Παρασκευή 25 Δεκεμβρίου 2009

H παραμόρφωση του Σβορώνου

* Αν ο εθνικισμός δημιουργεί το έθνος και όχι το έθνος τον εθνικισμό, τότε ποιο είναι αυτό που δημιουργεί τον εθνικισμό;
ΝΑΣΟΣ ΒΑΓΕΝΑΣ
Κυριακή 20 Φεβρουαρίου 2005
Εφημερίδα "ΤΟ ΒΗΜΑ",


Το κείμενό μου της 23ης Ιανουαρίου για το βιβλίο του N. Σβορώνου Το ελληνικό έθνος προκάλεσε την απάντηση των κκ. A. Λιάκου και N. Δεμερτζή. Οι δύο καθηγητές, θεωρητικοί της εθνοσυγκρότησης, σωστά αισθάνθηκαν ότι η επίκρισή μου των κυρίαρχων σήμερα, στο πανεπιστημιακό μας επίπεδο, απόψεων για τη διαμόρφωση της νεοελληνικής συνείδησης αφορούσε και αυτούς. Οι αντιδράσεις τους στο βιβλίο του Σβορώνου ελπίζω ότι θα προκαλέσουν γονιμότερη συζήτηση επί του θέματος.


H νηφάλια απάντηση του κ. Δεμερτζή προωθεί τη συζήτηση. Θα συμφωνούσα, γενικά, με τις διευκρινίσεις της, οι οποίες, όπως σωστά παρατηρεί ο κ. Δεμερτζής, «δεν απέχουν πολύ από την ουσία της ανάλυσης του ίδιου του Σβορώνου». Ομως η φρασεολογία του στα κύρια σημεία των θέσεών του δεν συνάδει με το περιεχόμενό τους. Λ.χ. γράφει ότι «δεν υπάρχει ένας εθνικισμός αλλά πολλοί εθνικισμοί», όμως το βιβλίο του έχει τίτλο Ο λόγος του εθνικισμού· αναγνωρίζει ότι το έθνος «δεν είναι μια κατασκευή εκ του μηδενός», όμως συγχρόνως γράφει ότι πριν από τον Διαφωτισμό «το σημαίνον [του όρου] έθνος είναι άδειο». Αν ο εθνικισμός δημιουργεί το έθνος και όχι το έθνος τον εθνικισμό, τότε ποιο είναι αυτό που δημιουργεί τον εθνικισμό;


H απάντηση του κ. Λιάκου είναι, πιστεύω, σπασμωδική. Διότι το να υποστηρίζει ένας ιστορικός ότι ένας φιλόλογος δεν μπορεί, εξ ορισμού, να είναι εξοικειωμένος με ιστορικά θέματα, δηλώνει απώλεια ψυχραιμίας· πολλώ μάλλον όταν ο κ. Λ. αισθάνεται εξοικειωμένος με τη φιλολογία τόσο, ώστε να καταπιάνεται και με λογοτεχνικά θέματα (βλ. τις ενασχολήσεις του με τη γενιά του '30).


Ο κ. Λ. αμφισβητεί την παρατήρησή μου ότι υπάρχουν Ελληνες ιστορικοί που υποστηρίζουν ότι πριν από το τέλος του 18ου αιώνα δεν υπάρχουν άνθρωποι που να αυτοπροσδιορίζονται, σε επίπεδο εθνότητας, ως Ελληνες, και ζητά να «προσκομιστεί η παραπομπή» της.


Προσκομίζω δύο παραπομπές. H πρώτη είναι άρθρο μιας ιστορικού, η οποία σε κείμενό της στην Αυγή (8/10 και 28/10/2000) αποκαλεί «Ελληνες» (εντός εισαγωγικών) τους Ελληνες ως το 1800, γιατί - σύμφωνα με τη θεωρία - πιστεύει ότι ως τότε δεν αισθάνονταν τον οθωμανικό ζυγό και, ως εκ τούτου, «δεν είχαν συνείδηση της ύπαρξής τους ως έθνους». H δεύτερη είναι του κ. Λιάκου, ο οποίος υποστηρίζει ότι ο ελληνορθόδοξος πληθυσμός της Κύπρου δεν ήταν ελληνικός και ότι η ελληνοποίησή του «προετοιμάστηκε από τον 19ο αιώνα με την εμφύσηση [sic] σε αυτόν ελληνικής συνείδησης» (Το Βήμα, 22/9/1996).


* Επιπόλαια ανάγνωση
H επιχειρηματολογία της απάντησης του κ. Λ., παρότι περιέχει μοντερνιστικά στοιχεία, είναι εκείνης της υφής, την οποία συναντούμε περισσότερο στους μεταμοντέρνους: βασιζόμενη σε ανακρίβειες και παραποιήσεις (ασύνειδες, υποθέτω) των απόψεων του συνομιλητή της κατασκευάζει έναν αχυρένιο αντίπαλο εύκολα ανατρέψιμο. Θα δείξω ορισμένες από αυτές:


1. Γράφει ο κ. Λ.: «Οι ιστορικοί δέχτηκαν με επιφυλακτικότητα την έκδοση του χειρογράφου του Σβορώνου».
Με επιφυλακτικότητα, υποθέτω, θα δέχτηκαν την έκδοση μόνο οι ιστορικοί που συμφωνούν με τις απόψεις του κ. Λ. Λέω υποθέτω, γιατί κανείς από τους ιστορικούς αυτούς, ως την ημέρα της δημοσίευσης του άρθρου μου, δεν κοινοποίησε τις επιφυλάξεις του. Από τους ιστορικούς που κοινοποίησαν τις απόψεις τους για το βιβλίο (Ασδραχάς, Βόγλης, Ελεφάντης, Καραμανωλάκης, Καραπιδάκης) κανείς δεν εξέφρασε επιφυλακτικότητα. Εκτός αν αυτούς ο κ. Λ. δεν τους θεωρεί ιστορικούς.


2. Γράφει ο κ. Λ.: «Ενδεχομένως, αν ζούσε σήμερα, ο Σβορώνος θα είχε επιφυλάξεις για τη σκοπιμότητα αυτής της έκδοσης».
Ο Σβορώνος δεν θα είχε καμία επιφύλαξη. Παρότι έγραψε το βιβλίο στα μέσα της δεκαετίας του '60, τον Δεκέμβριο του 1988, λίγους μήνες πριν από τον θάνατό του, δήλωνε σε συνέντευξή του στο περιοδικό Σύγχρονα Θέματα: «Ετοιμο είναι και θα βγει πολύ σύντομα». Οι νεότερες απόψεις, τις οποίες ο κ. Λ. χαρακτηρίζει «σύγχρονη σκέψη των ιστορικών», ήταν ήδη διαμορφωμένες το 1988. Ο Σβορώνος τις γνώριζε και τις αντέκρουε στην εν λόγω συνέντευξή του. Ο,τι πραγματικά νέο θεωρητικό εμφανίστηκε μετά το 1988 - πιο σύγχρονο από εκείνο που ο κ. Λ. θεωρεί σύγχρονη ιστορική σκέψη - ενισχύει (όπως παρατηρούσα στο άρθρο μου) τις απόψεις του βιβλίου του Σβορώνου. Οπως γράφει ο Σπ. I. Ασδραχάς, «είναι βέβαιο ότι, αν το κείμενο αυτό γραφόταν σε κοντινότερούς μας καιρούς, θα είχε την ίδια "φιλοσοφία της σύνθεσης", παρά την άνθηση των ερευνών και των συνθετικών δοκιμών γύρω από την έννοια και την πραγματικότητα του έθνους».


3. Γράφει ο κ. Λ.: «Ο κ. Βαγενάς υποστηρίζει ότι η ελληνική περίπτωση αποτελεί μια εξαίρεση, η οποία δεν εμπίπτει στις θεωρίες συγκρότησης του έθνους».
Πουθενά στο κείμενό μου δεν υποστηρίζω ότι η ελληνική περίπτωση αποτελεί εξαίρεση. Εκείνο που γράφω είναι ότι έχει «μιαν ιδιαιτερότητα» (εξαίρεση και ιδιαιτερότητα δεν είναι το ίδιο πράγμα). Και πουθενά δεν ισχυρίζομαι ότι η ιδιαιτερότητα αυτή δεν εμπίπτει στις θεωρίες συγκρότησης του έθνους. Εκείνο που λέω είναι ότι δεν εμπίπτει στη θεωρία του κ. Λ., η οποία δεν δέχεται ότι υπάρχουν ιδιαιτερότητες και εξαιρέσεις (γράφει ο κ. Λ.: «H ειρωνεία είναι ότι το επιχείρημα αυτό [της εξαίρεσης] αποτελεί ένα από τα συστατικά της ίδιας της ιδεολογίας του εθνικισμού»). H θεωρία του κ. Λ. είναι προκρούστεια ακόμη και με τους όρους των θεωρητικών του προτύπων, γιατί αυτά δέχονται ότι υπάρχουν εξαιρέσεις. Ο Gellner, λ.χ., ομολογεί (στο βιβλίο του Εθνη και εθνικισμός - σ. 242 - στο οποίο κυρίως παραπέμπει ο κ. Λ.) ότι «γενικεύσεις που δεν έχουν εξαίρεση είναι σπάνια εφικτές».


4. Ο κ. Λ. με παρουσιάζει να διαβάζω «κανονιστικά» τις απόψεις του Σβορώνου, «ως παρακαταθήκες αληθειών για το έθνος».
Από κανένα σημείο του κειμένου μου δεν προκύπτει κάτι τέτοιο. H μόνη εκτίμηση της άποψης του Σβορώνου που κάνω είναι ότι τη θεωρώ «πειστικότερη από εκείνη των κυρίαρχων σήμερα στη χώρα μας, στο πανεπιστημιακό επίπεδο, μοντερνιστικών και μεταμοντερνιστικών σχημάτων». Πειστικότερη δεν σημαίνει αναγκαστικά πειστική.


* Μαρξιστής μεταφυσικός;
Επειτα απ' όλα αυτά δεν είναι περίεργο ότι ο κ. Λ. παραποιεί (ανεπίγνωστα, πιστεύω) και τις απόψεις του ίδιου του Σβορώνου, όταν τον απεικονίζει ως μεταφυσικό ιστορικό, που για να περιγράψει τη διαμόρφωση του νέου ελληνισμού «καταφεύγει στο θεολογικό σχήμα του τριπρόσωπου της Αγίας Τριάδας».


H απεικόνιση αυτή είναι τόσο εξωφρενική, που αναρωτιέται κανείς κατά πόσο ο κ. Λ. γνωρίζει πραγματικά το έργο του Σβορώνου. Ο κ. Λ. την αιτιολογεί παραπέμποντάς μας σε ένα παλαιότερο κείμενό του (του 1994), από το οποίο διαπιστώνουμε ότι το παραναγνωστικό του πρόβλημα είναι χρόνιο. Αναφερόμενος στη ρομαντική «θεολογική αντίληψη της ιστορίας» του Ζαμπελίου, γράφει σε αυτό το κείμενο: «H ιδέα αυτή μεταπλάθεται και αποκτά μεγάλη διασπορά. Π.χ., πάνω από έναν αιώνα αργότερα ο N. Σβορώνος, ο οποίος κρατά τρεις ελληνισμούς (αρχαίο, μεσαιωνικό και νεώτερο), θα σκοντάψει στο ίδιο πρόβλημα: "Ο ελληνισμός", γράφει, "σαν κάποια μεταφυσική οντότητα, σαν ένα είδος "πράγμα καθ' εαυτό", μένει αμέτοχος στη μεταβολή ενός περίγυρου και θεωρείται επομένως συνεχής, ταυτός εαυτώ και ποιοτικά αναλλοίωτος". H εθνική ιστοριογραφία, ακόμη και στη μαρξιστική της εκδοχή, έμεινε μεταφυσικά θεμελιωμένη».


Οι απόψεις του χωρίου που ο κ. Λ. παραθέτει εδώ από τα Ανάλεκτα του Σβορώνου (σ. 71) δεν είναι βέβαια του Σβορώνου. Ο Σβορώνος στο κείμενό του αυτό, αλλά και στο Ελληνικό έθνος, υποστηρίζει ακριβώς τα αντίθετα. Το χωρίο στα Ανάλεκτα τελειώνει με ερωτηματικό και αποτελεί το πρώτο σκέλος ενός βασικού προβλήματος της νεοελληνικής ιστοριογραφίας, που ο Σβορώνος το περιγράφει υπό ερωτηματική μορφή (στην παράθεση του χωρίου από τον κ. Λ. το ερωτηματικό έχει εξαφανιστεί). Το δεύτερο σκέλος του ερωτήματος έχει ως εξής: «Ή αντίθετα τα επίθετα αρχαίος, μεσαιωνικός, νέος [ελληνισμός] έχουν, εκτός από τη χρονική τους σημασία, και ποιοτική προσδιοριστική δύναμη, [...] έτσι που η εκάστοτε μεταβολή των συνθηκών να συνεπιφέρει και μεταβολή στην ουσία του ελληνισμού;». H απάντηση του Σβορώνου στο διαζευκτικό ερώτημα είναι ότι το περιεχόμενο της έννοιας του ελληνισμού μεταβάλλεται και ότι τα επίθετα «εκφράζουν τρεις καταστάσεις [του ελληνισμού] ποιοτικά διαφορετικές». Ο Σβορώνος δηλαδή - αναμενόμενο άλλωστε - απορρίπτει τη μεταφυσική θεμελίωση της ιστοριογραφίας· απόρριψη την οποία επαναλαμβάνει και στο Ελληνικό έθνος («Το έθνος είναι κι αυτό μια ιστορική κατηγορία. [...] Κανένας πλέον σοβαρός μελετητής δεν ικανοποιείται με τις ρομαντικές αντιλήψεις που παρουσίαζαν το έθνος ως κάποια υπερβατή οντότητα δεδομένη από τα πριν»: σ. 22-23). Και αυτή τη «διαγραφή της πορείας του περιεχομένου του ελληνισμού» (Ανάλεκτα, σ. 72) επιχειρεί με το βιβλίο


* Μεταμοντέρνα θεωρητικολογία
Αυτά ως προς το πραγματολογικό μέρος της απάντησης του κ. Λ. Σε ό,τι αφορά το θεωρητικό της μέρος, ο κ. Λ. ταυτολογεί. Αντί να αντικρούσει τις αιτιάσεις μου για την άκριτη μεταφορά στα καθ' ημάς των ανιστόρητων περί νέου ελληνισμού απόψεων των θεωρητικών του προτύπων, αναλώνεται στη συνήθη θεωρητικολογία των μεταμοντέρνων, όταν τους τίθεται ένα δυσαπάντητο ερώτημα. Μας μιλάει για τις θεωρητικές προϋποθέσεις του κάθε λόγου. Μας λέει ότι οι ιστορικοί «χρειάζονται τα [σύγχρονα] θεωρητικά διαβάσματα για να ξέρουν πώς να θέτουν ερωτήματα στις πηγές τους». Αλλά αυτά - αυτονόητα ήδη για τη δεκαετία του '70 - τα λέει ο Σβορώνος από το 1955 στο ίδιο κείμενο των Αναλέκτων στο οποίο παραπέμπει ο κ. Λ.: «Ο καθορισμός των κοινωνικών και πολιτικών παραγόντων που προσδιόρισαν την οπτική τους γωνία», γράφει, είναι «βασική» προϋπόθεση για τους ιστορικούς. Ο Σβορώνος τα λέει αυτά πριν από την κατά κ. Λ. σύγχρονη θεωρία: πριν ακόμη τα διατυπώσει ο Hobsbawm, από τον οποίο ο κ. Λ. επίσης αντλεί.


Οι μαρξιστές ιστορικοί Hobsbawm και Σβορώνος δεν λένε επί του θέματος των πηγών κάτι το διαφορετικό. Εκείνο που τους διαφοροποιεί στην ελληνική περίπτωση είναι ότι ο Σβορώνος γνωρίζει την ελληνική ιστορία πολύ καλύτερα απ' ό,τι ο Hobsbawm. Γι' αυτό και η άποψή του ως προς την ελληνική περίπτωση είναι εγκυρότερη.


Ο κ. Νάσος Βαγενάς είναι καθηγητής της Θεωρίας και Κριτικής της Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Πέμπτη 24 Δεκεμβρίου 2009

Θεωριοκρατία και θεωριολαγνεία

* Ο θεωριολάγνος ιστορικός παραποιεί, εξιδανικεύοντας, τα αντικείμενα του θεωρητικού του πόθου παρουσιάζοντάς τα ως γενικής εφαρμογής, ακόμη και όταν οι κατασκευαστές τους προειδοποιούν για τις ελλείψεις του οικοδομικού τους υλικού

ΝΑΣΟΣ ΒΑΓΕΝΑΣ 
Κυριακή 13 Μαρτίου 2005
Αναδημοσίευση από το Βήμα


Στην επιφυλλίδα μου της περασμένης Κυριακής μιλούσα για την πρόσληψη από τους θεωριοκρατούμενους ιστορικούς του βιβλίου Φαντασιακές κοινότητες του Β. Anderson (1983). Ελεγα ότι ο μεταφορικός όρος φαντασιακή για την εθνική κοινότητα, τον οποίο καθιέρωσε αυτό το βιβλίο, στην κυριολεκτική του σημασία και με αξιώσεις καθολικής και αδιαφοροποίητης για κάθε εθνική διαμόρφωση ισχύος, έγινε - και είναι ακόμη για πολλούς - το δελτίο εισόδου και παραμονής στον παράδεισο της θεωρητικής περί εθνικισμού πρωτοπορίας. Και αναφερόμουν στην αγιολόγηση του βιβλίου από τους επιμελητές της ελληνικής του έκδοσης (1997 κύριος επιμελητής ο κ. A. Λιάκος), για τους οποίους ο χαρακτηρισμός θεωριοκρατούμενος θα πρέπει, για όσους έχουν διαβάσει προσεκτικά το βιβλίο, να έχει γίνει αισθητός ως σχήμα λιτότητος. Διότι για τους εν λόγω επιμελητές (και όχι μόνο γι' αυτούς) θα ήταν ακριβέστερος ο προσδιορισμός θεωριολάγνοι, τον οποίο θα επεξηγήσω στο σημερινό άρθρο μου.


* Επιθυμίες και διαστρέβλωση
Θεωριολάγνος θα πρέπει να αποκληθεί ο ιστορικός που συνδιαλέγεται μόνο με όρους θεωρητικούς· που τον ρωτάς τι φαγητό έφαγε και αυτός, αντί να απαντήσει «πατάτες», σου αναπτύσσει μια καθαρεύουσα θεωρία για την ανάγκη εκσυγχρονισμού των μεθόδων καλλιέργειας των γεωμήλων. Ο ιστορικός αυτός για να ικανοποιήσει τις θεωρητικές του επιθυμίες όχι μόνο διαστρεβλώνει πλήρως (ενσυνειδήτως ή ανεπιγνώστως) τις απόψεις άλλων ιστορικών γιατί αμφισβητούν το θεωρητικό του σχήμα (λ.χ., παραμορφώνει τον μαρξιστή Σβορώνο σε μεταφυσικό ιστορικό) αλλά και παραποιεί, εξιδανικεύοντας, τα αντικείμενα του θεωρητικού του πόθου παρουσιάζοντάς τα ως γενικής εφαρμογής, ακόμη και όταν οι κατασκευαστές τους προειδοποιούν για τις ελλείψεις του οικοδομικού τους υλικού χαρακτηρίζοντας «περιορισμένη την αξίωσή τους για καθολική ισχύ».


Ο θεωριολάγνος ιστορικός «ενδιαφέρεται για τις διαδικασίες συγκρότησης, όχι για τα στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν» για τη συγκρότηση του έθνους. Και τούτο «γιατί μέσα από αυτές τις διαδικασίες το παλαιότερο υλικό» - που είναι αποκλειστικά πολιτισμικό, όχι εθνικό (οι εθνότητες είναι γι' αυτόν μόνο πολιτισμικά μορφώματα) - «μπήκε σε νέα συμφραζόμενα, σε διαφορετικές συστοιχίες από εκείνες στις οποίες ανήκε». Ετσι για τον ιστορικό αυτόν η συναρπαστική άγνοια του νεοελληνικού υλικού που διαπιστώνει κανείς στις Φαντασιακές κοινότητες παύει να ενδιαφέρει από τη στιγμή που το υλικό αυτό (η άγνοια του Anderson) μπαίνει στις διαδικασίες συγκρότησης της θεωρίας του Anderson, η οποία, ως θεωρία καθολικής ισχύος, μπορεί να εφαρμοστεί και στην περίπτωση της νεοελληνικής εθνικής διαμόρφωσης.


* H νεοελληνική περίπτωση


Αλλά ας δούμε τι γνωρίζει ο Anderson για τους Νεοέλληνες, οι αναφορές των οποίων στο βιβλίο του δεν ξεπερνούν συνολικά τη μιάμιση σελίδα. Μία από τις δύο πηγές του γι' αυτούς, τις απόψεις της οποίας επαναλαμβάνει (σ. 116-117, 130), είναι ο E. Kedourie, που, καθώς είχε άγνοια (όπως και ο Anderson) της ελληνικής γλώσσας και ως εκ τούτου δεν είχε πρόσβαση σε ελληνικές πηγές, γνώριζε για τους Νεοέλληνες μόνο όσα μπορούσε να συμπεράνει γι' αυτούς από το γραμμένο στα γαλλικά «Υπόμνημα» του Κοραή. H δεύτερη πηγή του είναι απ' ό,τι φαίνεται προφορική: ο Anderson σημειώνει ότι την αναφορά του στην ελληνική δημώδη γλώσσα της βυζαντινής περιόδου - αναφορά αναπόφευκτη και, προφανώς γι' αυτό, καταχωνιασμένη σε μια σύντομη υποσημείωση (σ. 63) αντιφατικά, αφού το πολιτισμικό είναι για τη θεωρία του ένα κύριο εθνοδιαμορφωτικό στοιχείο - την οφείλει «σε πληροφορία της βυζαντινολόγου Judith Herrin».


Αυτό το ανύπαρκτο εμπειρικό υλικό δεν εμπόδισε τον Anderson να ενσωματώσει στη θεωρία του και τη νεοελληνική περίπτωση. Πολύ περισσότερο δεν εμποδίζει τον κύριο επιμελητή του βιβλίου, πανεπιστημιακό καθηγητή της Ιστορίας, να εκθειάζει «την εμβέλεια, το βάθος και την πυκνότητα της εμπειρικής τεκμηρίωσης» του Anderson και να επαναλαμβάνει θαυμαστικά τις απόψεις του περί νέου Ελληνισμού.


Για να φανεί καλύτερα ο ερασιτεχνισμός με τον οποίο ο Anderson προσεγγίζει τα εμπειρικά πεδία του βιβλίου του που βρίσκονται έξω από την ειδικότητά του (NA Ασία) - ερασιτεχνισμός που αδυνατεί να τον αμβλύνει η ομολογία του γι' αυτά: «Δεν έχω ειδικές γνώσεις» - θα αναφέρω την «εμπειρική τεκμηρίωση» των απόψεών του για τα εθνικά ταφικά μνημεία της νεοτερικής εποχής.


Γράφει ο A. στη θαυμαζόμενη από πολλούς αρχή του δεύτερου κεφαλαίου του βιβλίου του:
«Δεν θα βρει κανείς πιο παραστατικά εμβλήματα της σύγχρονης κουλτούρας του εθνικισμού από τα κενοτάφια και τα μνημεία του Αγνωστου Στρατιώτη. Το δημόσιο τελετουργικό δέος που συνοδεύει αυτά τα μνημεία, ακριβώς επειδή είναι είτε σκόπιμα κενά είτε κανείς δεν γνωρίζει ποιος κείτεται μέσα, δεν συναντάται στο παρελθόν. Για να κατανοήσουμε τη δύναμη αυτού του νεωτερισμού φτάνει να φανταστούμε τη γενική αντίδραση στον περίεργο που θα "ανακάλυπτε" το όνομα του Αγνωστου Στρατιώτη ή θα επέμενε να γεμίσει το κενοτάφιο με αληθινά λείψανα».


Αφήνοντας κατά μέρος το γεγονός ότι τα κενοτάφια της σύγχρονης κουλτούρας του εθνικισμού δεν είναι σκόπιμα κενά (πράγμα που το δηλώνουν, μεταξύ άλλων, και τα ονόματα των νεκρών που αναγράφονται, όταν είναι - ή γίνονται - γνωστά, σε πολλά από αυτά) και ότι το όνομα του Αγνωστου Στρατιώτη δεν υπάρχει για λόγους πρακτικούς και όχι για λόγους «δημόσιου τελετουργικού δέους» (η μορφή του μνημείου αυτού εμφανίστηκε όχι τον 19ο αιώνα, αιώνα εθνικιστικών παθών, αλλά μετά τον A' Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν οι νεκροί ήταν τόσο πολλοί και τόσο πολλοί οι μη αναγνωρίσιμοι που ήταν αδύνατον να ταφούν ονομαστικώς σε ένα ή περισσότερα μνημεία), αναρωτιέται κανείς από πού αντλεί ο Anderson τις γνώσεις του για τα ταφικά μνημεία του παρελθόντος ώστε να μπορεί να υπογραμμίζει με τέτοια βεβαιότητα τις διαφορές τους από τα ανάλογα μνημεία του παρόντος. Την απάντηση την παρέχει ο ίδιος ο Anderson σε μιαν υποσημείωση (σ. 61). «Οι αρχαίοι Ελληνες» γράφει «είχαν κενοτάφια αλλά για συγκεκριμένα γνωστά άτομα, των οποίων το σώμα, για κάποιον λόγο, δεν θα ήταν δυνατόν να ανευρεθεί ώστε να γίνει κανονικός ενταφιασμός. Οφείλω την πληροφορία στη συνάδελφο Judith Herrin».


* H θεωρία περί έθνους


Το θεωρητικό υλικό με το οποίο έχει κατασκευάσει το βιβλίο του ο Anderson δεν του επέτρεψε να σκεφθεί ότι ένας κλασικός αρχαιολόγος (πολύ περισσότερο ο ειδικός των ταφικών μνημείων της αρχαιότητας) θα ήταν ασφαλέστερη πηγή πληροφοριών γι' αυτά απ' ό,τι ένας βυζαντινολόγος. Ή, αν το είχε σκεφθεί, δεν τον προέτρεψε να κάνει έστω τη στοιχειώδη έρευνα: να ανοίξει ένα σχετικό βιβλίο για να ελέγξει την ιδέα του ότι το τελετουργικό δέος που εμπνέουν τα σημερινά μνημεία πεσόντων δεν συναντάται στο παρελθόν. Διότι, αν το είχε κάνει, θα διαπίστωνε ότι οι ομοιότητες των αρχαίων και των σημερινών μνημείων για τους πεσόντες είναι εκπληκτικές. «Γιατί ήταν τόσο σημαντικό», γράφει ένας ειδικός, οι νεκροί των πολέμων στην αρχαία Ελλάδα «να απολαμβάνουν τόσο ιδιαίτερη, σχεδόν τελετουργική προσοχή, τόσο ασυνήθιστες τιμές;» (Hoplites, επιμ. V.D. Hanson, σ. 39). Διότι, απαντούν οι κλασικοί φιλόλογοι και αρχαιολόγοι, το αίσθημα της «μητρός πατρίδος» (της «τεκούσης, θρεψάσης και υποδεξαμένης») δεν ήταν για τους αρχαίους ασθενέστερο από εκείνο της εποχής των εθνικών κρατών (βλ. Συκουτρή, Εκλογή έργων, σ. 390 κ.εξ.).


H θεωρία περί έθνους είναι πολύ σοβαρή υπόθεση για να αφεθεί στα χέρια των θεωριοκρατούμενων ιστορικών (πολλώ μάλλον των θεωριολάγνων), η θεωρητική σχηματικότητα των οποίων συνεχίζει να παράγει ιστοριογραφικές διαστρεβλώσεις.


Ο κ. Νάσος Βαγενάς είναι καθηγητής της Θεωρίας και Κριτικής της Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Ενας φαντασιακός ορισμός

* Οι προειδοποιήσεις του Anderson δεν μπόρεσαν να πτοήσουν τους θεωριοκρατούμενους ιστορικούς

ΝΑΣΟΣ ΒΑΓΕΝΑΣ 
Κυριακή 6 Μαρτίου 2005
Αναδημοσίευση από το Βήμα


Παρότι οι τελευταίες δεκαετίες είναι εποχή αναγνώρισης της ετερότητας, δηλαδή και της ιδιαιτερότητας, είναι συγχρόνως και εποχή των θεωρητικών διακηρύξεων, δηλαδή της λατρείας της γενικότητας. Τίποτε δεν δηλώνει εμβληματικότερα αυτή τη λατρεία από την έντονη ακόμη κινητικότητα πολλών θεωρητικών συνθημάτων (λ.χ. «ο θάνατος του συγγραφέα», «λογοκεντρισμός», «διακειμενικότητα», «κατασκευή»), που σηματοδοτούν, γενικεύοντας ακόμη περισσότερο, τις γενικότητες τις οποίες εκφράζουν. H παρακολούθηση της παραγωγής και της κατανάλωσης αυτών των συνθημάτων είναι πολύ ενδιαφέρουσα, γιατί θα μπορούσε να δείξει με ποιο τρόπο λειτουργούν, στο πεδίο των επιστημών του ανθρώπου, οι λιγότερο εγρήγορες νοοτροπίες.


Ας δούμε, π.χ., τη χρήση του όρου φαντασιακός στις θεωρίες του εθνικισμού. Τον όρο εισήγαγε στον περί έθνους λόγο το 1983 ο Benedict Anderson με το περίφημο βιβλίο του Imagined Communities (Φαντασιακές κοινότητες ελλην. μετάφρ. 1997), ο τίτλος του οποίου συνοψίζει τον ορισμό του A. για το έθνος, που έχει ως εξής: «Το έθνος αποτελεί μια ανθρώπινη κοινότητα που φαντάζεται τον εαυτό της ως πολιτική κοινότητα, εγγενώς οριοθετημένη και ταυτόχρονα κυρίαρχη. Αποτελεί κοινότητα σε φαντασιακό επίπεδο, επειδή κανένα μέλος, ακόμα και του μικρότερου έθνους, δεν θα γνωρίσει ποτέ τα περισσότερα από τα υπόλοιπα μέλη, δεν θα τα συναντήσει ούτε καν θα ακούσει γι' αυτά, όμως ο καθένας έχει την αίσθηση του συνανήκειν».


Ο ορισμός αυτός είναι πολλαπλώς προβληματικός. Πρώτον, διότι η έμφαση που δίνει ο A. στο πολιτικό στοιχείο ως κύριο συνεκτικό του εθνικού αισθήματος έρχεται σε αντίθεση με τον προσδιορισμό του της έννοιας του εθνικού φαντασιακού, δεύτερον, γιατί υπάρχουν και άλλα πράγματα, ορισμένα σημαντικότερα από εκείνο που αναφέρει ο ορισμός που δημιουργούν την αίσθηση του συνανήκειν και, τρίτον, επειδή οι επεξηγήσεις που δίνει ο A. για το εθνικό αίσθημα σε άλλα σημεία του βιβλίου μεταθέτουν το κύριο συνεκτικό του στοιχείο από το πολιτικό επίπεδο στο πολιτισμικό: Θα ήταν καλύτερα, προσθέτει ο A., «αν κανείς αντιμετώπιζε τον εθνικισμό σαν να ανήκε στην ίδια κατηγορία με τη "συγγένεια" και τη "θρησκεία" παρά με τον "φιλελευθερισμό" ή τον "φασισμό"». H ομοιότητα που ανακαλύπτει ο A. ανάμεσα στο αίσθημα της συγγένειας και στο εθνικό αίσθημα και η σπουδαιότητα που αποδίδει στις «πολιτισμικές ρίζες του εθνικισμού», ιδίως στη γλώσσα (στην τυπογραφική μορφή της: στις «έντυπες εθνικές γλώσσες»), υπονομεύουν την ισχύ για τις εθνικές κοινότητες του χαρακτηρισμού φαντασιακές σε τέτοιο βαθμό, που ο όρος να μη μπορεί να διαβαστεί παρά ως μια ατυχής μεταφορά.


Και όμως, αυτή την άστοχη μεταφορά επαναλαμβάνουν ως κυριολεξία οι θιασώτες των "ευφυών" θεωρητικών γενικεύσεων, παραβλέποντας τα ασθενή σημεία και της ίδιας της "φαντασιακής" θεωρίας, τα οποία παραδέχεται άλλωστε και ο ίδιος ο A., που επαναλαμβάνει (στους προλόγους και των δύο εκδόσεων του βιβλίου του) ότι «είναι περιορισμένη η αξίωση των επιχειρημάτων της για καθολική ισχύ»: «Το αντικείμενο των σπουδών μου καθώς και της ερευνητικής μου δραστηριότητας», γράφει, «είναι η N.A. Ασία. Αυτή η παραδοχή θα μπορούσε να εξηγήσει μερικές από τις κατευθύνσεις και τις επιλογές των παραδειγμάτων μου. [...] Οι γνώσεις μου για τη Δυτική Ευρώπη και τον Νέο Κόσμο είναι αρκετά επιφανειακές. [...] Μένει να φανεί κατά πόσο η ανάλυσή μου, παρότι μπορεί να είναι αποδεκτή για τη N.A. Ασία, είναι δυνατόν να έχει πειστική εφαρμογή σε ολόκληρο τον κόσμο».


Ωστόσο η παραδοχή αυτή και οι προειδοποιήσεις του A. δεν μπόρεσαν να πτοήσουν τους απανταχού της γης θεωριοκρατούμενους ιστορικούς. Ο όρος φαντασιακή, για την εθνική κοινότητα, στην κυριολεκτική του, όπως είπαμε, σημασία, συνώνυμος πλέον του όρου κατασκευή και με αξιώσεις καθολικής και αδιαφοροποίητης για κάθε εθνική διαμόρφωση ισχύος, έγινε - και είναι ακόμη για πολλούς - το δελτίο εισόδου και παραμονής στον παράδεισο της θεωρητικής πρωτοπορίας. Πολύ περισσότερο, η παραδοχή του A., αλλά και η συναρπαστική - όπως δείχνει το βιβλίο του - άγνοια της ελληνικής ιστορίας, δεν μπόρεσαν να πτοήσουν τους θεωριοκρατούμενους ιστορικούς της ελληνικής περιφέρειας, οι οποίοι, προφανώς στην επιθυμία τους να απαλλαγούν από το άχθος της επαρχιακής καθυστέρησης, έσπευσαν να εμφανιστούν βασιλικότεροι του βασιλέως - θέλω να πω θεωρητικότεροι του θεωρητικού.


Ετσι, λ.χ., οι επιμελητές της ελληνικής έκδοσης του βιβλίου, πανεπιστημιακοί ιστορικοί, απωθώντας τη σκέψη ότι η ισχύς της θεωρίας του είναι συζητήσιμη, εξαίρουν το βιβλίο για «τον συνδυασμό της θεωρητικής επιχειρηματολογίας του και της εμπειρικής τεκμηρίωσης», χαρακτηρίζοντάς το γι' αυτόν «έργο μοναδικό σε εμβέλεια, βάθος και πυκνότητα», χωρίς να νιώθουν ότι οι παρακείμενες στα εισαγωγικά τους κείμενα στο βιβλίο προλογικές ομολογίες του συγγραφέα του τους διαψεύδουν: «Εργα όπως οι Φαντασιακές Κοινότητες», γράφουν, «που βασίζονται σε ένα πλουσιότατο εμπειρικό υλικό - [...] ο πλούτος του οποίου αφορά τόσο στην Ευρώπη [sic] όσο και στη N.A. Ασία, την Αμερική [sic] και την Αφρική [sic] - [...] αποκτούν ξεχωριστή σημασία», γιατί «αναδεικνύουν την καθολικότητα [sic] και την ενιαία φύση μερικών από τα εξέχοντα χαρακτηριστικά του εθνικισμού».
Για την «εμβέλεια και το βάθος» του ελληνικού εμπειρικού υλικού του βιβλίου θα μιλήσουμε στην επόμενη επιφυλλίδα μας.


Ο κ. Νάσος Βαγενάς είναι καθηγητής της Θεωρίας και Κριτικής της Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Οι περιπέτειες της ελληνικής συνείδησης

ΝΑΣΟΣ ΒΑΓΕΝΑΣ
Εφημερίδα "ΤΟ ΒΗΜΑ",
Κυριακή 23 Ιανουαρίου 2005


Γραμμένη στα μέσα της δεκαετίας του 1960 η μελέτη του Νίκου Σβορώνου Το ελληνικό έθνος: Γένεση και διαμόρφωση του νέου Ελληνισμού παρέμεινε ανέκδοτη επί τέσσερις δεκαετίες για να εκδοθεί μόλις σήμερα (εκδόσεις Πόλις). Εξετάζοντας το θέμα της συνέχειας ή ασυνέχειας της ελληνικής ιστορίας ο μαρξιστής ιστορικός οδηγείται σε ένα συμπέρασμα διαφοροποιούμενο από τις απόψεις όχι μόνο της εθνικιστικής αλλά και της μοντερνιστικής (/μαρξιστικής) θεωρίας του έθνους, το οποίο ασφαλώς θα προκαλέσει συζητήσεις.


Πώς γράφεται μια θεωρία της διαμόρφωσης του έθνους; Καθώς μια θεωρία οφείλει να είναι γενική και να περιλαμβάνει όλες τις γνωστές εκδηλώσεις ενός φαινομένου, και καθώς κανείς δεν μπορεί να είναι επαρκής γνώστης της παγκόσμιας ιστορίας, μια αρκούντως πειστική (αν όχι ιδεώδης) θεωρία του εθνικισμού θα μπορούσε να γραφεί από έναν ιστορικό που, εκτός από τη διαμόρφωση του εθνικισμού στο πεδίο της δικής του ειδίκευσης, θα γνώριζε όσο το δυνατόν καλύτερα την πορεία του σχηματισμού και όσο το δυνατόν περισσότερων άλλων εθνικών μορφωμάτων.


Οι σκέψεις αυτές - αυτονόητες άλλωστε - μας έρχονται στον νου όταν συγκρίνουμε το περιεχόμενο του γραμμένου στα μέσα της δεκαετίας του 1960 και μόλις σήμερα εκδεδομένου βιβλίου του Νίκου Σβορώνου Το ελληνικό έθνος: Γένεση και διαμόρφωση του νέου Ελληνισμού με τις αναφορές στη νεοελληνική περίπτωση που περιέχονται στα θεωρητικά βιβλία των επιφανέστερων σήμερα μελετητών του εθνικισμού. Διότι η σύγκριση αυτή μας κάνει να αισθανόμαστε ότι, αν και οι μελετητές αυτοί έχουν ανατρέψει βασικές βεβαιότητες των εθνικιστών ιστορικών, ορισμένες πραγματεύσεις τους κάθε άλλο παρά είναι επαρκείς.


* Ιδεοληπτική ανάγνωση
Είναι φανερό ότι οι αναφορές στη νεοελληνική εθνική διαμόρφωση των Ε. Gellner, Ε. Kedourie, Ε. J. Hobsbawm, Benedict Anderson (αλλά και άλλων) στηρίζονται σε ελλιπή γνώση της νεοελληνικής ιστορίας (έλλειψη που οφείλεται κυρίως στην αδυναμία πρόσβασής τους - εξαιτίας της άγνοιας της ελληνικής γλώσσας - σε ελληνικές πηγές). Ο Kedourie, λ.χ., που δεν φαίνεται να έχει διαβάσει άλλο ελληνικό κείμενο πέρα από το γραμμένο στα γαλλικά «Υπόμνημα» (1803) του Κοραή, πιστεύει ότι ο Κοραής είναι ο πρώτος Νεοέλληνας που αισθάνεται ότι οι νεότεροι Ελληνες είναι απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων. Ο Anderson - συγγραφέας του περίφημου βιβλίου Φαντασιακές κοινότητες (1983), το οποίο εισήγαγε και καθιέρωσε τον χρησιμοποιούμενο κατά κόρον σήμερα όρο φαντασιακός στον περί έθνους λόγο - αντλεί τις όποιες γνώσεις του για τους Νεοέλληνες από τον... Kedourie. 


Θα περίμενε κανείς ότι οι έλληνες μελετητές του εθνικισμού, οι οποίοι αναπαράγουν γόνιμα στις εργασίες τους ορισμένες από τις διαπιστώσεις των εν λόγω θεωρητικών, θα τους ανταπέδιδαν την οφειλή τους επισημαίνοντας - ως καθ' ύλην αρμοδιότεροι - τις ελλείψεις των νεοελληνικών αναφορών τους. Ομως κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει. Απεναντίας μεταφέρουν μηχανικά στα κείμενά τους τις ανιστόρητες περί νέου ελληνισμού απόψεις των προτύπων τους. Ετσι προσλαμβάνοντας κυριολεκτικά τη νεωτεριστική άποψη ότι «δεν είναι το έθνος εκείνο που δημιουργεί τον εθνικισμό αλλά ο εθνικισμός εκείνος που δημιουργεί το έθνος» και οδηγούμενοι στην πεποίθηση ότι «το ζήτημα της μελέτης του εθνικισμού είναι πώς η ερμηνεία του να μη "μολυνθεί" από τυχόν προαποδοχή της ιδέας του έθνους», υποστηρίζουν ότι πριν από το τέλος του 18ου αιώνα δεν υπάρχουν άνθρωποι που να αυτοπροσδιορίζονται ως Ελληνες σε επίπεδο εθνότητας. «Μια "εθνική" ελληνική ταυτότητα» γράφουν «κατασκευάζεται μόνο με τον ελληνικό Διαφωτισμό».


H πεποίθηση αυτή, που διατυπώνεται ως αντίδραση προς την παπαρρηγοπούλεια άποψη της συνέχειας του ελληνισμού, όπως αυτή έχει προσληφθεί από την ελληνική εθνικιστική ιστοριογραφία, δηλώνει ότι οι εν λόγω ιστορικοί μας έχουν ελλιπή γνώση των πριν από τον ελληνικό Διαφωτισμό πηγών. Θέλω να πω ότι, αν οι έλληνες εθνικιστές ιστορικοί διάβαζαν ιδεοληπτικά αυτές τις πηγές, οι αντιεθνικιστές ιστορικοί διακατεχόμενοι από μιαν άλλη ιδεοληψία - ότι όχι μόνο οι απόψεις της εθνικιστικής ιστοριογραφίας είναι ιδεολογηματικές αλλά και οι πηγές στις οποίες στηρίζονται αυτές οι απόψεις είναι αναγκαστικά αναξιόπιστες - απαξιούν να τις διαβάσουν ή, αν διαβάσουν κάποιες από αυτές, τις ερμηνεύουν όχι λιγότερο ιδεοληπτικά μέσα από τις προδιαγραφές των θεωρητικών τους σχημάτων.


* Θεωρία και πραγματικότητα
Οι αντιεθνικιστές ιστορικοί αποφεύγουν να συνομιλήσουν ακόμη και με τον μη εθνικιστή Σβορώνο (διότι τις απόψεις που περιέχονται στο Ελληνικό έθνος ο Σβορώνος τις είχε ήδη διατυπώσει συνοπτικά σε προηγούμενα έργα του). Και αυτό ίσως γιατί - υποθέτω -, καθώς ο Σβορώνος είναι μαρξιστής (απορρίπτει, όπως και αυτοί, «τις ρομαντικές αντιλήψεις που παρουσίαζαν το έθνος ως κάποια υπερβατή οντότητα, έκφραση μιας φυλής ή ενός μεταφυσικού "λαϊκού πνεύματος", μιας "ψυχής"») και πιστεύει ότι η δημιουργία του έθνους «υπακούει σε κάποια ιστορική νομοτέλεια και βρίσκεται σε στενή εξάρτηση με τους κοινωνικούς παράγοντες που κινούν την ιστορία», η αντίκρουση των απόψεών του θα προϋπέθετε μια συζήτηση περί θεωρίας του έθνους η οποία στην ελληνική περίπτωση δεν θα μπορούσε να αποφύγει το θέμα της ιδιαιτερότητάς της και το θέμα των πηγών που μαρτυρούν αυτή την ιδιαιτερότητα, μια συζήτηση που θα απαιτούσε γνώση της μεταβυζαντινής και της βυζαντινής ιστορίας ανάλογη με εκείνη του Σβορώνου.


Και κατά τούτο κυρίως διαφέρει ο Σβορώνος από τους εν λόγω ιστορικούς. «Εκείνο που δεν ανέχεται ο ιστορικός» λέει σε μια συνέντευξή του (1988) «είναι η τυφλή μίμηση έτοιμων μεθοδολογικών σχημάτων, χωρίς να εξετάζεται αν ταιριάζουν στην πραγματικότητα που ερευνάται». Μια τέτοια ιστορική αντίληψη προϋποθέτει την πεποίθηση ότι η ιστορία δεν κατανοείται από δεύτερο χέρι, δηλαδή μόνο από τη βιβλιογραφία, ότι ο ιστορικός πρέπει να κάνει και πρωτογενή έρευνα. Οπως σημειώνει ο Σπ. I. Ασδραχάς στα εύστοχα «Προλεγόμενά» του στο Ελληνικό έθνος, «στον Σβορώνο η θεωρία υπόκειται ως ιστορικό σκεπτικό, δεν αναδύεται και, πολύ περισσότερο, δεν εκτοπίζει την "οντολογία" της ιστορίας. Είναι βέβαιο ότι, αν το κείμενο αυτό γραφόταν σε κοντινότερούς μας καιρούς, θα είχε την ίδια "φιλοσοφία της σύνθεσης", παρά την άνθηση των ερευνών και των συνθετικών δοκιμών γύρω από την έννοια και την πραγματικότητα του έθνους». Αυτός ήταν άλλωστε ο λόγος της διαφωνίας του Σβορώνου με τη μαρξιστική, μάλιστα κομματική, λογιοσύνη, οι απόψεις της οποίας ως προς το θέμα της ιστορικής πορείας του ελληνισμού ήταν παρόμοιες με αυτές των σημερινών θεωριοκρατούμενων ιστορικών.


* Λανθάνουσα συνέχεια
Το ερώτημα λοιπόν που θα πρέπει να τεθεί δεν είναι ποιες θα ήταν οι απόψεις του Σβορώνου στο θέμα της συνέχειας ή ασυνέχειας του ελληνισμού αν είχε διαβάσει ορισμένες από τις νεότερες θεωρίες περί έθνους, αλλά ποιες θα ήταν για το θέμα αυτό - και ίσως όχι μόνο γι' αυτό - οι απόψεις του Gellner, του Hobsbawm, του Kedourie, του Anderson ή άλλων, αν είχαν διαβάσει το Ελληνικό έθνος του Σβορώνου.


Αλλωστε ο Σβορώνος, που δεν αγνοούσε τις ως τον θάνατό του (1989) διαμορφώσεις της θεωρίας, είχε ήδη απαντήσει στη βεβαιότητα της σημερινής θεωρίας ότι ο εθνικισμός προηγείται του έθνους. H διαφωνία του με τους αριστερούς συντρόφους του (που τη δεκαετία του 1940 διατύπωναν με λιγότερο σοφιστικό τρόπο αυτό που έχει αναπτυχθεί σήμερα σε περίτεχνη θεωρία) ήταν - σημείωνε το 1988 - ότι «είχαν μπερδέψει, όπως γίνεται συχνά ακόμη και τώρα, το πρόβλημα της διαμόρφωσης μιας εθνότητας με το πολιτικό αίτημα του εθνικού κράτους». Εχοντας εισαγάγει στη συζήτηση τη δική του μαρξιστική ανάγνωση του εθνικισμού με κύριο χαρακτηριστικό της οπτικής του τη διασύνδεση του κοινωνικοοικονομικού παράγοντα με τον πολιτισμικό στη μακρά διάρκεια, ο Σβορώνος αμφισβητεί και το 1988 τη θεωρία ότι η έννοια του έθνους γεννήθηκε από την αστική τάξη. «H σύνδεση της αστικής τάξης» λέει «είναι με την έννοια του εθνικού κράτους όχι με την έννοια του έθνους, που την έχουν διαμορφώσει πολύ πριν οι διάφοροι λαοί».


Ο Σβορώνος, διαφορετικά από τους θεωριοκρατούμενους ιστορικούς, δεν πιστεύει ότι όσα υποστηρίζουν οι άνθρωποι με διαφορετική ιδεολογία ή άποψη από τη δική του είναι αναγκαστικά όλα λανθασμένα. Διαφοροποιείται από την εθνικιστική βεβαιότητα της αδιάσπαστης ιστορικής συνέχειας του ελληνισμού, ωστόσο ανιχνεύει την ύπαρξη λανθάνουσας «πολιτιστικής και ως ένα σημείο εθνολογικής συνέχειας», η οποία από τον 6ο ως τον 11ο αιώνα συντηρεί υποσυνειδησιακά την ελληνικότητα, για να ανακτήσει ο ελληνισμός σταδιακά τη συνειδητότητά του από το τέλος του 11ου και τις αρχές του 12ου αιώνα, σε μια νέα ιστορική πορεία που θα διαρκέσει ως τις αρχές του 19ου αιώνα και θα διαμορφώσει «σε συντελεσμένο έθνος» τον νέο ελληνισμό. Ο ορατότερος και αποφασιστικότερος συντηρητής της πολιτισμικής συνέχειας ήταν η εξελισσόμενη ανά τους αιώνες χωρίς διακοπή ελληνική γλώσσα, η οποία με τη «συνδετική και αφομοιωτική λειτουργία της» επέτρεψε την ανάκτηση αυτής της συνειδητότητας.


* Γλώσσα και κόσμος
Με το Ελληνικό έθνος ο Σβορώνος δεν επιχειρεί μια συνθετική αφήγηση της ελληνικής ιστορίας αλλά παρακολουθεί την πορεία της ελληνικότητας προσδιορίζοντας τα κύρια χαρακτηριστικά των διαφόρων σχηματισμών από τους οποίους πέρασε το ανθρώπινο σύνολο που ονομάζεται ελληνισμός έως ότου φτάσει στη διαμόρφωση μιας εθνικής ταυτότητας. Αν θέλαμε να εντάξουμε την προσέγγισή του στο πλαίσιο των ποικίλων προσεγγίσεων για το έθνος και τον εθνικισμό των τελευταίων πενήντα χρόνων - αρχεγονικές, παλαιικές, μοντερνιστικές, εθνοσυμβολικές, μεταμοντερνιστικές - θα λέγαμε ότι ο Σβορώνος προοικονομεί τις εθνοσυμβολικές. Απορρίπτοντας την ιδέα της φυλετικής σύστασης του έθνους και συσχετίζοντας τον κοινωνικοοικονομικό παράγοντα με την πολιτισμική παράδοση, ο Σβορώνος μάς δίνει μιαν άποψη για την πορεία του ελληνισμού πειστικότερη από εκείνη των κυρίαρχων σήμερα στη χώρα μας, στο πανεπιστημιακό επίπεδο, μοντερνιστικών και μεταμοντερνιστικών σχημάτων, μιαν άποψη που ενισχύεται από τις πρόσφατες μελέτες των εθνοσυμβολιστών (Perry Anderson, Α Zone of Engagement, 1992 Α. D. Smith, Nationalism, 2001), όπως και από πρόσφατες παρατηρήσεις της κοινωνικής ανθρωπολογίας και της εξελικτικής ψυχολογίας για τον σημαντικό ρόλο των πολιτισμικών στοιχείων και του αισθήματος στη διαμόρφωση της εθνικής συνείδησης. Αλλά και που βρίσκει μιαν απροσδόκητη (ακούσια βέβαια) συνηγορία από τις μεταμοντερνιστικές απόψεις για τη γλώσσα ως απόλυτο διαμορφωτή της πραγματικότητας. Διότι αν «δεν υπάρχει εκτός γλώσσας», όπως υποστηρίζουν οι απόψεις αυτές, αν τον κόσμο μου τον ορίζει η γλώσσα μου, και αφού δεν υπάρχει μία, παγκόσμια, γλώσσα αλλά πολλές και διαφορετικές, τότε η συνέχεια της ελληνικής γλώσσας, που είναι αδιαμφισβήτητη, θα πρέπει να συντηρεί εκείνο που ο Σβορώνος περιγράφει ως λανθάνουσα ελληνική συνέχεια.


Ο κ. Νάσος Βαγενάς είναι καθηγητής της Θεωρίας και Κριτικής της Λογοτεχνίας στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών.

ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΜΑΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗΣ

Σ αυτή την ιστορική καμπή που βρισκόμαστε, τρία είναι τα κύρια μέτωπα στα οποία οφείλουμε να πάρουμε σαφή στάση: Το πρώτο αφορά την Κύπρο και το σχέδιο Ανάν. Το δεύτερο αφορά τα Σκόπια και το όνομα «Μακεδονία». Και το τρίτο την υπεράσπιση της ελληνικότητας μπροστά στην επίθεση που δέχεται από ελληνικές και διεθνείς οργανωμένες δυνάμεις.

1)
Κύπρος: Παρά το ότι ο ελληνοκυπριακός λαός απέρριψε το Σχέδιο Ανάν με μεγάλη πλειροψηφία (70%), εν τούτοις τόσο μέσα στην Κύπρο όσο και στην Ελλάδα υπάρχουν πρόσωπα και δυνάμεις που συνωμοτούν, ώστε με την δημιουργία καταλλήλων συνθηκών να το επιβάλουν τελικά, μιας και η επικράτησή του εξακολουθεί να αποτελεί βασικό στόχο της πολιτικής των ΗΠΑ, που θέλουν μʼ αυτόν τον τρόπο να εξασφαλίσουν ένα σημαντικό στρατηγικό έρεισμα για τα άμεσα και μακροπρόθεσμα σχέδιά τους στην Μέση Ανατολή.

Είναι ανάγκη λοιπόν να βρεθεί ένας τρόπος, ώστε να ακουστεί η φωνή της μεγάλης πλειοψηφίας του ελληνικού λαού που δεν συμφωνεί στην εφαρμογή αυτού του Σχεδίου, το οποίο είναι αντίθετο με τα συμφέροντα της Κύπρου και ειδικότερα των Ελληνοκυπρίων, που αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα του Ελληνικού Έθνους.

2)
Σκόπια: Δεν θα πρέπει να έχει για μας καμμιά απολύτως σημασία το γεγονός ότι τα έχουν ήδη αναγνωρίσει με το όνομά τους πολλά κράτη δια διάφορους εμφανείς λόγους. Στην πραγματικότητα όσοι το κάνουν, αγνοούν ή και περιφρονούν την ιστορική αλήθεια. Άγνοια ασυγχώρητη, που οδηγεί στην ουσιαστική γελοιοποίησή τους. Το γεγονός και μόνο ότι έτσι θα νομίζουν ότι με την επιλογή τους αυτή θα συνυπάρχουν με τα τρισέγγονα του Μεγάλου Αλεξάνδρου, θα αποτελεί γιʼ αυτούς αιτία χλευασμού και υποτίμησης της σοβαρότητάς τους. Και υποθέτουμε ότι είναι περιττό να επαναλάβουμε εδώ τα λόγια του ίδιου του πρώην Προέδρου των Σκοπίων κ. Γκλιγκόρωφ, ότι δηλαδή οι Σκοπιανοί είναι Σλαύοι , η εθνικότητά τους Σλαυική και η γλώσσα τους ένα μείγμα Σλαυικής και Βουλγαρικής διαλέκτου.

Εκείνο όμως που θα πρέπει να μας αφορά ως Έλληνες, είναι το γεγονός ότι ορισμένοι ηγέτες των Σκοπιανών αποφάσισαν να εκμεταλλευτούν το όνομα «Μακεδονία», ανακηρύσσοντας τους εαυτούς τους ως μοναδικούς απογόνους-κληρονόμους της αρχαίας Μακεδονίας, του Φιλίππου και του Μεγάλου Αλεξάνδρου και με το εύρημα της «Μακεδονίας του Αιγαίου» να διεκδικούν χωρίς ντροπή τα εδάφη της σημερινής ελληνικής Μακεδονίας από δύση σε ανατολή χαράζοντας σαν σύνορα στον νότο τις παρυφές του Ολύμπου! Φτάνουν στο σημείο μάλιστα να διατείνονται ότι η Θεσσαλονίκη, που την προορίζουν ως πρωτεύουσά τους, βρίσκεται σήμερα υπό ελληνική κατοχή!

Πρόκειται για ένα βλακώδες, αισχρό και προσβλητικό παραλήρημα, απέναντι στο οποίο το μόνο που ταιριάζει σ
ʼ έναν υπεύθυνο λαό και ένα υπεύθυνο κράτος είναι η απόλυτη περιφρόνησή. Που σημαίνει ότι δεν δεχόμαστε καμμιά σχέση και ακόμα πιο πολύ καμμιά συζήτηση μαζί τους. Είτε μόνοι μας είτε με τη μεσολάβηση του
ΟΗΕ όπως γίνεται σήμερα. Και το μόνο που οφείλουμε να πράξουμε είναι να δηλώσουμε καθαρά ότι εμείς δεν πρόκειται ποτέ να τους χαρίσουμε το όνομα «Μακεδονία» και ότι δεν θέλουμε να έχουμε καμμιά σχέση οικονομική και διπλωματική μαζί τους.

Κλείνουμε τα σύνορα. Και δεν καταδεχόμαστε ούτε να τους εμποδίσουμε να μπουν στην αγκαλιά του ΝΑΤΟ και της Ευρώπης, που τόσο πολύ επιθυμεί την παρουσία ανάμεσά τους των γνήσιων απογόνων του … Μεγάλου Αλεξάνδρου. Ας τους χαίρονται λοιπόν, μιας και στην πραγματικότητα απολαμβάνουν την πλήρη εύνοια των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ, που έχουν ήδη μεταβάλει μαζί με το Κόσοβο και τα μισά Σκόπια σε μια από τις μεγαλύτερες στρατιωτικές τους βάσεις στον κόσμο. Με άλλα λόγια αποτελούν ήδη ένα στρατηγικής σημασίας προτεκτοράτο των ΗΠΑ και για τον λόγο αυτόν οι απειλές τους με στόχο τα εδάφη μας θα πρέπει να ληφθούν σοβαρά υπ
ʼ όψιν.

Μετά από όλα αυτά η συμμετοχή μας στις διαδικασίες που μας επιβάλλονται άνωθεν για δήθεν σύνθετες ονομασίες για όλες τις χρήσεις και πράσινα άλογα -γιατί αυτό που θα γίνει τελικά είναι να παραμείνει το όνομα «Μακεδονία»- αποτελεί απαράδεκτη υποχώρηση, που θίγει την σοβαρότητα και την αξιοπρέπειά μας. Πρέπει να σκεφτούμε σοβαρά ότι.η στάση αυτή δεν ταιριάζει σε λαούς όπως ο δικός μας, που είχε το θάρρος να αντιταχθεί στους ισχυρούς σε δύσκολες και κρίσιμες περιόδους προστατεύοντας την ιστορία του, την τιμή και την υπερηφάνεια του.

3)
Το τρίτο και σημαντικότερο εθνικό πρόβλημα που θα πρέπει να μας απασχολήσει, είναι η αποκάλυψη και καταγγελία στον ελληνικό λαό των κύκλων, ομάδων και οργανώσεων που σε συνεργασία με διεθνείς οργανισμούς επιδιώκουν την κατεδάφιση της ελληνικότητας.

Μεταξύ των διεθνών οργανώσεων πρωτεύοντα ρόλο έπαιξε το «Ίδρυμα Σόρος», που συγκαταλέγεται μεταξύ εκείνων των δυνάμεων που αποφάσισαν την διάλυση της Γιουγκοσλαυίας, τον πόλεμο στην Γεωργία και την αποσύνθεσή της, την υποταγή στη Δύση της Ουκρανίας και που σήμερα αναμοχλεύουν τους εθνικισμούς στην Αλβανία προετοιμάζοντας το όραμα για την Μεγάλη Αλβανία με τη δημιουργία του Κοσόβου και με στόχο την Ήπειρο (Τσαμουριά) αλλά και στα Σκόπια με την ενίσχυση της προβολής της «Μακεδονίας του Αιγαίου».

Όσον αφορά τη χώρα μας, με στόχο το χτύπημα της ελληνικότητας αποβλέπουν στην αποδιοργάνωση της συνοχής του ελληνικού έθνους ξεκινώντας από την παραμόρφωση ιδιαίτερα της σύγχρονης ιστορίας μας -πριν, κατά και μετά την επανάσταση του 1821- και την εξάλειψη του ελληνικού πολιτισμού, παραδοσιακού και σύγχρονου.

Ορισμένοι Έλληνες, ουσιαστικοί πράκτορες αυτών των ύποπτων διεθνών οργανώσεων εργάζονται εδώ και πολύ καιρό συστηματικά. Έχουν διεισδύσει μέσα στους πλέον σημαντικούς και ευπαθείς τομείς της κοινωνικής μας ζωής, όπως η Παιδεία, η εξωτερική πολιτική, τα ΜΜΕ, καθώς και στους κομματικούς χώρους έχοντας ήδη κατορθώσει να σταθεροποιήσουν ένα σημαντικό προγεφύρωμα με την οικονομική ενίσχυση των ξένων και στηριζόμενοι στην άγνοια των πολλών και στην αποσιώπηση εκ μέρους των οπορτουνιστών έχουν ήδη προξενήσει μεγάλες βλάβες στην παραδοσιακή συνοχή του λαού μας τουλάχιστον ως προς τις παραδοσιακές του αξίες, που τον έκαναν να είναι αυτός που είναι. Σε πείσμα όλων των δεινών που κατά καιρούς δοκιμάζουν την αντοχή του.

Επομένως η καλλιέργεια του πατριωτισμού αποτελεί σήμερα την μοναδική απάντηση, ώστε ο λαός μας να μπορέσει να αποκρούσει ενημερωμένος, ενωμένος και άγρυπνος αυτό το σατανικό σχέδιο ξεσκεπάζοντας και απομονώνοντας τους εχθρούς του, όποιοι και αν είναι και όπου κι αν βρίσκονται.

Αρκετά κοιμηθήκαμε έως τώρα.
Καιρός να ξυπνήσουμε, να εγερθούμε, να εξεγερθούμε και ενωμένοι να αντιμετωπίσουμε όπως αρμόζει τους μεγάλους κινδύνους που απειλούν την ιστορία, τον πολιτισμό, το ήθος, τις παραδόσεις και τελικά την ακεραιότητά μας.



Αθήνα, 21.12.2009

Τα κείμενο εστάλη στο Στέφανο Ληναίο, μαζί με την επιστολή:

Αγαπητέ μου Στέφανε,

Προχτές το βράδυ στην ΝΕΤ ο Νίκος Δήμου στην εκπομπή «Στα άκρα» επαναλάμβανε τις γνωστές απόψεις Ρεπούση-Λιάκου-Κουλούρη-Άννας Φραγκουδάκη και του νέου «φρούτου», της κ. Δραγώνα, βουλευτού του ΠΑΣΟΚ και «ειδικής γραμματέως του Ενιαίου Διοικητικού Τομέα Θεμάτων Εκπαιδευτικού
Σχεδιασμού Εκπαίδευσης Ελληνοπαίδων» δηλαδή στην καρδιά της διαμόρφωσης της σκέψης, των γνώσεων και του ήθους των Ελλήνων του μέλλοντος. Στην συμμορία συμμετέχει και ο κ. Νίκος Μουζέλης, σύζυγος της κ. Θ. Δραγώνα, καθηγητής του LSE (?) και επιστημονικός υπεύθυνος του «Κέντρου Ανάπτυξης Εκπαιδευτικής Πολιτικής της ΓΣΕΕ»!!! Άλλο ένα πόστο-κλειδί. Το 1999 συναντάμε την κ. Δραγώνα μαζί με τους «επιφανέστερους Έλληνες αναθεωρητές ιστοριογράφους» σε διεθνές συνέδριο στην Χάλκη του CDRSEE (Κέντρο για την Δημοκρατία και την Συμφιλίωση στην Νοτιοανατολική Ευρώπη) και του ΕΛΙΑΜΕΠ (έδρα του κ. Βερέμη) με θέμα την «Εθνική Μνήμη» (δηλ. λέω εγώ, «πώς θα καταργήσουμε την εθνική μας μνήμη»). Η κ. Δραγώνα στο βιβλίο της «Τι είν
ʼ η πατρίδα μας;» πιάνει τον … ταύρο από τα κέρατα (θαύμασε ύφος γραφής): «Η ελληνική ταυτότητα δεν υπήρχε πριν από τον 19ο αιώνα. Δημιουργήθηκε έξωθεν σε μια εποχή εθνικισμού, αποικιοκρατίας και επεκτατικού ιμπεριαλισμού. Κοντολογίς κάποιοι από το εξωτερικό μας είπαν τον 19ο αιώνα ότι είμαστε Έλληνες κι εμείς το δεχθήκαμε για να κονομήσουμε (!!!) πουλώντας το παραμύθι ότι είμαστε απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων». (Τρέμετε άθλιοι «κονομάκηδες» Σεφέρη και Ελύτη, που στην ομιλία σας κατά την απονομή του βραβείου Νόμπελ υμνήσατε την συνέχεια του ελληνικόυ έθνους από τον Όμηρο έως σήμερα). Στο εν λόγω βιβλίο της η σύμβουλος της κ. Άννας Διαμαντοπούλου αναφέρει σχετικά: «Η αρχαιότητα χρησιμοποιείται σαν πρότυπο υπεριστορικό (!) με αποτέλεσμα να «αποδεικνύει» την αναξιότητα της ελληνικής κοινωνίας και του πολιτισμού της».

Επίσης το Έθνος περιγράφεται ως «οντότητα υπερχρονική και στατική» με αποτέλεσμα να ναρκοθετείται η έννοια της εξέλιξης και να καλλιεργούνται αντίθετα με τις αξίες της εποχής μας εθνοκεντρισμός και ξενοφοβία».


Ο μόνος που απάντησε δημοσίως σ
ʼ αυτά απʼ ό,τι γνωρίζω, είναι ο Κώστας Γεωργουσόπουλος σε τελευταίο άρθρο του στα «ΝΕΑ», ο οποίος προς τιμήν του
απαντώντας σε σχετικό με τα παραπάνω άρθρο της κ. Άννας Φραγκουδάκη, στενής φίλης και ομοϊδεάτισσας της ειδικής γραμματέως του υπουργείου Παιδείας: «Η κ. Φραγκουδάκη θεωρεί πως κάθε αναφορά σε πατρίδα, πατριωτισμό, έθνος είναι συντηρητική, δεξιά και σχεδόν φασιστική πολιτική (…). Έτσι καλό θα είναι να απαλειφθούν από τα σχολικά βιβλία όλα τα ποιήματα, τα διηγήματα και τα δοκίμια που αναφέρουν θετικούς χαρακτηρισμούς ως έννοιες «πατρίδα», «έθνος». Πρέπει ευθύς να αφαιρεθούν από τα σχολικά εγχειρίδια όλες οι αναφορές που υπάρχουν στο έργο του Σολομού και ιδίως στον πατριδοκαπηλικό «Ύμνο εις την Ελυθερίαν» στις έννοιες «πατρίδα» και «έθνος». Αν δεν γίνεται να καταχωνιαστεί η «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους» του Παπαρηγόπουλου, καλό θα είναι να καεί. Οπωσδήποτε όμως θα πρέπει να καεί και μάλιστα δημοσίως το φασιστικό μυθιστόρημα της Πηνελόπης Δέλτα «Για την Πατρίδα». Να εξοβελισθούν τα δεκατετράστιχα του Παλαμά «Πατρίδες» (…). Εντός σύντομης προθεσμίας πρέπει να αλλάξουν όνομα η ποδοσφαιρική ομάδα «Εθνικός», το «Εθνικό Θέατρο», η εφημερίδα «Έθνος», το «Πατριωτικό Ίδρυμα», το «Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών», το Υπουργείο Εθνικής Αμύνης και το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, η Εθνική Λυρική Σκηνή κλπ. κλπ.»

Όπως καταλαβαίνεις, μπροστά σ
ʼ αυτή την βαρυχειμωνιά που μας προέκυψε ξαφνικά, ένας μονάχα κούκος δεν φέρνει την Άνοιξη. Εκτός πια κι αν όλοι οι Έλληνες, ανώνυμοι και επώνυμοι, έχουν περιπέσει σε χειμερία νάρκη ή έχουν (έχουμε) χάσει τα ανακλαστικά μας ως Έλληνες πατριώτες…

Νομίζω ότι ήρθε ο καιρός, πρώτον να ενημερώσουμε όσο γίνεται πιο πλατειά, πιο υψηλά και πιο βαθειά τους Έλληνες πολίτες, ανεξάρτητα από μόρφωση, ιδιότητα, ειδικότητα, επάγγελμα και αξίωμα. Δεύτερον να αποκαλύψουμε τη συνωμοσία και τους συνωμότες έναν-έναν, να αποκαλύψουμε τις απόψεις, τις προσπάθειες, τις πράξεις και τα έργα τους και κυρίως αυτούς που κρύβονται πίσω τους, που φαίνεται ότι είναι τόσο ισχυροί και επικίνδυνοι, ώστε να έχουν ως τώρα κατορθώσει να τους προωθήσουν στα νευραλγικότερα σημεία της εθνικής μας ζωής και ειδικά στην Παιδεία, στα ΜΜΕ, ακόμα και στο Κέντρο όπου σχεδιάζεαι η εξωτερική μας πολιτική, στο Υπουργείο Εξωτερικών! Τρίτον, να προβάλουμε τις λεπτομερείς αποκαλύψεις του «ΑΡΔΗΝ» για την ΕΛΙΑΜΕΠ, που φαίνεται ότι παίζει τον ρόλο της ραχοκοκκαλιάς απ
ʼ όπου εκπορεύονται οι ειδικευμένες ομάδες των συνωμοτών. Τέταρτον, να περάσουμε όσο γίνεται περισσότερο στην αντεπίθεση, αφού πρώτα πεισθούν όλοι ότι η πατρίδα μας αντιμετωπίζει τον μεγαλύτερο ίσως κίνδυνο στην ιστορία της, γιατί αυτή τη φορά προέρχεται από τα μέσα και όχι από έξω, όπως έως τώρα.

Δεν αντιμετωπίζουμε εχθρικούς στρατούς με όπλα που τραυματίζουν και σκοτώνουν τα σώματα αλλά την ψυχή μας! Γιατί έχουμε μέσα στο σώμα μας έναν καρκίνο, που αν τον αφήσουμε να γενικευθεί, το αποτέλεσμα θα είναι να καταστραφούν τα ευαίσθητά μας «όργανα», δηλαδή οι αξίες, πάνω στις οποίες στηρίζεται η ίδια η ζωή του «σώματος», που είναι η ελληνική κοινωνία, η ελληνική πατρίδα και το ελληνικό έθνος, που κατ
ʼ εικόνα και ομοίωσή τους γεννηθήκαμε, μεγαλώσαμε και γίναμε αυτοί που είμαστε -καλοί, κακοί αλλά είμαστε εμείς και όχι κάποιοι απρόσωποι, όπως επιχειρούν ως φαίνεται να μας κάνουν, ξένοι και ντόπιοι συνωμότες, για τα δικά τους συμφέροντα.

Επειδή γνωρίζω ότι συμφωνείς μ
ʼ αυτές τις απόψεις, σου στέλνω μαζί με το γράμμα αυτό (που αν νομίζεις μπορεί να πάρει δημοσιότητα), μια προσωπική έκκληση προς τους συμπατριώτες μας, με τον τίτλο «Για την υπεράσπιση της εθνικής μας συνείδησης».

Πιστεύω ακράδαντα ότι όπως στην εποχή της Εθνικής Αντίστασης ο κύριος στόχος ήταν η Ελευθερία της πατρίδας και τον καιρό της Αντίστασης κατά της Χούντας η Δημοκρατία, σήμερα που προβάλλουν όλο και πιο πολύ οι κίνδυνοι, τόσο εξωτερικοί όσο και εσωτερικοί, για την ακεραιότητα της πατρίδας μας (κάθε μορφής), ο κύριος στόχος όλων των Ελλήνων, ανεξάρτητα από ιδεολογίες και κόμματα, θα πρέπει να είναι ο Πατριωτισμός.

Σε χαιρετώ με αγάπη,

Μίκης Θεοδωράκης



Από το http://www.resaltomag.gr/forum/viewtopic.php?p=22683#22683

Τετάρτη 23 Δεκεμβρίου 2009

Μεταναστευτικό:Μια ανάλυση

Χάρτης της Ευρώπης του 2015

Ένας, υποτίθεται χιουμοριστικός, Χάρτης της Ευρώπης του 2015 μόλις 6 χρόνια από σήμερα. Οι Αλβανοί έχουν επιβληθεί στην Ιταλία, η οποία υπάγεται πλέον στην «Αλβανική Ομοσπονδία» και απομένει ένα μικροσκοπικό «Παπικό Κράτος», οι Τσετσένοι έχουν επικρατήσει στην Ρωσσία, η οποία ονομάζεται πλέον «Μεγάλη Τσετσενία», ενώ ως Ρωσσία εμφανίζεται ένα κρατίδιο, η παλιά ανατολική Πρωσσία, την οποία κατέλαβαν οι Σοβιετικοί μετά τον Β΄Π.Π. Η Βοσνία έχει μετατραπεί στο ομώνυμο Σουλτανάτο, η Ισπανία έχει αντικατασταθεί από το «Μαυριτανικό Εμιράτο της Ιβηρίας», η Γερμανία ονομάζεται πλέον «Νέα Τουρκία», η Γαλλία «Ισλαμική Δημοκρατία της Νέας Αλγερίας», η Αγγλία «Βόρειο Πακιστάν», η Ολλανδία «Ευρω-Ινδονησία», το Βέλγιο «Βελγιστάν», ενώ ανασυστήθηκε η «Αυστρο-Ουγγρική Αυτοκρατορία» με την προσθήκη όμως του προσδιορισμού «Χριστιανοδημοκρατική». Η Ελλάδα παραμένει ως έχει(;), αλλά δεν γνωρίζουμε τι συμβαίνει με τα νησιά του Αιγαίου, που δεν εμφανίζονται καθόλου στον εν λόγω Χάρτη…


ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ, ΙΔΕΟΠΛΗΞΙΕΣ
ΚΑΙ ΤΟ ΕΠΕΡΧΟΜΕΝΟ ΤΕΛΟΣ

Δημήτρη Ε. Ευαγγελίδη

Πιστεύω ακράδαντα ότι το μεταναστευτικό πρόβλημα θα αποτελέσει ένα από τα κρισιμότερα ζητήματα του αμέσου μέλλοντος, λυδία λίθο όσων πραγματικά ενδιαφέρονται για την χώρα, κύριο μοχλό πολιτικών εξελίξεων και αποφασιστικό κριτήριο επιβίωσής μας ως λαού, αλλά και ως νεοελληνικού πολιτισμού ή έστω τρόπου ζωής. Όπως σημειώνει και ο Βασίλης Στοϊλόπουλος (εφημερίδα «Ρήξη» Φύλλο 49) στο εμπεριστατωμένο άρθρο του με τον ειρωνικό τίτλο «Η μετανάστευσις είναι ευλογία»: «…Προσχηματικά ιδεολογήματα, ασυνάρτητες κινδυνολογίες, και ιδιόμορφες όσο και ανέξοδες “προοδευτικότητες” δεν ωφελούν, καθώς η μετανάστευση είναι ήδη ένας καθοριστικός παράγοντας κοινωνικού μετασχηματισμού, με σαφέστατες κοινωνικές, οικονομικές, γεωπολιτικές και ηθικές διαστάσεις για τις χώρες υποδοχής μεταναστών…».
Για το μεταναστευτικό πιστεύω ότι αρκούν ως εισαγωγή οι διαπιστώσεις του κορυφαίου διανοητή Νόαμ Τσόμσκυ (βλ. συνέντευξη στον Π. Παπακωνσταντίνου «Καθημερινή της Κυριακής» 9-4-06):
«…Το θέμα έχει πολλές διαστάσεις (…) Εδώ συγκρούονται διαφορετικά ταξικά συμφέροντα. Οι επιχειρηματίες θέλουν τους μετανάστες, γιατί τους βλέπουν σαν φτηνή, εύκολα εκμεταλλεύσιμη εργατική δύναμη. Οι εργαζόμενοι βιώνουν τη μετανάστευση σαν μοχλό για τη συμπίεση των ημερομισθίων και των κοινωνικών τους δικαιωμάτων. Επιπλέον, υπάρχει μια σύγκρουση αξιών. Από τη μία πλευρά, οι ανθρωπιστικές αξίες επιβάλλουν την ελεύθερη διακίνηση όχι μόνο των κεφαλαίων, αλλά και των ανθρώπων, όπως και την ίση μεταχείριση ντόπιων και μεταναστών σε όλα τα επίπεδα. Από την άλλη, η δημοκρατική αρχή αναγνωρίζει σε κάθε εθνικό σχηματισμό να επιλέγει ο ίδιος τι είδους κοινωνία θα οικοδομήσει και πως θα φυλάει τα σύνορά της…» (Οι επισημάνσεις δικές μου)
Στο τεράστιο αυτό θέμα, με τις πολυάριθμες και πολυπλόκαμες παραμέτρους και προεκτάσεις, έχουν γραφτεί χιλιάδες σελίδες μελετών, αναλύσεων, βιβλίων, άρθρων και ασφαλώς θα γραφτούν πολλές περισσότερες. Από τον τεράστιο αυτόν όγκο θα επιχειρήσω να αντλήσω κάποια βασικά στοιχεία και να παρουσιάσω τις απόψεις μου κατά το δυνατόν συνοπτικότερα. Όσο για τα άπειρα τηλεοπτικά παράθυρα και τις καφενειακού τύπου συζητήσεις δήθεν ενημέρωσης, τις θεωρώ στην συντριπτική τους πλειονότητα ανούσιες, κατευθυνόμενες και ως εκ τούτου δεν έχουν να προσθέσουν κάτι το σημαντικό σε επίπεδο ουσιαστικής πληροφόρησης. Προτιμώ λοιπόν να τις αγνοήσω, παρ’ όλο που αναμφισβήτητα διαδραματίζουν αποφασιστικό ρόλο στην διαμόρφωση απόψεων, την διάδοση μυθευμάτων και τον αποπροσανατολισμό του κοινού.
Τέλος, οφείλω να επισημάνω ότι αυτό το άρθρο απευθύνεται προφανώς σε όσους δεν είναι οπαδοί παγκοσμιοποιητικών φαντασιώσεων και εθνομηδενιστικών απόψεων. Και τούτο διότι με άτομα που υποστηρίζουν ότι η ανθρωπότητα πρέπει να αποτελείται από μια άμορφη μάζα καταναλωτών, που έχουν χωρίς περιορισμό δικαίωμα ελεύθερης (=ανεξέλεγκτης) μετακίνησης και εγκατάστασης οπουδήποτε στον πλανήτη και όχι από πολίτες-μέλη καθορισμένων εθνικο-πολιτιστικών συνόλων, ο διάλογος εκφυλίζεται σε συζήτηση μεταξύ κωφών, που αγνοούν μάλιστα την νοηματική γλώσσα

Τα δεδομένα
1. Αριθμός μεταναστών και λαθρομεταναστών στην χώρα. Είναι ίσως η κρισιμότερη παράμετρος στην εξέταση του ζητήματος και ακούγονται αριθμοί μεταξύ 1.000.000 (κυρίως από «επίσημες», κρατικές πηγές, τα στοιχεία των οποίων ουδέποτε θεωρήθηκαν αξιόπιστα), 1,5 – 2 εκατομμυρίων (μάλλον η λογικότερη προσέγγιση) ή 3.000.000 (ίσως υπερβολική εκτίμηση). Το γεγονός παραμένει: Ουδείς γνωρίζει πόσοι ακριβώς ξένοι υπάρχουν στην Ελλάδα. Βεβαίως θα μπορούσαμε να αναφερθούμε και σε 12.000.000 αν αποδεχτούμε το σύνθημα «Είμαστε όλοι μετανάστες».
2. Κοινωνική κατάσταση μεταναστών-συνθήκες διαβίωσης. Υπάρχει σαφής διαφοροποίηση μεταξύ του πρώτου μαζικού κύματος μεταναστών (κυρίως Αλβανοί, χώρες πρώην Σοβιετικού μπλοκ, Γεωργιανοί, Ιρακινοί) και των επομένων κυμάτων (Πακιστανοί, Αφρικανοί, Αφγανοί). Στις ομάδες αυτές πρέπει να υπολογιστεί και η σταθερή ροή Παλαιστινίων, Κούρδων και Φιλιππινέζων, που ξεκινάει από την δεκαετία του ’80. Είναι πάντως διαπιστωμένο ότι η γενικότερη κατάσταση των μεταναστών του πρώτου κύματος είναι σημαντικά καλύτερη από εκείνη των επομένων κυμάτων, σε πάρα πολλούς τομείς.
3. Οικονομικές παράμετροι. Οι επιπτώσεις της αθρόας και ανεξέλεγκτης εισροής στην Ελλάδα μεταναστών (λαθρομεταναστών στην συντριπτική τους πλειονότητα) επέφερε κατακλυσμικές αλλαγές στα οικονομικά δεδομένα της χώρας. Τα φτηνά εργατικά χέρια απέδωσαν τεράστιες υπεραξίες σε συγκεκριμένους τομείς της οικονομίας, κυρίως στον κατασκευαστικό, όπου οι μεγαλομέτοχοι και ιδιοκτήτες των Εταιριών του κλάδου, κέρδισαν ασύλληπτα ποσά, ιδιαίτερα την περίοδο που προηγήθηκε των Ολυμπιακών αγώνων του 2004. Από την άλλη μεριά ένα σημαντικό τμήμα του ελληνικού πληθυσμού, με εξαίρεση τα αγροτικά νοικοκυριά, φαίνεται ότι πλήττεται από τους λαθρομετανάστες, ιδίως τα αστικά νοικοκυριά, με επικεφαλής ανειδίκευτο εργάτη και μάλιστα τα φτωχά και μεσαία στρώματα, σύμφωνα με την παλιά μελέτη των πανεπιστημιακών Σαρρή και Ζωγραφάκη [Sarris A. and Zografakis S. (1999), A computable general equilibrium assessment of the impact of illegal immigration on the Greek economy, Journal of Population Economics n. 12 pp 155-182]. Μια πλέον πρόσφατη (2002) μελέτη στον χώρο της Β. Ελλάδος που εκπονήθηκε από τον Σ.Β.Β.Ε., το Μακεδονικό Ινστιτούτο Εργασίας του Ε.Κ. Θεσ/νίκης, το Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και τρεις ιδιωτικούς φορείς έδειξε ότι ωφελημένες ήσαν οι μεγάλες επιχειρήσεις, ενώ οι επιπτώσεις στο μικρεμπόριο ήσαν καταστρεπτικές. Αξίζει να σημειωθεί ότι η κα Λούκα Κατσέλη, η σημερινή Υπουργός, δήλωνε παλαιότερα (ΤΟ ΒΗΜΑ 18-11-2001) ότι η συμβολή των μεταναστών στην αύξηση του ΑΕΠ τείνει μειούμενη λόγω της διαδικασίας νομιμοποίησής τους και της συνεπακόλουθης εξίσωσης των ημερομισθίων.
4. Επιπτώσεις στις υποδομές. Εκεί όπου η μαζική λαθρομετανάστευση δημιούργησε τρομακτικά προβλήματα ήταν οι ούτως ή άλλως κακής ποιότητας και κακοσυντηρημένες υποδομές της χώρας. Οι ανάγκες για νέα σχολικά κτίρια και κυρίως για την συντήρηση των υπαρχόντων, για προσλήψεις νέου προσωπικού, για νέα κτίρια νοσοκομείων επαρκώς στελεχωμένα, για την κάλυψη κενών θέσεων στα υπάρχοντα, για βελτίωση οδικών αξόνων και συνεχή συντήρηση έχουν πάρει την μορφή χιονοστιβάδας. Ο κλάδος Υγείας μάλιστα πλήττεται με ιδιαίτερη σφοδρότητα με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ανταποκριθεί και να εκπληρώσει τις στοιχειώδεις υποχρεώσεις του απέναντι στους Έλληνες πολίτες, που για δεκαετίες πλήρωναν τις κρατήσεις τους στα ασφαλιστικά Ταμεία, ώστε να έχουν στοιχειώδη περίθαλψη ως συνταξιούχοι.
5. Πολιτιστικές αντιπαραθέσεις. Παρά την καλή θέληση, τα φιλόξενα αισθήματα και την έμφυτη συμπόνια του ελληνικού λαού προς τους κατατρεγμένους, είναι προφανές ότι το πολιτιστικό χάσμα με άτομα προερχόμενα από απάνθρωπες κοινωνίες με διάχυτη σκληρότητα, όπου τα ανθρώπινα δικαιώματα είναι άγνωστες λέξεις, δεν είναι εύκολο να γεφυρωθεί. Επί πλέον η έξαρση του φονταμενταλιστικού Ισλαμισμού στις χώρες προέλευσης έχει ως αποτέλεσμα μεταξύ των λαθρομεταναστών να παρεισφρύουν ακραία και επικίνδυνα στοιχεία, η εκτός ελέγχου παρουσία των οποίων στην Ελλάδα δημιουργεί άλλου είδους προβλήματα.

6. Αλλοίωση της εθνικής φυσιογνωμίας. Το κύμα της λαθρομετανάστευσης επιφέρει αργά, αλλά σταθερά, τον μετασχηματισμό της νεοελληνικής κοινωνίας (με συγκεκριμένα εθνικά και πολιτιστικά χαρακτηριστικά), από εθνική κοινωνία σε ένα άμορφο σύνολο ατόμων, μια πολύχρωμη και πολυποίκιλη μάζα καταναλωτών.
7. Παράπλευρες επιπτώσεις. Οι συνέπειες της πρακτικά ανεξέλεγκτης εισόδου λαθρομεταναστών στην Ελλάδα είναι βαρύτατες, από την αύξηση της εγκληματικότητας, τις επιπτώσεις στο περιβάλλον, φυσικό και δομημένο, την διάλυση του κοινωνικού ιστού σε ολόκληρες περιοχές των μεγάλων αστικών κέντρων, την νοσηρότητα και την επανεμφάνιση ασθενειών του παρελθόντος ή νέων, την αποδυνάμωση του συνδικαλιστικού κινήματος, την ανεργία.

Μύθοι και μισές αλήθειες για το μεταναστευτικό
Ένας από το πλέον διαδεδομένους μύθους, που ακούγεται αβασάνιστα και σε κάθε περίπτωση ως «σοβαρό» επιχείρημα είναι η άποψη ότι «οι Έλληνες είναι λαός μεταναστών» και ως εκ τούτου μπλα, μπλα, μπλα…
Υπενθυμίζω λοιπόν ότι το 99% των Ελλήνων μεταναστών ταξίδεψαν στις χώρες προορισμού μετά από πρόσκληση, προηγήθηκε στάδιο, στοιχειώδους έστω, ομαδικής εκμάθησης της γλώσσας, ιατρικές εξετάσεις και όλα τα σχετικά. Όταν έφθαναν εκεί, τους υποδέχονταν συγκεκριμένοι κρατικοί εκπρόσωποι και στην περίπτωση π.χ. της Γερμανίας στην δεκαετία του ’60, τους οδηγούσαν στα σημεία εγκατάστασης, τους έδειχναν τους χώρους εργασίας, όριζαν υπευθύνους και τους προειδοποιούσαν ότι αν δεν συμμορφώνονται στους Νόμους της χώρας θα απελαύνονται χωρίς δεύτερη κουβέντα. Υπάρχει καμιά σχέση με την σημερινή πραγματικότητα; Ασφαλώς όχι.
Παρόμοιο είναι και το επιχείρημα ότι «είμαστε λαός προσφύγων» άρα πρέπει να συμπεριφερθούμε αναλόγως. Αν όμως λάβουμε υπ’ όψη ότι οι δικοί μας πρόσφυγες κατέφυγαν στην πατρίδα τους, τότε δεν μπορώ να καταλάβω την αναλογία. Θεωρούν πατρίδα τους την Ελλάδα οι εκατοντάδες χιλιάδες Πακιστανών, Αφγανών, Ιρακινών, Αφρικανών που συρρέουν εδώ; Όσο δε αφορά την συμπεριφορά μας, ας θυμηθούμε την προθυμία του μέσου Έλληνα να βοηθήσει με ρούχα, τρόφιμα κ.λπ. τις μάζες των Αλβανών που έφθαναν εδώ και την ανθρώπινη αντιμετώπιση όσων ζητούσαν βοήθεια και δεν το άρπαζαν μόνοι τους. Αργότερα βέβαια άρχισαν τα παρατράγουδα: Οι μεν αετονύχηδες αντιλήφθηκαν τις τεράστιες δυνατότητες εύκολου πλουτισμού από το πάμφθηνο εργατικό δυναμικό, οι δε λαθρομετανάστες άρχισαν να προσκαλούν και τους φίλους τους διαπιστώνοντας ότι αυτή η χώρα είναι τελείως «χύμα», δεν λειτουργεί ουσιαστικά τίποτα και οι «έλεγχοι» είναι υποτυπώδεις ή ξεπερνιούνται «καταλλήλως». Ο παράδεισος των δουλεμπόρων!
Ένας άλλος ευρύτατα διαδεδομένος μύθος είναι αυτός περί πολιτικών προσφύγων, που αγγίζει ευαίσθητες χορδές πολλών. Πρόκειται για μισή αλήθεια και εξωφρενικό ολόκληρο ψέμμα, που χρησιμεύει ως εύκολο εισιτήριο εισόδου. Να το δεχθώ χωρίς κουβέντα για έναν Κούρδο αγωνιστή, για έναν Ιρακινό αντιστασιακό, για έναν Ιρανό ανοικτά αντιφρονούντα. Όλες αυτές οι χιλιάδες λαθρομετανάστες που εισέρχονται στην ελληνική επικράτεια ανήκουν σ’ αυτήν την κατηγορία; Δηλαδή είναι πολιτικοί πρόσφυγες που, όπως αναφέρουν οι διεθνείς συνθήκες, «έχουν δικαιολογημένο φόβο δίωξης λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητας, κοινωνικής τάξης ή συμμετοχής σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα, έχουν εγκαταλείψει τη χώρα τους και δεν μπορούν ή δεν θέλουν, λόγω του δικαιολογημένου φόβου τους, να επιστρέψουν σ’ αυτήν»; Επιτρέψτε μου να έχω σοβαρές επιφυλάξεις. Μα, θα υποστηρίξουν κάποιοι, στις χώρες τους υπάρχουν απάνθρωπα δικτατορικά καθεστώτα που τους καταπιέζουν. Να με συγχωρούν, αλλά στην μισή Ασία και σχεδόν σε ολόκληρη την Αφρική συμβαίνει το ίδιο. Θα έπρεπε να δεχθούμε λοιπόν κάποιες εκατοντάδες εκατομμύρια πολιτικούς πρόσφυγες στην Ελλάδα; Είναι όμως εφικτό κάτι τέτοιο; Για να μη τρελλαθούμε κιόλας.
Αφήνω τελευταίο ένα ζήτημα που σπάνια μας προβληματίζει. Όπως έχει γίνει γνωστό από δημοσιεύματα, στην πιάτσα των δουλεμπόρων, οι τιμές για «εισαγωγή» από Αλβανία, Βουλγαρία κ.λπ. δηλ. χερσαία μεταφορά, κυμαίνονται από 1000-1500$ το κεφάλι. Για Τουρκία, δηλ. θαλάσσια μεταφορά, οι τιμές ανεβαίνουν στα 2000-2500 ή και 3000-4000$. Υπολογίζω λοιπόν: Για μια θαλάσσια μεταφορά μέσω Τουρκίας, μια 4μελής (συνήθως) η 5μελής οικογένεια πληρώνει μέχρι 20.000$. Αν λάβουμε υπ’ όψη ότι το ετήσιο εισόδημα (από μισθό) στις χώρες αυτές κυμαίνεται στα 1000$ (περίπου 100$ τον μήνα), αυτό σημαίνει ότι με τα χρήματα αυτά θα μπορούσαν να παραμείνουν στην χώρα τους χωρίς να δουλεύουν για 20 χρόνια! Να το πω και διαφορετικά: Πως συγκέντρωσαν αυτά τα χρήματα;
Διάβασα πρόσφατα στην «Καθημερινή» ότι: «…λαθρομετανάστες από τη Σρι Λάνκα που βρίσκονται στοιβαγμένοι σε πλοιάριο, αραγμένο στην Ινδονησία, έκαναν γνωστό ότι εξετάζουν το ενδεχόμενο να τερματίσουν την απεργία πείνας, αν τους δοθούν διαβεβαιώσεις από τον Επίτροπο Προσφύγων του ΟΗΕ για το μέλλον τους. Οι 254 Ταμίλ πρόσφυγες θέλουν να εγκατασταθούν στην Αυστραλία, αλλά η αυστραλιανή κυβέρνηση αρνείται να τους δεχθεί. Μερικοί απείλησαν να ανατινάξουν τον πλοιάριό τους, μετά την άρνηση της Καμπέρας. Σύμφωνα με δημοσιεύματα τέσσερις δουλέμποροι πληρώθηκαν με τέσσερα εκατομμύρια δολάρια για να μεταφέρουν τους πρόσφυγες στην Αυστραλία. Πληρώθηκαν με 15.000 δολάρια ακόμα και για το κάθε νήπιο...». Το φτωχό μου το μυαλό αδυνατεί να βρει λογική εξήγηση για το πώς μια 4μελής οικογένεια Ταμίλ συγκέντρωσε 60.000$ !!! Οι ερμηνείες δικές σας…

Πολυπολιτισμός και πραγματικότητα
Η συχνά επαναλαμβανόμενη «καραμέλα» περί πολυπολιτισμού και αφομοίωσης των μεταναστών, που ακούγεται πολύ ωραία και ίσως στην θεωρία αποτελεί μια λύση, έχει συγκεκριμένες παρενέργειες και καθίσταται πρακτικά ανέφικτη για δυο βασικούς λόγους: Πρώτον, η διαρκώς διογκούμενη μάζα των μεταναστών καθιστά ανέφικτη και ακυρώνει στην πράξη την όλη διαδικασία και δεύτερον, το πολιτιστικό χάσμα με τα πρόσφατα κύματα λαθρομεταναστών, Μουσουλμάνων στην συντριπτική τους πλειονότητα, είναι τόσο τεράστιο, που ουσιαστικά είναι αγεφύρωτο. Για να πάρουμε μια γεύση, σας παραθέτω αποσπάσματα από ένα άρθρο με τον εύγλωττο τίτλο «Το τζαμί και το ντεκολτέ», όχι κάποιας ακροδεξιάς ή αντιδραστικής εφημερίδας, αλλά από ΤΟ ΒΗΜΑ της Κυριακής (31 Μαΐου 2009), της κατ’ εξοχήν καθεστωτικής και πολυπολιτιστικής εφημερίδας της χώρας:
«…Αυτή τη στιγμή διαβιούν στο Λεκανοπέδιο 700.000 μουσουλμάνοι–αυτό δηλώνει εκπρόσωπός τους. Είναι προφανές ότι ένα τζαμί δεν αρκεί για τους ισλαμιστές, που αυξάνονται και πληθύνονται. Ετησίως αφικνούνται εξ Ανατολών 150.000 άτομα - αυτή είναι η εκτίμηση της αμερικανικής πρεσβείας […]. Μόλις χτιστεί το τζαμί στην Αθήνα, γύρω του θα αναπτυχθεί μουσουλμανική κοινότητα. Είναι λογική η συσπείρωση, γίνεται παντού, όπως στην Αστόρια και στην Τσάιναταουν […]. Ο ισλαμικός φανατισμός εχθρεύεται την καθημερινότητά μας. Αναρωτιόμαστε λοιπόν: σε αυτή τη νέα γειτονιά του τζαμιού, ποια θα είναι η τύχη μιας ανύπαντρης μητέρας; Λιθοβολισμός. Θα μπορεί μια γυναίκα απλά να περπατήσει, φορώντας εξώπλατο και μίνι φούστα; Απαγχονισμός. Τι θα γίνει αν μια παρέα πίνει μπίρες στο παγκάκι; Ραβδισμοί. Και το μείζον: θα επιτρέπονται το κομπολόι, ο χαρταετός, το τραγούδι και όσα καταδικάζουν οι μουλάδες ως αμαρτωλά; Η ισλαμική ηθική είναι γεμάτη κανόνες παράλογους για τους Δυτικούς...
…Προς το παρόν είμαστε το ανάχωμα της Ευρώπης. Τα ανατολικά σύνορα είναι διάτρητα, τα δυτικά απροσπέλαστα. Η Ελλάδα είναι η φάκα των λαθρομεταναστών: όσοι μπαίνουν εγκλωβίζονται. Είναι εντελώς αφελές να πιστεύουμε ότι θα ενσωματωθούν, όταν πρόκειται για μουσουλμάνους. Κατ΄ αρχάς αναφερόμαστε σχεδόν απόλυτα σε ανδρικό πληθυσμό. Τι θα κάνουν, θα νυμφευτούν μισό εκατομμύριο ντόπιες χωρίς να τους φορέσουν μπούρκα; Όχι, δεν υπάρχει τέτοια πιθανότητα: ο μουσουλμάνος που καταφθάνει από τα ασιατικά βάθη νιώθει περιφρόνηση για όποια δείχνει το γόνυ, τον αγκώνα ή τον αφαλό με πίρσινγκ. Θέλει παρθενία, βλέμμα χαμηλό και από τη μαντίλα να μην ξεφεύγει τούφα. Η μέση σόλο Ελληνίδα δεν τηρεί τις προδιαγραφές. Ως πρόσφατα καταγράφηκαν ασήμαντες εκδηλώσεις διαφωνίας για το κοινό ήθος. Για όσους δεν το έχουν προσέξει, κάποιες διαφημίσεις στο κέντρο της Αθήνας καταστρέφονται. Όποια αφίσα δείχνει ακάλυπτα σώματα, μουντζουρώνεται με σχόλια στα αραβικά. Ρωτήστε γυναίκες οδηγούς για επιπλήξεις που τυχόν έχουν ακούσει στα φανάρια επειδή καπνίζουν ή κάνουν κάτι άλλο, αξιόποινο κατά τη σαρία. […] Με τον ιερό αγώνα που ξεκίνησε από το πατημένο Κοράνι, θα δούμε κι άλλα. Για όσους υποστηρίξουν ότι σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες δεν επιβλήθηκε ισλαμικός νόμος, παρά την παρουσία μουσουλμάνων, ας υπογραμμίσουμε τις συνθήκες. Στην Ελλάδα έρχονται πολλοί μαζεμένοι, στα ξαφνικά. Τόσος κόσμος, σε τόσο μικρό διάστημα, δεν απορροφάται. Απλά γιγαντώνεται ένα ξένο σώμα που εχθρεύεται τον δυτικό πολιτισμό
…» (Οι επισημάνσεις δικές μου).

Κρατική πολιτική: Πώς είπατε;
Ποια ήταν η πολιτική του ελλαδικού κράτους όλα αυτά τα χρόνια; Η κατασκευή κέντρων υποδοχής μεταναστών, όπως π.χ. στην Λακωνία (!), ώστε να απορροφήσουμε τα κονδύλια! Παράλληλα, την ίδια χρονική στιγμή, τα νησιά του Αιγαίου στέναζαν κυριολεκτικά από τους απειράριθμους λαθρομετανάστες που στοιβάζονταν σε παραπήγματα κάτω από απαράδεκτες συνθήκες. Χρειάστηκε να ανέβουν τα ποσοστά του ΛΑΟΣ στις εκλογές για να αρχίσουν κάποιοι να ασχολούνται με το θέμα.
Ειδικότερα επί κυβερνήσεως Ν.Δ.:
1) Η εισροή των παρανόμων μεταναστών στην χώρα μας έφθασε σε επίπεδα-ρεκόρ, καθώς ο αριθμός των συλληφθέντων για παράνομη είσοδο ή παραμονή στην χώρα, ήταν ο υψηλότερος της τελευταίας επταετίας
2) Σύμφωνα με στοιχεία της FRONTEX, κατά το 2008 οι συλληφθέντες για παράνομη είσοδο ή παραμονή στην Ελλάδα αποτελούσαν σχεδόν το εν τέταρτον (24,54%) του συνόλου των συλληφθέντων παρανόμων μεταναστών σε όλη την ΕΕ
3) Στις 23 Μαϊου 2009 έλαβε χώρα στο κέντρο της Αθήνας το πρώτο επεισόδιο «σύγκρουσης πολιτισμών» επί ελληνικού εδάφους με τις ταραχές που ξέσπασαν μεταξύ εκατοντάδων μουσουλμάνων μεταναστών και δυνάμεων της Αστυνομίας με αφορμή την – σκόπιμη ή μη – βεβήλωση του Κορανίου (η οποία τελικώς ποδείχθηκε απάτη)
4) Η κατάσταση έφθασε σε τέτοιο σημείο ώστε ο ίδιος ο επίτροπος της ΕΕ σε θέματα Δικαιοσύνης και Ασφάλειας Ζακ Μπαρό να επισημάνει ότι «η μαζική παρουσία λαθρομεταναστών και προσφύγων μπορεί να αποσταθεροποιήσει χώρες όπως η Ελλάδα».
Γενικώς κατά τα έτη διακυβέρνησης από την ΝΔ (2004-2009) το πρόβλημα της παράνομης μετανάστευσης διογκώθηκε, καθώς από τους 45.000 συλληφθέντες για παράνομη είσοδο ή παραμονή στην χώρα το 2004, φθάσαμε στους 146.000 το 2008.
Δεν πρόκειται να ξεχάσω ποτέ την αποστροφή μου όταν αντίκρισα στις τηλεοπτικές οθόνες την βραδιά που κάηκε το κέντρο της Αθήνας και καταστράφηκαν περιουσίες εκατοντάδων πολιτών, εκείνον τον ανεκδιήγητο πολιτικάντη, τον τότε Υπουργό Εσωτερικών και Δημόσιας Τάξης (τρομάρα μας!) να προσπαθεί να ψελλίσει κάποιες δικαιολογίες και ασυναρτησίες σαν βρεγμένη γάτα. Ήταν ο ίδιος κύριος, ο οποίος ενάμιση χρόνο πριν, στην εκπομπή του «Αντέννα» στις 13-5-07, με ιδιαίτερη έπαρση και στόμφο δήλωνε τα εξής:
«…Η Ελλάδα και από τον πολιτισμό της και την δημοκρατία της γνωρίζετε ότι έχει μια άλλη παράδοση σε θέματα μεταναστών, γι’ αυτό και δεν είχαμε και δεν πιστεύω ότι θα έχουμε τέτοιου είδους προβλήματα.
Παρουσιαστής: Δεν θα πείτε δηλαδή ποτέ στους μετανάστες σε όποιον αρέσει η Ελλάδα και σε όποιον δεν αρέσει, ιδού η έξοδος.
–Εγώ έχω πει κάτι και το επαναλαμβάνω: Ευχαριστώ εκείνους που επιλέγουν την Ελλάδα, για να ζήσουν μαζί μας […]
–Μα δεν είναι όλοι το ίδιο κε Υπουργέ. Υπάρχουν και κάποιοι που δημιουργούν προβλήματα.
Εκείνοι που δημιουργούν προβλήματα δεν είναι μόνον οι μετανάστες…».
Ο ερχομός τώρα του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία είναι περισσότερο από βέβαιο ότι όχι μόνον δεν θα επιλύσει κανένα πρόβλημα, αλλά αντίθετα θα δημιουργήσει περισσότερα. Οι προγραμματικές δηλώσεις στην Βουλή και η συζήτηση που ακολούθησε, αποκάλυψαν τις προθέσεις του: Πλήρης νομιμοποίηση όλων των μεταναστών, δικαίωμα ψήφου (που το αρνήθηκε στους Έλληνες του Εξωτερικού) αρχικά στις δημοτικές εκλογές και μετά βλέπουμε, κατάργηση του Νόμου που αντιμετωπίζει ως αδίκημα την παράνομη είσοδο στην χώρα. Περίφημα…

Σημείωση
Στις 22/12/2009 υπήρξε μια ανακοίνωση που "θάφτηκε" κατεπειγόντως εν όψη των αποφάσεων της Κυβέρνησης του ΓΑΠ για το μεταναστευτικό. Αναρτήθηκε στο in.gr και στην συνέχεια "εξαφανίστηκε". Αντιγράφω από το http://armyalert.blogspot.com/2009/12/blog-post_865.html :
Ο κακοποιός με το σχισμένο Κοράνιο και η αλητεία των ΜΜΕ
Σήμερα, το δήθεν θύμα με τις σχισμένη σελίδα του Κορανίου (που δεν ήταν κοράνι) συλλαμβάνεται ως το ηγετικό στέλεχος συμμορίας βιαστών!!! Και η παρακρατική συμμορία των ΜΜΕ και των «αντιρατσιστών» έχει καταπιεί τη γλώσσα της.

Η αντίδραση της κοινωνίας
Και τι λέει ο ελληνικός λαός για όλα αυτά; Ως συνήθως, προβλήματα για τον μέσο νεοέλληνα είναι μόνον αυτά που του χτυπάν την πόρτα. Έτσι συνέβη π.χ. στον Άγιο Παντελεήμονα, στην Πάτρα και έτσι θα συμβαίνει από εδώ και πέρα. Το αξιοσημείωτο πάντως είναι ότι στις επιτροπές συμμετείχαν, αν δεν πρωτοστατούσαν, οι μετανάστες του πρώτου κύματος, Ρώσσοι, Αλβανοί, Βούλγαροι, Ουκρανοί κ.λπ.!
Η ερμηνεία του φαινομένου είναι προφανής, αλλά και τα επίσημα στοιχεία αποκαλύπτουν ότι: «…Σε πρόσφατη έρευνα του Ι.ΜΕ.ΠΟ. (Ινστιτούτου Μεταναστευτικής Πολιτικής) αναφέρεται ότι μια νέα άφιξη 200.000 νέων μεταναστών –νόμιμων ή παράνομων– θα ωθούσε το Α.Ε.Π. τουλάχιστον σε μια αύξηση 0,7%! Επισημαίνεται όμως ότι η είσοδος ενός τέτοιου αριθμού μεταναστών θα μειώσει τους πραγματικούς μισθούς των Ελλήνων εργατών μέχρι και 2,5% και ότι οι μετανάστες, που είναι ήδη οι χαμηλότερα αμειβόμενοι, θα δεχόντουσαν ισχυρότερο πλήγμα από αυτή την εισροή, με μείωση των πραγματικών μισθών τους μέχρι και 58%! Αυτός είναι άλλωστε ο βασικός λόγος που οι λίγο -πολύ «ενσωματωμένοι» μετανάστες της δεκαετίας του ’90 εναντιώνονται ήδη στη συνεχιζόμενη αθρόα μετανάστευση, κυρίως από την Ασία και την Αφρική…» (βλ. Β. Στοϊλόπουλος ό.π. υποσημ 9, οι επισημάνσεις δικές μου)
Στις αγροτικές περιοχές βέβαια ούτε συζήτηση. Θυμάμαι πριν από χρόνια στην περιοχή μου, κατ’ εξοχήν αγροτικό Νομό, ξεσηκώθηκαν και οι πέτρες όταν κυκλοφόρησε η φήμη ότι θα αρχίσουν οργανωμένες απελάσεις λαθρομεταναστών.
Όλη αυτή η αναστάτωση είχε και ένα καλό: Άρχισε να γίνεται οργανωμένη εισαγωγή εργαζομένων στην ύπαιθρο μέσα από αρκετά σφιχτές διαδικασίες. Από τότε η κατάσταση έχει σχετικά εξομαλυνθεί. Κάποιοι ξένοι έχουν εγκατασταθεί μόνιμα (κυρίως Αλβανοί) και εργάζονται κανονικά, με πλήρες μεροκάματο, με ασφάλιση (αρκετοί) και έχουν σχεδόν ενσωματωθεί στις τοπικές κοινωνίες. Η εγκληματικότητα έχει επανέλθει σχεδόν σε κανονικά επίπεδα και εφ’ όσον δεν υπάρξουν νέα κύματα λαθρομεταναστών πιστεύω ότι δεν θα υπάρξουν άλλα προβλήματα.
Στις μεγαλουπόλεις όμως τα πράγματα είναι εντελώς διαφορετικά, διότι οι εισροές συνεχίζονται αμείωτες και δυστυχώς οι επίσημοι οργανισμοί και τα Ινστιτούτα υποβοηθούν αυτήν την κατάσταση. Επικαλούμαι και πάλι στοιχεία από το άρθρο του Β.Σ. (ό.π.): «…Μέσα σε ένα άκρως «φιλομεταναστευτικό» πλαίσιο κινείται και κάθε «επιστημονική έρευνα» των σχετικών κρατικοδίαιτων ΜΚΟ και μεταναστευτικών ιδρυμάτων που γίνεται στην Ελλάδα. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι το ΙΜΕΠΟ, που τυχαίνει να είναι και σύμβουλος της ελληνικής κυβέρνησης, και το Κέντρο Ερευνών Μειονοτικών Ομάδων (ΚΕΜΟ)…
…Η Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, η οποία σε σύμπραξη με το Κέντρο Ερευνών Μειονοτικών Ομάδων (ΚΕΜΟ) και σε συνεργασία με τον Συνήγορο του Πολίτη και το Ελληνικό Φόρουμ Μεταναστών λειτουργεί για την περίοδο 2007-2010 ως Εθνικό Εστιακό Κέντρο για τον Ρατσισμό και την Ξενοφοβία στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού δικτύου RAXEN, το οποίο διευθύνεται από τον Οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τα Θεμελιώδη Δικαιώματα. Ενδεικτικό της κατάστασης είναι ότι τα πρόσωπα που στελεχώνουν ή στηρίζουν τους εν λόγω φορείς είναι οι ίδιοι που πρωτοστατούν σε ό,τι σχετίζεται με τον εγχώριο εθνομηδενισμό
…».
Τέλος, εμφανίσθηκε επί τέλους και ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών μετά από όλο αυτό το «πανηγύρι» και τον Ιούνιο του 2009 κατέθεσε τις προτάσεις του, οι οποίες ομολογώ ότι ήσαν εύστοχες και συγκροτημένες. Βέβαια με προβλημάτισε, για ευνοήτους λόγους, μια παράγραφος που ζητούσε «Δυνατότητα εκπροσώπησης των αλλοδαπών από πληρεξούσιο δικηγόρο με ή χωρίς την συμπαράσταση του αλλοδαπού».
Μια και αναφέρθηκα σε Δικηγόρους κρίνω ότι πρέπει να αναφερθώ και στο άρθρο του Δικηγόρου και Συνεργάτη Διεθνών Οργανισμών για θέματα Προσφύγων κου Ν. Κ., που δημοσιεύθηκε στο προηγούμενο τεύχος (Αύγουστος-Σεπτέμβριος τ. 76) του «Άρδην», το οποίο θεωρώ ως χαρακτηριστικό δείγμα σύγχυσης και ίσως σχιζοφρένειας, που μας καταλαμβάνει όταν ασχολούμαστε με τέτοια θέματα.
Και για να γίνω σαφέστερος, ο κ. Ν.Κ. υποστηρίζει στην αρχή του κειμένου του τα παρακάτω:
«…Εκτός από τη φύλαξη, προφανώς απαιτούνται και απελάσεις προσφάτως αφιχθέντων παράνομων μεταναστών που έχουν αποκλειστικά οικονομικά κίνητρα, όσο επιτακτικά και να είναι ενδεχομένως αυτά, γιατί, στις παρούσες συνθήκες, δύσκολα θα μπορούσαν να δοθούν λύσεις στη φτώχεια τους, που να μην συνεπάγονται δραστηριότητες που να αντιστρατεύονται την κοινωνική ειρήνη και συνοχή…».
Λίγο σειρές όμως παρακάτω ισχυρίζεται ότι:
«…Σε καμία περίπτωση δεν θα έπρεπε να απελαθεί ούτε ένας πρόσφυγας. Μείωση του αριθμού των παράνομων μεταναστών δεν σημαίνει ότι πρέπει να απελαύνονται πρόσφυγες, ούτε ότι αδυνατούμε να υποδεχτούμε καινούργιους πραγματικούς πρόσφυγες…».
Και συνεχίζει:
«…Δυστυχώς, στη χώρα μας, λόγω της ανεπάρκειας του κρατικού μηχανισμού και της έλλειψης μιας σοβαρής μεταναστευτικής πολιτικής, […] έχουμε το φαινόμενο να συνεχίζουν να εγκαθίστανται ανεξέλεγκτα στη χώρα χιλιάδες νέοι οικονομικοί μετανάστες από την Αλβανία, το Πακιστάν και την Αίγυπτο, ενώ καθημερινά απελαύνονται νομίμως, ή και παρανόμως, δεκάδες διωκόμενοι πρόσφυγες από την Τουρκία, το Ιράκ, το Αφγανιστάν και τη Σομαλία, που θα έπρεπε να προστατεύσουμε, όχι μόνο για λόγους ευθιξίας, ήθους και της νομικής μας υποχρέωσης, αλλά και για λόγους εθνικού συμφέροντος…» (Οι επισημάνσεις δικές μου).
Ειλικρινά, δεν ξέρω τι να πρωτοσχολιάσω! Ενώ στο πρώτο μέρος του άρθρου αναπτύσσει έναν απόλυτα αποδεκτό προβληματισμό με λογικότατες προτάσεις, ξαφνικά μεταμορφώνεται σε κο Χάϊντ, καταλαμβανόμενος πιθανόν από φιλο-παγκοσμιοποιητικές ιδεοληψίες και ανάλογες αγκυλώσεις πολιτικής ορθότητας, επικαλούμενος μισές αλήθειες στις οποίες αναφέρθηκα παραπάνω (θεσμός του ασύλου, προσφυγική καταγωγή και εμπειρία μεγάλου ποσοστού του ελληνικού πληθυσμού). Εκείνο όμως που πραγματικά δεν μπόρεσα να κατανοήσω είναι οι λόγοι εθνικού συμφέροντος για τους οποίους θα έπρεπε να προστατεύουμε οικονομικούς μετανάστες από το Ιράκ (ίσως για να μη δημιουργούν προβλήματα στις αμερικάνικες κατοχικές δυνάμεις ή στην εκεί κυβέρνηση Κουΐσλιγκ), το Αφγανιστάν (πιθανόν για να μη κάνουν επιθέσεις στους εκεί Έλληνες στρατιωτικούς) και από την Σομαλία (προφανώς για να αποφεύγουν οι Σομαλοί πειρατές να ληστεύουν ελληνικά πλοία)!!!

Επίλογος
Νομίζω ότι θα μπορούσα να αναφερθώ σε πολλά ακόμα με κίνδυνο να γίνω τελικά κουραστικός. Το θέμα προφανώς δεν εξαντλείται σε μερικές σελίδες. Τι προτείνω λοιπόν; Αυτό που προτείνει και ο Νόαμ Τσόμσκυ στην προαναφερθείσα συνέντευξή του: «...Ο μόνος τρόπος να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα [της λαθρομετανάστευσης] στη ρίζα του είναι να βελτιωθούν οι υποδομές, οι μισθοί και το βιοτικό επίπεδο στις χώρες από όπου έρχονται οι μετανάστες. Τα κόμματα του κατεστημένου και τα μεγάλα οικονομικά συμφέροντα που τα ελέγχουν δεν πιστεύουν και δεν θέλουν, κατά βάση, να αντιμετωπίσουν τη λαθρομετανάστευση. Στην πραγματικότητα, τους συμφέρει να έρχεται ο μετανάστης σαν κυνηγημένο ζώο, έτοιμος να δεχτεί οποιαδήποτε δουλειά με εξευτελιστικούς όρους και να μη διεκδικεί τίποτα, καθώς θα φοβάται ότι ανά πάσα στιγμή μπορεί να απελαθεί. Παράλληλα, εκφοβίζουν τον αμερικανό εργαζόμενο ότι μπορεί να απολυθεί και να προσληφθεί στη θέση του ο φτηνός, πειθαρχικός μετανάστης. Τι καλύτερο για τις επιχειρηματικές ελίτ από μια τρομαγμένη εργατική τάξη, από μια τρομαγμένη κοινωνία;
Ο μέχρι πρότινος διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας, Άλαν Γκρίνσπαν, επί των ημερών του οποίου η αμερικανική οικονομία εξελίχθηκε με τον πιο ολέθριο τρόπο για τη μη προνομιούχο πλειοψηφία, το είπε εντελώς καθαρά ότι το μεγαλύτερο επίτευγμα ήταν η διάχυση της ανασφάλειας, που αναγκάζει τους εργαζόμενους να είναι πιο αποδοτικοί, κάτι «πολύ υγιές» για την οικονομία. Αυτή είναι η φιλοσοφία της «ευέλικτης» απασχόλησης, των αναλώσιμων εργαζομένων
…».
Επειδή όμως δεν είμαστε παγκόσμια υπερδύναμη ώστε να μπορούμε να βελτιώσουμε την κατάσταση στις χώρες αφετηρίας των λαθρομεταναστών, καλό θα ήταν να δούμε πώς θα βελτιώσουμε την κατάσταση στην χώρα μας. Ίσως, παίρνοντας κάποια μέτρα επειγόντως, να μπορέσουμε να παραδώσουμε αυτήν την χώρα στην επόμενη γενιά. Αν όχι, τότε οι επόμενες γενιές κατοίκων αυτής της χώρας θα μπορούν να απολαμβάνουν το πρωϊνό ξύπνημα με την φωνή του μουεζίνη, να παρακολουθούν με ενδιαφέρον από την τηλεόραση επιθέσεις Σομαλών πειρατών σε οχηματαγωγά της γραμμής Πειραιάς-Ηράκλειο ή να οχυρώνονται στα σπίτια τους για να αποφύγουν μια ακόμα επίθεση Αφγανών Ταλιμπάν στην γειτονιά τους.
Δυστυχώς οι κυρίαρχες τάξεις στην χώρα μας δεν φαίνεται να ανησυχούν και για δικούς τους λόγους προτιμούν να δέχονται τον ορισμό της μετανάστευσης που δίνει η αμερικάνικη Wikipedia:
«…The modern concept of immigration is related to the development of nation-states and nationality law and/or citizenship law. Citizenship in a nation-state confers an inalienable right of residence in that state, but residency of non-citizens is subject to conditions set by immigration law. The emergence of modern nation-states made immigration a political issue: by imagining its populations, in violation of multi-ethnic, multi-'racial', multi-cultural realities 'on the ground', as homogenous blocks, constituting a nation defined by shared, single ethnicity, 'race' and/or culture…».
[…Η σύγχρονη έννοια της μετανάστευσης σχετίζεται με την ανάπτυξη/εξέλιξη των εθνικών κρατών, της νομοθεσίας για την εθνικότητα και/ή την νομοθεσία για την υπηκοότητα. Η υπηκοότητα στο εθνικό κράτος παραχωρεί το αναπαλλοτρίωτο δικαίωμα της διαμονής στο κράτος αυτό, αλλά η παραμονή των μη-υπηκόων υπόκειται σε όρους που καθορίζονται από τον Νόμο περί μετανάστευσης. Η ανάδυση των συγχρόνων εθνικών κρατών μετατρέπει την μετανάστευση σε πολιτικό ζήτημα: Με το να φαντασιώνουν τους πληθυσμούς τους, κατά παράβαση των πολυεθνικών, πολυφυλετικών και πολυπολιτισμικών πραγματικοτήτων «επί του εδάφους», ως ομογενή σύνολα, τα οποία συνιστούν το έθνος, που καθορίζεται από την κοινή, μοναδική εθνικότητα, φυλή και/ή πολιτισμό…]

Δ.Ε.Ε. Νοέμβριος 2009 
http://ethnologic.blogspot.com/2009/12/blog-post_23.html