περί αποκυήματος της φαντασίας ανθρώπων όπως ο σύμβουλος του Κώστα Καραμανλή Γιάννης Λούλης. Η ερμηνεία αυτή, βασίστηκε σε μια λάθος θεώρηση: κάποιοι πήραν πολύ στα σοβαρά μια υπαρκτή τάση εκλογικής συμπεριφοράς, η οποία όμως σε καμία περίπτωση δεν είχε τα διαχρονικά χαρακτηριστικά που της απέδωσαν, ενώ δεν είχε συγκεκριμένο πλαίσιο και δεν αποτελούσε την εκλογική πηγή της ιδεολογικοπολιτικής παντοδυναμίας.

Αποτέλεσμα λοιπόν της αριστερής «στροφής» διαρκείας, που σηματοδότησε η υιοθέτηση του «μεσαίου χώρου», συντελώντας στον εθνικό και θρησκευτικό αποχρωματισμό της χώρας μας:
  • η αποψίλωση της δεξιάς πτέρυγας της ΝΔ,
  • η ενίσχυση του ΛΑΟΣ, αλλά στο τέλος και
  • η απώλεια των «απολιτίκ» ψηφοφόρων του λεγόμενου «μεσαίου χώρου», που πλέον μετακινούνται από κόμμα σε κόμμα με μεγάλη ευκολία, ιδιαίτερα σε εποχές κρίσεων, προς αναζήτηση άμεσης πολιτικοοικονομικής ανακούφισης.  
Η ΝΔ «αμυνόμενη και προπηλακιζόμενη» στις τελευταίες εκλογές, αιμορράγησε και προς τα δεξιά αλλά και προς τα αριστερά. Αυτό ήταν το αποτέλεσμα της πολιτικής του «μεσαίου χώρου» και του «πολιτικού πολιτισμού».

Κλίνατε επί δεξιά...

Η μόνη λύση για τη ΝΔ, είναι:
  • η ενδυνάμωση του εθνικοπατριωτικού χαρακτήρα του κόμματος,
  • η αποκήρυξη των νεοφιλελεύθερων επιρροών και
  • η πολιτική περιθωριοποίηση όσων προωθούν την ατζέντα της φιλελευθεροποίησης των κοινωνικών σχέσεων και της παγκοσμιοποίησης, «τροχίζοντας» τις αντιστάσεις μας.  
Ήδη, αν κανείς κοιτάξει την ανθρωπογεωγραφία της νέας κοινοβουλευτικής ομάδας της ΝΔ, θα διαπιστώσει ότι οι ψηφοφόροι γύρισαν την πλάτη τους σε πολλούς από τους θιασώτες της ιδεολογικής μετάλλαξης της παράταξης, αφήνοντας τους περισσότερους εξ αυτών εκτός βουλής.


του Νίκου Χιδίρογλου
http://www.ppol.gr/cm/index.php?Datain=5538&LID=1