Τετάρτη 13 Ιανουαρίου 2010

Αλληλογραφία Μίκη Θεοδωράκη και Θάλειας Δραγώνας


Αθήνα, 10.1.2010

Αγαπητή κυρία Δραγώνα,


Έλαβα την επιστολή και τα βιβλία σας και σας ευχαριστώ. Διάβασα επίσης στο «Βήμα» και τα «Νέα» τις συνεντεύξεις σας, οι οποίες όμως κινούνται μονάχα γύρω από δυο-τρεις φράσεις που σας αποδόθηκαν εδώ και πολύ καιρό, για να διαψευσθούν ύστερα από μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση.

Οι συνεντεύξεις αυτές και η μεγάλη προβολή τους (σε συνδυασμό με την φίμωση των αντιθέτων απόψεων) δεν πετυχαίνουν τίποτε άλλο παρά να αποκαλύπτουν στον ελληνικό λαό τους πανίσχυρους φίλους σας στα ΜΜΕ αποδεικνύοντας το εύρος και τα ερείσματα αλλά και τον συντονισμό της προσπάθειας που εξυφαίνεται με στόχο την αλλοίωση της εθνικής-ελληνικής μας ταυτότητας. Καθώς και τον τρόμο που δημιουργεί η αυξανόμενη παλλαϊκή αντίδραση στις απόψεις σας, που ακυρώνει την αρχική σας προσπάθεια να εκμεταλλευθείτε την αντίδραση του κ. Καρατζαφέρη βαφτίζοντας όσους διαφωνούν «ακροδεξιούς».

Τρόμος που φτάνει σε …..Πλήρες άρθρο και στο  Είμαστε και Μείς Εδώ !
σημείο να προκαλεί συμπτώματα της «Λύσσας-Σόρος» σε υποταχτικούς κονδυλοφόρους όπως σ αυτόν τον δυστυχή κ. Χάρη σε σημερινό (9.1.10) ένθετο αθηναϊκής εφημερίδας.

Επειδή τυχαίνει να είμαι ένας από τους πρωτεργάτες αυτής της εκστρατείας για την ενημέρωση του ελληνικού λαού με  ρίζες βαθειές στην αληθινή ελληνική Αριστερά από την εποχή του ΕΑΜ, θα ήμουν ο τελευταίος που θα επέτρεπα στον οποιονδήποτε να καπηλευτεί την λέξη και την έννοια «πατρίδα».

Το ΕΑΜ και το τότε ΚΚΕ κατέκτησε την εμπιστοσύνη του 70% του λαού μας για την πίστη του και τους αγώνες του για τη Λευτεριά της ελληνικής πατρίδας και την αναγέννηση του ελληνικού έθνους. Με την πεποίθηση ότι υπηρετούμε τα ιδεώδη των Ελλήνων για την ελευθερία και την δημοκρατία από τα βάθη των αιώνων και φτάνοντας ως το «Ελευθερία ή θάνατος» του Κολοκοτρώνη, ορθώσαμε το ανάστημά μας και αναμετρηθήκαμε με το όπλο στο χέρι, με την πιο φονική δύναμη που γνώρισε ποτέ η ανθρωπότητα: την χιτλερική Βέρμαχτ, τα ναζιστικά Ες-Ες και την Γκεστάπο, με αμέτρητες θυσίες σε αίμα, βασανισμούς και διώξεις. Ενώ παράλληλα και μέσα σ΄ εκείνες τις σκληρές συνθήκες τιμούσαμε και τρεφόμαστε με τον ελληνικό πολιτισμό για τον οποίο είμαστε περήφανοι και συγχρόνως οραματιζόμαστε τη μελλοντική κοινωνία της δικαιοσύνης, της αλληλεγγύης και της «πανανθρώπινης λευτεριάς».

Αυτή υπήρξε ως σήμερα η γνήσια και μοναδική Αριστερά, όπου οι λέξεις «έθνος» και «πατρίδα» ήταν για μας δόξα και τιμή και όχι ντροπή όπως τις κατάντησαν χτες και σήμερα ορισμένα γκρουπούσκουλα και ομάδες «διανοουμένων» που στο όνομα της Αριστεράς ντροπιάζουν με τις «ιδέες» και τα καμώματά τους, τους αγώνες και τις θυσίες μας, ενώ δηλητηριάζουν την ανύποπτη νεολαία μας, που η νικήτρια και θριαμβεύουσα ακόμα και σήμερα εθνικοφροσύνη κρατάει στα σκοτάδια, έχοντας καταδικάσει σε λήθη τη σύγχρονη ιστορία μας.


Όμως η ακτινοβολία εκείνων των ηρωικών χρόνων αψηφώντας όλα τα εμπόδια εξακολουθεί να εμπνέει το λαό μας, γιʼ αυτό και η αντίθεση στην συστηματική απόπειρα που επιχειρείται εδώ και καιρό με στόχο την ουσιαστική ανατροπή της ελληνικής ιστορίας, είναι καθολική και δεν συνδέεται με την α΄ ή την β΄ πολιτική παράταξη αλλά με το σύνολο των Ελλήνων, που γαλουχήθηκε με μια συγκεκριμένη και βαθειά ριζωμένη άποψη για το τι είναι πατρίδα, τι είναι Ελλάδα, τι είναι ιστορία, τι είναι ελληνικός λαός και ελληνικό έθνος.

Κι ακόμα γνωρίζει καλά -γιατί τα βιώνει, ποια είναι τα βασικά ιστορικά και πολιτισμικά στοιχεία που μας διέπλασαν από το ΄21 έως σήμερα.

Αρνούμενοι και κατεδαφίζοντας όλα αυτά που μας έκαναν αυτούς που είμαστε χτες, προχτές και σήμερα,με το πρόσχημα μιας δήθεν επιστημονικής αναθεώρησης της ιστορικής πραγματικότητας, όπως αποδεικνύεται σε κάθε σελίδα του βιβλίου σας «Τι είν η Πατρίδα μας;» στην ουσία αμφισβητείτε ο,τιδήποτε θετικό έπραξε ο λαός αυτός σε όλους τους τομείς του εθνικού μας βίου κατά τη διάρκεια των δύο τελευταίων αιώνων.

Με το βιβλίο σας αποδομείτε τις ιδέες, πεποιθήσεις, τα «πιστεύω», σε σχέση με το ελληνικό έθνος και τις ρίζες του, δηλαδή όλα αυτά που ενέπνευσαν και παρακίνησαν τον λαό μας. Όμως αν στις αρχές του 19ου αιώνα δεν υπήρχαν οι ιδέες για τη συνέχεια του ελληνικού έθνους και όλα τα «πιστεύω» που εσείς σήμερα απορρίπτετε ως άνευ ουσιαστικού περιεχομένου και εκτός ιστορικής πραγματικότητας, τότε δεν θα μπορούσαν να υπάρξουν η Επανάσταση του ΄21, το κίνημα του Φιλελληνισμού, το δημοκρατικό κίνημα του Μακρυγιάννη, η αποπομπή του Όθωνα, οι Βαλκανικοί πόλεμοι, η Εθνική Αντίσταση. Δεν θα υπήρχε ο Άρης Βελουχιώτης. Και όχι μονάχα αυτός, γιατί σύμφωνα με κείνα που επιχειρείτε να διδαχθούν τα παιδιά μας, δεν θα υπήρχε ούτε ένας αντάρτης, μιας και ΟΛΟΙ πήραν τα όπλα για την Ελλάδα και την Πατρίδα. Ενώ αν είχαν τα μυαλά τα δικά σας, δηλαδή εξέταζαν το «επιστημονικώς ορθόν», θα τα βρίσκανε μια χαρά με τους Γερμανούς που εξ άλλου το μόνο που ζητούσαν από μας ήταν να τους παραχωρήσουμε την άδεια χρήσης των λιμανιών και των αεροδρομίων μας.

Κατά τον ίδιο τρόπο δεν θα υπήρχαν οι δημοκρατικοί αγώνες και η Αντίσταση κατά της χούντας. Δεν θα υπήρχαν ο Σολωμός, ο Κάλβος, ο Παλαμάς, ο Καβάφης, ο Καλομοίρης,ο Καζαντζάκης, o Σικελιανός, ο Σεφέρης, ο Ρίτσος, ο Τσαρούχης, ο Ελύτης, ο Χατζιδάκις, ο Εγγονόπουλος,ο Κωνσταντίνος Δεσποτόπουλος, ο Παρθένης, ο Καμπανέλλης, ο Γεωργουσόπουλος, ο Κουν, ο Μινωτής, ο Κακογιάννης, ο Αγγελόπουλος. Όπως δεν θα υπήρχαν οι διανοητές, οι φιλόσοφοι, οι μεγάλοι πολιτικοί ηγέτες από τον Τρικούπη και τον Βενιζέλο ωε τον Καραμανλή και τον Ανδρέα Παπανδρέου. Δεν θα υπήρχαν τα μεγάλα κινήματα όπως των δημοτικιστών και των φοιτητών. Δεν θα υπήρχε το κίνημα για την Κύπρο ούτε οι εκδηλώσεις αλληλεγγύης προς τα σημερινά θύματα του επιθετικού ιμπεριαλισμού, την Γιουγκοσλαυία, την Παλαιστίνη, το Αφγανιστάν και το Ιράκ. Και δεν θα συνέβαιναν προ παντός εκείνες οι πράξεις, που αποδεικνύουν την ιδιαιτερότητα του λαού μας, που τόσο επίμονα σαρκάζετε, όπως το ΟΧΙ το 1940 και η μάχη της Κρήτης, καθώς και το ότι ανάμεσα σε όλους τους ευρωπαίους, μονάχα η Ελλάδα αρνήθηκε να ντύσει τα παιδιά της με την στολή της Βέρμαχτ και να τα στείλει στο ανατολικό μέτωπο. Χάρη στις μοναδικές μέσα στην κατεχόμενη Ευρώπη παλλαϊκές διαδηλώσεις στο κέντρο της Αθήνας με χιλιάδες νεκρούς, τραυματίες και εκτοπισμένους σε στρατόπεδα θανάτου.

Κι αυτό γιατί οι εθνικοί και δημοκρατικοί μας αγώνες, καθώς και τα πνευματικά έργα και οι πολιτικές πράξεις των προσώπων αυτών, διαπνέονταν από την πεποίθηση ότι η σύγχρονη Ελλάδα έχει επηρεαστεί βαθειά από μια βαρειά κληρονομιά, απέναντι στην οποία θα πρέπει να φανούμε δημιουργικά αντάξιοι.

Για όλα αυτά έχετε να πείτε μια μόνο λέξη: εθνοκεντρισμός, δηλαδή ότι είναι ασυγχώρητη υπερηφάνεια για ένα λαό να θαυμάζει τα επιτεύγματά του, φτάνοντας στο σημείο να προτείνετε να εκλείψει από τα σχολικά βιβλία, γιατί αυτό επιτάσσει η σύγχρονη επιστήμη για την αναθεώρηση της ιστορίας. Με άλλα λόγια επιχειρείτε έναν γενικευμένο ευνουχισμό σε ό,τι πολυτιμότερο και πιο ελληνικό πέτυχε ο λαός μας έως τώρα, με τελικό αποτέλεσμα την μετατροπή μας σε έναν άλλο λαό, προσαρμοσμένο στις συνταγές του καμουφλαρισμένου αφελληνισμού, που κοσμούν κάθε σελίδα του εν λόγω βιβλίου σας.

Κι αυτό γιατί διαφωνείτε με την ύπαρξη και την αξία των βασικών πυλώνων πάνω στους οποίους στηρίχθηκαν οι ιδέες, οι πράξεις, οι αγώνες, οι θυσίες και τα έργα, πνευματικά και άλλα.


Βαφτίζετε εθνοκεντρισμό την ξεχωριστή πίστη, ακόμα και θαυμασμό που μπορεί να έχει ένας λαός για την ιστορία και τον εαυτό του. Τις ξένες επεμβάσεις, που αλλοίωσαν την εθνική μας ζωή, τις θεωρείτε σχεδόν ανύπαρκτες και πρόσχημα για να καλύψουμε τις δικές μας -υπαρκτές βεβαίως- αδυναμίες.

Την ιδιαιτερότητα των αγώνων μας, ειδικά στον β΄ παγκόσμιο πόλεμο την αποκαλείτε σωβινισμό, πράξη εχθρική προς τους άλλους και την θεωρείτε γενεσιουργό αιτία ξενοφοβίας.

Την υπερηφάνεια μας για τα κατορθώματα των αρχαίων Ελλήνων την βαφτίζετε στείρο εθνικισμό και ιστορική αυταπάτη. Δηλαδή θέλετε σώνει και καλά να αποδείξετε ότι κακώς πιστεύαμε ως τώρα όσα πιστεύαμε για την καταγωγή, τις παραδόσεις, την ιστορία και τον πολιτισμό μας, πράξη που στην ιατρική επιστήμη ονομάζεται «ευνουχισμός». Και οχυρωμένη πίσω από ηχηρά ονόματα ξένων επιστημόνων βαλθήκατε με την βοήθεια ισχυρών πολιτικών και οικονομικών κύκλων, μιας και είναι πολύ δύσκολο να ευνουχίσετε έναν ολόκληρο λαό κατεδαφίζοντας τα σύμβολα και τους μύθους του, να ξεκινήσετε το θεάρεστο έργο σας από τα τρυφερά και ανύποπτα παιδιά μας.

Όπως το επιχείρησε χθες η φίλη σας κ. Ρεπούση -ανεπιτυχώς- ενώ σήμερα, με τον αέρα μάλιστα της κρατικής συμπαράστασης το επεκτείνετε εσείς με νέα έφοδο για τον ευνουχισμό της μαθητικής μας νεολαίας από κρατικό μάλιστα πόστο!

Γνωρίζετε κυρία Δραγώνα, ότι δεν έχω τίποτα προσωπικό μαζί σας, όπως γνωρίζετε ότι θα σας ήταν λίγο δύσκολο να με βαφτίσετε κι εμένα … ακροδεξιό. Προς το παρόν μπορείτε εσείς και οι φίλοι σας να με φιμώσετε. Όμως σʼ αυτό είμαι συνηθισμένος και μάλιστα θα σας έλεγα ότι όποιοι και όσοι στο παρελθόν κατά καιρούς επεχείρησαν να φιμώσουν τις ιδέες αλλά και την μουσική μου, είχαν … κακά γεράματα. Όπως ίσως ξέρετε ή θα έχετε ακούσει, η ζωή και το έργο μου στηρίχθηκε επάνω σε τρεις λέξεις: Ελλάδα, Πατρίδα, Ελευθερία. Και όλοι μου οι αγώνες έγιναν μόνο και μόνο για να τις υπερασπίσω με κάθε θυσία. Το ίδιο κάνω και τώρα.


Σήμερα εσείς και οι φίλοι σας, με διαφορετικό τρόπο απ ό,τι οι προηγούμενοι, επιχειρείτε να κατεδαφίσετε τις ιδέες, τις πράξεις και τα έργα που συμβολίζουν αυτές οι τρεις λέξεις, που όπως είπα, ενέπνευσαν και στήριξαν όλες τις γενιές των νεοελλήνων, για να γίνουμε αυτό που είμαστε σήμερα.

Μια κορυφαία στιγμή στην νεότερή μας ιστορία υπήρξε και η Εθνική μας Αντίσταση, τότε που έλαμψαν αυτές οι τρεις λέξεις οδηγώντας τα νιάτα εκείνης της εποχής σε ανυπέρβλητες θυσίες. Χιλιάδες, εκατοντάδες χιλιάδες τα θύματα. Τι μας οδηγούσε τότε; Όλα αυτά που καταδικάζονται σε κάθε σελίδα του βιβλίου σας, για να ανοίξει ο δρόμος σε μια γενικευμένη αλλοίωση του εθνικού μας χαρακτήρα ξεκινώντας με δήθεν επιστημονικό τρόπο από τα τρυφερά μας νιάτα.

Άλλωστε αυτή η προσπάθεια που γίνεται μέσα στα πλαίσια της παγκοσμιοποίησης, έχει αφετηρία γνωστά σε όλους διεθνή κέντρα, που επιδιώκουν την διάλυση των εθνών-λαών με εθνικές ιδιαιτερότητες, συμφέροντα και «αρχές» που οδηγούν σε αντιστάσεις μπροστά στη λαίλαπα της παγκοσμιοποίησης και γιʼ αυτό με τη διάλυση των εθνών επιδιώκουν την μετατροπή των ανθρώπων σε ανυπεράσπιστες μονάδες χωρίς μνήμη και ενοχλητικές ιδιαιτερότητες.

Eίναι δυνατόν να επιτραπεί να γίνει κάτι τέτοιο; Να γιατί με βρίσκετε και θα με βρίσκετε πάντοτε αντίθετο, γιατί πιστεύω ότι η γενιά η δική μου έχει αποδείξει στην πράξη, με έργα και όχι μόνο με λόγια, ότι σʼ αυτή τη γωνιά της γης κατοικούν άνθρωποι που είναι Έλληνες με όλη την ιστορική σημασία αυτής της λέξης και τίποτε -απολύτως τίποτε- δεν μπορεί να αμαυρώσει και πολύ περισσότερο να αλλοιώσει.

Τέλος οφείλω να σας πω ότι:

Από την ανάγνωση του βιβλίου σας «Τι είνʼ η Πατρίδα μας;» έχω συναγάγει ορισμένα συμπεράσματα, που πιστοποιούν θεμελιακές διαφορές από τις απόψεις σας. Θα αρκεστώ προς το παρόν σε μερικά παραδείγματα:


«Η κυρίαρχη αντίληψη για το έθνος και την εθνική ταυτότητα, με βάση την οποία οι πολιτικές εξουσίες στην Ευρώπη αλλά και έξω από αυτήν οργανώνουν το διαπαιδαγωγητικό ρόλο του σχολείου, είναι ακόμη σήμερα σε μεγάλο βαθμό η αντίληψη που κληρονόμησε ο ρομαντισμός του 19ου αιώνα, σύμφωνα με την οποία το έθνος αποτελεί οικουμενική, «φυσική» οντότητα, ανεξάρτητη από το χρόνο και το χώρο, και η εθνική ταυτότητα, αυτονόητη και αναλλοίωτη αποτύπωση κοινωνικής ομοψυχίας και συνοχής. Οι εθνικές ιστοριογραφίες προέρχονται από αυτή την παράδοση και δίνουν έμφαση στη συνέχεια της ιστορίας και του πολιτισμού της εθνικής ομάδας, στις αντιστάσεις της απέναντι στις εξωτερικές επιβουλές, στην ομοιογένειά της. Στο σχολείο η ιστορία καλείται να διδάξει τα κατορθώματα των προγόνων και να σφυρηλατήσει την εθνική υπερηφάνεια και ενότητα, ενώ η γλώσσα και η γεωγραφία επιβεβαιώνουν την εθνική συνέχεια στο χρόνο και στο χώρο». (σελ. 31)

Είναι φανερό ότι θεωρείτε ότι το έθνος και η εθνική ταυτότητα είναι «κληρονομιά του ρομαντισμού του 19ου αιώνα [και δεν] αποτελεί «φυσική» οντότητα ανεξάρτητη από τον χρόνο και τον χώρο, αυτονόητη και αναλλοίωτη αποτύπωση εθνικής ομοψυχίας και συνοχής».


Φαίνεται ακόμη ότι δεν είσθε σύμφωνη με την έμφαση που δίνεται στο σχολείο «στη συνέχεια της ιστορίας και του πολιτισμού της εθνικής ομάδας, στις αντιστάσεις της απέναντι στις εξωτερικές επιβουλές, στην ομοιογένειά της». Καθώς και στο γεγονός ότι «η ιστορία καλείται να διδάξει τα κατορθώματα των προγόνων και να σφυρηλατήσει την εθνική υπερηφάνεια και ενότητα, ενώ η γλώσσα και η γεωγραφία επιβεβαιώνουν τη συνέχεια στο χρόνο και στον χώρο».

Θα ήθελα ειλικρινά να μου λέγατε, αν η παράγραφος αυτή αναφέρεται θετικά ή αρνητικά στον τρόπο που το σχολείο αντιμετωπίζει τα προβλήματα αυτά. Μιας και δεν το λέτε φανερά. Όμως αφήνετε να υπονοηθεί, ότι όλες αυτές οι ιδέες περί έθνους και εθνικής ταυτότητας αποτελούν σύμπτωμα που μας επιβλήθηκε από την «ρομαντική αντίληψη της ιστορίας στο τέλος του 19ου αιώνα. Άρα ξεπερασμένες και αντιεπιστημονικές σύμφωνα με την οπτική γωνία τη δική σας και των υπολοίπων συνεργατών σας που συμμετέχουν στην συγγραφή του εν λόγω βιβλίου.

Να όμως που τόσο εγώ όσο και οι γενιές των παππούδων μου αλλά και των συμμαχητών και συνοδοιπόρων μου στους δρόμους των εθνικών αγώνων και στις προσπάθειες για τη δημιουργία μιας ελληνικής τέχνης διαπνεόμεθα σε κάθε μας βήμα και προσπάθεια από αυτές ακριβώς τις ιδέες που καταγγέλλετε ως ξεπερασμένες και ευτελή ως φαίνεται προϊόντα μιας ξεπερασμένης πια ρομαντικής αντίληψης. Και μόνο μʼ αυτή την παράγραφο, μου ζητάτε να απαρνηθώ τον εαυτό μου, τη ζωή μου, τις ιδέες και το έργο μου. Και όχι μόνο από εμένα αλλά όπως αποδεικνύεται από τις πράξεις και τα έργα τους, ΟΛΟΥΣ σχεδόν τους νεοέλληνες, ανώνυμους και επώνυμους που από το 1821 έως σήμερα πίστεψαν ακριβώς σʼ αυτά που θεωρείτε ότι κακώς διδάσκονται σήμερα στο ελληνικό σχολείο. Άλλωστε αμέσως μετά διευκρινίσατε ότι «στις σύγχρονες κοινωνικές επιστήμες για το εθνικό φαινόμενο η ρομαντική αντίληψη για το έθνος έχει γίνει αντικείμενο κριτικής… Οι σύγχρονες θεωρήσεις (…) συγκλίνουν στην παραδοχή ότι η έννοια του έθνους είναι σχετικά πρόσφατη, αλλάζει μέσα στο χρόνο» και παρακάτω αποκαλείτε «φανταστική κοινότητα» του έθνους που στηρίζεται στη νέα νοηματοδότηση (ομολογώ πως δεν καταλαβαίνω τον όρο) υπαρκτών κοινών χαρακτηριστικών» και όλα αυτά τα προσφέρει «η εθνική ταυτότητα» (που ήρθε) «να αντικαταστήσει το κενό που δημιούργησε η κατάλυση των παραδοσιακών μορφών κοινωνικής οργάνωσης».


«Καθώς διευρύνεται το σχετικά πρόσφατο ενδιαφέρον των κοινωνικών επιστημών για το εθνικό φαινόμενο, η ρομαντική αντίληψη για το έθνος έχει γίνει αντικείμενο κριτικής τα τελευταία χρόνια. Οι σύγχρονες θεωρήσεις, παρά τις σημαντικές διαφορές τους ως προς την προέλευσή τους, συγκλίνουν στην παραδοχή ότι η έννοια του έθνους είναι σχετικά πρόσφατη, αλλάζει μέσα στο χρόνο και μπορούμε επομένως να κάνουμε την ιστορία της: πιο συγκεκριμένα η έννοια του έθνους όπως χρησιμοποιείται σήμερα διμορφώθηκε ιστορικά τα τελευταία διακόσια χρόνια και συνδέεται άμεσα με τη δημιουργία των εθνών-κρατών (Noiriel 1991). Η εθνική ταυτότητα ήρθε να αντικαταστήσει το κενό που δημιούργησε η κατάλυση των παραδοσιακών μορφών κοινωνικής οργάνωσης και να προσφέρει στα μέλη των σύγχρονων κοινωνιών νέα βάση κοινωνικής συνοχής μέσα από τη δημιουργία της «φαντασιακής κοινότητας» του έθνους, που στηρίζεται στη νέα νοηματοδότηση υπαρκτών κοινών πολιτισμικών χαρακτηριστικών». (σελ. 31)

Γιατί τάχα πολύπλοκες εγκεφαλικές αναλύσεις για αυτονόητα γεγονότα, όπως είναι η συνεχής ανανέωση των μορφών της κοινωνικής συγκρότησης, για να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι το έθνος αποτελεί μια «φανταστική κοινότητα»; Αλήθεια, τι θα πει αυτό; Το έθνος σε σχέση με την κοινωνία είναι η ψυχή σε σχέση με το σώμα. Κι εδώ είναι πιστεύω, το λάθος της σύγχρονης κοινωνικής επιστήμης, που επαγγέλλεσθε. Γιατί επιχειρεί να αναλύσει και να εξηγήσει μορφές και λειτουργίες που αφορούν την κοινωνία-σώμα και όχι το έθνος-ψυχή. Που δεν αναλύεται ούτε εξηγείται, γιατί όπως και τα φαινόμενα της θρησκείας και της τέχνης, ανάγεται στην μεταφυσική και στην υπέρβαση. Στο υπερλογικό και ανεξήγητο.


Αν και για τη συνέχεια του ελληνικού έθνους, πέραν του γεγονότος ότι για την παμψηφία θα έλεγα των νεοελλήνων -ανωνύμων και επωνύμων- δεν αποτελούσε και αποτελεί μόνο ένα είδος θρησκευτικής πίστης (άκρως αντιεπιστημονικής βεβαίως για σας) υπάρχουν απτές αποδείξεις ότι ορισμένοι βασικοί άξονες του πνευματικού κόσμου των αρχαίων Ελλήνων κατάφεραν να διατηρηθούν και να φτάσουν ως τις μέρες μας. Λ.χ. είναι πασίγνωστη η διάρκεια της ελληνικής γλώσσας. Δεν είναι όμως γνωστή η διάρκεια της αρχαίας ελληνικής μουσικής μέσω των βασικών μουσικών κλιμάκων, που παρέμειναν αναλλοίωτες, καθώς οι αρχαίοι μουσικοί τρόποι πέρασαν ατόφιοι στη Βυζαντινή μουσική με το νέο όνομα «ήχοι» κι από κει δια μέσου της αραβικής μουσικής και με καινούριο όνομα, «δρόμοι», δημιούργησαν το ρεμπέτικο τραγούδι από το οποίο προήλθε τόσο η σύγχρονη λαϊκή μας μουσική όσο και η έντεχνη-λαϊκή μουσική, μέσα στην οποία συνενώθηκε η μουσική με την ποίηση. Δηλαδή το φαινόμενο που χαρακτήριζε την αρχαία μουσική, δεδομένου ότι τότε με τον όρο «μουσική» εννοούσαν αποκλειστικά την σύζευξη Μουσικής και Λόγου.

Ένα άλλο σημαντικό δημιούργημα των αρχαίων, υπήρξε ως γνωστόν και η Δημοκρατία και μάλιστα η άμεση Δημοκρατία. Μετά την κατάκτηση της Ελλάδας από τους Ρωμαίους και σχεδόν έως σήμερα στην Ευρώπη κυριάρχησαν συστήματα συγκεντρωτικά, βασιλείες αυτοκρατορίες, δικτατορίες, σοσιαλιστικές εξουσίες. Η χώρα μας κατακτήθηκε για τέσσερις αιώνες από την Οθωμανική αυτοκρατορία. Εν τούτοις και κάτω από αυτές τις καταλυτικές συνθήκες οι ελληνικές κοινότητες, μέσα και έξω από τον γεωγραφικό μας χώρο, κυβερνήθηκαν με δημοκρατικό τρόπο. Οι κάτοικοι λ.χ. ενός χωριού εξέλεγαν τακτικά με καθολική ψηφοφορία την διοικητική και τη δικαστική τους εξουσία. Κι αυτό αντανακλάται στο Σύνταγμα της Επιδαύρου, μέσα στο οποίο ρητώς αναφέρεται ότι απαγορεύονται οι «τίτλοι ευγενείας». Άλλωστε αυτό το δημοκρατικό φρόνημα μπορούμε να πούμε ότι παραμένει έως σήμερα βασικό γνώρισμα της πλειοψηφίας του ελληνικού λαού.

Κι αυτό σε πείσμα των προσπαθειών των ξένων δυνάμεων να επιβάλουν τις γνωστές δυναστείες των Βαυαρών και των Γλύξμπουργκ. Γεγονός που αρνείσθε πεισματικά να παραδεχτείτε. Δηλαδή το γεγονός των συνεχών παρεμβάσεων των ξένων στην χώρα μας, που υπήρξαν πρόξενοι των μεγαλυτέρων εθνικών μας καταστροφών. Όπως της Μικρασιατικής, του Εμφυλίου, της Κύπρου και τέλος της στρατιωτικής δικτατορίας.

Συμφωνώ μαζί σας στην παράγραφο της σελ. 33, ότι τα κριτήρια με τα οποία ορίζεται ένα έθνος είναι πολιτισμικού χαρακτήρα: καταγωγή, γλώσσα, θρησκεία και παραδόσεις, μύθοι, ιστορίες, μνήμες.


«Όπως χαρακτηριστικά δείχνουν οι παραπάνω έρευνες, τα κριτήρια με τα οποία ορίζεται το έθνος είναι πολιτισμικού χαρακτήρα: καταγωγή, γλώσσα, θρησκεία και παραδόσεις, μύθοι, ιστορικές μνήμες. Τα πολιτισμικά αυτά κριτήρια, που θεωρούνται κοινά, προσδιορίζουν τον συμβολικό και τον φυσικό χώρο του έθνους. Οτιδήποτε διαφορετικό θεωρείται ότι βρίσκεται έξω από το έθνος και συνήθως απορρίπτεται. Έτσι τα έθνη έχουν προσδιοριστεί ιστορικά κατά κύριο λόγο μέσα από τις διαφορές τους από και σε σύγκριση με άλλα έθνη. Αυτή τη συνεχής διαδικασία ετεροπροσδιορισμού συμβάλλει στην αέναη αναπαραγωγή της εθνικής ταυτότητας ως μοναδικής και ομοιογενούς και στηρίζει την τάση της να αρνείται τόσο τις ομοιότητες με καθετί έξω από αυτήν όσο και τις διαφοροποιήσεις στο εσωτερικό της».








Όμως διαφωνώ με την άποψή σας πως «ό,τι είναι διαφορετικό, θεωρείται ότι βρίσκεται έξω από το Έθνος, συνήθως απορρίπτεται». Και ακόμα ότι «η συνεχής διαδικασία ετεροπροσδιορισμού συμβάλλει στην αέναη αναπαραγωγή της εθνικής ταυτότητας ως μοναδικής και ομοιογενούς και στηρίζει την τάση της να αρνείται τόσο τις ομοιότητες με κάθε τι έξω από αυτήν όσο και τις διαφοροποιήσεις στο εσωτερικό της».

Χωρίς ίσως να το θέλετε, φορτώνετε με αρνητικές ιδιότητες το Έθνος και την εθνική ταυτότητα, μιας και για να υπάρξουν κατά τη γνώμη σας, πρέπει πρώτον να ετεροπροσδιορισθούν και δεύτερον να «απορρίψουν» δηλαδή να κλειστούν στο καβούκι τους. Συμφωνούν άρα γε αυτές οι διαπιστώσεις με το ελληνικό έθνος; (Για να αρκεστούμε στη δική μας ιστορική εμπειρία). Γιατί όλα τείνουν να αποδείξουν ότι ο,τιδήποτε καλό και θετικό έγινε ως τώρα, οφείλεται στο γεγονός ότι είχαμε και έχουμε ανοιχτές θύρες (τουλάχιστον ως προς τον πολιτισμό) και προς Ανατολάς και προς Δυσμάς όπως και προς Βορρά. Έτσι ό,τι υπήρξε και ό,τι υπάρχει, αποτελεί δημιουργική πρόσμιξη διαφόρων ιδεών και πολιτισμών, ακόμα και τρόπων ζωής.
Ήμαστε πάντοτε ανοιχτοί κατά το παράδειγμα του Ρήγα Φεραίου, που ενώ σάλπιζε την επανάσταση των Ελλήνων, οραματιζόταν την μεγάλη οικογένεια των Βαλκανικών λαών. Το ίδιο που κάναμε κι εμείς στην Εθνική Αντίσταση, που αγωνιζόμαστε όχι μόνο για την δική μας ελευθερία αλλά και για την «πανανθρώπινη τη λευτεριά». Και μη μου πείτε ότι επηρεάστηκαν από την ρομαντική άποψη περί έθνους οι φουστανελάδες αγράμματοι ως επί το πλείστον Έλληνες επαναστάτες, όταν το Σύνταγμα της Επιδαύρου στα 1822 διακήρυσσε την ανασύσταση του ελληνικού έθνους αποτελώντας παράλληλα το δημοκρατικότερο Σύνταγμα όλων των εποχών, μιας και είχαν ανοιχτά τα μυαλά τους στις επιρροές της Γαλλικής και της Αμερικανικής ακόμα επανάστασης. Για να ετεροπροσδιοριστούμε θα πρέπει να είμαστε ανίκανοι να αυτοπροσδιοριζόμαστε κάθε στιγμή (ακόμα και σήμερα), ενώ η εθνική μας ταυτότητα υπήρξε και είναι τόσο ισχυρή, ώστε να μην έχουμε ούτε να θέλουμε να έχουμε εχθρούς, για να είμαστε αυτοί που είμαστε. Άλλωστε η βασική εξωτερική μας πολιτική ως τώρα υπήρξε και είναι αμυντική με εξαίρεση την τυχοδιωκτική εκστρατεία στην Τουρκία, που μας κόστισε τόσο ακριβά.

Και γιατί δεν ρωτάτε και μας (όσους επιζήσαμε), που περάσαμε μέσα από το καμίνι της ξένης κατοχής, να σας πούμε από πού αντλούσαμε τη δύναμη και το θάρρος να αναμετρηθούμε ίσος προς ίσον με την τερατώδη Χιτλερική μηχανή θανάτου; Μονάχα με την σκέψη ότι στο βάθος είμαστε ανώτεροι από αυτούς! (Εξ άλλου σʼ αυτό μας βοηθούσε η μετατροπή των εχθρών μας σε μια συμπαγή μάζα αιμοδιψών βαρβάρων). Γιατί; Γιατί ανήκαμε σε ένα Έθνος πολύ ανώτερο απʼ αυτούς στον πνευματικό και πολιτισμικό κυρίως χώρο από τον Αισχύλο και τον Πλάτωνα έως τον Σολομό, τον Παλαμά και τον Καβάφη. Και όσοι είμαστε μορφωμένοι, το ηθικό μας ανάστημα έπαιρνε συνειδητά δύναμη απʼ αυτούς. Όσο για τους αμόρφωτους αλλά γενναίους, αντλούσαν δύναμη όπως οι αγωνιστές του ΄21 από τα «μάρμαρα». Αν όλα αυτά είναι «παραμύθια», τότε ό,τι υπήρξε θετικό και ξεχωριστό ως τώρα, ας πούμε ότι ήταν και είναι «παραμύθι». Τότε για ποιον λόγο θέλετε να το κατεδαφίσετε; Δεν ξέρετε ότι έτσι σκοτώνετε την ψυχή μας; Χάρη στην οποία είσθε κι εσείς σήμερα ελεύθερη;


Όπως ασφαλώς καταλαβαίνετε, για μένα προσωπικά δεν υπάρχει καν ερώτημα «Τι είν η πατρίδα μας;». Για όλους όσους αφιέρωσαν το έργο και κυρίως τη ζωή τους ολόκληρη σ αυτή την πατρίδα -και είναι χιλιάδες, εκατομμύρια Έλληνες, επώνυμοι ή ανώνυμοι, νεκροί ή ζωντανοί, δεν υπάρχουν τέτοια ερωτήματα, γιατί αυτοί οι ίδιοι είναι η πατρίδα…

Γι αυτό σας παρακαλώ και εύχομαι να λάβετε σοβαρά υπʼ όψιν την μαρτυρία ενός ελεύθερου Έλληνα και να σταματήσετε αυτή την εκστρατεία, που μόνο δεινά μπορεί να φέρει στον ήδη δοκιμαζόμενο λαό μας.

Σας χαιρετώ,
Μίκης Θεοδωράκης


ΥΓ. Επειδή θεωρώ ότι με την απάντησή μου αυτή μου δόθηκε η ευκαιρία να αναπτύξω ορισμένα ουσιαστικά επιχειρήματα στην προσπάθειά μου να διαφωτίσω όσο γίνεται πληρέστερα τον ελληνικό λαό για τα κίνητρά μου στον αγώνα που ξεκίνησα και συνεχίζω, είμαι υποχρεωμένος να την δημοσιεύσω στο διαδίκτυο, όπως έκανα έως τώρα, δεδομένου ότι τα ισχυρά ΜΜΕ προς το παρόν αποφεύγουν ακόμα και να αναφερθούν στις απόψεις μου καταφεύγοντας ως συνήθως σε ύβρεις…Αυτό θα πει ελευθερία τύπου!

====================================
Η επιστολή της κα. Δραγώνα: 


2 Ιανουαρίου 2010 

Αγαπητέ Μίκη Θεοδωράκη,



Κυκλοφόρησε πριν λίγες ημέρες στο διαδίκτυο επιστολή σας προς τον Στέφανο Ληναίο με πολύ απαξιωτικά σχόλια για το πρόσωπό μου και παραθέματα από το δημοσιευμένο έργο μου που είναι όλα παντελώς ψευδή και κατασκευασμένα.
Σας ενημερώνω ότι δεν είμαι ιστορικός και δεν γράφω ιστορικά βιβλία. Λόγος σαν «Η ελληνική ταυτότητα δεν υπήρχε πριν από το 19ο αιώνα. Δημιουργήθηκε έξωθεν σε μια εποχή εθνικισμού, αποικιοκρατίας και επεκτατικού ιμπεριαλισμού. Κοντολογίς κάποιοι από το εξωτερικό μας είπαν τον 19ο αιώνα ότι είμαστε Έλληνες κι εμείς το δεχθήκαμε για να κονομήσουμε (!!!) πουλώντας το παραμύθι ότι είμαστε απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων», δεν βρίσκεται πουθενά στο δημοσιευμένο έργο μου και δεν χαρακτηρίζει την πανεπιστημιακή και κοινοβουλευτική μου πορεία. Τέτοιου είδους κατασκευάσματα είναι μιας συκοφαντικής εκστρατείας εναντίον μου. Είμαι κοινωνική ψυχολόγος, ερευνώ και γράφω πάνω στις κοινωνικές ταυτότητες έχω δώσει μεγάλο μέρος της ζωής μου για την υπεράσπιση των αρχών της δημοκρατίας και της δικαιοσύνης σε αυτόν τόπο.  Σας στέλνω μέρος των δημοσιεύσεων μου για να κρίνετε εάν όσα παρατίθενται στις εφημερίδες και στο διαδίκτυο ανταποκρίνονται στην αλήθεια. Εάν διαπιστώσετε ότι είναι κατασκευασμένες φράσεις, σας παρακαλώ πολύ να βρείτε μια ευκαιρία να το δηλώσετε.



Σας γράφω επειδή θαυμάζω την αστείρευτη δημιουργικότητά σας και τους αγώνες σας για τη δημοκρατία και είμαι σίγουρη ότι η αναζήτηση της αλήθειας και η προάσπιση των δημοκρατικών αρχών έχει πρώτιστη σημασία για σας.



Με εκτίμηση,
Θάλεια Δραγώνα


ΥΓ. Σας επισυνάπτω και 2 πρόσφατες συνεντεύξεις μου όπου θα βρείτε και όλα τα παραποιημένα παραθέματα

Δευτέρα 11 Ιανουαρίου 2010

Ελλάδα: Χώρα ή Χώρος;

Του Σταύρου Λυγερού
περιοδικό Επίκαιρα ,τεύχος 11ο

Η πτώση των κομμουνιστικών καθεστώτων προκάλεσε στη δεκαετία 1990 ένα μεγάλο κύμα παράνομης μετανάστευσης από ανατολικοευρωπαϊκές χώρες προς την Ελλάδα. Οι ροές αυτές δεν έχουν σταματήσει, αλλά τα τελευταία χρόνια είναι σαφώς μικρότερες. Αντιθέτως, διογκώνονται με εντυπωσιακό ρυθμό οι ροές λαθρομεταναστών από ισλαμικές χώρες, κυρίως από Ιράκ, Αφγανιστάν, Πακιστάν, Μπαγκλαντές, Παλαιστίνη, Σομαλία και Ερυθραία. Οι ανατολικοευρωπαίοι μετανάστες, που σε μεγάλο βαθμό έχουν πια νομιμοποιηθεί, λόγω πολιτισμικής ταυτότητας και τρόπου ζωής έχουν κατά κανόνα εισέλθει σε τροχιά κοινωνικής ενσωμάτωσης. Δεν αναμένεται να συμβεί το ίδιο με τη συντριπτική πλειοψηφία των μουσουλμάνων. Πρώτον, επειδή η πολιτισμική τους ταυτότητα δεν διευκολύνει την ενσωμάτωση τους, όπως έχει αποδείξει και η πείρα με παλαιότερες μουσουλμανικές κοινότητες σε δυτικοευρωπαϊκές χώρες. Δεύτερον, επειδή οι μουσουλμάνοι παράνομοι μετανάστες στην Ελλάδα είναι ήδη αναλογικά πάρα πολλοί, αυξάνουν συνεχώς και ζουν σε ιδιότυπα γκέτο.

Με ελάχιστες εξαιρέσεις, οι κυβερνήσεις δεν έχουν κάνει σοβαρές προσπάθειες να θέσουν υπό έλεγχο το φαινόμενο. Όποτε παρενέβησαν στο παρελθόν ήταν για να νομιμοποιήσουν μαζικά υφιστάμενες καταστάσεις. Η κυβέρνηση Παπανδρέου κάνει κάτι περισσότερο. Αντί να δημιουργεί αντικίνητρα για να συρρικνώσει τις ροές παράνομων μεταναστών, προχωρά σε ....
....πολιτογραφήσεις. Είναι λογικό και επιβεβλημένο να πάρουν την ελληνική ιθαγένεια τα παιδιά νόμιμων μεταναστών, που γεννήθηκαν, ζουν και πάνε σχολείο στην Ελλάδα. Το ελληνικό κράτος θα πρέπει να είναι πιο συγκρατημένο σε παιδιά που εισήλθαν παρανόμως με τους γονείς τους στην Ελλάδα. Δεν αρκεί να έχουν φοιτήσει στις τρεις πρώτες τάξεις του Δημοτικού ή αθροιστικά έξι τάξεις της στοιχειώδους και μέσης εκπαίδευσης. Το «σχέδιο νομοθετικής πρωτοβουλίας» του υπουργείου Εσωτερικών: όποιο παιδί γεννηθεί στην Ελλάδα και είναι άγνωστης ιθαγένειας ή δεν μπορεί να αποκτήσει άλλη ιθαγένεια θα παίρνει αυτομάτως την ελληνική (προσθήκη στον Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας του άρθρου 1 Α, παρ. 4α και 4β). Η διάταξη αυτή, που υπάρχει και στον ισχύοντα Κώδικα (2004), είναι ασαφής και θα πρέπει να διευκρινιστεί σε ό,τι αφορά στους ανιθαγενείς, γιατί ενδέχεται να δημιουργήσει προβλήματα. Υπενθυμίζουμε ότι η συντριπτική πλειοψηφία των μεταναστών, που εισέρχονται παράνομα στην Ελλάδα, δεν έχουν μαζί τους χαρτιά. 


Ο αριθμός των παιδιών που θα πάρουν σε πρώτη φάση την ελληνική ιθαγένεια δεν θα είναι πολύ μεγάλος. Εάν η ελληνική ιθαγένεια δοθεί μαζικά και όχι εξετάζοντας κάθε περίπτωση ξεχωριστά, θα δημιουργηθεί ένα κίνητρο στους ευρισκόμενους ήδη στην Ελλάδα παράνομους μετανάστες να τεκνοποιήσουν. Η προοπτική τα παιδιά τους να αποκτήσουν σχετικά εύκολα την ελληνική ιθαγένεια τους ωθεί να αντιμετωπίσουν την Ελλάδα όχι ως χώρα-τράνζιτ, αλλά ως χώρα προορισμό. Το μήνυμα ότι η Ελλάδα δίνει σχετικά εύκολα ιθαγένειες θα φτάσει ταχύτατα στις χώρες προέλευσης των παράνομων μεταναστών, γεγονός που θα τροφοδοτήσει το ρεύμα παράνομης μετανάστευσης, αυτή τη φορά ζευγαριών και οικογενειών. Στη χώρα βρίσκεται ήδη ένας δυσανάλογα μεγάλος αριθμός μεταναστών, που κινείται στο περιθώριο, μακριά από κάθε έννοια έστω και στοιχειώδους ενσωμάτωσης. Εάν σ' αυτούς προστεθεί ένα νέο μεγάλο κύμα, αναπόφευκτα θα ανατραπεί η κοινωνική ισορροπία και θα αλλοιωθεί η εθνική ταυτότητα. 

Ο πρωθυπουργός φαίνεται να υποτιμά τους κινδύνους. Είναι αρκετές οι ενδείξεις που οδηγούν στο συμπέρασμα ότι από μεταμοντέρνο ιδεολογικό δογματισμό αντιλαμβάνεται την Ελλάδα περισσότερο σαν χώρο παρά ως χώρα. Αλλά και στις «νέες χώρες», που από τη φύση τους είναι πολυπολιτισμικές επειδή δημιουργήθηκαν από μετανάστες (ΗΠΑ, Καναδάς, Αυστραλία κ.ά.), ισχύουν αυστηρά κριτήρια παραχώρησης ιθαγένειας. Η Ελλάδα, όμως, δεν είναι ούτε «νέα χώρα» ούτε πρώην αποικιακή αυτοκρατορία, που παραχωρεί ιθαγένεια σε πρώην υπηκόους της. Η Ελλάδα είναι πατρίδα ενός έθνους, το οποίο ζει σε μία ασταθή περιοχή και αντιμετωπίζει ευθείες απειλές. Σ' αυτές τις συνθήκες, η εθνική και κοινωνική συνοχή είναι σχεδόν προϋπόθεση επιβίωσης. Εάν η κυβέρνηση Παπανδρέου κάνει πράξη τη νομοθετική πρόθεση της, το πρόβλημα της παράνομης μετανάστευσης μάλλον θα επιδεινωθεί παρά θα επιλυθεί, πιθανώς με μη αντιστρέψιμες επιπτώσεις.

Σάββατο 9 Ιανουαρίου 2010

Η ελληνική εθνομηδενιστική εκδοχή του μεταμοντερνισμoύ και η πολικοστοχαστική ζούγκλα

Στην παρούσα σελίδα θα καταχωρηθούν αναλύσεις ο οποίες αφορούν το ευρύτερο επιστημονικά μεταμφιεσμένο ιδεολογικό κίνημα των μεταμοντέρνων. Διευκρινίζω ότι επειδή τα μεταμοντέρνα ρεύματα είναι ένα αναρίθμητο και άναρχο συνονθύλευμα άπειρων αποχρώσεων που στερείται επιστημονικής ή επιστημολογικής συνοχής, εδώ θα καταχωρούνται αναλύσεις για την ταλάντωση του εκκρεμούς αυτής της νέας ιδεολογίας που κινείται προς το άκρο εκείνο του εκκρεμούς το οποίο εύστοχα αποκαλείται αποδομησμός και ακόμη πιο εύστοχα στα ελληνικά "εθνομηδενισμός". Συστηματική εξέταση αυτών των ρευμάτων υπάρχει σε πάρα πολλά βιβλία μου, τόσο περιγραφική όσο και κριτική. Η πιο βαθιά κριτική, όμως, είναι στο Κοσμοθεωρία των Εθνών στο οποίο προχώρησα στην διάγνωση των ανθρωπολογικών και πολιτικών συνεπειών του μεταμοντερνισμού ίσαμε τις λογικές ακραίες απολήξεις, που δεν είναι άλλες από αυτές των συνεπών μηδενιστών όπως οι La Mettrie και de Sade. Πολλοί εκλεκτοί συνάδελφοι που κατέχουν γνωστικά το περιεχόμενο του συνεπούς μηδενισμού όσο και του σύγχρονου "ολοκληρωμένου μηδενισμού" -όπως εύστοχα το ονόμασε ο Θόδωρος Ζιάκας- μου είπαν ότι ο όρος "επιστροφή στο μέλλον των Σοδόμων και Γομόρρων των La Mettrie και de Sade" είναι εξαιρετικά εύστοχος γιατί αποτυπώνει την ανθρωπολογική και "πολιτική" δομή των λογικών απολήξεων του συνεπούς μεταμοντερνισμού. Ακόμη πιο σημαντικό για τον ελληνικό "επιστημονικό" και δημόσιο διάλογο είναι το γεγονός ότι -το ίδιο συμβαίνει και στην Εσπερία αλλά εκεί συναντούμε λιγότερο ιεραποστολικά φανατισμένους και ενίοτε εξαιρετικά συγκροτημένους στοχαστές οι οποίοι επιλέγουν αυτή την νέα ιδεολογική προσέγγιση επιδεικνύοντας υψηλή συγγραφική δεξιότητα και εξεζητημένης αναλυτικής πλοκής- επικρατεί ένα χάος. Αυτό έχει πολλά αίτια.
   
Πρώτον, για ιστορικοκοινωνιολογικούς λόγους ο εθνομηδενιστικός φανατισμός είναι μεγαλυτέρων βαθμίδων.

Δεύτερονη ιδεολογικοπολιτική σύγχυση είναι πολύ μεγάλη και ενίοτε οφειλόμενη σε καιροσκοπικές αναρριχητικές επιδιώξεις που σχετίζονται με την νομιμοποίηση ενός πρωτότυπου ελληνικού «προοδευτισμού» με ρίζες στον μεταπολεμικό εμφύλιο πόλεμο.

Τρίτον και συναφές, βασικά, η μεταψυχροπολεμική εκδοχή του ελληνικού μεταμοντερνισμού πολλούς βολεύει. Δημιουργήθηκε μια άρρητη και αόρατη συμφωνία ανοχής και συγκλίσεων διαφόρων μιγμάτων ρευστών δοσολογιών των εξής ιδιοτήτων, συστατικών και ιδεολογικοπολιτικών παραδοχών:
            α) ενός ψευδεπίγραφου "προοδευτισμού" που κινείται ευέλικτα και καιροσκοπικά, και που προσφέρεται ως εξαγνισμός για συντηρητισμούς, ευέλικτες πολικοπαραταξιακές διακινήσεις, άντληση δολοφονικών εργαλείων κατά όποιου μιλά ορθολογιστικά και κυρίως άντλησης αποβλακωτικών επιχειρημάτων κατά όποιου πρωτοπορεί υποστηρίζοντας πως οι ιδεολογίες είναι ένα παρωχημένο μοντερνιστικό σύστημα ιδεών που αναιρεί την πολιτική δημοκρατικά νοούμενη,
              β) ενός ακόμη πιο χυδαίου και ασυνάρτητου αριστερισμού που διακινείται ευέλικτα μεταξύ αναρχισμού και κυβερνητικών γραφείων,
            γ) μιας λανθάνουσας σύγκλισης με τις ηγεμονικές αμερικανικές ηγεμονικές πολιτικές στο όνομα "φρονιμάδας", "σύνεσης" και "αναγκαιότητας υπακοής στους κυρίαρχους της μετά-εθνικής εποχής" (το τελευταίο αφορά βασικά το πνεύμα κειμένων του φιλοσόφου Ράμφου για το σχέδιο Αναν αλλά πιο πολιτικά εκδηλώθηκε κατά την διάρκεια της εισβολής στο Ιράκ το 2003 με την υποκριτική αντίληψη "εμείς πίσω από τις πόρτες λέμε σε όλα ναι και στους δρόμους βάζουμε τον Λαλιώτη να κάνει διαδηλώσεις", στάση που λεγόταν σε συσκέψεις που και εγώ συμμετείχα, βεβαίως αντικρούοντάς την όσον με αφορά, και που εμπράγματα υποδηλώνεται με υποκριτικές διαμαρτυρίες και διαδηλώσεις),
            δ) μιας βαθιάς εθνομηδενιστικής πεποίθησης μεταλλαγμένων διεθνιστών κάθε είδους (συνήθως πρώην σταλινικών και πρώην πιστών της πιπινέλλειας εξάρτησης που σήμερα συγκλίνουν απόλυτα),
            ε) μιας "επιστημονικοστοχαστικής" συνομοταξίας τα μέλη της οποίας επικαλούμενα κάποιες από τα εκατομμύρια σπουδαιοφανείς αναλύσεις του μεγάλου ακταρμά-συνονθυλεύματος των μεταμοντερνιστών δύνανται να ζουν σε μια ομοϊδεατική και αλληλό-υποστηρικτική ατμόσφαιρα που επιτρέπει παρασιτικό βίο αλλά συνάμα και κάθε είδους αναρριχήσεις που επιτρέπει η ημιμαθής και ιδεολογικοπολιτική συμβατική ατμόσφαιρα μέσα στην οποία κολυμπά η μεταψυχροπολεμική Ελλάδα (η οποία στερείται πλέον στοχαστικών και καλλιτεχνικών ταγών ενώ οι ελάχιστοι εναπομείναντες είναι στόχος της συνομοταξίας), 
            στ) μιας συγκεχυμένης πολιτικοστοχαστικής αντίληψης που σε οποιοδήποτε σημείο και αν βρίσκονται στις ταλαντώσεις του ιδεολογικοπολιτικού εκκρεμούς είναι εμποτισμένη με την μοντερνιστική κρατική αντίληψη του έθνους εμποδίζοντάς τους να κατανοήσουν το έθνος ως πνευματικό κτίσμα, ως πολιτισμικό επίτευγμα και ως πολιτικές εμπειρίες (μια από τις φιλόδοξες συγγραφικές σκοπιμότητες του Κοσμοθεωρία των Εθνών ήταν να "υποψιάσω" αυτούς τους δυστυχείς, οι οποίοι, υποδήλωσα, κολυμπούν μέσα σε αντίστοιχες ευρύτερες μοντερνιστικές κρατικοεθνικές παραδοχές, κοινό χαρακτηριστικό των οποίων είναι η ακύρωση της πολιτικής με την πρόταξη ιδεολογημάτων (ή ευγενέστερα "ιδεολογικών επιφάσεων" που προτάσσονται στις κοινωνίες με δεδηλωμένο σκοπό να διαμορφώσουν υλιστικά την υποκείμενη ανθρωπολογία),
        ζ) μιας παρακμιακής πολιτικοπαραταξιακής συνομοταξίας η οποία επειδή στερείται πνευματικού προσανατολισμού μετά από ένα αιώνα κακουχιών και παθημάτων που λόγω ανθρώπινου εγωισμού δεν έγιναν μαθήματα, βολεύεται με ημιμάθειες, αναμασήματα που προσαρμόζονται στις εκάστοτε ανάγκες κατεβάσματος του πήχη της κρατικής κυριαρχίας και εθνικής αξιοπρέπειας
        η) μιας ασυνάρτητης ιδέας για μια ανύπαρκτη (τουλάχιστον μετά το 1966) διεθνιστικής υπερεθνικής ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης  που κοντεύει να γίνει το καταφύγιο κάθε ημιμαθούς, κάθε ιδεολογικού ορφανού και κάθε πολιτικά ασυνάρτητου κοσμοπολίτη,  
        θ) μιας ιδεολογικοπολιτικής σύγχυσης που δεν είναι μόνο ελληνικό φαινόμενο αλλά και παγκόσμιο οφειλόμενο στα δισεκατομμύρια ορφανά –συμπεριλαμβανομένων των παιδιών τους και σύντομα των εγγονιών τους– της ψευδεπίγραφης ιδεολογικής διαπάλης του 20ού αιώνα που ενέπλεξε όλους λαούς, δημιούργησε διακρατικά αίτια πολέμου και έβαλε πολλούς σε άχαρους καταστροφικούς εμφύλιους πολέμους.

Τέταρτον,  ένας ακόμη λόγος για τον οποίο στην Ελλάδα ο μεταμοντερνισμός έχει μεγάλα ερείσματα είναι το γεγονός ότι βολεύει μια απύθμενη πλέον επιστημονική και επιστημολογική αμάθεια και ημιμάθεια στο πλαίσιο της οποίας –για να αναφερθώ στην σχετική εύστοχη θέση του Κονδύλη– "anything goes" και η οποία ενώ στερείται της ευρυμάθειας και επιστημολογικής πειθαρχίας πολλών μεγάλων μοντερνιστών του παρελθόντος δημιουργεί μια επίφαση επιστημονικοφανούς ακαδημαϊκής και δημόσιας παρουσίας και πολλές ευκαιρίες κυβερνητικών και ακαδημαϊκών αναρριχήσεων όποιων σε μια παρακμάζουσα και υποψήφια για συρρίκνωση χώρα φέρουν εθνομηδενιστικά πρόσημα (οτιδήποτε αυτό σημαίνει).
    Ακόμη πιο σημαντικό, ντροπιαστικά ημιμαθείς εθνομηδενιστικές θέσεις καθιερώνονται ως η συμβατικά καθωσπρέπει επιστήμη. Τα ιδεολογικά της πρόσημα αντισταθμίζουν το γνωστικό έλλειμμα και διευκολύνουν την διακίνηση σε παρασιτικά πολιτικοστοχαστικά περιβάλλοντα. Αφού όλοι μαζί συμπλέουν με την ανθρωπολογική αποδόμηση και την δικαιολόγηση του καταβάσματος του πήχη της κρατικής κυριαρχίας, η ευημερία τους είναι διασφαλισμένη.
    Επιστημονικά-πανεπιστημιακά μιλώντας, όμως, αυτά δεν είναι τα πιο σημαντικά. Πιο σημαντικό είναι το γεγονός της κατάτμησης πλέον το πολιτικού στοχασμού σε αναρίθμητα δήθεν γνωστικά πεδία που δεν είναι τίποτα άλλο παρά μόνο βολικά φέουδα που επιτρέπουν μια παρασιτική επιστημονική ζωή και μια ετοιμοπόλεμη δικαιολόγησή της στο όνομα αστείων παραπομπών, ακόμη πιο αστείων ομοϊδεατικών ετεροαναφορών και εμετικών τεμπέλικων περιχαρακώσεων σε κουτάκια άγνοιας που πριν μερικές δεκαετίες δεν επιτρεπόταν ούτε στα γυμνασιόπαιδα, αλλά τώρα μερικοί αξιώνουν να είναι μόνιμη κατοικία τους και πηγή τίτλων και αξιωμάτων.
    Θα μπορούσα επίσης, συναφώς με το τελευταίο σημείο, να αναφέρω και το μεγαλύτερο ίσως πρόβλημα του σύγχρονου πολιτικού στοχασμού, το γεγονός δηλαδή ότι στήθηκε μια παγκόσμια βιομηχανία κίβδηλων επιστημονικών νομιμοποιήσεων γιατί είναι πιο έγκυρο, δήθεν, ένα κείμενο ενός "περιοδικού αξιολογητών" από ένα γραμμένο στα ελληνικά. Βέβαια, εκτός τού ότι όποιος είναι επιστημονικά τίμιος γνωρίζει πως πλην ελάχιστων τιμητικών εξαιρέσεων, μιλάμε για συνομοταξίες ομοϊδεατών, πλέον, το επίπεδο έχει τόσο πολύ κατέβει που δεν τηρούνται ακόμη και τα προσχήματα. Ακόμη και πρόχειρη ανάγνωση κειμένων πολλών περιοδικών αξιολογητών προκαλεί θλίψη και συχνά θυμό η αποθράσυνση των θαμώνων του διεθνούς συνονθυλεύματος των λεγόμενων πολιτικών στοχαστών, των οποίων αν ο Πλάτωνας ή ο Αριστοτέλης –ή ακόμη και ο Καντ ή ο Χόμπς– διαβαζαν μερικές αράδες θα απελπίζονταν για την πορεία του πολιτικού στοχασμού. Κανείς δεν πρέπει να υποτιμά αυτές τις παραστατικές αλλά πολύ αληθινές καταστάσεις του πολιτικοστοχαστικού περίγυρου.  Αφορούν εκατομμύρια φοιτητών, χιλιάδες θέσεις παρασιτικά βολεμένων και ασφαλώς ποταμούς ανορθολογικών εισροών στις ενδοκρατικές και διακρατικές σχέσεις. Αφορούν επίσης αβάστακτες αδικίες κατά εγγράμματων και μορφωμένων υποψηφίων όταν επιδιώκουν θέσεις σε πανεπιστήμια καθόσον σταδιακά δημιουργείται ένα απροσπέραστο τείχος ημιμάθειας και αμάθειας.   
   Τα γνωστικά αντικείμενα των πανεπιστημίων είναι πλέον ένα απέραντο χάος από φωτογραφικές οριοθετήσεις λιλιπούτιων γνωστικών πεδίων οι φορείς των οποίων –εκτός του ότι εξ αντικειμένου συχνά κρίνονται και εξελίσσονται αναρμόδια– στην συνέχεια προπετώς απαιτούν (λόγω τυπικής-νόμιμης αρμοδιότητας των "ΦΕΚ", να κρίνουν τους ολίγους εγγράμματους και μορφωμένους νεοεισερχόμενους).
    Τέλος αλλά όχι το τελευταίο συναφές που θα μπορούσα να αναφέρω είναι η κίβδηλη νομιμοποίηση στο πλαίσιο και πέραν του "anything goes". Είναι το γεγονός ότι βόλεψε πολλούς να μιλούν επί παντός επιστητού και να αντλούν αυθαίρετα-επιλεκτικά καταρρακώνοντας κάθε αξίωση βάσιμης εκλεκτικής σύνδεσης συγγενών γνωστικών πεδίων. Χωρίς να μπαίνουν στον κόπο να μελετήσουν έστω και στοιχειωδώς τα συγγενή γνωστικά πεδία κάνουν άλματα συλλογισμών εξ αντικειμένου ιδεολογικού χαρακτήρα αλλά ιδεολογικοπολιτικά βολικά.
    Έτσι, συχνά παρατηρούνται τεράστια αυθαίρετα άλματα όταν οι κοινωνιολόγοι μιλούν για διεθνείς σχέσεις, οι διεθνολόγοι για φιλοσοφία, οι φιλόσοφοι για διεθνείς σχέσεις, οι ειδικοί της εκπαίδευσης για διεθνείς σχέσεις, οι νομικοί διεθνολόγοι για την ισχύ, οι ιστορικοί για διεθνείς σχέσεις, οι διεθνολόγοι για ιστορία, οι εγκληματολόγοι για το ... έθνος, και τα λοιπά, και  όλοι μαζί τα πάντα.
    Δεν υπάρχει πλέον η αναγκαία και μη εξαιρετέα βάσανος με τις πηγές, τις επιστημολογικές πειθαρχίες, τις επιστημονικές γέφυρες και την επιχειρηματολογική συνοχή. Ισχύει το «όλοι μπορούν να μιλούν για όλα επί παντός επιστητού, αβασάνιστα και με σιγουριά πως κανείς δεν θα τους ελέγξει γιατί πλέον αριθμητικά αυτό πολλοί κάνουν». Όποιοι εμμένουν σε κώδικες επιστημονικής δεοντολογίας, επιστημονικής αντικειμενικότητας, αξιολογικής ελευθερίας και βάσιμη επιστημολογική εκλεκτικότητα, δεν αποκλείεται ένας όχλος προπετών επιστημονικών βαρβάρων να τους χλευάσουν περιπαιχτικά ή και προπετώς να τους περιγελάσουν ως γραφικούς.
    Ως επιστημονικός καρκίνος αυτές οι επιστημονικές χυδαιότητες λογικό είναι να προκαλούν μεταστάσεις στα διδακτορικά, στα εκλεκτορικά σώματα και στην έρευνα και διδασκαλία. Θα έλεγα ότι, όταν το οχυρό της ακαδημαϊκής ανεξαρτησίας καταληφθεί από φορείς τέτοιων αντιλήψεων αποτελεί πλέον εστία μόλυνσης των ενδοκρατικών και διακρατικών σχέσεων.
    Όταν επιπλέον τα πιο πάνω μολυνθούν και από ιδεολογικές εμμονές -πχ εθνικιστικές, εθνομηδενιστικές, διεθνιστικές, κοσμοπολίτικες, φασιστικές κτλ- έχουμε ύβρεις, ακαταλόγιστους απολίτιστους χαρακτηρισμούς, δολοφονικά υπονοούμενα, συγκεχυμένες και αδιέξοδες ιδεολογικοπολιτικές διαμάχες πολεμικού αν όχι αιμοσταγούς χαρακτήρα και εμπλοκές πολιτικών, γυρολόγων του πολιτικοστοχαστικού περιγύρου και ετοιμοπόλεμες λίστες υπογραφών όπου συνομαδώνονται και εκτίθενται ενδόμυχες επιθυμίες ή απύθμενη επιστημονική ανευθυνότητα (π.χ οι λίστες για την στήριξη του φασιστοειδούς σχεδίου Αναν)

Πέμπτον, συμπυκνώνει μια μεταβατική φάση ιδεολογικοπολιτικής ασυναρτησίας αφετηρία της οποίας ήταν ο 16ος αιώνας και συμβολικό τέλος ο τερματισμός του Ψυχρού Πολέμου. Βασικά ως συνονθύλευμα-ακταρμάς θεωρημάτων και ιδεολογημάτων είναι μια ακόμη μεταφυσική πολιτική θεολογία –στερείται οντολογικών θεμελίων στο ανθρωπολογικό επίπεδο– που δημιουργεί μια (μετά)μοντερνιστική δεξαμενή των αποτυχημένων ιδεολογιών. Αποτελεί και είδος τέλματος όπως προείπαμε Σοδόμων και Γομόρρων μέσα στο οποίο όσοι πειστούν και εισέλθουν απλά θα υποστούν ζημιές. Αυτή την φορά όμως θα είναι πολύ μεγαλύτερες απ' ότι κάποιοι υπέστησαν στο παρελθόν, καθόσον σε προχωρημένη και ανίατη μορφή δημιουργεί πνευματική και ανθρωπολογική σήψη και αποσύνθεση, κατάσταση η οποία δεν μπορεί παρά να οδηγήσει σε μεγάλες κακουχίες.
    Για παράδειγμα, όταν μελλοντικά η Ελλάδα συρθεί σε μια "μεταεθνική" λύση στο κυπριακό κανείς δεν θα ψάχνει τους γυρολόγους αναρριχητές των πολιτικοστοχαστικού περίγυρου όταν Τουρκία και Ελλάδα θα συρθούν σε μια βέβαια αιματηρή διαμάχη ενδεχομένως πολλών δεκαετιών ή αιώνια. Σε πέντε δεκαετίες δεν θα υπάρχει κάποια "μεταεθνική εποχή" αλλά ένας εθνοκρατοκεντρικός κόσμος (όπως εξάλλου προβλέπει το διεθνές δίκαιο έστω και αν δεν εφαρμόζεται πάντοτε) εθνών που υιοθετούν την κοινή κοσμοθεωρία της Εθνική Ανεξαρτησίας, αλλά πουθενά δεν θα υπάρχουν οι θαμώνες του εθνομηδενισμού που πρωθούν μια τέτοια καταστροφή.
       Ακόμη, όταν πρόσφατα πήγα στην Ρόδο ήταν απίστευτη η ανασφάλεια και ο φόβος. Όσοι λοιπόν πείσουν ότι οι έλληνες κατά λάθος, δήθεν, υπάρχουν ως έθνος, καθότι δεν υπάρχει τέτοια έννοια και πως η προσκόλλησή μας στην πατρίδα μας, στην κυριαρχία μας και στην επί πολλούς αιώνες κτισμένη εθνική μας κοσμοθεωρία είναι δήθεν εθνικιστική στάση, και τα λοιπά και τα λοιπά, κανείς από τους εθνομηδενιστές δεν θα βρίσκονται επί τόπου σε μερικές δεκαετίες για να μετρήσουν τις ζημιές και να απολογηθούν. Όλα τώρα κρίνονται, καθότι το διεθνές δικαστήριο είναι το δικαστήριο της ιστορίας και το διεθνές δίκαιο είναι η διεθνής τάξη που τα κράτη δέχονται όταν υπογράφουν συνθήκες. Οι άτυχοι ή απρόσεκτοι της ιστορίας είναι οι μη έχοντες αυτά που είχαν και θα μπορούσαν νομίμως και νομιμοποιημένα να συνεχίσουν να έχουν. Όσοι εισέλθουν μέσα στο πολιτικό κενό αέρος που λέγεται "μεταεθνική εποχή" (ή συνηθέστερα και πιο χυδαία "παγκοσμιοποίηση", καθότι έχουμε μεταφράσει ιδεολογικά τον όρο globalization-πλανητικοποίηση) θα εξασθενίσουν και αποθάνουν ανθρωπολογικά και πολιτικά.  
    Ένα τελευταίο παράδειγμα από τα πολλά που θα μπορούσαν να αναφερθούν, όταν όπως ταχύρρυθμα συμβαίνει θα συρρικνωθεί η ελληνική κυριαρχία, το κατέβασμα του πήχη των ελληνικών νόμιμων, θεμιτών και νομιμοποιημένων συμφερόντων απλά θα κατέβει. Η τωρινή διεθνής νομιμότητα δεν θα εφαρμοστεί και θα μελλοντικά θα ισχύει μια άλλη προσαρμοσμένη στα συμφέροντα του ισχυρότερου. Τα 12 μίλια χωρικών υδάτων -και τα συμπαρομαρτούντα ζητήματα της υφαλοκρυπίδας, του εναέριου χώρου και του ευρύτερου υποθαλάσσιου χώρου μέχρι την Κύπρο- απλά δεν θα είναι ελληνικά όπως προβλέπει σήμερα το διεθνές δίκαιο, αλλά θα ανήκει σε κάποια άλλη κυριαρχία στην οποία δεν κυριαρχούσαν οι εθνομηδενιστές-αποδομηστές.
Σε μερικές δεκαετίες όταν κάποια εγγόνια -όπως εμείς τώρα κάνουμε για τους δικούς μας παππούδες- θα διερωτώνται γιατί βρίσκονται μέσα σε ένα φαύλο κύκλο αδυναμίας και υποτίμησης όλοι οι νυν γράφοντες θα βρίσκονται άλλοι σε τόπο χλοερό παραδεισένιο και άλλοι σε κάποιο καζάνι κάποιας κόλασης (στην περίπτωση βεβαίως που δεν ο επίγειος δεν είναι τερματικό όπως πολλοί πιστεύουν).

Τέλος αλλά όχι το τελευταίο που θα μπορούσα να αναφέρω εδώ εισαγωγικά για τα αίτια του εθνομηδενισμού στην Ελλάδα είναι το ολοένα και βαθύ φαινόμενο των διεθνικών συσπειρώσεων. Όποιος θέλει να κατανοήσει στοιχειωδώς την διαλεκτική σχέση μεταξύ διεθνούς τάξης, διεθνούς δικαιοσύνης και διεθνούς κατανομής πόρων μπορεί να διαβάσει κάποιο καλό κείμενο. Όσον με αφορά αναλύω αυτά τα ζητήματα εκτενέστατα στις δύο τελευταίες μονογραφίες. Εδώ λέω μόνο ότι τα προβλήματα του πολιτικοστοχαστικού χώρου ο οποίος πλέον διαμορφώνει μαζικά γνώμη διανεμητικού χαρακτήρα επί κάθε ζητήματος (σχέδιο Αναν, Κόσοβο, Μακεδονικό, μετανάστευση, ελληνοτουρκικές "διαφορές", κτλ), έχει τελείως ξεφύγει από την θέαση των πολιτών ενός κράτους ή των πολιτών σε όλα τα κράτη.
    Η αλληλεξάρτηση επειδή για διάφορους λόγους δεν οδηγεί σε μια εύρωστη διακυβερνητική διεθνή διακυβέρνηση, ποικίλοι δρώντες κινούνται διεθνικά, ρευστά και αόρατα και ομαδοποιημένοι σύμφωνα με τα ρευστά και ιδιοτελή συμφέροντά τους:  Διεθνικές κινήσεις τρομοκρατών, λαθρεμπόρων, μεταναστατευτικών ρευμάτων, λιγότερο ή περισσότερο κίβδυλων φορέων επιστημονικών τίτλων, διεθνικών μέσων επικοινωνίας, πρακτόρων μυστικών υπηρεσιών ενίοτε αυτονομημένων από τα κράτη τους, χρηματοοικονομικών κερδοσκόπων όπως ο Σόρος κτλ. Κάλλιστα μπορώ να ερωτήσω ως εξής: Πόσοι διεθνικοί μή κυβερνητικοί οργανισμοί υπάρχουν, ποιος ασκεί πάνω τους κοινωνικοπολιτικό έλεγχο και ποιος υπόκειται ή ωφελείται από τις διανεμητικές επιδράσεις των δράσεών τους;
        Ακόμη πιο σημαντικό, συνειδητά ή ασυνείδητα πολλοί φορείς του δικού μου χώρου, του ακαδημαϊκού, είναι πλέον πολυσύχναστοι θαμώνες διεθνικών συνάξεων ποικιλόχρωμα χρηματοδοτημένων που εκτιμώ ότι όταν δεν είναι αυστηρά επιστημονικού-ακαδημαϊκού χαρακτήρα. Για σκεφτείτε για λίγο την εικόνα φορέων επιστημονικών τίτλων, κερδοσκόπων, εφοπλιστών, αξιωματούχων κρατικών υπηρεσιών νυν και πρώην, εγγραμμάτων και αγραμμάτων, πολιτικών προσώπων, αντιπροσώπων πολυεθνικών εταιρειών όπως η Coca Cola, χρηματιστών όπως ο Σόρος, και τα λοιπά, οι οποίοι με ιεραποστολικό ζήλο και ιδεολογικό μένος που υποκρύπτει ασφαλώς κάποια συμφέροντα ή κάποιες αξιώσεις ισχύος για διεθνείς αλλαγές και ανακατανομές συμφερόντων και συνόρων, διοργανώνουν "συνέδρια", γράφουν βιβλία ιστορίας για τις Βαλκανικές χώρες, υποστηρίζουν το σχέδιο Αναν, υπογράφουν συνονθυλευματικές λίστες υιοθετώντας θέσεις το λιγότερο αμφιλεγόμενες, υποστηρίζουν την διάσπαση της Σερβίας στο Κόσσοβο ή αύριο ζητούν τον διαμελισμό της Τουρκίας ή κάποιου άλλου κράτους.
    Εκτιμώ ότι τέτοια φαινόμενα αλλάζουν συλλήβδην την εικόνα του ασκητικού ακαδημαϊκού που αναζητά στοχασμούς κοινωνικοπρακτικά χρήσιμους, υψηλών επιστημονικών βαθμίδων και γι' αυτό οικουμενικής εμβέλειας και ο οποίος έστω και αν πει κάτι λάθος οφείλεται όχι στο ότι τον επηρέασε ο Σόρος ή τα τσιράκια του αλλά επειδή προβληματίζεται στοχαστικά αδέσμευτα καταθέτοντας απόψεις που βρίσκονται διαρκώς υπό την αίρεση τόσο πραγματολογικών επαληθεύσεων ή διαψεύσεων όσο και ελέγχων από καλόπιστους και καλοπροαίρετους ομότεχνους.
    Τώρα, για το πως θα μπορούσε να διαφθαρεί ο ακαδημαϊκός χώρος από φαινόμενα όπως τα πιο πάνω, δεν είναι του παρόντος, και έχει αναλυθεί σε άλλη περίπτωση.   


Παναγιώτης Ήφαιστος
Καθηγητής, Διεθνείς Σχέσεις-Στρατηγικές Σπουδές
Πανεπιστήμιο Πειραιώς, Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών

Τετάρτη 6 Ιανουαρίου 2010

Ποιοί Είναι οι Ακραίοι;

Είναι φυσικό και αναμενόμενο οι απόψεις που εκφράζονται από αυτή την στήλη άλλους να τους βρίσκουν σύμφωνους, άλλους αντίθετους, άλλους αδιάφορους. Άλλωστε σκοπός ενός αρθρογράφου είναι γενικότερα να προβληματίσει και να ανοίξει θέματα προς συζήτηση. Φαίνεται ότι ορισμένοι συμπολίτες μας ενοχλούνται από απόψεις σαν και αυτές που εκφράζει ο υπογράφων –και όχι μόνον αυτός- και άρχισαν προσφάτως μέσω του Τύπου να χρησιμοποιούν χαρακτηρισμούς όπως «ακραίες απόψεις, εθνικιστικές» κλπ. Προσωπικά θα χαρώ αν με βάση την διαφορετικότητα των απόψεων προκληθεί ένας γόνιμος και σοβαρός διάλογος, ο οποίος θα ωφελήσει την κοινή γνώμη και θα προαγάγει την δημοκρατική συνείδηση στην κοινωνία μας. Φοβούμαι, όμως, ότι η αντιμετώπιση των αντιθέτων γνωμών με αστήρικτους χαρακτηρισμούς υποτιμά την ωριμότητα των συμπολιτών μας και καταδεικνύει έλλειψη επιχειρημάτων.
Αλήθεια, λοιπόν, αξίζει να αναρωτηθούμε, ποιοι είναι οι ακραίοι;


Είναι άραγε ακραίοι όσοι επισημαίνουν ότι υπάρχουν ανοικτά εθνικά θέματα και ότι πρέπει οι πολίτες να είναι ενήμεροι και ευαισθητοποιημένοι; Μα, ακριβώς αυτό τόνισε και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας στις 24 Ιουλίου .
Είναι ακραίοι όσοι ζητούν να μη παραχωρήσουμε στα Σκόπια την Ιστορία μας και τον Πολιτισμό μας; Μα, αυτή είναι η επίσημη θέση της Ελληνικής Πολιτείας, η οποία αποφασίσθηκε από το Συμβούλιο των πολιτικών αρχηγών το 1992 υπό την Προεδρία του αειμνήστου Μακεδόνος Κωνσταντίνου Καραμανλή. Ή μήπως είναι ακραίοι όσοι διαπιστώνουν ότι, παρά την καλή θέληση της ελληνικής πλευράς, οι κυβερνήσεις των Σκοπίων συνεχίζουν την προκλητική προπαγάνδα τους; Τότε γιατί μέσα στις τελευταίες τριάντα ημέρες ο εκπρόσωπος Τύπου του ελληνικού ΥΠ.ΕΞ. προέβη δύο φορές σε δηλώσεις που επικρίνουν τους χάρτες και τις θέσεις των σκοπιανών ιστοσελίδων και σχολικών βιβλίων;
Είναι άραγε ακραίοι όσοι δέχονται ότι υπάρχει ακόμη απειλή από την εξ Ανατολών γείτονα; Τότε γιατί η Κυβέρνηση προβαίνει σε ενίσχυση της αμυντικής μας θωράκισης με 30 νέα πολεμικά αεροσκάφη;
Είναι μήπως ακραίοι όσοι εκφράζουν επιφυλάξεις για την ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας; Μα, αν θυμάμαι καλά, τις ίδιες επιφυλάξεις εκφράζουν ο Σοσιαλδημοκράτης Χέλμουτ Σμίτ, ο φιλελεύθερος Ζισκάρ Ντ’ Εσταίν, οι Χριστιανοδημοκράτες Άγγελα Μέρκελ και Νικολά Σαρκοζί, και το 70% των Γερμανών, Γάλλων και Ελλήνων πολιτών.
Είναι ακραίοι όσοι υποστήριξαν το ΟΧΙ στο κυπριακό δημοψήφισμα για το σχέδιο Ανάν; Μα, αν διαβάσουμε τις απόψεις κορυφαίων καθηγητών Ευρωπαϊκών Πανεπιστημίων, που εκλήθησαν στην Αθήνα από το Πάντειο Πανεπιστήμιο, θα αντιληφθούμε ότι πολλές διατάξεις του σχεδίου χαρακτηρίζονται αντιδημοκρατικές και μη εφαρμόσιμες. Την Κυριακή 24 Ιουλίου 2005 στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ δημοσιεύθηκε η μελέτη του κ. ALFRED DE ZAYAS, καθηγητού του Διεθνούς Δικαίου και πρώην Προέδρου της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ. Εκεί το σχέδιο Ανάν χαρακτηρίζεται σαφώς αντίθετο με θεμελιώδεις κανόνες του Διεθνούς Δικαίου, διότι νομιμοποιεί την βιαία μετακίνηση πληθυσμών και τον εποικισμό κατεχομένων εδαφών! Είναι, λοιπόν ακραίοι όσοι διαφωνούν εν μέρει ή συνολικά με το σχέδιο Ανάν;
Μήπως είναι ακραίοι όσοι επιθυμούν την διαφύλαξη της εθνικής και πολιτιστικής μας ταυτότητος; Τότε ακραία είναι και η Ευρωπαϊκή Συνταγματική Συνθήκη, η οποία υπερψηφίσθηκε από τα δύο μεγάλα κόμματα , και η οποία σε πολλά σημεία κατοχυρώνει αυτό το αίτημα.
Μήπως ακραίοι είναι όσοι παραδέχονται την συμβολή της Ορθοδόξου Εκκλησίας στους απελευθερωτικούς αγώνες και στην διαμόρφωση της ταυτότητος του λαού μας; Μα αυτή την άποψη παραδέχονται και μαρξιστές ιστορικοί, όπως ο Νίκος Σβορώνος, φιλελεύθεροι διανοητές, όπως ο Γιώργος Θεοτοκάς, διακεκριμένοι ξένοι επιστήμονες, όπως ο Βρετανός Στήβεν Ράνσιμαν, και πολλοί άλλοι. 


Παρακολουθώντας τον γραπτό και ηλεκτρονικό Τύπο των δυτικοευρωπαϊκών χωρών θαυμάζει κανείς το επίπεδο του διαλόγου, την ποικιλία των απόψεων, τον πλούτο των επιχειρημάτων. 



Δυστυχώς η χώρα μας υστερεί στον τομέα αυτό. Αν θέλουμε να είμαστε μία πραγματικά ευρωπαϊκή, δημοκρατική κοινωνία πρέπει να μάθουμε να ανεχόμαστε κάθε διαφορετική γνώμη και να σεβόμαστε το δικαίωμα έκφρασης του καθενός. Κανείς δεν έχει το αλάθητο. Όλοι μας θα ωφεληθούμε αν ακούσουμε αντίθετα επιχειρήματα, και ίσως αντιληφθούμε ότι αξίζει να αναθεωρήσουμε μία συγκεκριμένη άποψή μας. Ας εκφρασθούν και ας ακουσθούν με ψυχραιμία όλες οι ιδέες και οι προτάσεις και ας κρίνει με ωριμότητα η κοινωνία μας ποιες θα αποδεχθεί και ποιες θα απορρίψει. 


Κωνσταντίνος Χολέβας
.diktyo21.gr

Ιστορία και εθνοκάθαρση. Παρατηρήσεις σε μια δήλωση

Του Γιώργου Κοντογιώρη
contogeorgis.blogspot.coml


Η πρώτη παρατήρηση είναι ότι οι θέσεις αυτές έχουν να κάμουν με τη συγκυρία που προκάλεσε το αίτημα της αναθεώρησης της ιστορίας. Το αίτημα αυτό εμφανίσθηκε πριν από λίγα χρόνια, όταν η Υπερδύναμη αποφάσισε να επικαλεσθεί το επιχείρημα της “δημοκρατίας” και των “δικαιωμάτων” ως όπλο για τη νομιμοποίηση της ηγεμονίας της στον κόσμο. Το «έθνος», στο πλαίσιο αυτό, εκτιμήθηκε ότι ήταν δυνατόν να εγείρει εμπόδια στο εγχείρημά της. Είναι προφανές ότι οι αξίες αυτές, για την Υπερδύναμη, αποτελούν μέσον, όχι αυτοσκοπό. Εάν επομένως πρόθεσή μας είναι να μην λειτουργήσουμε ως αντικειμενικοί απολογητές του ηγεμόνα, αλλά ως θεράποντες των ανθρωπιστικών αξιών, θα πρέπει να σταθούμε απέναντι στην προσέγγιση της πολιτικής ως δύναμης την οποία στις διακρατικές σχέσεις διακινούν καταφανώς οι ισχυροί. Δεν είδα όμως κανέναν από τους ηρακλείς αυτούς των αξιών του ανθρώπου να ορθώνεται κατά της επιλογής αυτής της Υπερδύναμης.

Η δεύτερη παρατήρηση αφορά στην ίδια την έννοια της εθνοκάθαρσης. Ο ακαδημαϊκός δάσκαλος, και όταν ακόμη ομιλεί ως πολίτης, οφείλει να έχει κατά νουν ότι οι έννοιες είναι ακριβείς. Δεν έχουν δηλαδή το περιεχόμενο που υπαγορεύει το πάθος, ο φανατισμός ή η συγκυρία. Διότι διδάσκει και, το χειρότερο, εκτίθεται. Η έννοια της εθνοκάθαρσης είναι καταχωρημένη στη διεθνή βιβλιογραφία, δεν είναι άγνωστη. Ακόμη και αν υποθέσουμε ότι όλα όσα επικαλείται ο καλός συνάδελφος είναι αληθή, θα έπρεπε να γνωρίζει ότι δεν συγκροτούν την έννοια της εθνοκάθαρσης. Καταγράφονται στις συνθήκες του πολέμου της εποχής. Τουλάχιστον μέχρι και τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, για να μην πω μέχρι σήμερα, οι παράπλευρες απώλειες του πολέμου είναι σαφώς μεγαλύτερες από εκείνες του πεδίου της μάχης. Μήπως πρέπει να υπενθυμίσω τις τρομακτικές απώλειες αμάχων στο Ιράκ που συσσωρεύθηκαν μέχρι σήμερα ή πρόσφατα στην Παλαιστίνη; 


Οπωσδήποτε, είναι τουλάχιστον ανήθικο να προβάλλονται τα επακόλουθα του πολέμου θύματα της μιας πλευράς ως αντιστάθμισμα της γενοκτονίας που επιχείρησε συστηματικά η άλλη. Διότι εντέλει η σκληρότητα του πολέμου συναρτάται με τα αίτια που τον προκαλεί. Ο πόλεμος της Μικρασίας, ακόμη και αν προς στιγμήν αγνοήσουμε τις επιβαρύνσεις της κατάκτησης, δεν είναι άσχετος με τη στρατηγική για την εθνοκάθαρση που έθεσαν σε εφαρμογή οι Τούρκοι στο γύρισμα του 20ου αιώνα και η οποία απέβλεπε στην εξόντωση του έθνους των Αρμενίων και των Ελλήνων της Μικράς Ασίας. 


Τρίτη παρατήρηση: ο πόλεμος της Μικράς Ασίας, όπως κάθε πόλεμος, δεν αποτιμάται από τον αριθμό των θυμάτων, αλλά από το διακύβευμά του. Το διακύβευμα, είτε μας αρέσει είτε όχι, ήταν η εθνική ολοκλήρωση. Η μικρασιατική εκστρατεία αποτελεί την τελευταία πράξη του εγχειρήματος για τη μερική ανατροπή του αποτελέσματος της κατάκτησης που ολοκληρώθηκε το 1453. Αυτό που έγινε στη Μικρά Ασία αποτελεί συνέχεια της Ελληνικής Επανάστασης του 1821. Και τότε οι Έλληνες ήσαν οι «επιτιθέμενοι», όπως και πολλές φορές αργότερα (π.χ. στους βαλκανικούς πολέμους), αφού αυτοί ήσαν εκείνοι που ως υπόδουλοι επεδίωκαν την ελευθερία τους. Αν αρνούμαστε στους Έλληνες της Μικράς Ασίας το νόμιμο δικαίωμα της ελευθερίας γιατί να το δεχθούμε για τους Έλληνες της Πελοποννήσου και της Στερεάς το 1821; Και γιατί άραγε, αφού “μας κόφτουν” οι ελευθερίες και τα δικαιώματα δεν αντιστρέφουμε το ερώτημα, καταλογίζοντας στους Τούρκους την άρνησή τους να αποδώσουν την ελευθερία στους Έλληνες; Θα είχε γίνει η Επανάσταση του '21 ή ο μικρασιατικός πόλεμος -και οι φρικαλεότητές του- αν οι Τούρκοι δεν επέμεναν να συμπεριφέρονται ως κατακτητές; Φυσικά είναι ανόητο να προσποιούμαστε ότι δεν αντιλαμβανόμαστε τη διαφορά ανάμεσα στον “επιτιθέμενο” με πρόσημο το διακύβευμα της εθνικής ελευθερίας ή, ακόμη, ανάμεσα στο σκοπούμενο, την απελευθέρωση των Ελλήνων στις προαιώνιες εστίες τους, και στην, ανόητη έως εγκληματική κατά τα άλλα, στρατηγική της προέλασης προς την Άγκυρα.


Η τελευταία επισήμανση συνδέεται με το προσχηματικό μέρος της αντίδρασης. Οι θιασώτες της άποψης αυτής διατείνονται ότι έτσι επιτίθενται στον ελληνικό εθνικισμό. Στην πραγματικότητα, δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να μεταβάλλονται οι ίδιοι σε “βαποράκια” του εθνικισμού του “άλλου” -εν προκειμένω του τουρκικού- τον οποίο εξαγνίζουν στις χειρότερες πτυχές του, καθώς και σε όχημα για τη νομιμοποίηση του εγχειρήματος του Ηγεμόνα να θέσει στην υπηρεσία της ιμπεριαλιστικής του ισχύος τα δικαιώματα του ανθρώπου. Δεν αντιλαμβάνονται, μάλιστα, ότι οι μνήμες στα εκατομμύρια θύματα της μικρασιατικής εθνοκάθαρσης είναι νωπές. Και όταν πληγώνει κανείς τη μνήμη του θύματος είναι σαν να οπλίζει το χέρι του με θυμό.
Αυτό που προκαλεί εντύπωση στους κύκλους αυτούς, ωστόσο, είναι ότι επιλέγουν σταθερά τους αφορισμούς και την αυθεντία της νομιζόμενης ορθοφροσύνης, ουδέποτε όμως τον διάλογο με τους αντιφρονούντες. Δεν αντιλαμβάνονται όμως ότι έτσι συμπεριφέρονται ως κοινοί “ταλιμπανιστές” του φονταμανταλισμού της νεοτερικότητας, αντί ως εκ της θέσεώς τους να διδάσκουν την ελευθερία.

Η ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΜΟΥ ΖΗΤΗΘΗΚΕ ΝΑ ΣΧΟΛΙΑΣΩ ΕΙΝΑΙ Η ΕΞΗΣ: 

«Υπάρχουν γεγονότα τα οποία εάν τα διάβαζε ένα παιδί ή και ένας μεγαλύτερος θα αισθανόταν ντροπή που είναι Έλληνας και αντίστοιχα γεγονότα των Τούρκων που δεν τους τα έχουν πει και θα αισθάνονταν ντροπή που είναι Τούρκοι.

Όμως, η επίθεση το 1919 έγινε από τους Έλληνες. Έκαναν μεγάλα έκτροπα, σκότωναν παιδιά, γυναίκες, βίαζαν. Καίγανε το ένα χωριό και την μια κωμόπολη μετά την άλλη. Ουσιαστικά έγινε εθνοκάθαρση, περίπου ότι έκαναν οι Σέρβοι στην Βοσνία.


Ακόμα και στα στρατιωτικά αρχεία και σε ιστορικά απομνημονεύματα λέγονται αυτά. Έχει βγει ένα καταπληκτικό βιβλίο του Πέτρου Κωστόπουλου ο οποίος λέει για τον πόλεμο και τη εθνοκάθαρση στο κομμάτι που αφορά την Μικρασιατική περίοδο το οποίο το ονομάζει κατάδυση στην κόλαση. Το βασίσει σε ότι λέγανε οι φαντάροι οι οποίοι αναγκάστηκαν να κάνουν εγκλήματα.
Οι έλληνες ήταν οι επιτιθέμενοι. Φωτιά και μπούρμπερη έως την Αγκυρα. Σκοτώνουν σφάζουν, η απόλυτη φρίκη, η απόλυτη ντροπή. Ντρέπεσαι που είσαι έλληνας»
(του Αλέξη Ηρακλείδη).

Δευτέρα 4 Ιανουαρίου 2010

Νομοσχέδιο για την ιθαγένεια: ανάγκη, παγίδες, ιδεολογήματα

Προβληματισμοί σχετικά με την επιχείρηση μαζικών ελληνοποιήσεων


Του Σταυρου Λυγερού

Το νομοσχέδιο για παραχώρηση ιθαγένειας σε μετανάστες συνεχίζει την πρακτική του ελληνικού κράτους να νομιμοποιεί μαζικά καταστάσεις, που διαμορφώθηκαν κατά κανόνα με παράνομο τρόπο. Υπενθυμίζουμε τις άδειες παραμονής που δόθηκαν σε παράνομους μετανάστες από τις κυβερνήσεις Σημίτη και Καραμανλή.


Και οι δύο κυβερνήσεις διαβεβαίωναν ότι με τη μαζική νομιμοποίηση θα λυνόταν το πρόβλημα. Τα κύματα των παράνομων μεταναστών, όμως, θυμίζουν τις γενιές αυθαιρέτων. Κάθε νομιμοποίηση τροφοδότησε το επόμενο κύμα, ενισχύοντας την εντύπωση ότι όποιος μπαίνει στην Ελλάδα παρανόμως κατά κανόνα δεν τον διώχνουν και κάποια στιγμή νομιμοποιείται. Η κυβέρνηση Παπανδρέου, όμως, πάει πιο μακριά. Στήνει μια βιομηχανία ελληνοποιήσεων με υπαρκτό επιχείρημα την κάλυψη κοινωνικών-ανθρωπιστικών αναγκών. Πίσω απ’ αυτό, όμως, υπάρχει και το ιδεολόγημα του πολυεθνικού/πολυπολιτισμικού μοντέλου, αλλά και ψηφοθηρική σκοπιμότητα. Οι μαζικές ελληνοποιήσεις και η παραχώρηση στους μετανάστες δικαιώματος ψήφου στις δημοτικές εκλογές θα εξασφαλίσουν στο ΠΑΣΟΚ ένα ισχυρό πριμ, τουλάχιστον στην κρίσιμη αναμέτρηση του 2010.

Παρενέργειες

Οι Ανατολικοευρωπαίοι μετανάστες της δεκαετίας 1990, που κατά κανόνα έχουν πια νομιμοποιηθεί, προκάλεσαν κοινωνικές παρενέργειες, αλλά λόγω πολιτισμικής ταυτότητας και τρόπου ζωής έχουν πια εισέλθει σε τροχιά κοινωνικής ενσωμάτωσης. Δεν αναμένεται να συμβεί το ίδιο με τις διογκούμενες ροές μουσουλμάνων από την Ασία και την Αφρική. Η πείρα έχει αποδείξει ότι ....
.. στη συντριπτική πλειονότητά τους έχουν την τάση να αναπαράγουν στο δυτικό περιβάλλον τον τρόπο που ζούσαν στις χώρες προέλευσής τους και ως εκ τούτου να μην ενσωματώνονται.Εξ ου και η τάση δημιουργίας γκέτο.

Οι μετανάστες που εισέρχονται παρανόμως στην Ελλάδα έχουν προορισμό δυτικοευρωπαϊκές χώρες. Λίγοι, όμως, καταφέρνουν να φύγουν από τη χώρα μας. Εχει αποδειχθεί ότι είναι πιο εύκολη η παράνομη είσοδος από την παράνομη έξοδο. Με άλλα λόγια, η Ελλάδα αντιμετωπίζεται σαν χώρα–τράνζιτ, αλλά καταλήγει να γίνεται προορισμός, με αποτέλεσμα να λιμνάζει εδώ ο κύριος όγκος.

Η διαρκής συσσώρευση παράνομων μεταναστών, που εκ των πραγμάτων αδυνατούν να βρουν εργασία και όποτε βρίσκουν είναι «μαύρη» και κακοπληρωμένη, λειτουργεί σαν θερμοκήπιο για την ανομία και την ασυδοσία, υπονομεύει τις κοινωνικές ισορροπίες και αλλοιώνει την εθνική ταυτότητα.

Αυτή είναι η κατάσταση και θα έπρεπε να έχει προκαλέσει ευρεία συζήτηση, όπως σε ευρωπαϊκές χώρες που αντιμετωπίζουν πολύ μικρότερο πρόβλημα. Στην Ελλάδα, όμως, η παράνομη μετανάστευση θεωρείται πρόβλημα ρουτίνας και προσεγγίζεται με ανέξοδες αντιρατσιστικές ρητορικές, που στην πράξη τροφοδοτούν τον ρατσισμό. Κάθε διαφωνία χαρακτηρίζεται «ακροδεξιά» και «ρατσιστική». Η ιδεολογική τρομοκρατία, όμως, ποτέ δεν έλυσε κανένα πρόβλημα. Απλώς, ακυρώνει τη δημόσια συζήτηση και βεβαίως χαρίζει ένα πολύ μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας και ειδικά λαϊκά στρώματα στο ΛΑΟΣ.

Στην προσπάθειά της να αποτρέψει την ανάπτυξη ξενοφοβίας και ρατσισμού, η ευρύτερη Αριστερά υποβαθμίζει συστηματικά τις αρνητικές επιπτώσεις της παράνομης μετανάστευσης. Ο στρουθοκαμηλισμός της φέρνει το αντίθετο από το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα. Αφήνει πολιτικό κενό και διευκολύνει την Ακροδεξιά να διεισδύσει στα λαϊκά στρώματα. Αυτά είναι, άλλωστε, που κυρίως θίγονται από την παράνομη μετανάστευση και στο επίπεδο της απασχόλησης (λόγω του αθέμιτου ανταγωνισμού από τη «μαύρη» εργασία) και σε πολλές πτυχές της καθημερινής ζωής.

Θέμα πολιτικής

Η παραχώρηση ιθαγένειας πρέπει να εντάσσεται στο πλαίσιο μιας ολοκληρωμένης πολιτικής. Τέτοια πολιτική, όμως, δεν υφίσταται. Εξ ου και το πρόβλημα συνεχώς οξύνεται. Αντί να θεσμοθετήσει αντικίνητρα για να συρρικνώσει τις ροές παράνομων μεταναστών, η κυβέρνηση Παπανδρέου μεθοδεύει βιομηχανία πολιτογραφήσεων, που εκ των πραγμάτων λειτουργεί ως κίνητρο.

Είναι προφανώς επιβεβλημένο να πάρουν την ελληνική ιθαγένεια τα παιδιά νόμιμων μεταναστών, που γεννήθηκαν, ζουν και πάνε σχολείο στην Ελλάδα. Δεν πρέπει να ισχύει το ίδιο για παιδιά που εισήλθαν παρανόμως με τους γονείς τους στην Ελλάδα. Δεν αρκεί να έχουν φοιτήσει μερικά χρόνια σε ελληνικά σχολεία, για να τους δίνεται η ιθαγένεια. Οι αιτήσεις πρέπει να εξετάζονται με θετική διάθεση, αλλά κατά περίπτωση.

Η εύκολη παραχώρηση ιθαγένειας στα παιδιά είναι από μόνη της ένα κίνητρο για τους παράνομους μετανάστες να τεκνοποιήσουν. Το κίνητρο αυτό καθίσταται πολύ πιο ισχυρό από τη διάταξη, που προβλέπει ότι όποιο παιδί γεννηθεί στην Ελλάδα και είναι «άγνωστης ιθαγένειας» ή δεν μπορεί να αποκτήσει άλλη ιθαγένεια θα παίρνει αυτομάτως την ελληνική. Η διάταξη αυτή (υπάρχει και στον κώδικα που ψηφίστηκε το 2004) είναι ασαφής και ανοίγει ένα επικίνδυνο παράθυρο.

Υπενθυμίζουμε ότι η μεγάλη πλειονότητα των μεταναστών που εισέρχονται παρανόμως στην Ελλάδα δεν έχουν χαρτιά και δεν αποκαλύπτουν τη χώρα καταγωγής τους για να μην απελαθούν. Ενα τέτοιο ζευγάρι γεννάει στην Ελλάδα παιδί. Το παιδί μπορεί να αποκτήσει την ιθαγένεια των γονιών του, αλλά αυτοί έχουν ισχυρό κίνητρο να το κατατάξουν στην κατηγορία «άγνωστη ιθαγένεια», για να πάρει αμέσως την ελληνική ιθαγένεια.

Στη συνέχεια, ως πρόσωπα που έχουν τη γονική φροντίδα τέκνου ελληνικής ιθαγένειας, μπορούν να πολιτογραφηθούν, κατ’ εξαίρεση της ισχύουσας προϋπόθεσης για νόμιμη συνεχή παραμονή στην Ελλάδα τουλάχιστον πέντε ετών. Αρκεί να βρίσκονται στη χώρα έστω και παρανόμως για τρία χρόνια.

Το μήνυμα πως η Ελλάδα δίνει σχετικά εύκολα ιθαγένειες θα φθάσει στις χώρες προέλευσης των παράνομων μεταναστών και θα τροφοδοτήσει το ρεύμα παράνομης μετανάστευσης. Αυτή τη φορά, μάλιστα, θα έρχονται ζευγάρια και οικογένειες. Οι ταλαίπωροι αυτοί άνθρωποι δεν είναι σε θέση να γνωρίζουν τις δυνατότητες του νόμου για να τις εκμεταλλευθούν. Τις γνωρίζουν, όμως, τα κυκλώματα παράνομης διακίνησης και οι δικηγόροι τους.


news.kathimerini.gr

Κυριακή 3 Ιανουαρίου 2010

Ο χρόνος για τους Μετα-έλληνες

Tου Χρηστου Γιανναρα
news.kathimerini.gr

Τον εναργέστερο ορισμό του χρόνου τον έδωσε ο μύθος: Χρόνος είναι ο Κρόνος, ένας θεός που γεννάει παιδιά και τα τρώει. Η εικόνα αναπαράγει τη χρονική διαδοχή σαν πραγματικότητα προσωποποιημένη: Κάποιος «θεός» μεταβάλλει αδιάκοπα το παρόν σε παρελθόν, την ύπαρξη σε ανυπαρξία.

Η κριτική σκέψη, που πρωτογέννησαν στην ανθρώπινη Ιστορία οι κάποτε Ελληνες, απροσωποποίησε τον γεννήτορα: Τον χρόνο τον γεννάει η μεταβολή, δηλαδή η αέναη στο σύμπαν κίνηση. Ταυτίζεται ο χρόνος με την ουράνια σφαίρα στην κίνησή της, τα ουράνια σώματα είναι «όργανα χρόνου», μέτρα για να μετράμε τον χρόνο. Σε άμεση συνάρτση με την ύλη, που είναι το δεδομένο και άναρχο υποκείμενο της κινητικής μεταβολής, είναι και ο χρόνος αγέννητος, άπειρος (δίχως πέρατα), στοιχείο αναπόσπαστο της κοσμικής ολότητας, ανερμήνευτα δεδομένο «γίγνεσθαι» συστατικό του υπάρχειν.

Σε αυτό το γίγνεσθαι της αδιάκοπης χρονικής «ροής» ο Ηράκλειτος θα διαβλέψει μια σύνθεση της ύπαρξης και της ανυπαρξίας, που την πιστοποιούμε ως εμπειρία αδιάκοπα καινούργιων πραγματοποιήσεων: «στο ίδιο ποτάμι δεν γίνεται να μπούμε δυο φορές» – τα νερά που μας βρέχουν κάθε φορά είναι άλλα. Η «ροή» είναι κυκλική, όχι σταθερή περιοδική επανάληψη των ίδιων γεγονότων, αλλά μια αδιάκοπα επιστρεπτική ενοποίηση κάθε έκφανσης του υπάρχειν (ροή συναγωγής και διασκορπισμού, σύστασης και αφανισμού, παρουσίας και απουσίας).

Στον χρόνο ως ανακύκληση θα επιμείνει και ο Πλάτων, αλλά για να φωτίσει τη διαφορά των αισθητών από τις μήτρες καταγωγής τους: τις «ιδέες». Η πραγματικότητα των αισθητών είναι χρονική, των ιδεών αιώνια («αιών» ο «αιεί ών», αυτός που δεν έχει αρχή και τέλος, δεν γίνεται ούτε περατούται). Οπως κάθε αισθητό καθορίζεται στην ύπαρξή του από την «ιδέα» του, έτσι και ο χρόνος μπορεί να οριστεί ως προς τη σχέση του με τον αιώνα: Ο κύκλος είναι εικόνα της πληρωματικής ολότητας και ο κυκλικός χρόνος «κυκλούμενη» εικόνα του αιώνα.

Υφάδι της ύπαρξής μας ο χρόνος, αλλά και στημόνι της γνώσης μας, μαζί με τον χώρο. Χρόνος, χώρος, αιτία και σκοπός είναι οι συντεταγμένες που ορίζουν την ανθρώπινη εμπειρία, συνιστούν τα όριά της: Δεν μπορούμε να γνωρίσουμε εμπειρικά το άχρονο και αδιάστατο, το αναίτιο και άσκοπο. Το συλλαμβάνουμε νοητικά «κατ’ αντιδιαστολήν», μπορεί και να το σημάνουμε με τη γλώσσα - λογική των μαθηματικών, δεν το πιστοποιεί όμως η εμπειρία.

Ο Αριστοτέλης, ο απροσμέτρητος, επιχείρησε να διευρύνει την εμπειρία μας αναλύοντας την αποκλειστικά ανθρώπινη ικανότητα του «χρονίζειν»: Ο χρόνος είναι αριθμούμενος. Οχι ως αντικείμενο μέγεθος που υπόκειται σε μέτρηση, αλλά ως αριθμός ακατάπαυστα συντελούμενος με την πρόοδο της διαδοχής προτέρου και υστέρου. Η διαδοχή γίνεται κατανοητή ως «φορά» (μεταφορά, μετατόπιση) μιας μονάδας, της οποίας το πέρασμα - μετάβαση από το πρότερο στο ύστερο μας επιτρέπει να αντιληφθούμε τη διαδοχή - ροή του χρόνου (το ότι ο χρόνος «περνάει»). Η νοητή αυτή μονάδα είναι το «νυν». Ο χρόνος επομένως είναι αριθμούμενη «φορά» χάρη στο νυν που αντιστοιχεί στη φερόμενη μονάδα ή στη μονάδα της προόδου του αριθμού. Αλλά αυτά όλα μόνο για την κατανόηση, όχι για την εμπειρία.

Η εμπειρική αντίληψη εκδέχεται τον χρόνο σαν διαδοχή ή ροή στιγμών (δηλαδή μονάδων χρόνου) που η καθεμιά τους για να είναι «μονάδα» είναι και αδιαίρετη – την ονομάζουμε «νυν»: άποσο χρόνο του τώρα. Αλλά αυτός ο άποσος χρόνος δεν μπορεί να αποτελεί μονάδα, μέρος και μέτρο του σύνολου χρόνου, γιατί οι μονάδες, που συγκροτούν ένα ενιαίο σύνολο, πληθύνονται ποσοτικά χωρίς να διαφοροποιούνται, ενώ τα «νυν» αποκλείεται να πληθυνθούν χωρίς να πάψουν να είναι «νυν»: μεταβάλλονται σε ανύπαρκτο παρελθόν ή σε ανύπαρκτο μέλλον. Επομένως το «νυν» είναι μόνο νοητό όριο, οριακή τομή ανάμεσα στο παρελθόν και στο μέλλον – ένα χρονικά αδιάστατο «τώρα» που παραμένει εμπειρικά απρόσιτο στον άνθρωπο.

Ο επόμενος γίγας, Μάξιμος ο Ομολογητής, κομίζει αντίρρηση: το χρονικά αδιάστατο παρόν, η ελευθερία από την αναγκαιότητα της διαδοχής προτέρου και υστέρου, είναι εφικτά στον άνθρωπο. Γιατί ο χρόνος δεν μετράει μιαν ανερμήνευτα δεδομένη (τυχαία ή νομοτελειακή) «ροή» (κίνηση - μεταβολή), μετράει μια «σχέση» που έχει «νόημα», δηλαδή αιτία και σκοπό. Ο κόσμος είναι το γίγνεσθαι μιας ελευθερίας, όχι η τυφλή διαδικασία μιας άλογης αναγκαιότητας ή τυχαιότητας. Ο Λόγος, ο Αίτιος του υπαρκτού καλεί τα όντα εκ του μη όντος (την άσχετη ύπαρξη) στο είναι: στην περιπέτεια της σχέσης, στην ελευθερία. Ο χρόνος μετράει τη δυναμική της ανταπόκρισης σε αυτή την κλήση ή την άρνησή της. Η άρνηση «χρονούται» ως αποτυχία σχέσης, δηλαδή ως υπαρκτική αυτονομία, ιδιοτέλεια του κτιστού, φθορά και θάνατος. Η κατάφαση ελευθερώνει τη σχέση από τη νομοτελειακή χρονικότητα, όπως κάθε αμοιβαίος έρωτας: καθιστά χρονικά αδιάστατο το παρόν της σχέσης, πληρότητα υπαρκτική.

Μόνο ο άνθρωπος έχει την ικανότητα του χρονίζειν, τη λογική ικανότητα: Να καθιστά τον υλικό κόσμο λόγο υπαρκτικά αυτόνομο, ενεργούμενη άρνηση της Αιτιώδους Αρχής του, χρονικότητα φθοράς και θανάτου. ΄Η να τον μεταβάλλει σε «λογικό τόπο» ερωτικού γεγονότος, ευχαριστιακής αναφοράς των αισθητών στο «νόημά» τους, οδηγώντας χρόνο και κίνηση σε πληρότητα γιγνόμενου παρόντος – σε «αεικίνητον στάσιν και στάσιμον ταυτοκινησίαν περί το ταυτόν και εν και μόνον».

Η κατάθεση προτάσεων νοηματοδότησης του χρόνου, και της ύπαρξης στον χρόνο, ήταν πάντοτε το υπούργημα ή η ειδοποιός διαφορά που έδινε ταυτότητα στους Ελληνες. Στα τετρακόσια χρόνια κάτω από τον τουρκικό ζυγό η συνείδηση του υπουργήματος διαφυλάχτηκε, αλλά η πανανθρώπινη δυναμική του «απέσβετο». Και στη συνέχεια, η κατάρα του εθνικισμού, εκατόν ογδόντα εννέα χρόνια τώρα, εξάλειψε τη συνείδηση του οικουμενικού υπουργήματος, μετάλλαξε τον Ελληνισμό σε βαλκανική επαρχία. Σήμερα η αναίδεια του πρωτογονισμού, η υστερία της ιδιοτέλειας, η καφρική αγραμματοσύνη δεν αφήνουν πια περιθώριο να διασωθεί «το άριστον εκείνο», η ελληνικότητα, που «ιδιότητα δεν έχ’ η ανθρωπότης τιμιοτέραν». Οι ταγοί της χώρας ανελλήνιστοι ώς το μεδούλι, καταστρέφουν μεθοδικά την ιστορική συνείδηση, την πολιτιστική ευαισθησία, τη γλώσσα, την αξιοπρέπεια των ακόμα Ελληνόφωνων.

Σε ποιους να κομίσει «νόημα» του χρόνου σήμερα η γλώσσα του Ηράκλειτου, του Αριστοτέλη, του Μαξίμου;